Επίκαιρα Τεύχος #09

Τεχνολογία στον 21ο αι.: από την ουτοπία στην αμφισβήτηση 

To παρόν κείμενο προσπαθεί να περιγράψει σε αδρές γραμμές τη σύγχρονη μορφή του τεχνο-ουτοπισμού και την κρίση του τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Εξετάζοντας το κίνημα του διανθρωπισμού (transhumanism) και τις βασικές αρχές του, που στηρίζονται στην πίστη του πως οι δυνάμεις της τεχνολογίας θα μας οδηγήσουν στη κατάκτηση της ουτοπίας, υπογραμμίζεται η αυξανόμενη κριτική που δέχονται οι μέχρι πρότινος δογματικές αντιλήψεις για τον θετικό ρόλο της τεχνολογίας τις δύο τελευταίες δεκαετίες και την αυξανόμενη ανησυχία για τις επιπτώσεις των νέων τεχνολογιών στο μέλλον της ανθρωπότητας.
Maria Veronica Leon Veintemilla, “Black Hole Devouring Freezing Industrial Net” (2015).

Ο Λούις Μάμφορντ (Louis Mumford) (1895-1990) στα πρώτα χρόνια μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έστρεψε την προσοχή του στον διαρκώς αυξανόμενο ρόλο, συμβολικό και πρακτικό, που η τεχνική και τα προϊόντα της διαδραμάτιζαν στον σύγχρονο τρόπο ζωής. Σε μια σειρά από διαλέξεις και βιβλία, ο Μάμφορντ εξέφραζε την ανησυχία του για τη μετάλλαξη της σχέσης του ανθρώπου με τη μηχανή, στεκόμενος κριτικά απέναντι σε αυτό που έβλεπε ως υποδούλωση του σύγχρονου ανθρώπου στη μηχανή.[1] Παρά την κριτική στον σύγχρονο μηχανικό πολιτισμό, στον πυρήνα της σκέψης του Μάμφορντ η μηχανή παρέμενε ένα εργαλείο, και ο άνθρωπος, ως δημιουργός αυτού του εργαλείου, είχε τη δυνατότητα, τουλάχιστον στις αρχές του 1950, να επανακτήσει την κυριαρχία του πάνω στη μηχανή. Αυτή η αντίληψη, που βλέπει την τεχνολογία ως μια ουδέτερη δύναμη καθοριζόμενη από τις διαθέσεις του ανθρώπου-δημιουργού και χειριστή εργαλείων, παρέμεινε η πλέον διαδεδομένη μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα, χωρίς να λείπουν φωνές όπως του Ζακ Ελλύλ, που έβλεπε με ανησυχία την επικράτηση της μηχανής ως προτύπου για την οργάνωση της κοινωνίας ή του Μάρτιν Χάιντεγκερ, που φοβόταν τη μεταμόρφωση της τεχνολογίας σε μια αυτόνομη δύναμη, ανεξάρτητη από τον ανθρώπινο έλεγχο. Αυτή η θέση του Χάιντεγκερ, σε μια πιο απλοϊκή μορφή, έχει εμποτίσει τη λογοτεχνία της επιστημονικής φαντασίας του 20ου  αιώνα, δίνοντας ζωή σε αμέτρητα δυστοπικά σενάρια.[2]

Όμως, παρά την ισχύ και το πλήθος των κριτικών φωνών εναντίον της στη διάρκεια του 20ού  αι., η τεχνολογία μετατράπηκε στο τελευταίο όχημα των ανθρώπινων ουτοπικών ελπίδων για έναν καλύτερο κόσμο. Σημαντικός παράγοντας γι’ αυτήν την κατάσταση ήταν η συστηματική απαξίωση των ιδεολογιών και μεγάλων αφηγημάτων που ο 19ος αι. είχε κληροδοτήσει στον 20ό, αναγκάζοντας τους ουτοπιστές να αναζητήσουν διέξοδο και λύσεις σε μια τεχνική γλώσσα που δύσκολα θα μπορούσε να αμφισβητηθεί από τους προστάτες του εκάστοτε status quo και πολέμιους των ουτοπικών ελπίδων.

Διανθρωπισμός: η υπόσχεση της μηχανής

Ίσως η ωριμότερη μορφή που πήρε ο τεχνολογικός ουτοπισμός τον 20ό αι. είναι ο διανθρωπισμός (transhumanism), ένα φιλοσοφικό κίνημα που επιθυμεί μέσω της χρήσης νέων τεχνολογιών να επέμβει στην ανθρώπινη φύση και κατάσταση, απαλλάσσοντας τον άνθρωπο από τους βιολογικούς του περιορισμούς. Ο διανθρωπισμός έχει ανάμεσα στους βασικούς του στόχους την κατάκτηση της αθανασίας από τον άνθρωπο και την απελευθέρωσή του από τον σωματικό πόνο —δύο στόχοι/ελπίδες  που είναι ίσως οι παλαιότεροι/-ες του είδους μας και που οδηγούν κάποιους μελετητές να εντοπίζουν τις απαρχές του κινήματος σε αρχαίους θρησκευτικούς μύθους και έπη, δημιουργώντας μια γενεαλογία που πηγαίνει πίσω στις απαρχές της ανθρώπινης ιστορίας.

Ωστόσο, το κίνημα του διανθρωπισμού επίσημα οργανώθηκε τη δεκαετία του 1980 με επίκεντρο το UCLA (University of California, Los Angeles), όπου δίδαξε ο φιλόσοφος και πρωτοπόρος διανθρωπιστής Φερεϊντούν Μ. Εσφαντιάρι (Fereidoun M. Esfandiary) (1930-2000), γνωστός ως FM-2030, και όπου φιλοξενήθηκαν τα πρώτα συνέδρια των διανθρωπιστών.[3] Σύντομα, η δυτική ακτή των ΗΠΑ έγινε το επίκεντρο του κινήματος και έδρα διαφόρων οργανισμών που επικεντρώνονταν στην έρευνα νέων τεχνολογιών που θα βοηθούσαν τον άνθρωπο να βελτιώσει τη ζωή του, όπως η κρυογονική και η νανοτεχνολογία.

Η σύνδεση του κινήματος με τεχνολογίες που ακόμα βρίσκονταν σε εμβρυακό επίπεδο ή που αμφισβητούνταν ακόμα και η ίδια η επιστημονική τους υπόσταση κράτησε το κίνημα στο περιθώριο μέχρι τα τέλη του 1990, όταν το διαδίκτυο έδωσε τη δυνατότητα στους διανθρωπιστές να οργανωθούν και να δημιουργήσουν τον Παγκόσμιο Διανθρωπιστικό Σύνδεσμο (World Transhumanism Αssociation) το 1998. Πρωτεργάτες σε αυτή τη κίνηση ήταν ο Νικ Μπόστρομ (Nick Bostrom) και ο Ντέιβιντ Πιρς (David Pearce), στο έργο των οποίων μπορούμε να δούμε την πιο ολοκληρωμένη εκδοχή του διανθρωπισμού και τον βαθιά τεχνο-ουτοπικό του χαρακτήρα. Ο Μπόστρομ, διευθυντής του Institute for the Future of Humanity του Πανεπιστημίου της Oξφόρδης και καθηγητής φιλοσοφίας, συνόψισε το πρόγραμμα του διανθρωπισμού σε ένα κείμενο του που περιέγραψε ως επιστολή από το μέλλον με τίτλο Letter from Utopia, που αναγνωρίζεται ως ένα από τα θεμελιώδη κείμενα του κινήματος.[4] Σε αυτό απαριθμεί τα τρία βήματα που οδήγησαν την ανθρωπότητα στην «ουτοπία».

Το πρώτο είναι η απελευθέρωση του ανθρώπου από τους περιορισμούς του βιολογικού του σώματος, που ο Μπόστρομ χαρακτηρίζει ως παγίδα θανάτου. Η μακρά και ασφαλής ζωή είναι το θεμέλιο της ανθρώπινης ευτυχίας, και στο διανθρωπιστικό όραμα αυτό παίρνει τη μορφή της αθανασίας και της προστασίας από έναν βίαιο θάνατο. Το δεύτερο βήμα είναι η αναβάθμιση της ανθρώπινης νοημοσύνης. O Μπόστρομ σημειώνει πως μπορεί η τεχνητή νοημοσύνη να υπερβεί τις δυνατότητες του ανθρώπινου είναι, αλλά πολύ πριν αυτό συμβεί θα μπορούσαμε να αναβαθμιστούμε, χρησιμοποιώντας νέες τεχνολογίες, όπως κρανιακά εμφυτεύματα, και να ενωθούμε με τη μηχανή, να γίνουμε cyborg. Απορρίπτοντας το βιολογικό της σώμα και τη θνητή πλευρά της, η ανθρωπότητα ίσως διατηρήσει την κυριαρχία της πάνω σε έναν πλανήτη, τον οποίο θα μοιράζεται με έξυπνες μηχανές. Το τρίτο και τελευταίο βήμα είναι η κατάκτηση της ευτυχίας. Σε αυτό το σημείο, ο Μπόστρομ υπογραμμίζει πως η καλύτερη ζωή που η τεχνολογική πρόοδος μπορεί να μας προσφέρει είναι μια βαθιά προσωπική διαδικασία, προσαρμοσμένη στις ατομικές προτιμήσεις του καθενός, τελείως διαφορετική από τις παλιές υποσχέσεις της ουτοπίας για μια νέα μορφή κοινοτικής οργάνωσης, που ισοπέδωναν τα προσωπικά θέλω των μελών τους για το γενικό καλό της κοινότητας.

Ο άνθρωπος έχει υποχρέωση να κατακτήσει αυτό το ουτοπικό μέλλον τιθασεύοντας την τεχνολογία για να υπερνικήσει τις βιολογικές του αδυναμίες. Για τους διανθρωπιστές, ο άνθρωπος στην τωρινή του κατάσταση δεν έχει φτάσει το τελικό στάδιο της εξελικτικής του πορείας ως είδος. Στον πυρήνα του διανθρωπισμού και του προγράμματος για την τεχνολογική ενίσχυση του ανθρώπου, όπως τον έχουν διατυπώσει μέλη του κινήματος, όπως ο Ρέϊ Κιούρζβειλ (Ray Kurzweil) και ο Χανς Μόραβεκ (Hans Moravec), είναι η πεποίθηση πως δεν υπάρχει ανθρώπινη φύση.[5] Οι παραδοσιακές αντιλήψεις για την ανθρώπινη φύση που επικεντρώνονται γύρω από τη συνειδητότητα και τη σωματικότητα απορρίπτονται για χάρη μιας οπτικής που κατανοεί την ανθρώπινη συνειδητότητα ως ένα σύνολο δεδομένων, με το σώμα να υποβαθμίζεται σε ένα πρόθεμα με ημερομηνία λήξης. Απορρίπτοντας την ιδέα ότι το ανθρώπινο σώμα είναι καταστατικό κομμάτι του «ανθρώπου», οι διανθρωπιστές απορρίπτουν οποιονδήποτε περιορισμό στο πού, πώς και κατά πόσο θα μπορούσαμε να επέμβουμε για να βελτιώσουμε ή να αλλάξουμε το σώμα μας με τη βοήθεια της τεχνολογίας. Συνεπώς, ο διανθρωπισμός αντιλαμβάνεται την τεχνολογία ως μια εκ των προτέρων θετική δύναμη που θα μας επιτρέψει να αποδράσουμε από την καταπιεστική ομοιομορφία και θνητότητα που η ανθρώπινη φύση μας έχει επιβάλλει.

Οι φαντασιώσεις των διανθρωπιστών για μια νέα ανθρωπότητα μοιάζουν να απέχουν ελάχιστα από τις υποσχέσεις των αποκαλυπτικών θρησκειών για μια ανθρωπότητα που θα έχει υπερνικήσει την αμαρτία και θα έχει ανταμειφθεί με αθανασία και ευτυχία. Σε αυτόν τον τομέα ο διανθρωπισμός, παρά τις επιθέσεις του στην ιδέα της ανθρώπινης φύσης, μοιάζει παράταιρα ανθρωποκεντρικός, σκιαγραφώντας ένα πρόγραμμα ακραία ωφελιμιστικό, με πυρήνα του την απελευθέρωση του ανθρώπου από τον πόνο και τον θάνατο.

Αυτό γίνεται ιδιαίτερα εμφανές στο έργο του έτερου ιδρυτή του παγκόσμιου διανθρωπιστικού κινήματος και επίσης φιλοσόφου, του Ντέιβιντ Πιρς (David Pearce). Στο κείμενο του με τίτλο H ηδονιστική επιταγή (Hedonistic Imperative) που πρωτοεμφανίστηκε στο διαδίκτυο το 1995, ο Πιρς συμφωνεί με τον Μπόστρομ πως μέσω της τεχνολογίας οι άνθρωποι θα χτίσουμε τον παράδεισο επί γης, αλλά είναι κάπως πιο συγκεκριμένος, κατονομάζοντας συγκεκριμένα πεδία επιστημονικής έρευνας που θα μας βοηθήσουν να πραγματώσουμε αυτό το όνειρο, όπως η νανοτεχνολογία και η γενετική μηχανική. Αν και αναγνωρίζει πως οι τεχνολογίες αυτές μοιάζουν βγαλμένες από την επιστημονική φαντασία, ο Πιρς θεωρεί πως χάρη στην ταχύτατη πρόοδο των τελευταίων ετών σύντομα θα είναι έτοιμες για πρακτική εφαρμογή. Πιστός στο κυνήγι του διανθρωπιστικού τρίπτυχου ευτυχία, μακροβιότητα και σοφία, ο Πιρς πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα ισχυριζόμενος πως η τεχνολογία θα μας απελευθερώσει όχι μόνο από τον θάνατο και τον σωματικό πόνο, αλλά και από τον ψυχικό πόνο με τη χρήση κρανιακών εμφυτευμάτων και ψυχοτρόπων φαρμάκων που θα εγγυηθούν την ευτυχία μας και τη διατήρησή της.[6]

Αυτή η αισιοδοξία που διακατέχει όλα τα μανιφέστα του διανθρωπισμού, πως ένα καλύτερο μέλλον είναι προδιαγεγραμμένο να έρθει, αντανακλά την πίστη των Διαφωτιστών του 18ου αι. στη δυνατότητα του ανθρώπου να προοδεύσει και να κτίσει μια καλύτερη κοινωνία. Δεν είναι τυχαίο πως διαφωτιστές όπως ο Μαρκήσιος ντε Κοντορσέ (Marquis de Condorcet) με το Σχεδίασμα για έναν ιστορικό πίνακα των προόδων του ανθρώπινου πνεύματος (1795) έβλεπαν την ιστορία της ανθρωπότητας ως μια μακρά πορεία προόδου και ανάπτυξης, στο τέλος της οποίας θα συναντούσαμε μια ανθρώπινη κοινωνία που θα είχε υπερνικήσει όχι μόνο τις υλικές ελλείψεις της, αλλά και μια ανθρωπότητα που θα είχε απαλλαγεί από την άγνοια και τον φανατισμό.

Αυτή η ουτοπική ελπίδα για μια καλύτερη κοινωνία που έχει μετατοπιστεί σε μέλλοντα χρόνο και θεωρείται αναπόφευκτο αποτέλεσμα της προόδου αποκαλείται  «ευχρονία», για να υπογραμμιστεί η σημασία του χρόνου στην επίτευξή της, σε αντίθεση με τις κλασικές ουτοπίες της πρώιμης νεωτερικότητας, όπως το ομώνυμο έργο του Τόμας Μορ (Thomas More) που περιγράφουν μια διαφορετική κοινωνία, η οποία μοιράζεται το ίδιο παρόν με την κοινωνία του συγγραφέα, αλλά βρίσκεται σε κάποιον απομακρυσμένο γεωγραφικά χώρο. Ο διανθρωπισμός ως ουτοπικό πρόγραμμα, έχοντας την ίδια πίστη στην πρόοδο και με ορίζοντα το μέλλον, μοιάζει ως συνέχεια των ευχρoνιών του 18ου αι., αλλά αυτή η ομοιότητα είναι μάλλον επιφανειακή. Η ανθρωπότητα των διανθρωπιστών που θα έχει αλλάξει την εμφάνιση και τη φύση της μοιάζει αδιάφορη για την κοινότητά της, είτε μιλάμε για τους άλλους ανθρώπους είτε για το φυσικό της περιβάλλον, κι ενώ είναι εχθρική απέναντι στον μονολιθικό ορισμό της ανθρώπινης φύσης και της σημασίας του ανθρώπινου σώματος σε αυτόν, δείχνει εγκλωβισμένη σε ένα ορίζοντα προσδοκιών με μοναδικό πυρήνα το ανθρώπινο σώμα και τις ανάγκες του.

Οραματιζόμενοι ένα μέλλον που η ανθρώπινη συνείδηση θα μπορεί να ανέβει σε κάποιο κύκλωμα και να κατοικεί αιώνια σε ένα ψηφιακό περιβάλλον, οι διανθρωπιστές μοιάζουν να ολισθαίνουν προς την «τεχνο-ιδιωτεία» (techno-idiocy), όπως έχει χαρακτηριστεί η ιδέα της ψηφιοποίησης του ανθρώπινου εγκεφάλου (mind uploading) από τη Ντόνα Χαραγουέι (Donna Haraway), που παρά τη σημαντική της επιρροή στον διανθρωπισμό, εκφράζει τη δυσφορία της για την τεχνικοποίηση της ανθρώπινης ζωής που ευαγγελίζεται το εν λόγω κίνημα.[7] Το ίδιο επικριτική είναι η Κάθριν Χέιλς (Kathrine Hayles) όταν, αναλύοντας τις απόψεις των διανθρωπιστών στο βιβλίο της How we became post-human, δεν διστάζει να χαρακτηρίσει εφιαλτικά τα διανθρωπιστικά σενάρια που θέλουν την ανθρώπινη συνειδητότητα να ψηφιοποιείται και να μεταφέρεται σε βιολογικά ή μηχανικά σώματα αενάως χωρίς κανένα περιορισμό. Παρ’ όλα αυτά, οι ιδέες των διανθρωπιστών μοιάζουν σήμερα να μονοπωλούν το μελλοντολογικό (futurology) φαντασιακό, όπως εκφράζονται από την επιστημονική φαντασία μέσω της λογοτεχνίας και τηλεοπτικών σειρών όπως το Βlack Mirror και το Αltered Carbon, που περιγράφουν μια ανθρωπότητα που έχει κατακτήσει τη ψηφιακή αθανασία καθώς και τις συνέπειες αυτής της κατάκτησης.[8]

Οι ακραίες ιδέες και τεχνολογίες που ευαγγελίζεται ο διανθρωπισμός δεν θα πρέπει να μας οδηγήσουν στο να θεωρήσουμε τον σύγχρονο τεχνο-ουτοπισμό ένα περιθωριακό κίνημα. Η αντίληψη πως η ανθρωπότητα μπορεί να αγγίξει την ουτοπία μέσω των λύσεων που παρέχουν νέα και αναπτυσσόμενα πεδία γνώσης, όπως η νανοτεχνολογία και η βιοτεχνολογία, στις αρχές του 21ου αι. είχε μετουσιωθεί σε επίσημο δόγμα των πολιτικών και επιχειρηματικών ελίτ των ΗΠΑ. Μπροστά μας ανοιγόταν μια απολιτική τεχνοκρατική οδός προς ένα καλύτερο μέλλον, όπως το συνόψιζε η 405 σελίδων αναφορά του εθνικού οργανισμού για την επιστήμη των ΗΠΑ (National Science Foundation) με τίτλο Converging Technologies for Improving Human Performance που δημοσιεύθηκε το 2002, και η οποία, αφού αναγνώριζε το τεράστιο τεχνολογικό άλμα των τελευταίων 20 ετών, καλούσε τους φορείς και τους ερευνητές των νέων τεχνολογιών να ενώσουν άμεσα τις δυνάμεις τους ώστε να χαράξουν το μονοπάτι προς την ουτοπία.[9]

Ανάμεσα στις προβλέψεις της αναφοράς συναντάμε φουτουριστικές τεχνολογίες που υποστηρίζονται σθεναρά από διανθρωπιστές, όπως εμφυτεύματα στον ανθρώπινο εγκέφαλο που θα βελτιώνουν τη μνήμη, ρομπότ που θα εκτελούν επικίνδυνες εργασίες, γενετικές θεραπείες που θα επιμηκύνουν την ανθρώπινη ζωή, αυτόματοι μεταφραστές που θα καταργήσουν τα γλωσσικά εμπόδια στην επικοινωνία και πρόβλεψη για έξυπνες μηχανές (Αrtificial Ιntelligence). Παίρνοντας ως παράδειγμα την αύξηση της παραγωγικότητας και την επακόλουθη συσσώρευση πλούτου ως αποτέλεσμα της βιομηχανικής επανάστασης (18ο αιώνας) και της δεύτερης βιομηχανικής επανάστασης (1879-1914), αφενός, και της τρίτης ψηφιακής επανάστασης, που έφερε η διάδοση της χρήσης των υπολογιστών (δεύτερο μισό του 20ου αιώνα), αφετέρου, πενήντα κορυφαίοι ακαδημαϊκοί, ερευνητές και μέλη επιστημονικών οργανισμών των ΗΠΑ που είναι οι συγγραφείς της Converging Technologies for Improving Human Performance, τονίζουν πως η δημιουργία έξυπνων μηχανών θα οδηγήσει σε πρωτόγνωρη οικονομική ανάπτυξη και πλούτο φέρνοντας μια νέα επανάσταση στην παραγωγικότητα που σε αντίθεση με τις προηγούμενες θα συνεχίζεται όσο οι έξυπνες μηχανές θα αυξάνουν της νοημοσύνη τους. Το αποτέλεσμα αυτής της διαρκούς επανάστασης παραγωγικότητας θα είναι μια ανθρωπότητα ‘πλουσιότερη, υγιέστερη και πιο σοφή’.

Ο αργός θάνατος του τεχνο-ουτοπισμού

Σήμερα, ενώ πλησιάζουμε τα 20 χρόνια από τη δημοσίευση της αναφοράς, καμία από αυτές τις τεχνολογίες δεν έχει ακόμα μεταμορφώσει τον κόσμο. Αν και η έρευνα, όπως και η συζήτηση πάνω στις δυνατότητές τους να αλλάξουν την εικόνα των κοινωνιών μας, συνεχίζεται, το αισιόδοξο πνεύμα αυτής της αναφοράς μοιάζει να έχει εξαφανιστεί. Η υπόσχεση για ένα καθαρό περιβάλλον που θα έφερναν οι έξυπνες μηχανές μέσα σε διάστημα 50 ετών, όπως το Converging Technologies for Improving Human Performance, μοιάζει σήμερα, με την περιβαντολογική κρίση να πλησιάζει σε μη αναστρέψιμα επίπεδα, να έχει ξεχαστεί· το ίδιο και η υπόσχεση της κοινής ευημερίας που θα έφερναν οι μηχανές, που έχει αντικατασταθεί από τον φόβο της μαζικής ανεργίας λόγω της περαιτέρω αυτοματοποίηση της οικονομίας.[10]

Ο φόβος για τις αρνητικές συνέπειες της τεχνολογικής προόδου έρχεται στο προσκήνιο όσο η θρυλούμενη νέα επανάσταση στην παραγωγικότητα πλησιάζει.  Η τεχνολογία μοιάζει να κυριαρχεί πάνω στον άνθρωπο και όχι να κυριαρχείται από αυτόν. Κόντρα σε αυτό το αποκαλυπτικό σενάριο, παρατηρούμε την εμφάνιση έργων κριτικών προς τον τεχνο-ουτοπισμό της τεχνοκρατίας και του τεχνολογικού λυσισμού, που βλέπουν την τεχνολογία ως ένα εντελώς ουδέτερο εργαλείο που χρησιμοποιείται συστηματικά από τις πολιτικές και οικονομικές ελίτ για δικό τους όφελος, χρησιμοποιώντας την πολυπλοκότητα των νέων τεχνολογιών ώστε να κρύψουν τα ίχνη τους και να αποκλείσουν την πλειονότητα των πολιτών από τη λήψη αποφάσεων.

Χρειάστηκαν οι τελευταίες δεκαετίες και η συνειδητοποίηση του αντίκτυπου των νέων τεχνολογιών στο περιβάλλον, στην ιδιωτικότητα και τις πολιτικές ελευθερίες, ώστε μια σειρά ερευνητών να στρέψουν ξανά την προσοχή τους κριτικά στη σχέση του ανθρώπου με την τεχνολογία και στην ιδέα πως η μηχανή μπορεί να ακολουθεί μια πορεία ανεξάρτητη από τον δημιουργό της, μια πορεία που ίσως τη φέρει σε σύγκρουση με αυτόν, μεταμορφώνοντας τους ανθρώπους από επικυρίαρχους της τεχνολογίας σε παθητικούς χρήστες ή ακόμα και σε θύματά της. Αφομοιώνοντας τους δημιουργούς της σε ευρύτερα τεχνολογικά συστήματα, η τεχνολογία δεν αύξησε μόνο τις δυνατότητές μας και την παραγωγικότητά μας, αλλά άρχισε να διαμορφώνει και να καθοδηγεί ενεργητικά κάθε τομέα της σύγχρονης ζωής, από την πολιτική και την οικονομία μέχρι την εκπαίδευση και τη μαζική κουλτούρα.

Παράλληλα, ερευνητές και δημοσιογράφοι όπως οι Τζέιμς Μπριντλ (James Bridle), Εβγκένι Μορόζοφ (Evgeni Mozorov) και Μπράιαν Φουνγκ (Brian Fung) επισημαίνουν τη διαρκώς μειούμενη δυνατότητά μας να κατανοήσουμε τον αντίκτυπο της  σύγχρονης τεχνολογίας πέρα από το πεδίο της απλής τεχνικής στις ζωές μας, τονίζοντας πως σε αυτή τη νέα εποχή τεχνολογικής ανάπτυξης το τσιτάτο πολιτικών και τεχνολόγων «να γίνουμε όλοι προγραμματιστές», ώστε να την κατανοήσουμε, φαντάζει ήδη παρωχημένο. Η απλή γνώση ενός συστήματος ή μιας υπολογιστικής γλώσσας δεν μπορούν να μας βοηθήσουν να παρακολουθήσουμε πώς χρησιμοποιούνται οι νέες τεχνολογίες από τις πολιτικές και επιχειρηματικές ελίτ. Η σχεδόν δογματική πίστη πως οι υπολογιστές θα προσφέρουν λύσεις στα προβλήματα των κοινωνιών μας είναι μια ιδέα που και οι τρεις αντιμετωπίζουν με δυσπιστία, βλέποντας πίσω από το τεχνοκρατικό επικάλυμμα του απολίτικου ρασιοναλισμού μια ιδεολογία με το όνομα λυσισμός (solutionism)[11]: ένα σύστημα υπό τον έλεγχο κρατών και πολυεθνικών, που σκοπίμως προωθεί την άυλη/ψηφιακή υπόστασή του μέσω της μεταφοράς του νέφους (cloud), και που χρησιμοποιεί μια περίπλοκη τεχνική αργκό, ώστε να συσκοτίσει την υλική του υπόσταση και τις συνέχειες που ο παγκοσμιοποιημένος ψηφιακός κόσμος μοιράζεται με τα εμπορικά και επικοινωνιακά δίκτυα του αποικιακού κόσμου του 19ου αι.

Στον πυρήνα αυτής της κριτικής βρίσκεται το συμπέρασμα πως η επανάσταση της πληροφορικής και του διαδικτύου, σε αντίθεση με τις ελπίδες των τεχνο-ουτοπιστών, απέτυχε να δημιουργήσει μια πιο σοφή και ευτυχισμένη κοινωνία. Αντίθετα, διαπιστώνουν πως η περίοδος που διανύουμε υπό το κάλυμμα μιας newspeak και ουδέτερων όρων είναι μια εποχή τυφλής πίστης στη τεχνολογία και στις δυνάμεις της ως το  μόνο μέσο που είναι ικανό να προσφέρει λύσεις σε μια πλειάδα ζητημάτων, όπως η κλιματική αλλαγή και το αυξανόμενο κόστος περίθαλψης ενός διαρκώς αυξανόμενου και μακροβιότερου πληθυσμού. Θα πρέπει πάντως να σημειωθεί πως η κριτική τους δεν είναι τεχνοφοβική και πως και οι τρεις θεωρούν πως υπάρχει ακόμα ο χρόνος και η δυνατότητα να τιθασευθεί και να τεθεί ξανά υπό δημοκρατικό έλεγχο η τεχνολογική εξέλιξη.

Αν θέλουμε να κατανοήσουμε πλήρως την κρίση του τεχνο-ουτοπισμού, θα πρέπει να στραφούμε στο έργο του Νικ Λαντ (Nick Land), του στοχαστή που θεωρείται ο βασικός εκφραστής του επιταχυσμού (accelerationism), μιας θεωρίας που ζητά, όπως και η πλειονότητα των διανθρωπιστών, να μπει οριστικά τέλος στη συζήτηση για το κατά πόσο μπορούμε να επανακτήσουμε τον έλεγχό μας πάνω στη τεχνολογία ή αν έστω μπορούμε να περιορίσουμε τις αρνητικές επιπτώσεις της πάνω στις ανθρώπινες κοινωνίες και στον πλανήτη, και να αφήσουμε τις δυνάμεις της τεχνολογίας και του καπιταλισμού ελεύθερες να ολοκληρώσουν το έργο τους. Ο Λαντ, ακολουθώντας τον Χάιντεγκερ σε μια σειρά κειμένων του, βλέπει την τεχνολογία να καθίσταται  νομοτελειακά μια ανεξάρτητη δύναμη, ικανή να δρα και να σκέφτεται μόνη της, υποβαθμίζοντας πλήρως όχι απλά την ισχύ του ανθρώπινου στοχασμού σχετικά με αυτήν, αλλά και το ίδιο το νόημα μια τέτοιας πράξης.[12]

Για τον Λαντ, όπως και για την πλειονότητα των σύγχρονων στοχαστών της τεχνολογικής προόδου, το σημείο μηδέν για την ανθρωπότητα σηματοδοτείται με την δημιουργία/ανάδυση, στο μέλλον, μιας τεχνολογικής μοναδικότητας (technological singularity): μιας τεχνητής νοημοσύνης που θα έχει υπερβεί τη μέγιστη ανθρώπινη νοημοσύνη και θα είναι σε θέση να ξεκινήσει έναν διηνεκή κύκλο αυτο-αναβάθμισης, τελείως ανεξάρτητο και προστατευμένο από την ανθρώπινη παρέμβαση. Αυτό το σημείο μηδέν για την ανθρωπότητα έχει μετεξελιχθεί σε κομβικό σημείο της σύγχρονης σκέψης πάνω στη σχέση του ανθρώπου με τη τεχνολογία. Ο Λαντ γνωρίζει πως απέχουμε αρκετές δεκαετίες μέχρι το σημείο μηδέν της μοναδικότητας, και καλεί, όπως όλοι οι υποστηρικτές του επιταχυσμού, σε απελευθέρωση των δυνάμεων που θα φέρουν τη μοναδικότητα πιο γρήγορα. Γι’ αυτόν, το μόνο θετικό σενάριο που το μέλλον επιφυλάσσει για την ανθρωπότητα είναι η  αποσύνθεσή της στην ψηφιακή θάλασσα του κυβερνοχώρου όπου θα αναβαπτιστεί σε ένα σύμπαν λογισμικού, που θα τη μεταφέρει πέρα από τους βιολογικούς της περιορισμούς.

Φυσικά, το ποιητικό και συνάμα βάρβαρο όραμα του Λαντ και των επιταχυστών αγνοεί ή μάλλον επιλέγει να αποκρύπτει την αναλογική πλευρά αυτού του ψηφιακού κόσμου και τις τεχνικές παραμέτρους του, όμως σοφά παρατηρεί πως, αν και απέχουμε δεκαετίες μέχρι η τεχνητή νοημοσύνη να επιβληθεί στη βιολογική, πλέον είναι αδύνατο να φανταστούμε την κυριαρχία του ανθρώπου πάνω στον πλανήτη με ορίζοντα τους επόμενους αιώνες. Η αντίστροφη μέτρηση έχει ξεκινήσει.

Αυτό το ρολόι μοιάζει να λειτουργεί ως ξυπνητήρι για τον υπαρξιακό φόβο του είδους μας, που τρομάζει στην ιδέα μιας τεχνολογίας που θα έχει ξεφύγει πλήρως, όχι μόνο από τον έλεγχο του ανθρώπου, αλλά και από τη ρασιοναλιστική πορεία που έχουμε προδιαγράψει γι’ αυτήν. Ακόμα και ο Μπόστρομ βλέπει στη νανοτεχνολογία και στην ανάδυση μιας τεχνητής υπερνοημοσύνης τους δύο πιο πιθανούς κινδύνους για την ανθρωπότητα. Όπως επισημαίνει σε ένα άρθρο του από το 2002, η ανεξέλεγκτη χρήση αυτών των τεχνολογιών μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες για την επιβίωση της νοήμονος ζωής στον πλανήτη ή, όπως ο Μπόστρομ αναφέρει σε λιγότερο δραματικό, μπορεί να δημιουργήσουν προσκόμματα στην εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού.[13] Πρόκειται για ένα συμπέρασμα με το οποίο συμφωνούν συγγραφείς από διαφορετικά ιδεολογικά στρατόπεδα, όπως ο Ντέιβιντ Γουιλς (David Wills) και ο Φράνσις Φουκουγιάμα (Francis Fukuyama), επισημαίνοντας τον κίνδυνο της αποδοχής των επιταχυντιστικών επιχειρημάτων, δεδομένου ότι αυτά ζητούν την πλήρη απελευθέρωση της δύναμης της τεχνολογίας, καθώς και των τεχνο-ουτοπικών σενάριων, που αποδέχονται τυφλά τη γραμμική πρόοδο της τεχνολογίας, πιστεύοντας πως η τελευταία θα πραγματώσει την ουτοπία.[14]

Το αδιέξοδο

Αυτή η κριτική του τεχνο-ουτοπισμού, η οποία δυναμώνει τις δύο πρώτες δεκαετίες του 21ου αι., εκφράζει βαθιές υπαρξιακές φοβίες του είδους μας, που ίσως πηγαίνουν πέρα από το διανθρωπιστικό σχέδιο, επιβεβαιώνοντας τη σκέψη του Χάιντεγκερ, αλλά και τη διαπίστωση του Λαντ πως η τεχνολογία πλέον είναι μια δύναμη που δεν μπορεί να τιθασευτεί και που απειλεί την κυριαρχία του ανθρώπου στο πλανήτη. Τα καλέσματα για την εισαγωγή φραγμών στην έρευνα, σε τομείς όπως η γενετική μηχανική και η ανάπτυξη τεχνητής νοημοσύνης, εκ μέρους του Φουκουγιάμα και του Γουίλς, μοιάζουν καταδικασμένα, όπως και οι επιθέσεις του Μορόζοφ στον λυσισμό. Τα πολλαπλά δυστοπικά σενάρια με τα οποία έχουμε εξοικειωθεί μέσω της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου ίσως να μοιάζουν πιθανότερα από το όραμα του διανθρωπισμού, όμως υπάρχει πάντα η ελπίδα της συνύπαρξης. Όπως ο Έρικ Ντέηβις (Erik Davis) είχε σημειώσει λίγο πριν το 2000, ίσως να υπάρχει ένα άλλο ουτοπικό μέλλον, στο οποίο ο άνθρωπος και η έξυπνη μηχανή να μη χρειάζεται να  αλληλοεξοντωθούν ή να υποδουλωθούν ο ένας στον άλλο, αλλά να μπορούν να συνυπάρξουν αυτόνομα και ισότιμα σε έναν πλανήτη που θα απέχει τόσο από τη δυστοπική κόλαση του υπερπληθυσμού και των ρυπαρών μεγα-πόλεων, όσο και από τον πλανήτη-υποδομή για τον ψηφιακό παράδεισο που οι διανθρωπιστές ονειρεύονται.[15]


Το κείμενο επιμελήθηκαν οι Δήμητρα Αλιφιεράκη, Αντώνης Γαζάκης και Στέλιος Χρονόπουλος.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Σωτήρης Τριαντάφυλλος

Σωτήρης Τριαντάφυλλος

Ο Σωτήρης Τριαντάφυλλος είναι διδάκτορας ιστορίας του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης, με ειδίκευση στην ιστορία της επιστήμης και των ουτοπίων.

Σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

  • Εάν τίθεται το ερώτημα τί γίνεται στο επίπεδο των επιδραστικών κοσμοεικόνων και στη «μικρομεσαία» ιστορική διάρκεια (κλίμακα 3-4 δεκαετιών), ένα σοβαρό τραύμα στον τεχνοουτοπισμό και στις αντικανονιστικές ή μηδενιστικές ιδεολογίες («θάνατος του ανθρώπου») προκάλεσε ο Τζ. Ρ. Τόλκιν (Ο Άρχοντας των Δαχτυλιδιών κτλ). Τόσα χρόνια μετά την ευρεία δημοσιοποίηση των έργων του Τόλκιν, εκδοτική και κινηματογραφική, η ρητορική της Γκρέτα Τούνμπεργκ και ο τρόπος που χειρίζεται τη δημόσια παρουσια της, μοιάζει σαν εφαρμογή στην πολιτική του βασικού Τολκινικού αξιώματος: «Εάν πρόκειται να σωθεί ο κόσμος, θα σωθεί από την παρέμβαση μικρών και άσημων».
    Το σημαντικό είναι ότι μεγάλα πλήθη ανθρώπων – ιδίως νεότερης ηλικίας – ανταποκρίνονται θετικά σε τέτοιες κοσμοεικόνες. Αυτό σημαίνει ότι τις έχουν ανάγκη, ότι αυτές οι αντι-ουτοπιστικές κοσμοειεικόνες μιλούν.
    Άν και ξέρουμε τώρα ότι αυτό που αποκαλούσαμε παλιά «φύση του ανθρώπου», υπονοώντας ένα όλον σταθερό και αναλλοίωτο, μάλλον είναι απλή εικασία μιας αστήρικτης μεταφυσικής ανθρωπολογίας, ωστόσο σχήματα σκέψης που «ξεγράφουν» ολικά τον άνθρωπο ως όν που σκέφτεται και πράττει ενσυνείδητα δεν είναι ρεαλιστικα, γιατί δεν τα επαληθεύει η εμπειρία, δηλαδή ο τρόπος που δρούν και αντιδρούν οι πραγματικοί άνθρωποι, οι συμμετέχοντες σε κοινωνίες. Βλ. και
    Υπάρχει ακόμη «άνθρωπος» και ανθρωπισμός; Φουκώ και Χάιντεγκερ ή Τσόμσκυ και Μαρκούζε;
    https://aftercrisisblog.blogspot.com/2019/05/blog-post.html