Κριτική Τεύχος #2

Πολεμική Ζωγραφική

Pinturas de guerra
Ángel de la Calle
Prólogo: Paco Ignacio Taibo II
Reino de Cordelia, Madrid, 2017 | 304

Η ιστορία είναι απίστευτη αλλά αληθινή. Στη Χιλή του Πινοτσέτ, τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, σε μια βίλα στα περίχωρα του Σαντιάγο, η ποιήτρια Μαριάνα Καγέχας με τον Αμερικανό σύζυγό της Μάικλ Τάουνλι διοργανώνουν λογοτεχνικές βραδιές με μεγάλη επιτυχία και πολλούς καλεσμένους. Όπως αποκαλύπτεται αργότερα όμως, τα υπόγεια του αχανούς σπιτιού είναι ένα κέντρο βασανιστηρίων της δικτατορίας όπου συμβαίνουν οι πιο φρικτές κτηνωδίες που μπορεί να επινοήσει ο διεστραμμένος εγκέφαλος των βασανιστών. Επίσης είναι γεγονός και έχει αποδειχθεί και ενδίκως ότι το σπίτι είχε παραχωρηθεί στους ιδιοκτήτες από την DINA, την υπηρεσία πληροφοριών του Πινοτσέτ πράκτορες της οποίας ήταν το ζεύγος των διανοουμένων. Ο Τάουνλι και η Καγέχας σήμερα είναι καταδικασμένοι για δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων της δικτατορίας μεταξύ των οποίων και του Ορλάντο Λετελιέ που τον ανατίναξαν με βόμβα στις ΗΠΑ. Η υπόθεση έχει περιγραφεί σε αρκετά βιβλία και αρκετές φορές έχει δώσει υλικό για μυθοπλασία, όπως στο «Τελευταία Νύχτα στη Χιλή» του Ρομπέρτο Μπολάνιο.

Με την ιστορία αυτή ως πρώτη ύλη αρχίζει το μυθιστόρημα του Άνχελ δε λα Κάγιε, Πολεμική Ζωγραφική (Pinturas de Guerra). Εδώ οι καλεσμένοι της βίλας είναι ζωγράφοι και όχι ποιητές. Το έργο του Άνχελ δε λα Κάγιε (Angel de la Calle) είναι ένα graphic novel, ένα εικονογραφημένο μυθιστόρημα θα λέγαμε, παρότι ο όρος «εικονογραφημένο» ίσως να θυμίζει στους παλαιότερους εκείνα τα «κλασσικά εικονογραφημένα» τις περιλήψεις κλασικών έργων της λογοτεχνίας. Στην Ελλάδα ήδη κυκλοφορεί το προηγούμενο εικονογραφημένο του Άνχελ δε λα Κάγιε για την διάσημη Τίνα Μοδότι από τις εκδόσεις ΚΨΜ.

Επίσης μιλά για το μεγαλειώδες φοιτητικό κίνημα του 1968 στο Μεξικό…

Το Πολεμική Ζωγραφική επιχειρεί να αναμοχλεύσει πολλές «παλιές» ιστορίες από το πρόσφατο παρελθόν της Λατινικής Αμερικής οι οποίες παρότι εμπλέκουν τις ζωές αμέτρητων ανθρώπων συχνά μένουν έξω από τη «μεγάλη», την «επίσημη» ιστορία, αυτή που διδάσκεται στα σχολεία και αναπαράγεται από τα μαζικά μέσα ενημέρωσης. Αυτές οι άλλες ιστορίες στην Πολεμική Ζωγραφική μιλούν για την Ουρουγουάη και το κίνημα των Τουπαμάρος, για την Αργεντινή και τους Μοντονέρος και για τις αντίστοιχες δικτατορίες στις χώρες αυτές. Επίσης μιλά για το μεγαλειώδες φοιτητικό κίνημα του 1968 στο Μεξικό και τη φρικτή μαζική δολοφονία με την οποία το κατέστειλε ο στρατός της κυβέρνησης του Δίας Ορδάς μία εβδομάδα πριν αρχίσουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες εκεί.

Η αφήγηση των ιστορικών γεγονότων χρησιμεύει ως πρώτη ύλη για τη δημιουργία της πλοκής του έργου, η οποία με τη σειρά της χρησιμεύει για υπαινιγμούς, σχόλια και συλλογισμούς σχετικά με την Τέχνη και πιο συγκεκριμένα τη ζωγραφική.

Ανασύροντας άλλη μια άγνωστη ή ξεχασμένη «μικρή» ιστορία, τη σύντομη δράση του κινήματος των Αυτορεαλιστών στο Παρίσι του ’80, στήνεται το σενάριο που θα δέσει τις χώρες της Λατινικής Αμερικής με την Ευρώπη, την επανάσταση με τη ζωγραφική και τη Nouvelle Vague στο γαλλικό κινηματογράφο. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, «Εκτός από από το γάλλο συγγραφέα Ζαν Φρανσουά Βιλάρ, πολύ αμυδρά στο μυθιστόρημά του «Το ταγκό της Βαστίλλης», κανένας άλλος δεν έχει καταγράψει πληροφορία ή μαρτυρία για τους Αυτορεαλιστές». Αυτοί ήταν λατινοαμερικάνοι εξόριστοι που γέμισαν πολλούς τοίχους του Παρισιού με αυτοπροσωπογραφίες σε αφίσες, για να καταγγείλουν τη φρίκη των βασανιστηρίων στις δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής. Ο συγγραφέας στην τεράστια έρευνα που έκανε για τη συγγραφή του βιβλίου, εντόπισε έναν από την ομάδα, ο οποίος του έδωσε μια φωτοτυπία μιας αυτοπροσωπογραφίας του Αντονέν Αρτώ την οποία τοιχοκολλούσαν οι Αυτορεαλιστές μαζί με τις δικές τους.  

Οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος είναι οι ζωγράφοι, οι λατινοαμερικάνοι εξόριστοι ζωγράφοι από τη Χιλή, την Ουρουγουάη, την Αργεντινή και το Μεξικό. Αλλά δεν είναι μόνο καλλιτέχνες, έχουν πάρει ενεργά μέρος σε κοινωνικούς αγώνες, οι τρεις μάλιστα έχουν και ένοπλη δράση. «Αυτοί που έκαναν κριτική στην κοινωνική στράτευση στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, γίνονται πολιτικοί καλλιτέχνες στο τέλος της ίδιας δεκαετίας».

«Αλλά… Αλλά εσείς είστε καλλιτέχνες. Στο  όνομα τίνος… Γιατί… σκοτώσατε ανθρώπους;»

Στο Παρίσι τους γνωρίζει ο αφηγητής, ο οποίος βρίσκεται εκεί για να γράψει μια βιογραφία της Τζιν Σίμπεργκ (Jean Seberg), της θρυλικής αμερικανίδας ηθοποιού με την περιπετειώδη ζωή και τις ανατρεπτικές ιδέες. Και τίθεται το ερώτημα «Αλλά… Αλλά εσείς είστε καλλιτέχνες. Στο  όνομα τίνος… Γιατί… σκοτώσατε ανθρώπους;»  Το ερώτημα θα απαντηθεί όχι μόνο από τα επιχειρήματα, αλλά και από την ίδια τη ζωή των ζωγράφων.

Την ίδια περίοδο στο Παρίσι, σε μια «περίεργη» εποχή, (ο ιστορικός χρόνος δεν συμπίπτει με το μυθιστορηματικό) ο αφηγητής συναντά τον Γκυ Ντεμπόρ και τους Καταστασιακούς, παίρνει συνέντευξη από τον Ζαν Λυκ Γκοντάρ, κάνει φιλία με τον Χουάν Γκοϊτισόλο, διάσημο Ισπανό συγγραφέα εξόριστο από τη δικτατορία του Φράνκο, «αιρετικό» από πολλές απόψεις. Τότε ο βρόμικος πόλεμος των Γάλλων στην Αλγερία αναδύεται μέσα από τις λεπτομέρειες της υπόθεσης.

Φυσικά από το Παρίσι με τους λατινοαμερικάνους εξόριστους δεν θα μπορούσε να λείπει ούτε ο Κορτάσαρ, ούτε το «Κουτσό» του. Λέει ο ίδιος ο συγγραφέας στις ευχαριστίες του επιλόγου της μεξικάνικης έκδοσης: «Στην πραγματικότητα, η δομή του βιβλίου είναι ένα “Παρουσιάστε όπλα”, μπροστά στον Κορτάσαρ. Σε κάθε αφηγηματική αρχιτεκτονική στα ισπανικά νομίζω ότι ο κανόνας μέτρησης είναι ο Κορτάσαρ. Ο σχεδιασμός του στο Κουτσό είναι μοναδικός και μεγαλειώδης, όμως ο Αργεντινός συγγραφέας έχει πολλά περισσότερα απ’ αυτό. Πολλά. Γι’ αυτό και αναζητώ την αντιπαράθεση μαζί του. Και ίσως γι’ αυτό ο αναγνώστης μπορεί ν’ αρχίσει το βιβλίο απ’ οποιοδήποτε κεφάλαιο, δεν έχει σημασία η σειρά, και πάντοτε θα διαβάζει την ίδια ιστορία (…) Η ιστορία δεν θα αλλάζει, θα είναι η ίδια ανάγνωση αλλά ωστόσο θα είναι μια άλλη, η δική του ιστορία.»

Βασικό εργαλείο του Άνχελ δε λα Κάγιε είναι η εικόνα και, όπως λέει ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ στον πρόλογό του, ο Άνχελ «όταν αφηγείται επιτρέπει στον εαυτό του τα πάντα, όνειρα, παράπλευρες διαδρομές μέσα σε παράπλευρες διαδρομές, πηγαίνει από το ρεαλισμό στον μαγικό ρεαλισμό, όπως λχ. στις υπέροχες σελίδες της δραπέτευσης του Μπαραγάν από τη σφαγή του Τλατελόλκο με τον Βαν Πάαλεν, όπου έφτασα να πιστέψω ότι το αεροπλάνο που τον έπαιρνε από το Μεξικό το πιλοτάριζε ο Μαρλώ ή ο Σαιν-Εξυπερύ.»

Ο κατά κάποιο τρόπο «δάσκαλος» του Άνχελ,  Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, δεν κρύβει τον ενθουσιασμό του: «Όσο προχωρώ στην ανάγνωση της Πολεμικής Ζωγραφικής, τόσο βυθίζομαι στην περιπλοκότητα μιας εποχής, ακούω τον απόηχο παλιών λογομαχιών, αρχίζω να βλέπω ξεχασμένα πρόσωπα και ξεχασμένες συζητήσεις. Και πρέπει να ευχαριστήσουμε τον Άνχελ για τα αστικά τοπία του, για τις συνεχείς αναπαραγωγές πινάκων ζωγραφικής, τις φωτογραφίες και τις τοιχογραφίες, για την αγάπη του για τις λεπτομέρειες, την ικανότητά του να συμπυκνώνει την ιστορία σ’ ένα χαμένο παπούτσι…»

 


«Διαβάζω μόνο την πρώτη και την τελευταία σελίδα κάθε βιβλίου.
Εκεί συγκεντρώνονται οι καλύτερες φράσεις των συγγραφέων

…και αυτές βάζω τους ηθοποιούς να πουν»

 


«Το σινεμά, η τέχνη των μαζών, θα γινόταν χρήσιμη, θα ήταν
η υπέρβαση
της αστικής τέχνης και των αντιφάσεών της.
Και βλέπετε τώρα που κατέληξε, μια ατραξιόν για τα πανηγύρια,
κατάντησε κάτι πολύ χειρότερο απ’ αυτό που προσπαθούσε να ξεπεράσει…»

 

Σχετικά με τον συντάκτη

Κρίτωνας Ηλιόπουλος

Κρίτωνας Ηλιόπουλος

Ο Κρίτων Ηλιόπουλος γεννήθηκε το 1965. Εξ Αθηνών ορμώμενος αποφοίτησε από τη Σχολή Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πάτρας και κατόπιν βιοπορίστηκε ασκώντας διάφορα επαγγέλματα για τα οποία αποφεύγει να μιλά. Μετοίκησε για πέντε χρόνια στο Σάο Πάουλο της Βραζιλίας και τώρα ζει στην Αθήνα. Μεταφράζει ανελλιπώς λογοτεχνία (αλλά όχι μόνο) από Ισπανικά και από Πορτογαλικά. Στην Ελλάδα έχουν εκδοθεί περισσότερες από 65 μεταφράσεις του. Συγγράφει άρθρα και ασχολείται με την κοινωνιολογία και την ιστορία της Λατινικής Αμερικής. Από τον περασμένο αιώνα συμμετέχει σε αυτοδιαχειριζόμενα περιοδικά, όπως το ΑΛΛΑ και αργότερα το Αλάνα.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε