Επίκαιρα Τεύχος #11

Περιμένοντας την αποκάλυψη: βιοδυστοπία και πανδημία

Το παρόν άρθρο εξετάζει τον πολιτισμικό φόβο της πανδημίας έτσι όπως έχει αποτυπωθεί στην επιστημονική φαντασία τόσο του 20ού, όσο και του 21ου αιώνα, αλλά και σε μια σειρά δημοφιλών επιστημονικών βιβλίων «σκοτεινής βιολογίας» που πραγματεύονται το ενδεχόμενο εμφάνισης μιας πανδημίας και που σε μεγάλο βαθμό αντανακλούν βιοδυστοπικές αντιλήψεις. Παράλληλα, με αφορμή την κάλυψη από τα ΜΜΕ του ξεσπάσματος της επιδημίας του κορονοϊού και της παράλληλης διάδοσης διαφόρων θεωριών για την προέλευσή του, υπογραμμίζεται ο τρόπος με τον οποίο τα βιοδυστοπικά σενάρια έχουν εμποτίσει τον φόβο πανδημίας.
«Φέρτε τους νεκρούς σας!» Δρόμος του Λονδίνου κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Πανώλης (1665) Wellcome Collection. Attribution 4.0 International (CC BY 4.0)

 

Ένας παλιός γνώριμος

Στις αρχές Μαρτίου η Μέρι Μπιρντ (Mary Beard), μέσα από την εβδομαδιαία στήλη που διατηρεί στο Times Literary Supplement, σημείωνε πως η Δυτική λογοτεχνία ξεκινά με μια επιδημία, αυτή που ο θεός Απόλλωνας έστειλε για να τιμωρήσει τους Δαναούς για την αρπαγή της Βρισηίδας. Όπως σημείωνε, λίγοι συνήθως δίνουν σημασία στο «θανατικό» που ο Όμηρος περιγράφει στη Ραψωδία Α της Ιλιάδας, μιας και σύντομα οι Αχαιοί εξευμενίζουν τον θεό και η τιμωρία τους σταματά. Πέρα από τον Όμηρο, και ο Σοφοκλής στον Οιδίποδα Τύραννο βάζει τον λοιμό να χρησιμοποιείται από τους Ολύμπιους θεούς ως όπλο τιμωρίας της ύβρεως. 

Αφήνοντας τη λογοτεχνία και περνώντας στην ιστορία, συναντάμε στον Θουκυδίδη μια από τις πιο γνωστές περιγραφές επιδημίας. Η αναλυτική και η λεπτομερής περιγραφή του Αθηναίου ιστορικού της ασθένειας που χτύπησε την Αθήνα το 430 π.Χ., από την οποία είχε προσβληθεί και ο ίδιος, ήταν αρκετή για να δοθεί σε αυτή το προσωνύμιο «το σύνδρομο του Θουκυδίδη», αλλά και για να λειτουργήσει ως πρότυπο για μεταγενέστερους συγγραφείς.[1] Για παράδειγμα στην Απόκρυφη Ιστορία του Προκόπιου, όταν αναφέρεται στην επιδημία πανώλης που χτύπησε την Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία επί Ιουστινιανού το 542 μ.Χ. Αργότερα, όταν η βουβωνική πανώλη χτυπά τη λεκάνη της Μεσογείου και όλη την Ευρώπη σε διαδοχικά κύματα τα έτη 1346-1353, ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Ιωάννης Καντακουζηνός, που νόσησε και έχασε και έναν γιο από αυτή την ασθένεια, μας δίνει μια περιγραφή των συμπτωμάτων και της εξέλιξής της που ευθέως παραπέμπει στον Θουκυδίδη· πράγμα που συνέβη και με τις σύγχρονες του Καντακουζηνού περιγραφές των συμπτωμάτων της πανώλης του Βοκκάκιου στο Δεκαήμερο με αφορμή τον ερχομό της πανώλης στη Φλωρεντία. Αντίθετα, ο Πετράρχης με την ποίηση και τις επιστολές του, θρηνεί τον θάνατο της αγαπημένης του, αλλά και τη φρίκη της ερήμωσης που αντικρίζουν οι επιζώντες. Κάτι που και ο Ντάνιελ Ντεφόε τόνισε στο Ημερολόγιο της Χρονιάς της Πανούκλας (1722), ένα μείγμα ιστορικής καταγραφής και μυθιστορήματος με θέμα την επιδημία που αποδεκάτισε τον πληθυσμό του Λονδίνου το 1665.

 Το 1931 ο θεολόγος και κληρικός Ρόμπερτ Χένρι Τσαρλς (R. H. Charles) παρατηρούσε πως η επιστήμη, αν και είχε κλονίσει πολλές από τις δεισιδαιμονίες των «σκοτεινών χρόνων», είχε συνάμα δημιουργήσει λεγεώνες νέων ανησυχιών, για να καταλήξει πως η επιστήμη είχε καταφέρει μόνο να αλλάξει τον χαρακτήρα των φόβων μας και όχι να μας απαλλάξει από αυτούς.[2] Ανάμεσα στους φόβους που απομυθοποιήθηκαν ήταν και αυτός της μολυσματικής ασθένειας και της επιδημίας. Ακολουθώντας την παρατήρηση του Κλίφορντ Γκερτζ (Clifford Gertz) πως ακόμα και ένα συναίσθημα όπως ο φόβος είναι ένα πολιτισμικό κατασκεύασμα,[3] μπορούμε να αντιληφθούμε το πώς ο λοιμός, με τα εκατομμύρια θυμάτων που άφηνε πίσω του και τις φρικτές περιγραφές των επιζώντων, μετατράπηκε σε ένα από τους βαθύτερους συλλογικούς φόβους μας. 

Στο παρόν άρθρο επιχειρείται μια εξερεύνηση των σύγχρονων μεταλλάξεων αυτού του φόβου, τόσο μέσα από τη βιοδυστοπική λογοτεχνία του 20ού και 21ου αι., αυτού που η Αλίν Φερέιρα (Aline Ferreira) αποκαλεί «βιοδυστοπία» καθώς βρίσκει έκφραση μέσα από «έργα που δραματοποιούν τη χρήση και τις συνέπειες της, ευρείας και συχνά ανήθικης, χρήσης της βιοτεχνολογίας»,[4] όσο και από μια σειρά επιστημονικών βιβλίων που εξετάζουν το ενδεχόμενο εμφάνισης μια νέας καταστροφικής πανδημίας.

 

Η σύντομη λήθη και η διαρκής αγωνία

H Γουέντι Όρεντ (Wendy Orent) στο βιβλίο της Plague: The Mysterious Past and Terrifying Future of the World’s Most Deadly Disease (2004, σ. 114), που εξετάζει τρεις ιστορικές πανδημίες ώστε να εξακριβώσει αν οφείλονται στο βακτήριο yersinia orientalis, επισημαίνει το γεγονός πως στον αιώνα μας είναι σχεδόν ακατόρθωτο να αντιληφθούμε το μέγεθος της καταστροφής που οι διάφορες εμφανίσεις της ασθένειας προκάλεσαν στο παρελθόν.

Αναλύοντας την Ιουστινιάνεια πανώλη, τον Μαύρο Θάνατο και την επονομαζόμενη «Τρίτη Πανδημία», (την εμφάνιση της πανώλης το 1855 σε περιοχές της Κίνας και της Ινδίας που διήρκεσε μέχρι το 1912), η Όρεντ κλείνει το βιβλίο της με μια εξέταση των πιθανοτήτων να προκαλέσει η πανώλη μια νέα πανδημία. Δίνοντας έμφαση σε περιβαλλοντικούς παράγοντες, αλλά και στο ενδεχόμενο να χρησιμοποιηθεί ο βάκιλος της ασθένειας ως όπλο στα χέρια εξτρεμιστών και ανεύθυνων κυβερνήσεων, η συγγραφέας αναρωτιέται πώς ο φόβος της πανώλης ξεχάστηκε τόσο εύκολα αφήνοντας αδιάφορη τη δημόσια σφαίρα (σ. 244).

Έχει επισημανθεί πως η εξάλειψη του φόβου της επιδημίας από το θυμικό των δυτικών κοινωνιών συμπίπτει χρονικά με τις δεκαετίες του ’50, ’60 και του ’70. Μια περίοδο δηλαδή όπου η ιατρική εξελισσόταν ταχύτατα παρουσιάζοντας νέα όργανα, όπως ο αξονικός τομογράφος (1968), επιχειρώντας για πρώτη φορά μεταμοσχεύσεις ήπατος και καρδιάς, αναπτύσσοντας εμβόλια και νέες θεραπείες και κάνοντας τες ευρέως προσβάσιμες σε εκατομμύρια ασθενείς, όπως με την περίπτωση της συνθετικής ινσουλίνης.[5] Αυτή η άποψη όμως παραβλέπει το γεγονός ότι τη στιγμή που η πανδημία της πανώλης ξεχάστηκε, μια νέα νόσος εμφανίστηκε, το AIDS. Η καθυστερημένη συνειδητοποίηση του κινδύνου του νέου ιού από την ιατρική κοινότητα και η αποτυχία να βρεθεί μια αποτελεσματική θεραπεία, σε συνδυασμό με τα τεράστια κέρδη των φαρμακευτικών εταιριών, ζημίωσαν την εμπιστοσύνη προς την ιατρική.[6] Η ταινία Dallas Buyers Club (2013), που διαδραματίζεται το 1985 και έχει στο επίκεντρο της πλοκής της την αναζήτηση μιας αποτελεσματικής θεραπείας κατά του HIV, απηχεί αυτό το κλίμα δυσπιστίας απέναντι στο ιατρικό κατεστημένο. 

Συνεπώς ο φόβος μιας μεταδοτικής ασθένειας που θα μπορούσε να λάβει διαστάσεις πανδημίας, όχι μόνο δεν είχε πάψει, αλλά έμπαινε σε μια νέα περίοδο άνθησης. Όπως ο Έρικ Ντέιβις (Eric Davis) στο έργο του TechGnosis: Myth, Magic, and Mysticism in the Age of Information, στα τέλη της προηγούμενη χιλιετίας παρατηρούσε, ο φόβος μιας ασταμάτητης επιδημίας ή ενός βιολογικού όπλου αντικαθιστούσε γρήγορα στο συλλογικό φαντασιακό μας αυτόν του πυρηνικού ολέθρου. Παράλληλα, επισήμαινε πως η εικόνα ενός ασταμάτητου ιού λειτουργούσε και ως τεχνοφοβική μεταφορά, δίνοντας μορφή σε μια ανεστραμμένη όψη του τεχνο-ουτοπισμού. Αμφισβητούσε ταυτόχρονα τις δυνατότητες της τεχνολογίας και της επιστήμης να παράσχουν λύσεις στις πιθανές προκλήσεις που μπορεί να αντιμετωπίσει η ανθρωπότητα, αλλά και την ικανότητα του ανθρώπου να τις αξιοποιήσει με θετικό πρόσημο (σ. 97).

Ο συλλογικός φόβος της πανδημίας βρήκε έκφραση τόσο σε ευπώλητα έργα επιστημονικής φαντασίας όσο και σε πιο σοβαρές βιοδυστοπίες. Στην επιστημονική φαντασία, ειδικότερα, ίσως η πρώτη ολοκληρωμένη προσπάθεια να συνδυαστεί το μοτίβο της πανδημίας με αυτό του τέλους του κόσμου ανήκει στη Μέρι Σέλεϊ (Μary Shelley), στο μυθιστόρημα της οποίας Ο τελευταίος άνθρωπος (The Last Man, 1826) μια μυστηριώδης επιδημία αποδεκατίζει τον πληθυσμό της γης μέχρι που ο ήρωας της μένει μόνος να περιφέρεται σε μια ερειπωμένη Ιταλία.[7] Όμως η πραγματική άνθηση του συγκεκριμένου λογοτεχνικού μοτίβου εντοπίζεται στη δεκαετία του ’50 όταν, εμπνεόμενη από την ανησυχία που τροφοδοτούσε ο ψυχροπολεμικός επιστημονικός ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων, μια σειρά συγγραφέων συνδύασε την ιδέα της πανδημίας με εκείνη του τέλους του ανθρώπινου πολιτισμού.

Κάποια από τα πιο δημοφιλή μετα-αποκαλυπτικά μυθιστορήματα της περιόδου αποτελούν το Ζωντανός Θρύλος (I am Legend, 1954) του Ρίτσαρντ Μάθεσον (Richard Matheson), που πάντρεψε το είδος με αυτό του τρόμου σε τέτοιο βαθμό που εύκολα κανείς ξεχνά πως αφηγείται την επόμενη μέρα μια καταστροφική επιδημίας και όχι μια ιστορία ζόμπι-βρικολάκων. Αντίθετα, ο Μάικλ Κράιτον (Michael Crichton) στο The Andromeda Strain (1969), που εστίασε την πλοκή του στη προσπάθεια μια ομάδας επιστημόνων να αντιμετωπίσουν ένα μυστηριώδη ιό πριν εξελιχθεί σε πανδημία, επέλεξε να δώσει έκφραση στην αγωνία για το πώς τα κράτη αξιοποιούν την έρευνα τους σε τομείς όπως αυτός του βιολογικού πολέμου. Δεν είναι τυχαίο πως ο ιός είναι το αποτέλεσμα ενός πειράματος του αμερικανικού στρατού σχεδιασμένου να περισυλλέξει άγνωστους και πιθανών επικίνδυνους μικροοργανισμών για να χρησιμοποιηθούν ως όπλα. 

Ο κινηματογράφος και η τηλεόραση γρήγορα υιοθέτησαν το μοτίβο της πανδημίας επιλέγοντας να εστιάσουν κυρίως στο στοιχείο του τρόμου. Ιδιαίτερα στα Night of the Living Dead (1968) και The Crazies (1973) του Τζορτζ Ρομέρο (George Romero), αλλά και στο 28 days Later (2002) του Ντάνι Μπόιλ (Danny Boyle), η επιστήμη είτε απουσιάζει είτε αποτυγχάνει παταγωδώς να βρει την πολυπόθητη θεραπεία. Ενώ σε τηλεοπτικές σειρές όπως το X-Files (1993-2002) και το Strain (2014-17) η μυστηριώδης αρχικά ασθένεια που οι επιστήμονες πασχίζουν να κατανοήσουν αποδεικνύεται συνήθως πως είναι αποτέλεσμα κάποιου πειράματος που πήγε στραβά ή το προϊόν μιας συνωμοσίας σκοτεινών πολιτικών και οικονομικών κύκλων. Ακόμα και η εξωτική ασθένεια τύπου Έμπολα την οποία καλείται να αντιμετωπίσει η CDC (αμερικανική υπηρεσία ελέγχου και αντιμετώπισης επιδημιών) στη Νέα Υόρκη στο πρώτο επεισόδιο του Strain καταλήγει να είναι μια επιδημία βαμπιρισμού που έχει σχεδιάσει ένας δισεκατομμυριούχος με αντάλλαγμα την αθανασία. Στα δε X-Files κυβερνήσεις και εξωγήινοι σχεδιάζουν να ελέγξουν την ανθρωπότητα μέσω του εξωγήινου ιού “black oil”.

Μια πιο εκλεπτυσμένη και εγκεφαλική εκδοχή αυτών των βιοδυστοπικών μοτίβων βρίσκουμε στο πρόσφατο έργο της Μάργκαρετ Άτγουντ (Margaret Atwood), ιδιαίτερα στα Όρυξ και Κρέικ (2003) και Η χρονιά της πλημμύρας (2009). Στο πρώτο έχουμε να κάνουμε με μια παραλλαγή του μετα-αποκαλυπτικού μύθου του τελευταίου ανθρώπου, όπου ο κεντρικός αφηγητής με το προσωνύμιο Snowman μέσα από αναδρομές στο παρελθόν, εξηγεί πως ο παιδικός του φίλος και λαμπρός επιστήμονας Crake δημιούργησε έναν ιό που εξαφάνισε την ανθρωπότητα ώστε να επανεποικίσει τον πλανήτη με μια νέα φυλή φιλειρηνικών ανθρωποειδών, τους Crakers. Η Χρονιά της πλημμύρας που διαδραματίζεται στο ίδιο σύμπαν με το προηγούμενο παρουσιάζει τα γεγονότα της «άνυδρης πλημμύρας», δηλαδή της πανδημίας που ενορχήστρωσε ο Crake, μέσα από την οπτική των μελών των God’s Gardeners (Κηπουρών του Θεού), μιας χιλιαστικής θρησκευτικής σέκτας. 

Αν και τα δύο αυτά μυθιστορήματα μοιάζουν να λειτουργούν σαν συμπυκνώσεις διαφόρων δυστοπικών μοτίβων, όπως ο υπερπληθυσμός, η οικολογική καταστροφή και ο έλεγχος του κόσμου από πολυεθνικές εταιρείες, στον πυρήνα τους έχουν να κάνουν με την αλόγιστη χρήση της βιοτεχνολογίας από τους ανθρώπους. Αυτός ο κεντρικός για τη βιοδυστοπία προβληματισμός έχει ξεφύγει από τα στενά όρια της λογοτεχνίας, έχοντας μεταβληθεί σε κοινό τόπο μιας σειράς δημοφιλών επιστημονικών έργων στα οποία περιγραφές της καταστρεπτικής δύναμης ιών και μικροβίων συνδυάζονται με επιστημονικά δεδομένα, έτσι ώστε το ενδεχόμενο μιας νέας πανδημίας να παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα της ανθρώπινης ανευθυνότητας και της αλόγιστης χρήσης της τεχνολογίας.

Κυρίαρχο είναι αυτό το μοτίβο στα ιδιαίτερα δημοφιλή βιβλία του Ρίτσαρντ Πρέστον (Richard Preston) όπως το The Hot Zone (1994) που αφηγείται την εμφάνιση των ιογενών αιμορραγικών πυρετών Έμπολα και Μάρμπουργκ στη Κένυα τη δεκαετία του ‘80. Εξετάζοντας το πρώτο κρούσμα στη Κένυα, αλλά και την εμφάνιση του, συγγενικού στον Έμπολα, ιού Ρέστον που προσβάλει μόνο πρωτεύοντα θηλαστικά στο έδαφος των ΗΠΑ, ο Πρέστον βρίσκει ευκαιρία να εμβαθύνει στους ανθρωπογενείς παράγοντες που οδήγησαν στην έξαρση της νόσου. Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί πως το Hot Zone που έκανε γνωστό σε ένα ευρύ αναγνωστικό κοινό τον Έμπολα, κλείνει με την παρατήρηση του συγγραφέα πως ο ιός θα ξαναγυρίσει και ίσως να μη είμαστε επαρκώς προετοιμασμένοι για αυτό το ενδεχόμενο. 

Το ενδεχόμενο μιας πανδημίας συνέχισε να ερευνά o Πρέστον και στο επόμενο βιβλίο του το The Demon in the Freezer (2002). Παίρνοντας ως αφορμή τις τρομοκρατικές επιθέσεις με επιστολές μολυσμένες με άνθρακα στις ΗΠΑ το 2001, παρουσιάζει εν συντομία τις εξάρσεις του ιού της ευλογιάς στο παρελθόν, καθώς και τις προσπάθειες καταπολέμησης του, για να καταλήξει στο ότι υπερδυνάμεις όπως η Σοβιετική Ένωση και οι ΗΠΑ αξιοποίησαν την έρευνα τους πάνω σε αυτόν για να αναπτύξουν βιολογικά όπλα. Βασικός προβληματισμός του βιβλίου είναι το κατά πόσο μια κατασκευασμένη στα εργαστήρια ενισχυμένη μορφή της ευλογιάς θα μπορούσε να πέσει στα χέρια τρομοκρατών. 

Είναι ενδιαφέρον πως μεταξύ του Hot Zone και του The Demon in the Freezer o  Πρέστον εξέδωσε άλλο με ένα βιβλίο που εξέταζε το ενδεχόμενο μια μολυσματική ασθένεια να εξελιχθεί σε πανδημία, το Το περιστατικό Κόμπρα (The Cobra Event, 1998), το οποίο, σε αντίθεση με τα άλλα δύο έργα του, είναι μυθιστόρημα. Με την ιδιαιτερότητα πως βασικός χαρακτήρας σε αυτό μοιάζει να μην είναι ούτε η γιατρός που καλείται να τον αντιμετωπίσει ούτε ο τρομοκράτης που τον απελευθερώνει, αλλά ο ίδιος ο ιός, που μέσα σε λίγες ώρες, ξεκινώντας ως ένα απλό κρυολόγημα, καταλήγει να πολτοποιεί τον εγκέφαλο των θυμάτων του.

Γιατί ένα μυθιστόρημα που αγγίζει τα όρια του τρόμου μπαίνει δίπλα σε δύο έργα που εξετάζουν αληθινά γεγονότα; Η εύκολη απάντηση είναι αυτή που ο ίδιος ο Πρέστον δίνει, πως δηλαδή ακόμα και αν είναι μυθιστόρημα, το Cobra Event βασίζεται στην έρευνα του για τα αμερικανικά προγράμματα βιολογικού πολέμου της δεκαετίας του ’60.[8] Μια ίσως κυνικότερη απάντηση θα ήταν πως και στα τρία έργα του ακολουθεί την ίδια συνταγή: μια μυστηριώδης ή εξωτική ασθένεια για την οποία δεν υπάρχει θεραπεία εμφανίζεται, εκπλήσσοντας γιατρούς και επιδημιολόγους, αναγκάζοντας τους να επιδοθούν σε ένα αγώνα δρόμου για να τη σταματήσουν πριν να είναι αργά. 

Τα γεμάτα ένταση και αγωνία αφηγήματα του Πρέστον συμπληρώνονται από λεπτομερείς περιγραφές των συμπτωμάτων αυτών των εξωτικών ασθενειών σε όλο το αποτρόπαιο μεγαλείο τους, αναφορές σε όργανα που αιμορραγούν (Έμπολα) και σε εγκεφάλους που μετατρέπονται σε πολτό (Cobra) επαναλαμβάνονται συχνά θυμίζοντας περισσότερο ταινία body horror και λιγότερο επιστημονική αφήγηση. Και πάντα στον ρόλο του θύτη και του θύματος είναι ο άνθρωπος, που κατασκευάζει «υπερ-ιούς» σε μυστικά εργαστήρια, όπως οι Σοβιετικοί επιστήμονες στο Demon in the Freezer και οι τρομοκράτες στο Cobra Εvent. Αυτό που διαφοροποιεί τα έργα του Preston από αντίστοιχης θεματικής βιβλία περιπτέρου είναι η προσπάθεια που καταβάλει να τα θεμελιώσει πάνω σε πραγματικά γεγονότα και επιστημονικά δεδομένα· ακόμα και το Cobra Εvent ακολουθεί ως ένα βαθμό μια αληθοφανή πλοκή, πολλαπλασιάζοντας με αυτόν τον τρόπο τη δύναμη του μηνύματός του. Το Hot Zone έχει συμπεριληφθεί στα 100 πιο επιδραστικά βιβλία επιστήμης σύμφωνα με τη λίστα του περιοδικού American Scientist, ενώ το Cobra Event οδήγησε τον τότε πρόεδρο τον ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον, να ζητήσει από το FBI να διερευνήσει αν τα περιγραφόμενα στο βιβλίο θα μπορούσαν πράγματι να συμβούν και με πιο τρόπο θα μπορούσε να θωρακιστεί η χώρα από αυτόν το κίνδυνο· ενδεικτικά και τα δύο του πόσο ισχυρή είναι η σύζευξη επιστημονικών δεδομένων με την εντυπωσιοθηρία.[9]

Σύντομα αυτό το είδος γραφής βρήκε μιμητές, όπως τον Έντ Ρέτζις (Ed Regis) με το Virus Ground Zero (1996) που σε μεγάλο βαθμό συνεχίζει την ιστορία της εμφάνισης του Έμπολα από εκεί που την άφησε ο Πρέστον, έχοντας αυτή τη φορά ως ήρωες τα στελέχη της CDC και τις προσπάθειες αντιμετώπισης του ιού. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η Λόρι Γκάρετ (Laurie Garrett) με το The Coming Plague (1994), η οποία έδωσε έμφαση σε μια άλλη πτυχή που είχε ήδη αγγίξει το έργο του Πρέστον, το πώς δηλαδή διάφορες κοινωνικές και επιστημονικές εξελίξεις οδήγησαν στο πολλαπλασιασμό των μολυσματικών παραγόντων και του ενδεχόμενου μιας νέας πανδημίας. Η Γκάρετ αναφέρεται διεξοδικά στην αλόγιστη χρήση των αντιβιοτικών που δημιούργησε ανθεκτικά σε αυτά μικρόβια, αλλά και στις συνέπειες που έχει μια σειρά ανθρώπινων δραστηριοτήτων, όπως η αποψίλωση των δασών, για τη βιοποικιλότητα και τον πληθυσμό των μικροβίων στη φύση. Παράλληλα, η ίδια σημειώνει πως η ταχεία αστικοποίηση περιοχών της Ασίας και της Αφρικής, δημιουργούν συγκεντρώσεις πληθυσμών ευάλωτων στη διασπορά μικροβίων και παθογόνων οργανισμών, τη στιγμή που πτώση του κόστους των αερομεταφορών για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία έκανε εφικτή τη μεταφορά μικροβίων και ιών από το ένα οικοσύστημα στο άλλο μέσα σε λίγες μόνο ώρες. 

  Με βάση αυτά τα στοιχεία η μοίρα μας μοιάζει προδιαγεγραμμένη, όπως οι Έλινορ Λεβί (Elinor Levy) και Μαρκ Φισκέτι (Mark Fischetti)  με το The New Killer Diseases: How the Alarming Evolution of Mutant Germs Threatens Us All (2004) μας δηλώνουν. Μεταλλασσόμενες, ανθεκτικές στα αντιβιοτικά ή ακόμα και μη ιάσιμες ασθένειες, όπως η γρίπη των πτηνών, η φυματίωση και διάφορες μορφές ηπατίτιδας μοιάζουν προκαθορισμένες να οδηγήσουν σε νέες πανδημίες που μπορούν να απειλήσουν την ίδια την επιβίωση του είδους μας. 

 

Μεταξύ Ιερεμιάδας και καταστροφισμού

Οι δυστοπίες θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως επιτελούν έναν ρόλο παρόμοιο με τα ουτοπικά αφηγήματα, μας παρουσιάζουν τον ορίζοντα της ανθρώπινης πιθανότητας και προσδοκίας. Ακόμα και όταν εκφυλίζονται σε παρωδίες ανιστορικών οραμάτων, οι δυστοπίες εξερευνούν τις λογικές καταλήξεις της ανθρώπινης πορείας.[10] Φυσικά, στην ευρωπαϊκή δυστοπική παράδοση, όπως σημειώνει ο Γκρέγκορι Κλέις (Gregory Claeys), ξεχωρίζει ένας αρχετυπικός χώρος, η κόλαση, και η παραδειγματική πράξη που έχει συνδεθεί με αυτόν, η ανταρσία του Σατανά.[11] Με άλλα λόγια το τερατώδες και η ύβρις βρίσκονται στην καρδιά της δυστοπικής παράδοσης σε όλες τις εκφάνσεις της. 

Το πώς αυτές οι δυστοπίες, συμπεριλαμβανομένης και της βιοδυστοπίας, διολισθαίνουν εύκολα στο επίπεδο της ιερεμιάδας, του καταστροφολογικού προφητικού θρήνου που αναλώνεται σε εύκολες γενικεύσεις και δίπολα, γίνεται εύκολα αντιληπτό. Τα αφηγήματα που τα συγκεκριμένα εκλαϊκευτικά έργα «σκοτεινής βιολογίας» διαδίδουν, έχουν στο πυρήνα τους, έστω κι αν τα καμουφλάρουν πίσω από επιστημονικά δεδομένα και ονόματα ερευνητικών ινστιτούτων, βαθιά μοραλιστικά αφηγήματα βασισμένα στο δίπολο ανθρώπινη ύβρις-θεία τιμωρία ακόμα και αν αυτή έρχεται από αόρατους εχθρούς. Καταλήγουν έτσι να διαφέρουν ελάχιστα από τις προνεωτερικές προσλήψεις της πανώλης ως θείας τιμωρίας.

Η έτερη παραφθορά της δυστοπικής παράδοσης έχει να κάνει με τη χρήση της, η οποία στη σύγχρονη κουλτούρα προσιδιάζει σε μια μορφή μαζοχισμού. Για παράδειγμα, ταινίες που παρουσιάζουν μερικά από τα χειρότερα σενάρια πανδημιών, όπως το Contagion (2011) και το Outbreak (1995), βρέθηκαν τις τελευταίες εβδομάδες να φιγουράρουν ανάμεσα στις πιο δημοφιλές ταινίες του iTunes, ικανοποιώντας τη νοσηρή περιέργεια του κοινού να δει το πόσο θα μπορούσε να επιδεινωθεί η κατάσταση.[12]

Αλλά αυτή η μαζοχιστική χρήση της δυστοπίας δείχνει να έχει και μια θετική πλευρά, κλονίζει τον εφησυχασμό και την απάθεια του κοινού, αναγκάζοντας το να λάβει μέτρα όχι μόνο για να προφύλαξη της ζωή του, αλλά και να αναστοχαστεί τον τρόπο ζωής και τις καθημερινές πρακτικές του. Πλησιάζοντας έτσι αυτό που ο Ζαν-Πιερ Ντουπουί (Jean-Pierre Dupuy) έχει αποκαλέσει «πεφωτισμένο καταστροφισμό» (enlightened catastrophism). Βασισμένο στην ιδέα πως το πρώτο βήμα για να αποφύγουμε τη καταστροφή είναι το να την αντιληφθούμε όχι απλώς ως κάτι που μας περιμένει στο μέλλον, αλλά ως κάτι αναπόδραστο που ήδη έχει συμβεί, παρακινώντας μας με αυτό τον τρόπο να δράσουμε άμεσα.[13]

  Στον αντίποδα του «πεφωτισμένου καταστροφισμού», οι βιοδυστοπίες μοιάζουν να έχουν θρέψει έναν «συνωμοσιολογικό καταστροφισμό», όπως η τωρινή περίπτωση του κοροναϊού (Covid-19) καταδεικνύει. Δεν είναι τυχαίο πως, με τις πρώτες αναφορές για τον ιό και τον κίνδυνο να εξελιχθεί σε πανδημία, αμέσως εμφανίστηκαν στο διαδίκτυο και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης οι πρώτες θεωρίες συνωμοσίας για την προέλευση του γαρνιρισμένες με εντυπωσιοθηρικά δημοσιεύματα για τις κακές συνθήκες υγιεινής και περίεργες διατροφικές επιλογές των θυμάτων της νέας μυστηριώδους ασθένειας, όπως η περιβόητη σούπα νυχτερίδας. Όμως, το σημείο μηδέν για τις θεωρίες συνωμοσίας μοιάζει να είναι η «ανακάλυψη» πως ένα μυθιστόρημα της δεκαετίας του 1980 με τίτλο The Eyes of Darkness περιέγραφε το ξέσπασμα μιας καταστρεπτικής πανδημίας λόγω ενός ιού με το όνομα “Wuhan-400”. Συνδυάζοντας την παραπάνω πληροφορία με το γεγονός πως η πόλη Ουχάν (Wuhan) είναι η έδρα ενός ερευνητικού κέντρου ιολογίας το επόμενο λογικό άλμα ήταν εύκολο: ο κορονοϊός είναι ένα βιολογικό όπλο σχεδιασμένο και κατασκευασμένο στα κινεζικά εργαστήρια με στόχο τη μείωση του πληθυσμού της Γης. [14]

Εξάλλου, όπως είδαμε, συγγραφείς σαν τον Preston ερευνώντας τα ψυχροπολεμικά προγράμματα βιολογικού πολέμου, όσο και τους σύγχρονους κινδύνους να χρησιμοποιηθούν ασθένειες ως όπλα στα χέρια τρομοκρατών, μας είχαν προετοιμάσει για αυτό το ενδεχόμενο. Αυτού του είδους οι θεωρίες, αν και δύσκολα μπορούν να διαψευστούν, πρέπει να προσκολλώνται σε ευρύτερα αφηγήματα για να είναι όχι μόνο αληθοφανείς, αλλά και πιο εμπορικές. Στην προκειμένη περίπτωση κυκλοφορούν δύο αφηγήματα: το πρώτο έχει να κάνει με την ηθελημένη χρήση του ιού από την Κίνα ως όπλου εναντίον των ίδιων των πολιτών της και το δεύτερο σενάριο που ο Άλεξ Τζόουνς (Αlex Jones) υποστηρίζει με θέρμη πως ο κορονοϊός είναι μια «κινεζοκομουνιστική επίθεση» (ChiCom plot) κατά της Δύσης. Φυσικά η ίδια η Κίνα δεν μπορούσε να μη συμμετάσχει στο γαϊτανάκι της συνωμοσιολογίας, υποστηρίζοντας πως ο ιός ξεκίνησε από τις ΗΠΑ που επιτήδεια απέκρυψαν το γεγονός.[15]

Αν το να αναμένουμε βιβλικών διαστάσεων πανδημίες μοιάζει το 2020, με την εμφάνιση του κορονοϊού, κάτι το αυτονόητο, αυτό δεν πρέπει για κανένα λόγο να θεωρηθεί σύμπτωμα των καιρών. Αρκεί κανείς να παρακολουθήσει ρεπορτάζ εφημερίδων όπως ο Guardian, και το χώρο που διαθέτουν για την εμφάνιση κάθε ιού που θα μπορούσε να προκαλέσει την επόμενη πανδημία, όπως στην περίπτωση του ιού Mers το μακρινό 2013, για να καταλάβει το πόσο βαθιά ριζωμένος είναι ο φόβος, αλλά και η «προσμονή» για πανδημία. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στάσης είναι η προειδοποίηση του καθηγητή επιδημιολογίας Τζάστιν Λέσλερ (Justin Lessler) σε άρθρο του στην εφημερίδα όπου διαβεβαίωνε τους αναγνώστες πως ο Mers δεν θα εξελιχθεί σε πανδημία, αλλά δεν πρέπει να εφησυχάζουμε αφού ένας άλλος κορονοϊός μπορεί στο μέλλον να τα καταφέρει.[16]

Η μακρά έκθεση μας σε βιοδυστοπικά σενάρια από τη λογοτεχνία και τον κινηματογράφο μέχρι την εκλαϊκευμένη επιστήμη όχι μόνο μας προετοίμασε για το ενδεχόμενο της καταστροφής, αλλά μας έθισε σε αυτή, οδηγώντας μας να αναμένουμε με αυτάρεσκη φρίκη τον ιό που θα αφανίσει την ανθρωπότητα.

Το κείμενο επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Σωτήρης Τριαντάφυλλος

Σωτήρης Τριαντάφυλλος

Ο Σωτήρης Τριαντάφυλλος είναι διδάκτορας ιστορίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, με ειδίκευση στην ιστορία της επιστήμης και των ουτοπίων.

Σχόλια

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε