Κριτική Τεύχος #7

«Στη Μαγγελανία»: Αναχωρητισμός, ρεαλισμός και ουτοπία

Μεγαλώνοντας η μαγεία χάνεται, αλλά ο εντυπωσιασμός μένει. Κι αυτό γιατί μαθαίνει κανείς πως ο Βερν πάντα ονειρευόταν να γίνει ναυτικός αλλά ποτέ δεν τα κατάφερε, και για πολλά χρόνια τα λιγοστά του ταξίδια ήταν εντός της Γαλλίας. Μόνο μετά τη συγγραφή του κύριου έργου του ταξίδεψε στην Ευρώπη δια μέσου του Ατλαντικού αλλά και στις χώρες της Μεσογείου με ιδιόκτητα σκάφη.

Στη Μαγγελανία
Ιούλιος Βερν
μετάφραση: Χρήστος Γεμελιάρης
Στάσει Εκπίπτοντες, 2017 | 296 σελ.

 

Πρέπει να ήταν κάπου τριάντα χρόνια πριν όταν ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με το έργο του Ιουλίου Βερν, του συγγραφέα που με μάγεψε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο κατά τα παιδικά μου χρόνια. Ο Ιούλιος Βερν στα μάτια ενός παιδιού φάνταζε σαν τον ήρωά του τον Φιλέα Φογκ, που είχε κάνει τον γύρο του κόσμου· πώς αλλιώς ήξερε να περιγράψει με τόση λεπτομέρεια τους απομακρυσμένους τόπους όπου συχνά τοποθετούσε το σκηνικό για το έργο του; Ή σαν τον τρελό επιστήμονα από το Back to the future με τα εξελιγμένα τεχνολογικά μέσα που μπορεί να σε ταξίδευαν από το φεγγάρι μέχρι είκοσι χιλιάδες λεύγες κάτω από τη θάλασσα.

Μεγαλώνοντας η μαγεία χάνεται, αλλά ο εντυπωσιασμός μένει. Κι αυτό γιατί μαθαίνει κανείς πως ο Βερν πάντα ονειρευόταν να γίνει ναυτικός αλλά ποτέ δεν τα κατάφερε, και για πολλά χρόνια τα λιγοστά του ταξίδια ήταν εντός της Γαλλίας. Μόνο μετά τη συγγραφή του κύριου έργου του ταξίδεψε στην Ευρώπη δια μέσου του Ατλαντικού αλλά και στις χώρες της Μεσογείου με ιδιόκτητα σκάφη. Ως εκ τούτου η μελέτη της ανθρωπογεωγραφίας της Γης από μέρους του πρέπει να ήταν εξαντλητική προκειμένου να συνθέσει τις πολύπλοκες περιγραφές εδαφών, αλλά και λαών.

Τριάντα χρόνια μετά έπιασα στα χέρια μου το Στη Μαγγελανία και έμεινα έκπληκτος τόσο πριν, όσο και μετά την ανάγνωση. Πριν, διότι το βιβλίο το εξέδωσε ένας αναρχικός εκδοτικός οίκος με έμφαση στο δοκίμιο. Ο Ιούλιος Βερν, όπως εξηγείται και στο σύντομο σημείωμα της έκδοσης δεν υπήρξε ποτέ αναρχικός, παρότι γνώριζε το έργο των επαναστατών της εποχής του. Άλλωστε, οι Φουριέ, Λασσάλ, Προυντόν, Σαιν-Σιμόν, αλλά και ο Μαρξ, παρελαύνουν στις σελίδες του βιβλίου με ήρωα τον αναρχικό Καού-τζερ του οποίου το μότο ζωής είναι το «Ούτε θεός, ούτε αφέντης», φράση που ανήκει στον Αύγουστο Μπλανκί. Όπως σημειώνει η έκδοση, γνώριζε προσωπικά τόσο τον αναρχικό πρίγκιπα και γεωγράφο Πίοτρ Κροπότκιν όσο κυρίως τον αναρχικό γεωγράφο Ελιζέ Ρεκλύ με τον οποίο συνδέθηκε με μια βαθιά φιλία. Λογικό άλλωστε, μιας και ένας συγγραφέας του οποίου το πνεύμα ταξίδευε διαρκώς, αλλά το σώμα όχι, χρειαζόταν τις πληροφορίες των καλύτερων γεωγράφων της εποχής, ανεξαρτήτως ιδεολογίας, για το έργο του. Μετά, διότι συνεχίζει να με μαγεύει η γραφή του σε βαθμού που να ταυτίζομαι με το σχόλιο της εισαγωγής για τον Ιούλιο Βερν, «[ε]ίναι αυτός ουσιαστικά που μας έκανε και σε προσωπικό επίπεδο, με τον δικό του χαρακτηριστικό τρόπο, να αγαπήσουμε το διάβασμα, την ιδέα της γεμάτης βιβλιοθήκης και να ταξιδέψουμε μαζί του».[1]

Ήρωας του βιβλίου ο Καού-τζερ, όνομα που σημαίνει «ευεργέτης» και το οποίο του έδωσαν οι ιθαγενείς της Γης του Πυρός, όπου κατέφυγε, άγνωστο για ποιους λόγους, όπως άγνωστα παραμένουν σε όλο το βιβλίο το όνομα και η καταγωγή του. Ο ήρωας φαίνεται να έχει υψηλή μόρφωση, γνώστης της ιατρικής επιστήμης, αλλά και των επαναστατικών ιδεών της εποχής, τις οποίες και ασπάζεται. Αγαπάει και αγαπιέται από τους ιθαγενείς, τον εκτιμούν και οι ιεραπόστολοι, αν και ο ίδιος δεν φαίνεται να τους εκτιμάει ιδιαιτέρως λόγω της απέχθειάς του προς τον Θεό και τους αποφεύγει, όπως και κάθε εκπρόσωπο της οποιασδήποτε εξουσίας.

Για χρόνια μένει με ένα ινδιάνο και τον νεαρό γιο του σε ένα κατά τα άλλα έρημο νησί και περιοδεύει για κυνήγι και περίθαλψη των διαφόρων ιθαγενών. Η ζωή του ανατρέπεται από ένα τυχαίο και ένα μοιραίο γεγονός. Η μέχρι τότε ανεξάρτητη Γη του Πυρός περιέρχεται εξ ημισείας στην κυριότητα της Χιλής και της Αργεντινής. Το έρημο νησί όπου έμενε ο Καού-τζε είναι πλέον χιλιανικό έδαφος. Ο απελπισμένος Καού-τζερ σκέφτεται να βάλει ένα τέλος στη ζωή του όταν ένα ναυάγιο, στο οποίο οι απώλειες ελαχιστοποιήθηκαν χάρη στον ίδιο και τους δύο συντρόφους του, άλλαξε το ρου της ιστορίας. Οι ναυαγοί ιδρύουν μια ανεξάρτητη αποικία και μετά από μια σειρά γεγονότων ο οπαδός του «ούτε θεός, ούτε αφέντης» γίνεται τρόπον τινά αφέντης -απόλυτα δίκαιος έστω και κοινής αποδοχής- επιχειρώντας να δημιουργήσει μια άλλη κοινωνία.

Ο Βερν φαίνεται να τρέφει μια κάποια συμπάθεια προς την αναρχική και σοσιαλιστική θεωρία και ταυτόχρονα απέχθεια προς την πρακτική της βίας· συν τοις άλλοις θεωρούσε ανέφικτη την εφαρμογή τους. Παρόλα αυτά ο ιδεατός εκπρόσωπος τους, ο Καού-τζερ, αποτελεί το πλέον ηθικό στοιχείο του έργου του. Η συνεχής εσωτερική διαπάλη μέσα του, ανάμεσα στις αρχές του και τις αποφάσεις που καλείται να πάρει, αποτελεί και διαπάλη ανάμεσα στη θεωρία και την πρακτική η οποία εκπορεύεται από μια απρόβλεπτη και διαρκώς μεταβαλλόμενη πραγματικότητα.

Ο Καού-τζερ έγινε αναχωρητής έχοντας σιχαθεί τον σύγχρονο κόσμο που τον περιέβαλε προκειμένου να αποφύγει τους αλλοτριωμένους ανθρώπους, ωστόσο είδε την αλλοτρίωσή τους να συντελείται ακόμη και στο πιο απομακρυσμένο σημείο της Γης. Παρότι πίστευε στην απόλυτη ελευθερία του ανθρώπου, θυσίασε τη δική του -υπό την έννοια της θυσίας των αρχών του- προκειμένου να υπηρετήσει τους γύρω του. Η αγάπη του για τον άνθρωπο και η διαρκής δράση του σύμφωνα με τις δυνατότητες του, αλλά και σύμφωνα με τις ανάγκες των άλλων, αδιαφορώντας για το κέρδος και τα προσωπικά οφέλη, δημιουργούν ένα ξεχωριστό κοινωνικό και πολιτικό χαρακτήρα. Ο ατομικός αναρχισμός «θυσιάζεται» για χάρη του συλλογικού καλού, ακεραιότητα που έχουν μόνο μια χούφτα καλών χριστιανών, αλλά και οι ιθαγενείς της περιοχής-πλην των Παταγόνων που περιγράφονται με μελανά χρώματα.

Ο Βερν δεν απορρίπτει τις αρχές των επαναστατικών ρευμάτων της εποχής του. Τις θεωρεί όμως ανέφικτες διότι θεωρεί ότι η αλλοτρίωση του ατόμου είναι εγγενής και επιπλέον αποστρέφεται τη βία. Δεν είναι τυχαίο πως ενώ η αποικία υπό τον Καού-τζερ προσέγγιζε αυτή μιας δίκαιης καπιταλιστικής κοινωνίας, παραλίγο να τιναχτεί στον αέρα λόγω της απληστίας της πλειοψηφίας των αποίκων οι οποίοι δεν στερούνταν τίποτα, αλλά θέλησαν να κερδίσουν περισσότερα και γρηγορότερα. Ως εκ τούτου, για τον Βερν ουτοπία δεν είναι μόνο ο αναρχισμός ή ο κομμουνισμός, αλλά μια οποιαδήποτε δίκαιη και ευνομούμενη κοινωνία, ενώ δεν κρύβει την απέχθειά του και προς την αποικιοκρατία. Θεωρεί πως η αναρχία δεν είναι εφικτή διότι οι άνθρωποι χωρίς τη διακυβέρνηση από κάποια ανώτερη αρχή δεν είναι ικανοί να συνυπάρξουν ειρηνικά.

Παρόλα αυτά, υποκλίνεται μπροστά στην ακεραιότητα του Καού-τζερ. Ακεραιότητα την οποία συναντάμε συχνά στους ήρωες του έργου του, οι οποίοι, όσο κι αν κλονίζονται από την εσωτερική τους διαπάλη, δεν διστάζουν να θυσιάσουν κάτι από τον εαυτό τους υπέρ του κοινού καλού, σε αντίθεση με την πλειοψηφία των ανθρώπων. Το «Στη Μαγγελανία» αποτελεί φυσικά ένα ταξίδι στη Γη του Πυρός, αλλά κυρίως ένα ταξίδι στην ανθρώπινη συνείδηση με τις πολλαπλές τις όψεις και τις συνεχείς της παλινδρομήσεις. Ο Καού-τζερ, ένας Ροβινσόνας από άποψη κι όχι από ανάγκη, καταλήγει κυβερνήτης ενός νησιού από ανάγκη κι όχι από άποψη, αλλά παρά τις απόψεις του.

Αν επρόκειτο για κάποιο άλλο μυθιστόρημα ίσως να μας ενοχλούσε το γεγονός ότι δεν μάθαμε ποτέ περισσότερα βιογραφικά στοιχεία για τον μυστηριώδη Καού-τζερ. Ο Βερν όμως καταφέρνει να δημιουργήσει έναν χαρακτήρα όπου σημασία έχουν οι αρχές και οι πρακτική του, το είναι και όχι το φαίνεσθαι του, και καταφέρνει να θυμίσει σε έναν τριανταεφτάχρονο γιατί τον μάγεψε η ανάγνωση του έργου του Βερν όταν ήταν εφτάχρονο. Επιπλέον, θεωρώ πως η εξαιρετική επιλογή των εκδόσεων Στάσει Εκπίπτοντες μας δείχνει ότι ένας πολιτικός εκδοτικός οίκος μπορεί να προσφέρει μια καλαίσθητη έκδοση, σε άρτια μετάφραση, ενός θεωρητικά μη πολιτικού έργου. Ένα θεωρητικά μη-πολιτικό λογοτεχνικό έργο μπορεί λοιπόν να ενισχύσει τον (ανα)στοχασμό ως προς την ιδεολογία, τον αξιακό μας κόσμο και την ζωή η οποία δεν μπαίνει σε ιδεολογικοπολιτικά κουτάκια και μας υποχρεώνει σε επιλογές έξω από τις πεπατημένες, και μάλιστα πολύ περισσότερο από πολλά δοκίμια γραμμένων επί τούτου, και ταυτόχρονα να αποτελεί ένα γοητευτικό ανάγνωσμα. Τέλος, ο εκδότης μας θύμισε πως υπάρχει πατρίδα ακόμη και για τους απάτριδες, τα παιδικά μας χρόνια, στην οποία πάντα μπορούμε να επιστρέφουμε, όχι για να κοιτάξουμε νοσταλγικά προς τα πίσω, αλλά προς τα εμπρός.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Χρίστος Μάης

Χρίστος Μάης

Ο Χρίστος Μάης είναι υποψήφιος διδάκτορας πολιτισμικής ιστορίας και σπουδών βιβλίου. Έχει συνεργαστεί με τις εκδόσεις «Προλεταριακή Σημαία» και «Εκτός των Τειχών», κυρίως ως μεταφραστής, και έχει αρθρογραφήσει σε διάφορα έντυπα (Προλεταριακή
Σημαία, Αντίθεση, Πριν, Δρόμος της Αριστεράς, Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου και Έρευνας, Σύγχρονα Θέματα, ΥΦΕΝ) και ιστολόγια, μεταξύ άλλων και για θέματα βιβλίου.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε