Επίκαιρα Τεύχος #12

Πανδημία και κομμουνισμός

Σκοπός του παρόντος σημειώματος είναι να εξετάσει πώς η ζοφερή κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα της πανδημίας αναδεικνύει τις αντιφάσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής συνάμα με τη δυνατότητα της άρσης τους στο πλαίσιο του κοινωνικού-συνεταιριστικού τρόπου παραγωγής.

 

Εφεδρικό κοινωνικό απόθεμα

Ο περιορισμός των κοινωνικών και οικονομικών δραστηριοτήτων λόγω του lockdown βυθίζει την οικονομία στην ύφεση με επακόλουθα την ανεργία και τη φτώχεια. Η ακατάπαυστη εμπορευματική παραγωγή και κυκλοφορία είναι sine qua non για το κεφάλαιο, συνεπώς η διαταραχή που επιφέρει η πανδημία (και τα μέτρα αντιμετώπισης της) τόσο στην παραγωγή όσο και στη σφαίρα της ανταλλαγής των εμπορευμάτων (στο πλαίσιο της οποίας κινείται και η αγορά και πώληση της εργατικής δύναμης) άγει τον καπιταλισμό σε κρίση, με επώδυνες συνέπειες για τις λαϊκές μάζες σε παγκόσμια κλίμακα. 

Μία κομμουνιστική κοινωνία αφενός δεν θα εξαρτιόταν από την εμπορευματική παραγωγή και κυκλοφορία αφετέρου θα μπορούσε να αντέξει την παρατεταμένη αναστολή της παραγωγικής διαδικασίας, διαθέτοντας επαρκή αποθέματα για ώρα ανάγκης. Φαίνεται πως ο Μαρξ προσέδιδε μεγάλη σημασία στο κοινωνικό απόθεμα. Στο Κεφάλαιο,[1] υποστηρίζει ότι η κατάργηση της κεφαλαιοκρατικής μορφής παραγωγής θα επέτρεπε μεν τον περιορισμό της εργάσιμης ημέρας στην αναγκαία εργασία (τουτέστιν στον χρόνο κατά τον οποίον ο εργάτης παράγει μόνο την αξία των μέσων συντήρησής του και όχι υπεραξία την οποία σφετερίζεται ο κεφαλαιοκράτης), ωστόσο η αναγκαία εργασία θα επεκτεινόταν αν όλοι οι άλλοι όροι έμεναν ίδιοι. Και τούτο για δύο λόγους: αφενός, γιατί οι όροι ζωής του εργάτη στον κομμουνισμό θα ήταν πλουσιότεροι και οι απαιτήσεις του από τη ζωή μεγαλύτερες, αφετέρου «επειδή στον αναγκαίο χρόνο θα συγκαταλεγόταν ένα μέρος της σημερινής υπερεργασίας, και συγκεκριμένα η εργασία που είναι αναγκαία για την επίτευξη ενός εφεδρικού και συσσωρευτικού αποθέματος της κοινωνίας».

Στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα,[2] επανέρχεται τονίζοντας ότι, στη συντροφική κοινωνία, τη θεμελιωμένη στην κοινοκτημοσύνη των μέσων παραγωγής, προτού μοιραστούν στους ατομικούς παραγωγούς του συνεταιρισμού τα μέσα κατανάλωσης, πρέπει να αφαιρεθεί-κρατηθεί από το συνολικό κοινωνικό προϊόν, μεταξύ άλλων, «ένα εφεδρικό απόθεμα ή απόθεμα ασφαλείας ενάντια σε ατυχήματα, καταστροφές από φυσικές αιτίες κλπ». Μάλιστα, θεωρεί ότι η κράτηση αυτή (όπως και οι κρατήσεις για την αντικατάσταση των μέσων παραγωγής που καταναλώθηκαν ή για την επέκταση της παραγωγής) αποτελεί «οικονομική ανάγκη», και το μέγεθός της «καθορίζεται σύμφωνα με τα υπάρχοντα μέσα και δυνάμεις, εν μέρει με υπολογισμούς πάνω στη βάση της θεωρίας των πιθανοτήτων».

 

Δημοκρατικός σχεδιασμός της παραγωγής

Στην κομμουνιστική κοινωνία, η αναρχία της κοινωνικής παραγωγής αντικαθίσταται από τη δημοκρατικά σχεδιασμένη ρύθμισή της, σύμφωνα με τις ανάγκες τόσο ολόκληρης της κοινωνίας όσο και του κάθε μέλους της. Τα μέσα παραγωγής απελευθερώνονται από την ιδιότητά τους ως κεφάλαιο και ο κοινωνικός τους χαρακτήρας αποκτά πλήρη ελευθερία ανάπτυξης. Η κοινωνική παραγωγή γίνεται πια δυνατή βάσει ενός από τα πριν καθορισμένου σχεδίου. Αποφεύγεται η καταστροφή παραγωγικών δυνάμεων και προϊόντων που συνοδεύει τις καπιταλιστικές κρίσεις και καταργείται η παράλογη σπατάλη σε είδη πολυτελείας από τη σημερινή κυρίαρχη τάξη και τους πολιτικούς εκπροσώπους της.[3]

Σε καταστάσεις, λοιπόν, έκτακτης ανάγκης, όπως η πανδημία, ο δημοκρατικός κεντρικός σχεδιασμός της παραγωγής πλεονεκτεί έναντι της άναρχης κεφαλαιοκρατικής παραγωγής, καθώς επιτρέπει την έγκαιρη και αποτελεσματική για την αντιμετώπιση των εξαιρετικών περιστάσεων διάθεση και μεταφορά-ανακατανομή των πόρων, με μοναδικό κριτήριο το συνολικό κοινωνικό όφελος και όχι τα ιδιωτικά κέρδη.

Η άρση της αντίφασης – η οποία ενυπάρχει στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής – ανάμεσα στην κοινωνική παραγωγή και την κεφαλαιοκρατική ιδιοποίηση καταργεί παράδοξα φαινόμενα σαν αυτό που παρατηρείται στην τρέχουσα πανδημία: αύξηση των κερδών και της περιουσίας των κεφαλαιοκρατών, παρά την ύφεση, την ίδια στιγμή που οι μάζες υποφέρουν από την ανεργία και τη φτώχεια.[4]

Σε σύγκριση με την κεφαλαιοκρατική, η σοσιαλιστική οικονομία μπορεί να υπομείνει ευκολότερα και επί μακρότερο χρονικό διάστημα τις επιπτώσεις του lockdown, διότι οι παραγωγικές της δραστηριότητες δεν στοχεύουν στην αποκόμιση κέρδους· επομένως, μπορεί να συντηρηθούν απλώς με την κάλυψη του κόστους παραγωγής ή ακόμη και με πρόσκαιρη ζημία (δομικά επιχορηγούμενες από άλλες δραστηριότητες), εφόσον κάτι τέτοιο κριθεί απαραίτητο, αποφασισθεί δημοκρατικά και ενταχθεί στον κεντρικό κοινωνικό σχεδιασμό.[5] 

 

«Γενική διάνοια»

Η πανδημία ανέδειξε τη σημασία της σύμπραξης των επιστημόνων και της κοινοποίησης των ανακαλύψεων και των εμπειριών σε παγκόσμιο επίπεδο, τουτέστιν της κατά Μαρξ «γενικής κοινωνικής γνώσης» ως «άμεσης παραγωγικής δύναμης». Τα φάρμακα, τα εμβόλια κ.λπ. δεν είναι παρά «αντικειμενοποιημένη επιστήμη», όργανα του μυαλού, της βούλησης και της δραστηριοποίησης του ανθρώπου· η ανάπτυξή τους δηλώνει τον βαθμό στον οποίο οι όροι της κοινωνικής βιοτικής διαδικασίας έχουν πια υπαχθεί στον έλεγχο του «γενικού νου».[6]

Όταν, όμως, όπως επισημαίνει ο Γιώργος Ρούσης,[7] «η “γενική διάνοια”, η οποία αποτελεί μια συλλογική, κοινωνική ευφυΐα δημιουργημένη από συσσωρευμένες γνώσεις, τεχνικές και τεχνογνωσίες», φθάσει να μετατραπεί σε άμεση παραγωγική δύναμη, «τότε μπορούμε να πούμε ότι είναι κατάλληλες οι συνθήκες για την επικράτηση του κομμουνισμού». Το επίπεδο ανάπτυξης των κοινωνικών παραγωγικών δυνάμεων είναι πλέον τέτοιο, ώστε «η ζωντανή εργασία που αποπέμπεται υπό την άμεση ατομική μορφή της από την παραγωγή δεν αντικαθίσταται μόνον και κυρίως από ένα σταθερό κεφάλαιο υπό τη μορφή των μηχανών, αλλά από την “άυλη”, “γενική διάνοια”, από τη γνώση και την επιστήμη».

Με άλλα λόγια, οι τεχνο-επιστημονικές επιτεύξεις που πυροδοτούνται από την πανδημία φωτίζουν τις κοσμοϊστορικές δυνατότητες της σύγχρονης κοινωνίας, οι οποίες θα μπορούσαν, ενδεχομένως, να ενεργοποιηθούν για την αυτο-χειραφέτησή της.

 

«Δημοκρατική βιοπολιτική»

Η αντιμετώπιση της πανδημίας απαιτεί τη λήψη κάποιων υγειονομικών μέτρων, η τήρηση των οποίων από τον πληθυσμό είναι δυσχερής στην κεφαλαιοκρατική κοινωνία, και τούτο όχι μόνο για οικονομικούς λόγους· επιπροσθέτως, τα μέτρα αφενός απαιτούν την επίδειξη από τα άτομα κοινωνικής υπευθυνότητας, καθ΄ ην στιγμήν ο καπιταλισμός δεν διαπλάθει κοινωνικές προσωπικότητες αλλά εγωιστικές ατομικότητες, αφετέρου αποφασίζονται και επιβάλλονται από την κρατική εξουσία, τουτέστιν από μία αρχή ξένη και ανοίκεια προς τους ανθρώπους, η οποία δεν εμπνέει εμπιστοσύνη αλλά τρέφει τη δυσπιστία και την ανυπακοή.

Στο αστικό καθεστώς, το κράτος στέκεται πάνω από την κοινωνία, ως μια αυτοτελής απέναντί της δύναμη· ένα παρασιτικό σώμα που τρέφεται σε βάρος της· ένα ανεξάρτητο από αυτήν όργανο επιβολής της κυριαρχίας μιας ορισμένης τάξης· μια μηχανή υποταγής της καταπιεζόμενης και εκμεταλλευόμενης τάξης. Η κρατική εξουσία παρουσιάζεται σαν η ενσάρκωση της ενότητας του έθνους, ενώ θέλει «να είναι ανεξάρτητη και ανώτερη από το ίδιο το έθνος».[8] Απεναντίας, στο σοσιαλιστικό καθεστώς, το κράτος, όσο δεν έχει ακόμη αυτοδιαλυθεί και εξαφανιστεί, είναι ένα όργανο υποταγμένο στην κοινωνία. Θα λέγαμε πως, στην κομμουνιστική πολιτεία (κοινότητα ή κομμούνα), υλοποιείται το ιδανικό του Ρουσσώ: «όλες οι κινήσεις της κρατικής μηχανής τείνουν πάντα προς την κοινή ευτυχία και μόνο προς αυτήν, επειδή ο λαός και ο αρχηγός του είναι ένα και το αυτό πρόσωπο»,[9]  αλλά και του Εγέλου: το άτομο κατέχει και απολαμβάνει την ελευθερία του, αναγνωρίζει το έλλογο ως νόμο και το ακολουθεί ως υπόσταση της ουσίας του, υπακούει στον νόμο ελευθέρως, διότι υπακούει στον εαυτό του· εν ολίγοις, συμφιλιώνεται η υποκειμενική με την αντικειμενική βούληση.[10] 

Σε μία τέτοια πολιτεία, λοιπόν, είναι προφανές ότι η εφαρμογή των υγειονομικών μέτρων θα ήταν αρκετά ευκολότερη, άρα και η επίδρασή τους στον έλεγχο της πανδημίας πολύ μεγαλύτερη. Αντί του εξαναγκασμού και της αστυνομικής επιτήρησης – που ούτως ή άλλως, μεσο-μακροπρόθεσμα, δεν τελεσφορούν – θα αναδυόταν μια «δημοκρατική-κομμουνιστική βιοπολιτική», όπως τη σκιαγραφεί ο Παναγιώτης Σωτήρης:[11] «Σε μια τέτοια οπτική, οι αποφάσεις για τον περιορισμό των κινήσεων και για την εφαρμογή πρακτικών φυσικής αποστασιοποίησης […] είναι το αποτέλεσμα δημοκρατικά συζητημένων συλλογικών πρακτικών που στηρίζονται στη διαθέσιμη γνώση […]. Αυτό σημαίνει ότι από την απλή πειθαρχία περνάμε στην ευθύνη, έναντι των άλλων αλλά και του εαυτού μας, και από την αναστολή της κοινωνικότητας στον συνειδητό μετασχηματισμό της. Σε μια τέτοια συνθήκη, αντί για έναν διαρκή και εξατομικευμένο φόβο, που μπορεί να οδηγήσει σε μια ευρύτερη ρήξη του κοινωνικού ιστού, κινούμαστε προς την ιδέα της συλλογικής προσπάθειας, του συντονισμού και της αλληλεγγύης εντός κοινού αγώνα».

 

Οικουμενική συνεργασία

Σύμφωνα με τους Μαρξ-Ένγκελς, ο κομμουνισμός είναι δυνατός μονάχα ως παγκόσμιο, και όχι τοπικό, γεγονός, καθώς προϋποθέτει την παγκόσμια ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την παγκόσμια επικοινωνία.[12] Η κομμουνιστική πολιτεία προβάλλει, έτσι, ως μια ένωση ελεύθερων και κυρίαρχων λαών, μια ομοσπονδία εθνών, που έχουν αποτινάξει κάθε εσωτερική ή εξωτερική καταδυνάστευση. 

Η επιτυχής αντιμετώπιση της πανδημίας επιτάσσει την οικουμενική συνεργασία και αλληλοϋποστήριξη, οι οποίες, στη σημερινή κατάσταση πραγμάτων, υπονομεύονται από τις αντιπαλότητες των κρατών. Είναι πλέον ευρέως παραδεκτό ότι οι γεωπολιτικές συγκρούσεις των μεγάλων δυνάμεων κατά την αρχική φάση της επιδημίας επέδρασαν καταλυτικά στην κακή της τροπή.[13] Όθεν, θεωρούμε αυτονόητο πως μια ενοποιημένη ανθρωπότητα, όπου θα εξέλιπαν οι ιμπεριαλιστικές διενέξεις και οι εθνικοί ανταγωνισμοί,  θα τα κατάφερνε πολύ καλύτερα.

 

Τηλε-εργασία

Όπως τονίζει ο Σταύρος Μαυρουδέας,[14] «το κεφάλαιο αντιμετωπίζει την κατάσταση αυτή (σ.σ. που προέκυψε από την πανδημία) όχι μόνο ως κίνδυνο αλλά και ως ευκαιρία. Έτσι, πειραματίζεται πλέον ολοένα και πιο έντονα με τη δημιουργία μίας «νέας νέας» οικονομικής και κοινωνικής κανονικότητας που να ενισχύει την κερδοφορία και την κυριαρχία του. […] Στο οικονομικό επίπεδο η «νέα νέα κανονικότητα» σημαίνει εκτεταμένα πειράματα με την τηλε-εργασία». Η σύγχρονη τηλε-εργασία παραπέμπει στην από τον Μαρξ περιγραφόμενη  «δουλειά στο σπίτι», βάση της οποίας είναι ο «μισθός με το κομμάτι». Ο μισθός με το κομμάτι είναι απλώς και μόνο μια παραλλαγμένη μορφή του χρονομισθίου, η οποία, ενώ δεν αλλάζει τίποτα στη γενική σχέση κεφαλαίου – μισθωτής εργασίας, αυξάνει το βαθμό εντατικότητας της εργασίας και το ποσοστό της υπεραξίας.[15]

Αναμφίβολα, η τηλε-εργασία συμβάλλει στην εξοικονόμηση χρόνου. Ωστόσο, όπως παρατηρεί ο Ζακ Ελλύλ, [16]«ο χρόνος που εξοικονομείται (σ.σ. χάρις στην τεχνική μεγέθυνση εν γένει) χρησιμεύει τελικά στην καλύτερη εκπαίδευση των ανθρώπων με σκοπό να εργάζονται για την τεχνική και την επιστημονική ανάπτυξη μέσα σε μια ενοποιημένη κουλτούρα»· ο πραγματικός ελεύθερος χρόνος των εργαζομένων δεν αυξάνεται. Από μαρξικής επόψεως, η τοιαύτη εξοικονόμηση χρόνου καταλήγει να διογκώνει την υπερεργασία και το υπερ-προϊόν που σφετερίζεται το κεφάλαιο, και άρα να επιτείνει την εκμετάλλευση.

Όμως, εδώ εμφανίζεται μια αντίφαση του καπιταλισμού με δυνητικά απελευθερωτικές συνέπειες. Σε ένα εξαιρετικά επίκαιρο απόσπασμα, ο Μαρξ γράφει πως το κεφάλαιο «αυξάνει τον χρόνο υπερεργασίας των μαζών με όλα τα μέσα της επιστήμης και της τέχνης, γιατί ο πλούτος του βασίζεται άμεσα στην ιδιοποίηση χρόνου υπερεργασίας· γιατί σκοπός του είναι άμεσα η αξία, όχι η αξία χρήσης. Έτσι, παρά τη θέλησή του, γίνεται μέσο για τον κοινωνικό διαθέσιμο χρόνο, για να μειώσει τον εργάσιμο χρόνο όλης της κοινωνίας σ’ ένα ολοένα μικρότερο ελάχιστο όριο κι έτσι να ελευθερώσει τον χρόνο όλων για τη δική τους ανάπτυξη. Η τάση του όμως είναι πάντα, από τη μια μεριά να δημιουργεί διαθέσιμο χρόνο, από την άλλη να τον μετατρέπει σε υπερεργασία».[17]

Στον κομμουνισμό, η τηλε-εργασία και τα διάφορα άλλα εργαλεία της πληροφορικής θα αξιοποιούνταν για τη μείωση του αναγκαίου χρόνου εργασίας – ο οποίος θα είχε πια ως μέτρο τις ανάγκες του κοινωνικού ατόμου – και την αύξηση του ελεύθερου χρόνου, δηλαδή του χρόνου που διατίθεται για την πλήρη και ολόπλευρη ανάπτυξη του ατόμου μέσω της ελεύθερης δημιουργικής δραστηριότητας ως αυτοσκοπού. Η δραστηριότητα τούτη είναι η μόνη δια της οποίας «ο άνθρωπος αποδείχνει τον εαυτό του σαν ειδολογική ύπαρξη»,[18] άλλως ειπείν, αυτοεπιβεβαιώνεται. 

Εν τούτοις, και στην παρούσα φάση, το εργατικό κίνημα θα μπορούσε να δει τη γενίκευση της τηλε-εργασίας κατά την πανδημία ως μια ευκαιρία για να διεκδικήσει, στο πλαίσιο ενός «πολέμου θέσεων», τη βράχυνση της εργάσιμης ημέρας χωρίς μείωση μισθού, ώστε να ελαττωθεί και η ανεργία.


Το κείμενο του Γιώργου Κρανιδιώτη επιμελήθηκε ο Γιώργος Ηλιάδης


 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιώργος Κρανιδιώτης

Γιώργος Κρανιδιώτης

Ο Γιώργος Κρανιδιώτης σπούδασε Ιατρική και Φιλοσοφία – Παιδαγωγική – Ψυχολογία
(ειδίκευση: Φιλοσοφία) στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΕΚΠΑ). Είναι
Διδάκτωρ της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και κάτοχος Μεταπτυχιακού Διπλώματος
Ειδίκευσης στην Ιστορία της Φιλοσοφίας (Φιλοσοφική Σχολή ΕΚΠΑ). Εργάζεται ως
Παθολόγος - Επιμελητής Α΄ στο Γενικό Νοσοκομείο Πειραιώς «Τζάνειο». Είναι έγγαμος και
πατέρας τριών παιδιών.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε