Κριτική Τεύχος #11

Tα «ανείπωτα» της κατοίκησης: Χωρικές και ερμηνευτικές μετατοπίσεις στο πλαίσιο της κρίσης

Η κατοίκηση σε κρίση: Το παράδειγμα της Αθήνας, από την κατοικία στην κλίμακα της πόλης
Γιάννα Μπαρκούτα
Εκκρεμές, Αθήνα 2019 | 256 σελίδες

Στο βιβλίο της, η Γιάννα Μπαρκούτα διερευνά, όπως διαπιστώνει και ο Ζήσης Κοτιώνης στον πρόλογο, τις διαφαινόμενες χωρικές και ερμηνευτικές μετατοπίσεις της κατοίκησης και των χώρων κατοικίας στη σύγχρονη συνθήκη της κρίσης. Η εξερεύνηση επιλεγμένων χωρικών στιγμιότυπων κατοίκησης από την πόλη της Αθήνας έρχεται να θέσει το ερώτημα κατά πόσο αντέχουν οι σύγχρονες χωρικές πρακτικές μέσα στις καθιερωμένες σημασίες γύρω από την κατοικία και την πόλη. Και σε αυτό προστίθεται η διερώτηση κατά πόσο η εξοικείωση με την κρίση βραχυκυκλώνει το παραδοσιακό αρχιτεκτονικό συντακτικό, αποκαλύπτοντας χώρους, χρήσεις και λειτουργίες που ασφυκτιούν στις προϋπάρχουσες χωρικές σημασίες.

Τα τελευταία χρόνια, η αρχιτεκτονική της κατοικίας, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης θεωρητικής μετατόπισης, έχει αναπτύξει πολλαπλές προβληματικές, που ανάγουν το ζήτημα στο πρωταρχικό ερώτημα τι σημαίνει κατοικία/κατοίκηση. Όπως πολύ εύστοχα σημειώνει ο Γιώργος Ξηροπαΐδης στην εισαγωγή του στο βιβλίο του Martin Heidegger Κτίζειν, κατοικείν, σκέπτεσθαι, «μέλημα της αρχιτεκτονικής δεν πρέπει να είναι η οριστική επίλυση του προβλήματος [της κατοικίας], αλλά η στοχαστική προσέγγισή του». Ο Μάρτιν Χάιντεγκερ αναρωτιέται τι σημαίνει να κτίζεις και να κατοικείς καθώς και ποια είναι η σχέση ανάμεσά τους, «αν τα ίδια τα σπίτια παρέχουν κάποιου είδους εγγύηση ότι πράγματι είναι κατοικήσιμα» ή, με άλλα λόγια, «τι είναι εκείνο που κάνει την κατοικία σπίτι», που επιτρέπει στο κτίσμα-κατοικία να βιωθεί ως σπίτι.

Κατοικία και κατοίκηση είναι δύο έννοιες συγγενείς, αλλά όχι ταυτόσημες: Η κατοικία είναι ένα ουσιαστικό που αναφέρεται στο κτίσμα το οποίο μας φιλοξενεί, στον τόπο διαμονής. Η κατοίκηση είναι επίσης ένα ουσιαστικό, που αναφέρεται στην πράξη της διαμονής και της οικειοποίησης του χώρου. Η κατοίκηση όμως, με τον τρόπο που χρησιμοποιεί τη λέξη ο Χάιντεγκερ, είναι ακριβέστερα το κατοικείν. Το κατοικείν όμως δεν είναι ουσιαστικό αλλά απαρέμφατο: Απαρέμφατο σημαίνει το «αφανέρωτο» ή «αδήλωτο», επειδή δεν δηλώνει πρόσωπο και αριθμό. Γι’ αυτόν τον λόγο προσφέρει ως ρηματικός τύπος μεγάλη ελευθερία έκφρασης και αξιοποίησης του λόγου. Ακόμα και γλωσσικά, η διαφορά ανάμεσα στην κατοικία και την κατοίκηση, ακριβέστερα το κατοικείν, είναι μια θεμελιώδης διαφορά ελευθερίας.

Κάθε χώρος που σχεδιάζουμε και κατοικούμε δεν αποτελεί κατοικία· κάθε χώρος όμως που οικειοποιούμαστε, προσωρινά ή για μεγάλο χρονικό διάστημα, συνιστά κατοίκηση του χώρου. Το κατοικείν όμως βρίσκεται μαζί μας σε μια συνεχή, διαλεκτική και αναθεωρούμενη σχέση, είτε πρόκειται για το εσωτερικό ενός διαμερίσματος, είτε μιας κατοικίας, είτε μιας πόλης. Η κατοικία κλείνει τη συζήτηση, η κατοίκηση, το κατοικείν την ανοίγει. Κατοικίες μπορούμε να δείξουμε στους φοιτητές μας και να τις αναλύσουμε ⎼ την κατοίκηση όμως πρέπει να τη βρούμε μαζί τους και με τον χρόνο.

Σήμερα, όπως έχει διαπιστωθεί από πολλούς στοχαστές, διανύουμε μια περίοδο ρευστότητας, μια περίοδο μοναδική, διεύρυνσης των δυνατοτήτων δημιουργίας και νέων προτύπων κατοίκησης, στο πλανητικό ψηφιακό τοπίο, που τροφοδοτείται από τη βιολογία, τη γενετική και άλλες επιστήμες· αλλά και μια εποχή ανασφάλειας και επισφάλειας, όπου τίποτα δεν είναι δεδομένο, επιφέροντας αλλαγές σε μακραίωνες συνήθειες, συμπεριφορές και επιλογές δεκαετιών αν όχι αιώνων. Με τι θεωρητικά εργαλεία και υποθέσεις θα εκτεθούμε στα σύγχρονα θέματα των ανέστιων ή άστεγων, των μεταναστών, της «γυμνής ζωής», της ευάλωτης και επισφαλούς εργασίας, των νέων μορφών οικογένειας, ώστε να βρούμε νέους τρόπους αλλά και τόπους για να στοχαστούμε;

Είναι δεδομένο ότι το σπίτι δεν είναι ένα αντικείμενο, ένα κτίριο, αλλά μια διάχυτη και σύνθετη κατάσταση, που αναμειγνύει μνήμες με εικόνες, επιθυμίες με φοβίες, το παρελθόν με το παρόν. Ένα σπίτι είναι επίσης μια σειρά από τελετουργίες, προσωπικούς ρυθμούς και ρουτίνες της καθημερινής ζωής. Το σπίτι δεν κατασκευάζεται μια κι έξω· έχει τη δική του χρονική διάρκεια και είναι ένα διαρκές προϊόν της προσαρμογής του ατόμου (οικογένειας ή μεμονωμένων ατόμων) στον κόσμο. Οι σκέψεις λοιπόν για το νόημα του σπιτιού μάς απομακρύνουν από τα φυσικά χαρακτηριστικά της κατοικίας. Μας δεσμεύουν με θέματα ταυτότητας και μνήμης, με το συνειδητό και το ασυνείδητο, με βιολογικές και πολιτισμικές αντιδράσεις και συμπεριφορές. Όλα αυτά είναι σύγχρονα ερωτήματα που μας απομακρύνουν από τις μέχρι σήμερα θεωρητικές μας βεβαιότητες και καθιστούν ορατό το κενό της αρχιτεκτονικής θεωρίας στη μελέτη των υποκειμένων της.

Έκανα αυτή τη μάλλον εκτενή εισαγωγή για να φανερώσω τη δυσκολία του εγχειρήματος που ενέχει η μελέτη της κατοίκησης σε κρίση και που έχει αποτυπωθεί με πυκνό, ερεθιστικό λόγο στο βιβλίο της Γιάννας. Η Γιάννα κάνει μια βουτιά στα βαθιά, στους μετασχηματισμούς της κατοίκησης και των κατοικιών στο σύγχρονο τοπίο της κρίσης. Αναζητά και προσεγγίζει τα εκ-τοπισμενα και σε επισφάλεια υποκείμενα της Αθήνας, διερευνά τις επινοητικές τους επιτελέσεις και τους ζωτικούς τους χώρους και διασχίζει περιοχές αδιανόητες, φωτίζει και εμψυχώνει αφανείς χώρους και ανθρώπους και τους κάνει υπαρκτούς. Αναρωτιέται έτσι, εάν οι μέχρι σήμερα παραδεδομένες σημασίες του χώρου καλύπτουν τον πλούτο των σύγχρονων χωρικών πρακτικών.

Η Αθήνα χρησιμοποιείται ως παράδειγμα. Οι χώροι μελέτης εξαπλώνονται στην επικράτεια της πόλης εξασφαλίζοντας μια στοιχειώδη διασπορά σε περιοχές του αστικού ιστού που φαίνονταν εξαρχής ενδιαφέρουσες. Η κατανομή αυτή συνδιαλέχθηκε με τις αρχιτεκτονικές τυπολογίες και την κλίμακα. Οι τόποι μελέτης είναι το διαμέρισμα, η μονοκατοικία και ο δημόσιος χώρος της πόλης, με την κλίμακα να εστιάζει περαιτέρω στο δωμάτιο και το πράγμα.

Τα υποκείμενα της έρευνας έχουν όνομα και διεύθυνση, αναφέρω ενδεικτικά τη Βούλα, 50 χρονών, που μένει με τα δυο παιδιά της στο Ίλιον, την Αγάπη, 42 χρονών, που έχει επιστρέψει με την κόρη της στο σπίτι των γονιών της στο Γκύζη και κοιμάται στον καναπέ στο σαλόνι, τον Βλαδίμηρο, επίσης 42 χρονών, που μένει μόνος σ’ ένα διαμέρισμα στα Εξάρχεια, και τέλος την Άννα, 58 χρονών, που ζει δεκαέξι χρόνια σ’ έναν δρόμο στο Χαλάνδρι, είναι άστεγη.

Στις μελέτες κατοίκησης που αναλύονται στο βιβλίο, η «κρίση» πυροδοτεί και επιταχύνει τους μετασχηματισμούς που πραγματοποιούνται τόσο στο επίπεδο της κατοίκησης όσο και στον χώρο της κατοικίας. Στιγμιότυπα όπως τα έπιπλα που δεν χωρούν στο μικρότερο σπίτι ή το καλοριφέρ που ποτέ δεν δούλεψε και πλέον χρησιμεύει ως κρεμάστρα ρούχων υποδεικνύουν μετασχηματισμούς που επέρχονται στο πεδίο της κατοίκησης. Τα προτάγματα αυτής της τακτικής έκτακτης ανάγκης δρουν επιπρόσθετα και βίαια στο πεδίο της κατοικίας μετασχηματίζοντας την καθημερινή ζωή, ενώ ταυτόχρονα μεταβάλλουν τη λειτουργία, τη χρήση και τη μορφή των χώρων διαμονής.

Είναι φανερό ότι η προσέγγιση του σπιτιού ως ενός βιωμένου θεσμού διαφέρει ριζικά από τις αρχές της αρχιτεκτονικής. Η κατοικία συντίθεται από τον αρχιτέκτονα ως ένα σύστημα χωρικών ιεραρχιών και δυναμικών, της δομής, του φωτός και του χρώματος κ.λπ., ενώ το σπίτι δομείται γύρω από ορισμένους τόπους με διακριτές λειτουργίες και αντικείμενα. Η κατοίκηση και οι χώροι κατοικίας αποτέλεσαν τη θεωρητική οπτική που επέτρεψε τη διερεύνηση συνθέσεων και αποκλίσεων περιλαμβάνοντας ερευνητικά εργαλεία πέραν της αρχιτεκτονικής. Η εστίαση στη συγχρονικότητα αλλά και στην πολυπλοκότητα και την ανομοιογένεια του πεδίου της καθημερινής ζωής (D. Massey, For Space, Sage 2005) συνέτεινε στην επιλογή εθνογραφικών πρακτικών.

Οι συσχετίσεις που εγκαθιστά η Γιάννα ανάμεσα στις επινοητικές πρακτικές των κατοίκων σε κρίση με τις πρακτικές κατοίκησης φωτίζονται από τις περιγραφές των μελετών διαμονής (το δεύτερο κομμάτι της έρευνας).Οι περιγραφές συνδέονται στο επίπεδο του λόγου και του σχεδίου. Οι αφηγήσεις συνομιλούν με τα σκίτσα των χρηστών/στριών του χώρου κατοικίας και τις αποτυπώσεις των χώρων αυτών. Τα σχέδια αφηγούνται και οι αφηγητές σχεδιάζουν, μια από τις πολλές ευρηματικές, επινοημένες και καλά μαστορεμένες συγκατοικήσεις προσεγγίσεων από τον χώρο της φαινομενολογίας με τις θεωρίες της αποδόμησης (Deleuzes, Derrida) και τις φεμινιστικές, έμφυλες προσεγγίσεις του χώρου (Deborah Hauptmann).

Εγώ προσωπικά την ευχαριστώ για τη δική της «αυτοκατασκευή», το βιβλίο της, εύχομαι να γίνει αφετηρία για ζωντανές και γόνιμες αντιπαραθέσεις και να απενεργοποιήσει ή αναστείλει ξεπερασμένα σημασιολογικά φορτία για την κατοίκηση και τους εν-οίκους, εντός η εκτός του πλαισίου της κρίσης.


Το κείμενο επιμελήθηκε η Δέσποινα Παρασκευά-Βελουδογιάννη.

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Σάσα Λαδά

Σάσα Λαδά

Η Σάσα (Αναστασία) Λαδά είναι αρχιτέκτων, ομότιμη καθηγήτρια του Τμήματος Αρχιτεκτόνων, του ΑΠΘ. Έχει εκτεταμένο, δημοσιοποιημένο και βραβευμένο αρχιτεκτονικό, διδακτικό και ερευνητικό έργο, το οποίο είναι σε συνεχή αλληλοτροφοδότηση και δίνει έμφαση στις εννοιολογικές και κοινωνικές ανταλλαγές της αρχιτεκτονικής και του αστικού χώρου. Έχει δημοσιεύσει και επιμεληθεί βιβλία και μεγάλο αριθμό άρθρων σε
επιστημονικά περιοδικά σε θέματα που διερευνούν τις έννοιες του κατοικείν, του φύλου, της σεξουαλικότητας και του αστικού χώρου.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε