Επίκαιρα Τεύχος #6

Τα τείχη της δεξιάς στροφής. Για τις εκλογές στο γερμανικό κρατίδιο της Έσσης

Οι εικοστές κρατιδιακές εκλογές στην Έσση μετά τον πόλεμο ως αφετηρία ανίχνευσης των πολιτικών, κοινωνικών και οικονομικών προϋποθέσεων, που επιδρούν και σήμερα στο μικρο-καπιταλιστικό πλέγμα του κρατιδίου. (Ακρο)δεξιός λαϊκισμός, σοσιαλδημοκρατία και αριστερά από την πολιτική του χθες στην ιστορία του σήμερα.
22.10.2018, Hessen, Ortenberg: Ο Φόλκερ Μπουφιέ και η Άνγκελα Μέρκελ μαζί στην προεκλογική εκστρατεία της CDU Foto: Boris Roessler/dpa

To 2018 κλείνει με δύο πολύ σημαντικές αναμετρήσεις για τα κοινοβούλια δύο πλούσιων και κομβικών κρατιδίων της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας (ΟΔΓ): Οι εκλογές στο «ελεύθερο κράτος» της Βαυαρίας πραγματοποιήθηκαν ήδη στις 14 Οκτωβρίου· οι εκλογές στο κρατίδιο της Έσσης (Land Hessen) στις 28 Οκτωβρίου. Τα αποτελέσματα στη Βαυαρία μετέβαλαν ριζικά τα έως τώρα πολιτικά δεδομένα: Η κάθετη πτώση της CSU (Χριστιανοκοινωνική Ένωση) και η συντριβή του SPD (Σοσιαλιστικό Κόμμα Γερμανίας) προκάλεσαν δυσάρεστη ατμόσφαιρα για την ήδη τελματωμένη ομοσπονδιακή κυβέρνηση του «Μεγάλου Συνασπισμόυ» στο Βερολίνο, στην οποία συμμετέχουν Χριστιανοδημοκρατες/Χριστιανοκοινωνιστές (CDU/CSU) και Σοσιαλιστές (SPD) και δημιούργησαν ευνοϊκές συνθήκες για την ακόμα πιο έντονη αμφισβήτηση της διαχειριστικής της αποτελεσματικότητας. Οι συσχετισμοί που θα προκύψουν από τις κάλπες στην Έσση αναμένεται να πολλαπλασιάσουν τις περιπλοκές για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση. [Για τα αποτελέσματα των εκλογών βλ. στο τέλος του κειμένου.]

Ο στόχος του παρόντος κειμένου είναι να παρουσιάσει τις κυριότερες παραμέτρους της εκλογικής αναμέτρησης στην Έσση και τις πιθανές επιπτώσεις της, αλλά και να αναδείξει τις αντιφάσεις που διατρέχουν το κοινωνικό και το πολιτικό πεδίο στην Έσση, τις ιστορικές συνθήκες που σφράγισαν τις επιβιώσεις της ακροδεξιάς στο κρατίδιο και τις πολιτικές τάσεις που κινητοποιεί η εμφάνιση της ακροδεξιάς AfD (Εναλλακτική για την Γερμανία) στα τείχη της δεξιάς ηγεμονίας.

Το «κέντρο» της Έσσης: Οι δολιχοδρομίες των «κανόνων» και των «εξαιρέσεων»

Το κεντρικό (και όχι μόνο λόγω της θέσης του στον χάρτη) κρατίδιο, με πρωτεύουσα το Βίσμπάντεν, έχει περίπου 6 εκατομμύρια κατοίκους (σε μια έκταση 21.114 τ.χλμ.) και κατατάσσεται εντός της ΟΔΓ ως πέμπτο μεγαλύτερο.

Με βάση το ΑΕΠ του, το κρατίδιο της Έσσης είναι το τέταρτο πλουσιότερο στη Γερμανία, αλλά χαρακτηρίζεται από έντονες ανισότητες στην ανάπτυξη και την κατανομή του πλούτου ανάμεσα στις περιοχές του Ρήνου/Μάιν με τα μεγάλα κέντρα βιομηχανίας και υπηρεσιών αφενός και στις πρώην παραμεθόριες ζώνες της Έσσης, στα σύνορα με το «ανατολικό» κρατίδιο της Θουριγγίας.

Η εγκατάσταση περίπου 1,5 εκατομμυρίου προσφύγων από περιοχές που ενσωματώθηκαν στην Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία και την ΕΣΣΔ μετά το 1945 είχε βαρύνουσα σημασία για την πληθυσμιακή ανάπτυξη του κρατιδίου. Πυκνά ήταν και τα ρεύματα οικονομικής μετανάστευσης, σε ένα κρατίδιο όπου πάνω από 40% του πληθυσμού κατοικεί στο 9% της επιφάνειας. Το ισλάμ αποτελεί την τρίτη σημαντικότερη θρησκευτική ομάδα με 3%. Οι καθολικοί διεκδικούν περίπου το ένα τρίτο των χριστιανών σε σύγκριση με την παραδοσιακά ισχυρή προτεσταντική παρουσία (πάνω από 50% του πληθυσμού).[1]

Οι μορφές κρατικής συγκρότησης που προϋπήρξαν στην περιοχή του σημερινού ομοσπονδιακού κρατιδίου, έχουν αφήσει το ίχνος τους με τη μορφή διαφοροποιημένων τοπικών ταυτοτήτων. Μια έκταση με έντονες οικονομικές και κοινωνικές αντιθέσεις, αλλά και με διαφορετικές ιστορικές καταβολές, ενοποιήθηκε διοικητικά μετά το 1945[2] έχοντας για θεμέλιο μια παράδοξη ιδρυτική συναίνεση με αντικείμενο το σύνταγμα: Η ισχυρή (και, τότε, αρκετά ριζοσπαστική στην Έσση) σοσιαλδημοκρατία, μαζί με το σχετικά ισχυρό Κ.Κ. Γερμανίας, αλλά και την… CDU υπερψήφισαν, απέναντι στους δεξιούς φιλελεύθερους του  Φιλελεύθερου-Δημοκρατικού  Κόμματος Γερμανίας (LDP) –κόμμα πρόδρομο του Eλεύθερου–Δημοκρατικού Κόμματος (FDP)– ένα σύνταγμα το οποίο επικυρώθηκε και δημοψηφισματικά, με ποσοστό 76,8%, την 1η Δεκεμβρίου 1946, δηλαδή την ίδια μέρα που διεξήχθησαν οι πρώτες εκλογές για το κοινοβούλιο του νεοσύστατου ομόσπονδου κρατιδίου.

Ένα ενοχλητικό σύνταγμα στο κρατίδιο των τραπεζών

Το σύνταγμα της Έσσης δεν προηγείται μόνο χρονικά του συντάγματος της ΟΔΓ, αλλά είναι συνολικά πιο προωθημένο, σε σύγκριση και με τα περισσότερα κρατιδιακά συντάγματα: Όχι μόνο προσανατολίζεται στις αρχές της ελευθερίας και της ισότητας  και αναφέρεται σαφώς στην αναγκαία διασύνδεση της οικονομικής ζωής με τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά αξιώνει και μια πολυδιάστατη προστασία του κόσμου της εργασίας.[3] Από εκείνο τον Δεκέμβριο του 1946 έχουν αλλάξει αρκετά: Η σοσιαλδημοκρατία μέσα από τις ακατάπαυστες νεοφιλελεύθερες μεταμορφώσεις της υπονομεύει από καιρό στην πράξη τις θεμελιώδεις αρχές αυτού του συντάγματος. Η CDU ψάχνει πώς να το ξεφορτωθεί από το 1954 και, τουλάχιστον από το 1967, το εχθρεύεται ανοιχτά. Επομένως, σε αυτό το τοπίο το σύνταγμα της Έσσης είναι ένα φάντασμα που πλανιέται πάνω από τη σημερινή μεταλλαγμένη σοσιαλδημοκρατία και στοιχειώνει την ακραία δεξιά στροφή της CDU στην Έσση από το 1967 και μετά, αλλά και το ενεργό αίτημα και το συμβολικό σημείο αναφοράς κοινωνικών κινημάτων και πολιτικών φορέων της αριστεράς στους ποικιλόμορφους αγώνες απέναντι στις καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις των τελευταίων χρόνων.

Δεν είναι τυχαίο, ίσως, πως τόσο οι επίγονοι των σοσιαλδημοκρατών που πρωτοστάτησαν στην ψήφιση αυτού του συνταγματικού κειμένου όσο και η CDU των «χαλυβδόκρανων» (Stahlhelmer),[4] που επικράτησαν (κυριολεκτικώς) συντριπτικά στο κόμμα τους ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’60, έχουν υπονοήσει σε αρκετές περιπτώσεις ότι θα επιθυμούσαν την απάλειψη θεμελιωδών και ενοχλητικών αναφορών, αλλά δεν έχουν αποτολμήσει ποτέ ως τώρα να την πραγματοποιήσουν. Εντούτοις, οι ψηφοφόροι καλούνται στις 28 Οκτωβρίου να επικυρώσουν ή να απορρίψουν επιμέρους αλλαγές στο παρόν σύνταγμα (όπως, λ.χ. την τυπική αναγνώριση κατάργησης της θανατικής ποινής, τη μεγαλύτερη θωράκιση των δικαιωμάτων του παιδιού, το δικαίωμα του εκλέγεσθαι στα 18, αλλά και τη ρητή αναφορά στον ευρωπαϊκό προσανατολισμό),[5] σε μια διαδικασία παράλληλη με τις εκλογές για το κοινοβούλιο του κρατιδίου, όπως και το 1946.

Το SPD στην κυβέρνηση: Αμφισημίες και αδιέξοδα

Οι εσωκομματικές μεταβολές στο τοπικό SPD αποκρυσταλλώθηκαν σε άλλη μια κρατιδιακή «εξαίρεση»: Η σοσιαλδημοκρατία της Έσσης υλοποίησε ένα σοσιαλφιλελεύθερο πρόγραμμα με πολλές επιμέρους αντιφάσεις. Έχοντας ως άξονα τα δύο «σχέδια για την Έσση» (1951 και 1965), το πρόγραμμα του SPD επιδίωξε να μετασχηματίσει το φτωχό και κυρίως αγροτικό, νεοσύστατο κρατίδιο από την μία προσελκύοντας επενδύσεις, αναπτύσσοντας τον χρηματοπιστωτικό τομέα,  και από την άλλη προχωρώντας σε μεγάλης κλίμακας κρατικές παρεμβάσεις στους τομείς της πρόνοιας, της δημόσιας εκπαίδευσης και των υποδομών. Σε αντίθεση με τη γειτονική Βαυαρία (και, εν μέρει, με την επίσης γειτονική Βάδη-Βιρτεμβέργη), στην Έσση μια πατερναλιστική και αρκετά συντηρητική πτέρυγα της σοσιαλδημοκρατίας διατηρούσε στενούς δεσμούς με προτεσταντικούς αγροτικούς πληθυσμούς, ενώ η σοσιαλδημοκρατία των συνδικάτων στις περιοχές με ανεπτυγμένους κλάδους βιομηχανίας και υπηρεσιών μπορούσε να εκφράζει προνομιακά κοινωνικές συμμαχίες ζωτικής σημασίας για την παντοδυναμία του SPD, από το 1950 έως το 1970.

Αυτή η περίοδος των σταθερά ανοδικών ποσοστών και των μεγάλων πλειοψηφιών για τους Σοσιαλδημοκράτες σφραγίστηκε εσωκομματικά από την ηγετική φυσιογνωμία του Γκέοργκ-Άουγκουστ Τσιν (Georg-August Zinn),[6] αλλά και από μια ακόμα «ιδιαιτερότητα»: την πρόσκληση στις σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, από το 1951 έως το 1967, του Παγγερμανικού Μπλοκ/Ένωσης των Διωχθέντων από την Πατρίδα και Εκπεσόντων από τα Δικαιώματά τους (Gesamtdeutscher Block/Bund der Heimatvertriebenen und Entrechteten, GB/BHE), κόμματος που ήταν προνομιακός συνομιλητής ή/και κυβερνητικός εταίρος της CDU και της CSU (όπου αφομοιώθηκαν σχεδόν εξ ολοκλήρου προς τα τέλη της δεκαετίας του ’60), με πλήθος ακραίων δεξιών στοιχείων, ναζιστών, ρεβανσιστών, υστερικών αντικομμουνιστών και ακρογωνιαίο λίθο της πολιτικής τους συγκρότησης το δίκαιο της πατρίδας (Heimatrecht), δηλαδή τον αλυτρωτισμό για τα εδάφη που μετά το 1945 προσαρτήθηκαν στην Πολωνία, την Τσεχοσλοβακία και την Ε.Σ.Σ.Δ.[7]

Οι κρατιδιακές εκλογές του 1970 και η απομάκρυνση του Τσιν από την ενεργό πολιτική σηματοδότησαν μια σταθερή καθοδική πορεία για το SPD, η οποία επιταχύνθηκε με γοργό ρυθμό (παρά τις σύντομες περιόδους ανάκαμψης) από το 2003 και μετά. Η περίοδος που κράτησε από το 1970 μέχρι, περίπου, το 1982, χαρακτηρίστηκε από την κυβερνητική συνεργασία του SPD με το FDP και την ολοένα μεγαλύτερη έμφαση στο πρώτο σκέλος της πολιτικής των «σχεδίων για την Έσση».

CDU: Από τον αντιφασίστα Χίλπερτ στους «χαλυβδόκρανους» της αγοράς

Την ίδια περίπου εποχή ξεκινάει η ραγδαία άνοδος της CDU στο κρατίδιο, η οποία (με σκαμπανεβάσματα) θα κορυφωθεί στο 48% των κρατιδιακών εκλογών του 2003. Ωστόσο, ήδη στις εκλογές του 1974 θα έχει καταγράψει 47,3% με το πιο ακροδεξιό προφίλ που είχε ως τότε CDU γερμανικού κρατιδίου: έκτοτε, η CDU της Έσσης θα  περιγράφεται εναλλακτικά και ως… «CSU της CDU» (ή «CSU unter den Christdemokraten»).

Ήδη από το 1952, παραμερίστηκε από την ηγεσία της CDU στην Έσση ο «χριστιανο-σοσιαλιστής» αντιφασίστας Βέρνερ Χίλπερτ (Werner Hilpert),[8] ο οποίος είχε ασυγχώρητα ψηφίσει ένα «αριστερό» σύνταγμα μαζί με τους σοσιαλδημοκράτες και τους κομμουνιστές. Ο σχεδόν πραξικοπηματικός παραγκωνισμός του από τον Βίλχελμ Φάυ (Wilhelm Fay), τραπεζίτη και πρώην μέλος του ναζιστικού κόμματος (NSDAP), ο οποίος, μάλιστα, είχε βρεθεί στην Ελλάδα επί Κατοχής και κρατήθηκε σε βρετανικό στρατόπεδο αμέσως μετά τον πόλεμο, θεωρήθηκε αναγκαία για την καλύτερη διασύνδεση του κόμματος με τη δυνητική κοινωνική του βάση και για τον στρατηγικό προσανατολισμό του στη δεξιά ηγεμονία. Η υλοποίηση αυτού του στόχου μετά το 1954, εύγλωττα αποτυπώνεται και στη σύνθεση της κοινοβουλευτικής ομάδας της CDU στην Έσση: Κατά την περίοδο 1954–1958, τα πρώην μέλη του NSDAP αποτελούσαν το 25%, κατά την περίοδο 1958–1962, το 28,1%, ενώ το ποσοστό των παλαιών ναζί στα χριστιανοδημοκρατικά έδρανα στο Βισμπάντεν έφτασε στο 35,7% κατά την περίοδο 1962–1966!

«Ερχόμαστε»: Προεκλογική αφίσα του «χαλυβδόκρανου» Άλφρεντ Ντρέγκερ για τις κρατιδιακές εκλογές της Έσσης, Νοέμβριος 1970 / Wikimedia Commons Images.

Η ίδια τάση διευρυνόταν στα κομματικά όργανα, την αυτοδιοίκηση, τις κάθε είδους εκπροσωπήσεις με πολύ μεγαλύτερα ποσοστά. Και απέκτησε καινούρια ποιοτικά χαρακτηριστικά, όταν το 1967 διαδέχτηκε τον Φάυ ένα άλλο πρώην μέλος του NSDAP, ο Άλφρεντ «Άντολφ» Ντρέγκερ (Alfred Dregger), ο οποίος έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο και στην ομοσπονδιακή CDU με τους «χαλυβδόκρανούς» του: Ας μην ξεχνάμε ότι, με πρόταση του Χέλμουτ Κολ, ανέλαβε πρόεδρος της  κοινοβουλευτικής ομάδας της CDU στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο από το 1982 μέχρι το 1998, οπότε τον διαδέχτηκε ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε. Ο «εθνικός συντηρητικός» Ντρέγκερ, μεταξύ άλλων και πρώην συνεργάτης του Ομοσπονδιακού Συνδέσμου Γερμανικής Βιομηχανίας (Bundesverband der Deutschen Industrie),[9] διακρίθηκε για τις φανατικά αντεργατικές «μεταρρυθμιστικές προτάσεις» του, για τη συστηματική υπεράσπιση ναζιστών εγκληματιών πολέμου, για την απόλυτη ενσωμάτωση του ακροδεξιού ταυτοτικού λαϊκισμού και του Heimatrecht (γέφυρα από το GB/BHE μέχρι τη σημερινή AfD μέσω της «θεσμικής» CDU σε ένα από τα πιο αναπτυγμένα ομόσπονδα κρατίδια), για την επίμονη προσήλωσή του στην απαγόρευση εργασίας (Berufsverbot) των «εσωτερικών εχθρών» (κομμουνιστών, αριστεριστών, αναρχικών), για την απαίτησή του να τεθεί εκτός νόμου το Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα (DKP).[10] Αυτό, βεβαίως, δεν τον εμπόδιζε να προβάλλει στις δημόσιες δηλώσεις του μια άλλη κοινή με το GB/BHE ιδιότητα: του «πατριώτη και ευρωπαίου» («Patriot und Europäer»). Ιδιότητα, η οποία, έκτοτε, σταδιοδρόμησε και σε ομοσπονδιακό επίπεδο, τόσο την εποχή του θριάμβου της επανένωσης όσο και στα χρόνια ανάπτυξης του γερμανικού οικονομικού σωβινισμού, αλλά και σήμερα, μέσα από τις γραμμές των «Πατριωτών Ευρωπαίων ενάντια στην Ισλαμοποίηση της Εσπερίας» (Pegida).[11]

Ο ίδιος ο Ντρέγκερ δεν έγινε ποτέ πρωθυπουργός της Έσσης, αλλά, χάρη στη δική του συμβολή για την εδραίωση της δεξιάς ηγεμονίας, ανέλαβε πρωθυπουργός ένας από τους καλύτερους μαθητές του στην τάση των «χαλυβδόκρανων», ο Ρόλαντ Κοχ (Roland Koch)∙ αυτοδύναμος στην πρώτη θητεία του (2003–2008), χάρη στη στήριξη του FDP και μετά από πολλές περιπλοκές στη δεύτερη θητεία του (2009–2013). Στο ίδιο πολιτικό περιβάλλον γαλουχήθηκε, άλλωστε, και ο Φόλκερ Μπουφιέ (Volker Bouffier), απερχόμενος πρωθυπουργός της Έσσης και – από τις 18 Ιανουαρίου 2014 – ο πρώτος πρωθυπουργός «μαυρο-πράσινης» συγκυβέρνησης σε ομόσπονδο κρατίδιο.

Ο Ντρέγκερ υπήρξε στενός συνομιλητής του Φραντς-Γιόζεφ Στράους, ήδη από την περίοδο που ήταν δήμαρχος στην καθολική και υπερσυντηρητική Φούλντα, πόλη της «μεθορίου» κοντά στη Θουριγγία (της τότε ΛΔΓ) και τη Βαυαρία (της αιώνιας CSU). Από μια ιστορική σύμπτωση, ο Νοέμβριος του 1970 αποτέλεσε ορόσημο τόσο για τη βαυαρική CSU όσο και για την CDU της Έσσης. Στις κρατιδιακές εκλογές που  πραγματοποιήθηκαν τότε η CSU κατόρθωσε να απορροφήσει κάθε αυτοτελώς συγκροτημένο και ανταγωνιστικό πόλο της ακροδεξιάς με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, όταν κατέγραψε ποσοστό 56,4% και εγκαινίασε την περίοδο των αδιατάρακτων μονοκομματικών της κυβερνήσεων. Λίγες μόλις μέρες νωρίτερα, η CDU του Ντρέγκερ είχε καταγράψει θεαματική άνοδο 13,3% και ποσοστό 39,7%, αφομοιώνοντας όλο το εκλογικό ακροατήριο του GB/BHE στην Έσση και ιδίως εκείνο το τμήμα του που είχε χαρίσει στις κρατιδιακές εκλογές του 1966 ποσοστό 7,9% στο φασιστικό NPD, αφήνοντας μεν εκτός βουλής τον μικρότερο ακροδεξιό συνασπισμό του Παγγερμανικού Κόμματος (Gesamtdeutsche Partei, GP), αλλά καθηλώνοντας και την CDU στο 26,4%.[12]

«Κοκκινο-πράσινες» και «μαυρο-πράσινες» διαχειριστικές λύσεις

Το SPD κατόρθωσε να αναδιατάξει τις συμμαχίες του και να αμυνθεί προσωρινά απέναντι στην εκλογική ανάπτυξη της CDU, χάρη σε μια ακόμα «ιδιαιτερότητα» της Έσσης: Εκεί ήταν που πραγματοποιήθηκε η πρώτη βαθιά στροφή των Πράσινων προς τον κυβερνητισμό και την ενσωμάτωση. Το κόμμα είχε ιδρυθεί, ειδικά στην Έσση, με όλα εκείνα τα ριζοσπαστικά χαρακτηριστικά στον απόλυτο αντίποδα της δεξιάς ηγεμονίας και μιας κουρασμένης διαχειριστικής εναλλακτικής. Στις 12 Δεκεμβρίου 1985, ωστόσο, οι Πράσινοι άρχισαν να γυρίζουν την πλάτη στην αριστερή αντιπολίτευση και τα κοινωνικά κινήματα, εντασσόμενοι στην κυβέρνηση του σοσιαλδημοκράτη Χόλγκερ Μπέρνερ (Holger Börner) με έναν εκπρόσωπο∙ κάποιον Γιόσκα Φίσερ (Joschka Fischer), στο υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας.[13] Το ότι οι Πράσινοι έριξαν την κυβέρνηση στις 17 Φεβρουαρίου του 1987, αντιτιθέμενοι σε επένδυση πυρηνικής ενέργειας στο Χάναου, δεν άλλαξε και πολλά: Μια νέα «κοκκινο-πράσινη» συγκυβέρνηση σχηματίστηκε στις 5 Απριλίου του 1995 στο Βισμπάντεν, με πρωθυπουργό τον σοσιαλδημοκράτη Χανς Άϊχελ και αντιπρόεδρο της κυβέρνησης τη μιντιακή, πια, περσόνα των Πράσινων, Γιόσκα Φίσερ. Διάρκεσε μέχρι τον Απρίλιο του 1999, χωρίς τον Φίσερ, όμως, που είχε μετακομίσει σε μια ανάλογη συγκυβέρνηση ομοσπονδιακού βεληνεκούς.

Η ξέφρενη πορεία αποϊδεολογικοποίησης σε έναν κυβερνητισμό χωρίς αρχές και όρια οδήγησε την πιο δεξιά κρατιδιακή έκφανση ενός δίψυχου κόμματος σε συγκυβέρνηση με τον παλαίμαχο «χαλυβδόκρανο» Φόλκερ Μπουφιέ, ο οποίος δελεάστηκε από τα αγαθά της μετριοπάθειας και, με τις ευλογίες της καγκελαρίου Α. Μέρκελ, αποφάσισε να αποδεχθεί ως αντιπρόεδρο της συγκυβέρνησής του και ως οικολογική και δημοκρατική συνείδησή του τον παλιό «θανάσιμο εχθρό», «κομμουνιστή ανατροπέα» και εκπρόσωπο του «κοκκινο-πράσινου χάους», Ταρέκ Αλ-Ουαζίρ.

Το προεκλογικό τοπίο

Όπως μας θυμίζει κι ο τίτλος μιας αξιόλογης ανάλυσης για το πολιτικό παρόν των Πράσινων,[14] ο καινούριος στόχος του κόμματος φαίνεται να είναι η ανάδειξή του σε δημοκρατική και οικολογική συνείδηση των δεξιών συναινέσεων, οι οποίες γίνονται ολοένα και δεξιότερες με την ανάδυση και εδραίωση της ακροδεξιάς AfD. «Ούτε δεξιά, ούτε αριστερά, μπροστά!» είναι η μετεξέλιξη των ιδρυτικών αρχών των Πράσινων σε μια συγκυρία κατά την οποία μία αντιφατική δυναμική αναπτύσσεται ραγδαία απέναντι στην (ακρο)δεξιά στροφή μέσα στην κοινωνία.

Όπως και στη γειτονική Βαυαρία, έτσι και στην Έσση, αυτός ο στρατηγικός προσανατολισμός των Πράσινων φαίνεται να έχει ιδιαίτερη επιτυχία μεταξύ αστοποιημένων (verbürgerlicht) στρωμάτων μέσης ηλικίας, τα οποία δεν θέλουν να εγκαταλειφθούν οι «επιτυχημένες» βασικές αρχές οικονομικής διαχείρισης της κυβέρνησης Μέρκελ, ούτε εναντιώνονται στις πρακτικές του γερμανικού οικονομικού σωβινισμού, αλλά αισθάνονται αποστροφή απέναντι στον ζήλο της CDU/CSU  να συμπεριληφθεί και πάλι στο δεξιό τείχος η επικράτεια της AfD και θα επιθυμούσαν έναν καινούριο ρυθμιστικό παράγοντα στη θέση του ξεζουμισμένου, ανυπόληπτου και καταρρέοντος SPD.[15]

Ίσως, μάλιστα, για ένα διάστημα τα πράγματα να βαίνουν θριαμβευτικά (ή εν πάση περιπτώσει πολύ καλύτερα απ’ όταν οι Πράσινοι επιχείρησαν να κατοχυρωθούν ως η πασιφιστική συνείδηση των βομβαρδισμών) – ιδίως στην Έσση, όπου σε αντίθεση με τη Βαυαρία, οι Πράσινοι έχουν μακροχρόνια εμπειρία συμμετοχής σε κυβερνήσεις. Έτσι, οι δημοσκοπήσεις για τις κρατιδιακές εκλογές της 28ης Οκτωβρίου τους δίνουν εδώ και περίπου ένα μήνα ποσοστά μεταξύ 18% και 22%, κάτι που μεταφράζεται σε άνοδο 7 με 10 μονάδων σε σχέση με το 2013 και σε πιθανή δεύτερη θέση. Σύμφωνα, πάντα, με τις ίδιες δημοσκοπήσεις το SPD δεν εμφανίζει τα σημάδια απόλυτης κατάρρευσης όπως στη Βαυαρία, ωστόσο, καταγράφει απώλειες 7–10 μονάδων σε σύγκριση με το 2013, αναμένοντας ποσοστά μεταξύ 20% – 23% και πιθανή απώλεια της δεύτερης θέσης από τους Πράσινους.

Στις ίδιες δημοσκοπήσεις καταγράφεται μείωση 9–11 μονάδων και για το CDU, τον πρώην «μεγάλο» εταίρο στη συγκυβέρνηση, που τώρα φαίνεται να επιστρέφει σε ποσοστά ανάλογα μ’ εκείνα του 1954 και του 1966.

Η AfD βρίσκει ανταπόκριση σε περιοχές της Έσσης που έδιναν υψηλά ποσοστά στο GB/BHE και συνέβαλαν στην πρόσκαιρη άνοδο του νεο-ναζιστικό Εθνικού Κόμματος Γερμανίας (NPD) το 1966, χωρίς να υστερεί, ωστόσο, σε εκλογική απήχηση και σε εκλογικά ακροατήρια των συντηρητικών φιλελεύθερων του FDP. Στις κρατιδιακές εκλογές του 2013, η AfD είχε αποσπάσει 4,1%, με το CDU στο 38,3% και το FDP να διατηρεί ελαφρώς μεγαλύτερο ποσοστό από εκείνη με 5%. Ωστόσο, ήδη στις εκλογές για την ανάδειξη του ομοσπονδιακού κοινοβουλίου, 24 Σεπτεμβρίου 2017, η AfD ήταν το τρίτο κόμμα στο κρατίδιο της Έσσης, με 11,9%,[16] ποσοστό το οποίο δεν κατέγραψε ποτέ μεταπολεμικά ακροδεξιό κόμμα στην Έσση. Είναι ενδιαφέρον ότι η AfD είχε πάλι κατοχυρώσει την τρίτη θέση στις αυτοδιοικητικές εκλογές, τον Μάρτιο του 2016, αποσπώντας το εντυπωσιακό ποσοστό 13,2% (με το NPD άλλοτε σε άτυπη συνεργασία στα ψηφοδέλτιά της και άλλοτε να καταγράφει μόνο του υψηλά ποσοστά, εκεί που δεν κατέβηκε η ΑfD, όπως το 14% στην κωμόπολη Μπίντιγκεν, παλιό προπύργιο της CDU των «χαλυβδόκρανων»).[17] Οι δημοσκοπήσεις για τις κρατιδιακές εκλογές δίνουν το ακροδεξιό κόμμα να κινείται μεταξύ 12% και 14%.

Το FDP δείχνει να έχει απώλειες και προς την AfD. Με δημοσκοπικά ποσοστά μεταξύ 6% και 8% βρίσκεται σε καλύτερη μοίρα απ’ ότι στις κρατιδιακές εκλογές του 2013, αλλά πολύ μακριά από το ποσοστό που είχε καταγράψει στην Έσση στις 24 Σεπτεμβρίου 2017, όπως και από το 16, 2% στις κρατιδιακές εκλογές του 2009.

Η Αριστερά

Σε αντίθεση με τη Βαυαρία, το κόμμα της Αριστεράς (LINKE) στην Έσση έχει ήδη επιτύχει σταθερότερη οργανωτικά παρουσία και καλύτερη κοινωνική γείωση. Με όρους εσωκομματικής γεωγραφίας τόσο στην Αριστερά της Βαυαρίας όσο και σε εκείνη της Έσσης το στίγμα δίνουν η αντικαπιταλιστική πτέρυγα και άλλα ρεύματα από την αριστερή πτέρυγα του κόμματος. Στο κρατίδιο της Έσσης, το ΚΚ Γερμανίας μεταπολεμικά (και μέχρι την απαγόρευσή του το 1956) είχε ποσοστά μεταξύ 3,5% και 10,7% (το 1946). Στις κρατιδιακές εκλογές του 1962 κομμουνιστές, αριστεροί ριζοσπάστες και μέλη του κινήματος ειρήνης μπόρεσαν να αποσπάσουν ως Γερμανική Ένωση Ειρήνης (Deutsche Friedens-Union, DFU),[18] μέσα σε κλίμα διώξεων, 2,5%. Έκτοτε, μοναδική παρουσία της αριστεράς στο κρατίδιο, μέχρι την πρώτη εμφάνιση των Πρασίνων, υπήρχε η εκλογική κάθοδος του DKP στις κρατιδιακές του 1970∙ το 1,2% που απέσπασε τότε αποτέλεσε αιτία πολέμου για τους «χαλυβδόκρανους» του CDU, με την ιδιαίτερη θέση στη διεύρυνση της δεξιάς στροφής και την πάταξη των «εσωτερικών εχθρών».

Οι κρίσεις των ενσωματωμένων Πράσινων και οι πολύμορφες διεργασίες των προηγούμενων 15 ετών συνετέλεσαν στην ανάπτυξη της LINKE στην Έσση ως μιας δύναμης «εκτός των τειχών». Από το 2008 μέχρι σήμερα, κατόρθωσε να σταθεροποιήσει την κοινοβουλευτική της εκπροσώπηση (σπάνιο φαινόμενο στα «δυτικά» κρατίδια) με ποσοστά 5% – 5,5%. Το 8,1% στις εκλογές του 2017 για το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο θεωρήθηκε σημαντική επιτυχία και, οπωσδήποτε, το καλύτερο ποσοστό κόμματος με αναφορές στην αντικαπιταλιστική και κομμουνιστική αριστερά μετά το 1946. Οι δημοσκοπήσεις για τις κρατιδιακές εκλογές της 28ης Οκτωβρίου δίνουν πάλι στη LINKE ποσοστό λίγο πάνω από το 8%. Αν επιβεβαιωθούν, θα έχει καταγράψει το καλύτερο μέχρι τώρα ποσοστό της για το τοπικό κοινοβούλιο του Βισμπάντεν.

Η επικοινωνία της LINKE με τα πιο ριζοσπαστικά ακροατήρια στο κρατίδιο και η συστηματική της προσπάθεια να συνδέσει την πολιτική για το περιβάλλον με την αντικαπιταλιστική κριτική και την εναντίωση στα «μεγάλα έργα» αφενός προκαλούν συχνά την αμηχανία της δεξιότερης ομοσπονδιακής ηγεσίας του κόμματος, αφετέρου την έχουν προφυλάξει από τους τυχοδιωκτισμούς της Ζάρα Βάγκενκνεχτ (Sahra Wagenknecht) και δείχνουν να την προφυλάγουν και από τα όνειρα κυβερνητισμού, τα οποία διατυπώνονται από διάφορες δεξιές και «αριστερές» αφετηρίες στους κόλπους της ομοσπονδιακής ηγεσίας. Κυρίως, όμως, η μέχρι τώρα παρουσία της LINKE τής κατοχυρώνει πραγματική δυνατότητα να δώσει πολιτική έκφραση σε εκείνες τις αντιστάσεις, οι οποίες, όπως και στη Βαυαρία, αναπτύσσονται μέσα στην κοινωνία ως απάντηση στη δεξιά στροφή της Γερμανίας και αφορούν τα κοινωνικά, εργασιακά και ατομικά δικαιώματα, την υπεράσπιση των προσφύγων, την κατοικία, το περιβάλλον.

Μολονότι συγκεκριμένα ακροατήρια στρέφονται σήμερα πιο μαζικά στους Πράσινους, οι Πράσινοι της Έσσης, πολύ περισσότερο από εκείνους στη Βαυαρία, ούτε μπορούν, ούτε και επιθυμούν να επιβεβαιώσουν στην πράξη ότι συνιστούν την πολιτική έκφραση αντίστασης απέναντι στα δεξιά τείχη, σε μια χρονική στιγμή, μάλιστα, που οι τριγμοί του Μεγάλου Συνασπισμού στο Βερολίνου ακούγονται όλο και πιο δυνατά. Κυρίως, όμως, οι Πράσινοι στην Έσση δεν επιδιώκουν απλώς να γίνουν κόμμα κυβερνητικής διαχείρισης όπως οι Πράσινοι στη Βαυαρία∙ είναι ήδη σ’ αυτή τη θέση και επιθυμούν διακαώς να παραμείνουν. Δεν δείχνουν τα όριά τους μόνο σε θέματα περιβάλλοντος, μια που δεν μπορεί να υπάρξει οικολογική συνείδηση των «μεγάλων έργων», αλλά και στην προστασία των ατομικών δικαιωμάτων: Στην περίπτωση του νόμου για τις νέες αρμοδιότητες της αστυνομίας (Polizeigesetz), ο οποίος δεν προωθείται μόνο από την CSU της Βαυαρίας αλλά και από την CDU της Έσσης, οι Πράσινοι δεν αποτέλεσαν «δημοκρατική συνείδηση» του Μπουφιέ, αλλά «δημοκρατικό» άλλοθι των αντιδημοκρατικών του προτάσεων, προκαλώντας ανησυχία και οργή στα εναπομείναντα αριστερά στοιχεία του ομοσπονδιακού κόμματος.[19]

Πριν από μια εβδομάδα περίπου, 250 πρόσωπα από την πολιτική, την επιστήμη και τα κοινωνικά κινήματα συνυπέγραψαν ένα κείμενο υπεράσπισης του συντάγματος της Έσσης, θυμίζοντας ότι ο εξημερωμένος «χαλυβδόκρανος» Μπουφιέ δεν έχει βγάλει απ’ το μυαλό του τη διαγραφή των «σοσιαλιστικών» θεμελιωδών διατάξεων στο σύνταγμα του 1946∙ ένας διαρκής στόχος στο μαύρο φαντασιακό της παράταξής του, τουλάχιστον από το 1967. «Σε μια εποχή που ο πόλεμος προβάλλει απειλητικός και που διαπερνούν την κοινωνία νεοφιλελεύθερα και εχθρικά προς τη δημοκρατία στοιχεία, η τήρηση και η εκπλήρωση των θεμελιωδών αρχών του συντάγματος είναι, περισσότερο από ποτέ, ένα εξίσου επείγον και επίκαιρο καθήκον».[20] Ωστόσο, οι Πράσινοι της απερχόμενης συγκυβέρνησης εδώ και πολύ καιρό δεν το θεωρούν ούτε επείγον, ούτε επίκαιρο∙ ούτε καθήκον.

Θυσίες για το τείχος

Έλαχε στον πρωθυπουργό της Βαυαρίας Μάρκους Ζέντερ (Markus Söder) να είναι ο πρώτος επικεφαλής της CSU, ο οποίος είδε έναν πολιτικό φορέα της ακροδεξιάς να παίρνει μετά από 48 χρόνια μερίδιο από τις επάλξεις της. Με σιγουριά, σε λίγες μόνο ώρες την ίδια πρωτιά θα έχει καταγράψει και ο Φόλκερ Μπουφιέ για την «CSU της CDU» στην Έσση, μετά από το ίδιο ακριβώς χρονικό διάστημα.

Η προεκλογική εκστρατεία του Ζέντερ προϊδέαζε ήδη για τα μετεκλογικά διδάγματα μιας πιθανής (και πλέον συντελεσμένης) παρουσίας της AfD στο βαυαρικό κρατιδιακό κοινοβούλιο: Κυρίαρχο σύνθημα ήταν η ανατριχιαστική ρήση του Φραντς Γιόζεφ Στράους, «Δεξιά από μας είναι μόνο ο τοίχος» («Rechts von uns ist nur die Wand»)∙ συμπληρωμένο από εξίσου ανατριχιαστικές επεξηγήσεις για το πώς αντιλαμβάνεται την αντιπαράθεση της CSU με την AfD: «Wer kopiert, verliert» («όποιος αντιγράφει, χάνει»). Κοντολογής, όποιος αντιγράφει την αυθεντική συνταγή κυριαρχίας πάνω στα τείχη των σκληρών δεξιών συναινέσεων, χάνει – κι αν όχι αμέσως, τότε σίγουρα μετά από λίγα χρόνια αφομοιωτικής στρατηγικής. Κατ’ αναλογία, η «CSU της CDU» προδιαθέτει για το είδος του αγώνα που θα δώσει μετεκλογικά στην Έσση απέναντι στην AfD: «Όποιος ψηφίσει AfD, θα λάβει αριστερή πλειοψηφία», δήλωσε ήδη δύο φορές ο εξημερωμένος «χαλυβδόκρανος» Μπουφιέ, τη μία στο πλάι της κυνικά «καλής» Μέρκελ.[21] Κοινώς, όποιος (ακρο)δεξιός αφήσει με την ψήφο του μια αποδυναμωμένη CDU, θα ξυπνήσει με το κόκκινο χάος που ξόρκιζε ο «εθνικός συντηρητικός» παλαιο-ναζί πατερούλης Ντρέγκερ στην Έσση και την Ομοσπονδία (ίσως, μάλιστα, στάξουν πάλι αίμα τα δόντια των – πάλαι ποτέ μικρών – κυβερνητικών εταίρων του).

Στο εξαιρετικό μυθιστόρημα του Λίον Φοϊχτβάνγκερ, Erfolg/Επιτυχία (1930), ο υπουργός δικαιοσύνης στη Βαυαρία των αρχών της δεκαετίας του ’20, εκεί που κυβερνούσαν οι βιομήχανοι μαζί με ακροδεξιούς παραστρατιωτικούς, εκκολάπτοντας τον Χίτλερ, μιλάει αλληγορικά για το πολιτικό του υπόδειγμα ηγεμονίας, για το δίκαιο της δεξιάς, das (Heimat)Recht der Rechte: «Ο δικτάτορας Ταμερλάνος έβαλε να χτίσουν ανθρώπους ζωντανούς στο τείχος, με το οποίο περιέβαλλε το βασίλειό του. Το τείχος του δικαίου αξίζει τέτοιες ανθρωποθυσίες». Πρόσφυγες, αντιφασίστες, φτωχούς, «εσωτερικούς εχθρούς» όλων των κατασκευών: Ναι, και σήμερα προέχει η επικυριαρχία επί των τειχών.


Τα αποτελέσματα των εκλογών (προσθήκη)

Σύμφωνα με τα γερμανικά μέσα ενημέρωσης, τα αποτελέσματα των κρατιδιακών εκλογών στην Έσση διαμορφώνονται ως εξής: Η CDU παραμένει στην πρώτη θέση με ποσοστό περίπου 27% και το SPD δείχνει να κρατιέται οριακά στη δεύτερη θέση με ποσοστό μεταξύ 19,8% και 20,1%. Οι Πράσινοι, μεγάλοι νικητές αυτών των εκλογών, αναμένεται να κυμανθούν έως και 19,7%. Δεν είναι απίθανο η μάχη για τη δεύτερη θέση να εξελιχθεί σε θρίλερ μέχρι το τέλος της καταμέτρησης. Η δύναμη της FDP υπολογίζεται σε 7,5% – 7,7%. Η LINKE ανεβαίνει στο 6,2% – 6,3% και εξασφαλίζει πάλι άνετη εκπροσώπηση στο κρατιδιακό κοινοβούλιο. Τρίτο κόμμα αναδεικνύεται, όπως αναμενόταν, η ακροδεξιά AfD με 13,2%.

Όπως προκύπτει, για την CDU επιβεβαιώνονται τα χειρότερα σενάρια των δημοσκοπήσεων: κάνει βουτιά 11 ποσοστιαίων μονάδων. Το SPD, πράγματι, δεν παρουσιάζει εικόνα ολικής κατάρρευσης όπως στη Βαυαρία, αλλά γνωρίζει μια ακόμα βαρύτατη ήττα, χάνοντας πάνω από 10 ποσοστιαίες μονάδες, όπως, περίπου, αναμενόταν. Οι Πράσινοι αγγίζουν το 20% και είναι μακριά από το 23% που υπολόγιζαν ορισμένες δημοσκοπήσεις, εντούτοις παρουσιάζουν πράγματι αλματώδη άνοδο τουλάχιστον 8,5 μονάδων σε σχέση με τα αποτελέσματα του 2013. Η LINKE έχει άνοδο μίας μονάδας και για πρώτη φορά ξεφεύγει από ποσοστά γύρω από το 5%, ωστόσο είναι μακριά από το 8% που της έδιναν οι περισσότερες δημοσκοπήσεις. Η FDP παρουσιάζει άνοδο 2,5% μονάδων σε σχέση με το 2013, αλλά είναι μακριά από 11,6% των γενικών εκλογών του 2017. Η ακροδεξιά AfD παρουσιάζει τη μεγαλύτερη άνοδο από όλα τα κόμματα ( + 9,1%) και καταγράφει ποσοστό καλύτερο απ’ ότι στις εκλογές του 2017 για το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο. Είναι ενδιαφέρον, μάλιστα, ότι το ποσοστό της στις χθεσινές εκλογές είναι σχεδόν ακριβώς το ίδιο με το ποσοστό που κατέγραψε στις αυτοδιοικητικές εκλογές του 2016.

Όπως σχολιάζει το Spiegel Online, το διαφαινόμενο αποτέλεσμα αποσταθεροποιεί τον Μεγάλο Συνασπισμό του Βερολίνου και πιέζει όχι μόνο την καγκελάριο αλλά και την ηγεσία του SPD, η οποία είναι ήδη αντιμέτωπη με αδιέξοδα που πρέπει να θεωρούνται διαλυτικά. Κλείνω το σημείωμα με μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα μετεκλογική έρευνα της Infratest dimap για την άποψη των ψηφοφόρων της AfD σχετικά με το κόμμα τους: 99% βρίσκει καλό το ότι θα περιορίσει την προσέλευση των αλλοδαπών∙ 99% δηλώνει ότι ψηφίζει την ακροδεξιά AfD, ώστε να αλλάξει η κυβέρνηση πολιτική ασύλου∙ σύμφωνα με το 97% των ψηφοφόρων της, η AfD θα περιορίσει την επιρροή του ισλάμ στη Γερμανία∙ ενώ το 72% θεωρεί πως η AfD έχει θέσεις που κάποτε εκπροσωπούσε η CDU της Έσσης. Αρκετά σημεία αυτής της έρευνας μοιάζουν να επιβεβαιώνουν κεντρικά στοιχεία της δικής μας ανάλυσης.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Νίκος Σκοπλάκης

Νίκος Σκοπλάκης

Ο Νίκος Σκοπλάκης ημιαπασχολείται πλήρως στην Αθήνα, σε κύκλους που ανοίγουν και κλείνουν διαρκώς. Σπούδασε αρχαιογνωστικές επιστήμες, ιστορία και επιστήμες της λογοτεχνίας, σε διάφορα επίπεδα, στην Ελλάδα και τη Γερμανία. Μεταφράζει κυρίως από τα γερμανικά και τα γαλλικά· κείμενα, δοκίμια, κριτικές και σχόλιά του υπάρχουν δημοσιευμένα εδώ κι εκεί.

Σχόλια

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

  • Albrecht von Lucke: Γερμανία: Διχασμός στο «κέντρο» της κοινωνίας, κατάρρευση CDU/CSU και SPD, μάχη Πρασίνων και Aκροδεξιάς για το κενό πολιτικό έδαφος
    https://aftercrisisblog.blogspot.com/2018/10/cducsu-spd.html

    Το άρθρο του Albrecht von Lucke στα Blätter für deutsche und internationale Politik, γράφτηκε λίγο πριν τις εκλογές στην Έσση, την αφορμή για την εναρκτήρια χειρονομία αποχαιρετισμού της Μέρκελ. Ωστόσο οι εκτιμήσεις του Λούκε για την εξαιρετικά ρευστή κατάσταση στο πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας μοιάζουν σαν να γράφονται τώρα.

    […] Πήραν ένα καλό μάθημα όλοι όσοι εδώ και χρόνια ισχυρίζονται ότι σήμερα δεν υπάρχουν ουσιαστικές πολιτικές διαφορές μέσα στις κοινωνίες που θεωρούν σχηματικά ως φιλελεύθερες-μεσοστρωματικές, ούτε είναι εφικτές επιλογές διαφορετικών εναλλακτικών λύσεων, και άρα επιταγή των καιρών είναι ένας αριστερός λαϊκισμός. Σ’ αυτούς ανήκει και η πολιτική επιστήμονας Chantal Mouffe, εμπνεύστρια του κινήματος «Ξεσηκωθείτε» της Sahra Wagenknecht. Τουλάχιστον τώρα, με την άνοδο της AfD και βλέποντας την αυτόβουλη ριζοσπαστικοποίηση των Βαυαρών Χριστιανοκοινωνιστών (CSU), η θέση αυτή αποδεικνύεται εσφαλμένη. Μπροστά στον «ωμό βάρβαρο αστισμό» («rohe Bürgerlichkeit», έκφραση του Wilhelm Heitmeyer) των κομμάτων AfD και CSU, είναι φανερό πως οι Πράσινοι μπορούν να διεισδύσουν και να ενσωματώσουν καλύτερα τη «νέα φιλελεύθερη» (μεσο)-αστική τάξη.
    […] Θεωρητικά, η άλωση πολιτικού χώρου από τους Πράσινους στο «κέντρο» του σώματος των εκλογέων προσφέρει νέες δυνατότητες για σύμπηξη αριστερών κυβερνητικών συμμαχιών. Ωστόσο, με τις εκλογές της Βαυαρίας αυτό αποδεικνύεται ψευδαίσθηση. Στην πραγματικότητα, αυτό που μέχρι πρόσφατα αποκαλούσαμε αριστερό στρατόπεδο, έχει συρρικνωθεί ακόμη περισσότερο, επειδή τα κέρδη των Πρασίνων δεν αντισταθμίζουν τις απώλειες των Σοσιαλδημοκρατών, ενώ επιπλέον υπάρχουν στην απέναντι πλευρά και τεράστια κέρδη για την ακροδεξιά AfD. Η μετατόπιση ψηφοφόρων προς τα δεξιά σε ολόκληρη την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας συνεχίζεται. Μια προοπτική εξουσίας για την πολιτική Αριστερά είναι πιο μακρινή από κάθε άλλη φορά
    […] Η κρίση και αδυναμία της γερμανικής Αριστεράς έχει σαφή πηγή και κέντρο: Όλα περιστρέφονται γύρω από την κατάσταση του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος […]

  • Ο αναγνώστης Tom Tziros και ο Νίκος Σκοπλάκης είχαν μια ενδιαφέρουσα συζήτηση στο facebook σχετικά με το άρθρο. Μετά από επικοινωνία μαζί τους μεταφέρουμε και εδώ τα σχετικά σχόλια.

    Tom Tziros: Ιστορικά κατατοπιστικό, αλλά έχετε την εντύπωση ότι ο μέσος ψηφοφόρος που ψηφίζει AfD έχει στο νου ή γνωρίζει τα ιστορικά στοιχεία που παραθέτετε; Οι ανισότητες που υπάρχουν στην Γερμανική κοινωνία, αποτέλεσμα της Ατζέντας 2010, που εφαρμόστηκε και από τα 2 κόμματα, αλλά και ο γερμανικός φόβος σε συνδυασμό με την εισροή προσφύγων την οποία διαχειρίστηκε άθλια η κυβέρνηση αλλά και χρησιμοποίησε εξαιρετικά, για τους σκοπούς του, το AfD, καθώς και τα δεξιά αντανακλαστικά των Γερμανών ψηφοφόρων αποτελούν ακόμα πιο σημαντικούς λόγους της ανόδου του AfD αλλά και του καταποντισμού των δεξιών και σοσιαλιστών. Ένα απλό παράδειγμα φαίνεται στο άρθρο της FAZ.

    Nikos Skoplakis: Κατ’ αρχήν, δεν έγραψα το άρθρο μόνο για την AfD ή για να δώσω μία και οριστική απάντηση ως προς τον κύριο λόγο εκλογικής ανόδου της ακροδεξιάς στην Έσση (και τη Γερμανία κατ’ επέκταση). Ακολούθως, δεν έγραψα το άρθρο σε αυτή τη μορφή με γνώμονα ποιες ιστορικές παραμέτρους έχει ή δεν έχει στον νου του κάθε ψηφοφόρος της AfD πριν πάει να ρίξει ακροδεξιά στην κάλπη. Έγραψα το άρθρο σε αυτή τη μορφή, διότι κρίνω ότι χωρίς μία στοιχειώδη ιστορική αναφορά στα ιδιαίτερα τοπικά δεδομένα (και την αλληλεπίδρασή τους με συναφείς εξελίξεις σε επίπεδο πέρα από το τοπικό, λ.χ. Έσση-Γερμανία και, αντιστρόφως, Γερμανία-Έσση), δεν μπορεί να γίνει σωστή θεώρηση πολιτικών δεδομένων στο σήμερα. H πολιτική του χθες και η ιστορία του σήμερα είναι ταυτοχρόνως το αντικείμενο διερεύνησης όταν θέλουμε να διατυπώσουμε, να προσδιορίσουμε και να ερμηνεύσουμε φαινόμενα και καταστάσεις σε κοινωνικούς σχηματισμούς πολύ λίγο γνωστούς στην Ελλάδα: Προσωπικά, δεν επιθυμώ να ανακυκλώνω δήθεν λακωνικά κλισέ, τα οποία εξηγούν την αιτία με το σύμπτωμα.
    Προτιμώ να τοποθετώ τα πράγματα εντός ιστορικών συμφραζομένων και αναφορών στην έρευνα, που θα βοηθούσαν/προκαλούσαν την αναγνώστρια να πάει πιο πέρα από αυτά που (νομίζει ότι) ξέρει – όχι απαραιτήτως για να συμφωνήσει, αλλά για να διευρύνει την οπτική της και την προβληματική των δικών της προσεγγίσεων. Πριν τελειώσω, δυο-τρία πιο συγκεκριμένα σημεία μεθοδολογικής προσέγγισης στην οποία, κατά τη γνώμη μου, χωράνε και παραχωράνε τα “ιστορικά στοιχεία”, ιδίως όταν έχουμε να κάνουμε με τη διερεύνηση πολιτικών συσχετισμών, εν προκειμένω και με την εκλογική εδραίωση ενός ακροδεξιού κόμματος: Όταν ανάγονται τα πάντα γενικώς και αορίστως στην ανισότητα, φτάνουν να συγκαλύπτουν και όχι να αναδεικνύουν πώς και σε ποιο βαθμό οι συνέπειες από την όξυνση των ανισοτήτων μετά από σχεδόν είκοσι χρόνια σκληρών ορντοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων στη Γερμανία οδήγησαν και μεγάλα κομμάτια πληττόμενων στρωμάτων να ψηφίσουν AfD. Οφείλουμε, λοιπόν, να συνεξετάζουμε τα διακυβεύματα, την πολιτική κουλτούρα, τις ιστορικές καταβολές των παρατάξεων (και τις διάφορες πολιτικές μεταμορφώσεις της ακροδεξιάς) διαλεκτικά, από κρατίδιο σε κρατίδιο και σε σχέση με την Ομοσπονδία. Η “οικονομική κρίση” δεν αρκεί από μόνη της να ερμηνεύσει πολιτικές συμπεριφορές και αυξομειώσεις εκλογικών επιρροών σε κάθε ξεχωριστό κοινωνικό σχηματισμό, ώστε να φτάνουμε και σε συνολικά συμπεράσματα με τον μικρότερο δυνατό βαθμό άκριτων σχηματοποιήσεων. Δεν εξηγεί, άλλωστε, γιατί υπάρχουν πληττόμενες από τον Hartz IV, οι οποίες υπερασπίζονται τα δικαιώματα των προσφύγων και κατεβαίνουν μαζικά στον δρόμο εναντίον της “δεξιάς στροφής” και της ακροδεξιάς ατζέντας που διηθείται στο “κέντρο”, ενώ, αντιθέτως, υπάρχουν πληττόμενοι από τον Hartz IV, οι οποίοι ψηφίζουν ένα κόμμα οργανωμένο από τα αφεντικά τους, με σύγκλιση της πιο σκληρής νεοφιλελεύθερης ατζέντας με τα φασιστικά ιδεολογήματα και την αντιπροσφυγική υστερία. Ούτε εξηγεί ότι στα “πλούσια” δυτικά κρατίδια η AfD συναντιέται με μία ισχυρή προϋπάρχουσα παράδοση ακροδεξιάς (και) μεταπολεμικά, η οποία αφού ενδυνάμωσε την CDU/CSU, τώρα την αποδυναμώνει υπέρ ενός αυτοτελούς ακροδεξιού σχηματισμού. Ούτε εξηγεί γιατί ιστορικά ο λόγος των “εθνικών συντηρητικών” και ο οικονομικός σωβινισμός, που υπήρξαν στην καρδιά της διαχειριστικής λογικής των κεντροδεξιών σχηματισμών και της διατήρησής τους στην εξουσία, διευκόλυναν αφάνταστα την ακροδεξιά επιρροή. Ούτε εξηγεί γιατί, λ.χ. και στην Έσση, μεγάλος αριθμός εργοδοτικών οργανώσεων και επιχειρηματιών βλέπει την AfD ως πολύτιμο μοχλό πίεσης των δεξιών πολιτικών συναινέσεων σε πιο σκληρή δεξιά κατεύθυνση. Και αυτή η στάση δεν είναι μόνο τωρινή, ούτε έπεσε από τον ουρανό στη Γερμανία, όπως γνωρίζει καθένας και καθεμιά που εμβαθύνει ιστορικά και πολιτικά στις προσεγγίσεις της επικαιρότητας.
    Και για να μην παρακουράσω: Κάθε κείμενο (πρέπει να) γράφεται εστιάζοντας σε εκείνα που δεν έχουν αρκετά (ή καθόλου) προσεχτεί. Δεν μπορεί να πει τα πάντα, οφείλει, όμως, να δίνει στοιχεία ανάλυσης συγκεκριμένων καταστάσεων, που, ίσως, μαζί και με άλλα, μας βοηθούσαν να διαμορφώσουμε έναν χώρο συλλογικής κατανόησης στον οποίο θα είναι γνωστά και κατανοητά όσο το δυνατό περισσότερα για ένα αντικείμενο, στον βαθμό που τους αναλογεί.
    Κι επειδή τίποτα δεν είναι μεθοδολογικά ξεκρέμαστο προς κάθε κατεύθυνση, επιτρέψτε μου να παραθέσω και να προτείνω εδώ προς συνεξέταση τρία άλλα κείμενα, από μια συστηματική προσπάθεια να φωτιστούν σε μεγαλύτερο βάθος – ιστορικά και πολιτικά- όψεις των πολύπλευρων μετασχηματισμών στη σημερινή Γερμανία και, ειδικότερα, της ακροδεξιάς ανάκαμψης (δημοσιεύτηκαν ή αναδημοσιεύτηκαν, πριν από λίγα χρόνια, στο Red Notebook). 1) Το κείμενο του σημαντικού ιστορικού και δημοσιολόγου, André Gisselbrecht, με τίτλο “Τα ανησυχητικά επιχειρήματα του γερμανικού νεοπατριωτισμού” (μετάφραση από το τεύχος 116, Απρίλιος-Μάιος 2011, του περιοδικού «Manière de voir-Le Monde diplomatique») 2) Ρατσισμός και ακροδεξιά στη Γερμανία: έρευνα του περιοδικού critica (μετάφραση) 3) Μία δική μου συνεισφορά σύνθεσης, με την αναγκαία τεκμηρίωση και τίτλο “AfD: μια ακροδεξιά πατρίδα για το γερμανικό κεφάλαιο