Τεύχος #6 Δέκα Χρόνια Κρίση

Τέσσερις μπλόγκερ για την κρίση

Μπορεί η παγκόσμια οικονομική κρίση να χτύπησε την πόρτα της Ελλάδας ήδη από τον Δεκέμβρη του 2008, αλλά μέχρι τις πρώτες εβδομάδες του 2010 δεν φαινόταν να απασχολεί σε κεντρικό επίπεδο την ελληνική κοινωνία, τουλάχιστον πέρα από τις οικονομικές σελίδες του έντυπου και ηλεκτρονικού τύπου. Μάρτυρας γι’ αυτό μεταξύ άλλων είναι η σχεδόν απόλυτη ανυπαρξία κειμένων που μιλούν για την οικονομική κρίση στην ελληνική μπλογκόσφαιρα πριν το 2010, η οποία τότε ζούσε τη χρυσή της εποχή, με πραγματικά μπλογκ (weblog = ιστολόγια, δημόσια διαδικτυακά προσωπικά ημερολόγια) που ήδη είχαν αποκτήσει ένα δικό τους κοινό και διαμορφώσει ένα ξεχωριστό ιδίωμα.

Από τις αρχές του 2010 λοιπόν η «κρίση» μπαίνει στη ζωή και στο λεξιλόγιο όλων και το ίδιο συμβαίνει και σε πολλούς Έλληνες και πολλές Ελληνίδες μπλόγκερ που γράφουν όλο και πιο συχνά γι’ αυτή, για τις οικονομικές και κοινωνικές της συνέπειες και τις πολιτικές της προεκτάσεις, ιδίως τα πρώτα τέσσερα-πέντε χρόνια της. Το εντυπωσιακό για μένα ήταν όταν, μετά από μια σχετική αναζήτηση στα μπλογκ τους, διαπίστωσα ότι πολλά από αυτά τους τα κείμενα όχι μόνο κατόρθωναν να περιγράφουν με ενάργεια την κατάσταση της εποχής στην οποία γράφτηκαν, αλλά εξακολουθούν να παραμένουν εύστοχα και καθόλου παλιωμένα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν έλειψαν είτε τροποποιήσεις πλεύσης είτε ακόμη και διαψεύσεις.

Στο πλαίσιο του αφιερώματος μας στην κρίση, σκεφτήκαμε να φέρουμε τέσσερις γνωστούς Έλληνες μπλόγκερ, το βυτίο, την X-Psilikatzoy, τον Sraosha και τον Old Boy, «αντιμέτωπους» με ένα κείμενό τους για κάθε ένα από τα πρώτα τέσσερα χρόνια της κρίσης ή, αλλιώς, της «εποχής των μνημονίων», ζητώντας τους να σχολιάσουν τόσο το ίδιο, όσο και τη στιγμή που γράφτηκε με το διαφορετικό βλέμμα που τους χάρισε η απόσταση -του χρόνου, αλλά και του χώρου, σε κάποιες περιπτώσεις-  και ταυτόχρονα να μιλήσουν και για το σήμερα και το αύριο αυτής της κρίσης. Ανταποκρίθηκαν και οι τέσσερις με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο και τους ευχαριστούμε πολύ γι’ αυτό. Ο λόγος σε αυτούς και αυτή.

(Πριν από κάθε κείμενο παρατίθεται ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από την προς σχολιασμό ανάρτηση)


το βυτίο

 

Η λέξη είναι αλληλεγγύη.

Ας ξεκινήσουμε απ’ τα απλά. Είναι καιρός να μοιραστούμε βιβλία και αντικείμενα. Να παρακάμψουμε τους ενδιάμεσους. Να δημιουργήσουμε δίκτυα απευθείας συνεννόησης και ανταλλαγής προϊόντων. Να μαζευτούμε μέσα και έξω. Με κοινά έξοδα. Είναι καιρός να ανταλλάξουμε εξοχικά και βόλτες. Να στριμωχτούμε σε αυτοκίνητα. Να μιλήσουμε μεταξύ μας. Να ανακαλύψουμε κοινότητες και συλλογικότητες που ήδη υπάρχουν και ανθίζουν.

Να συμμετέχουμε. Να πάρουμε θέση νηφάλια και συγκρουσιακή. Τώρα όμως.

Μάλλον κακότεχνα, προσπαθώ να πω ότι είναι καιρός να υιοθετήσουμε εκείνες τις πρακτικές που – κατά το δυνατόν- παρακάμπτουν την οικονομία και αχρηστεύουν την έννοια του χρήματος. Δεν έχω ψευδαισθήσεις, ούτε μιλάω για επανάσταση. Η συζήτηση και ο στοχασμός για το μετασχηματισμό της κοινωνίας όχι μόνο παραμένει, αλλά και φουντώνει διαρκώς. Όμως τώρα, σήμερα, μέχρι να καταλήξουμε στις διαδικασίες, τους τρόπους κλπ ας προχωρήσουμε με καταφάσεις.

(5/3/2010)

δεν ήταν/είναι καιρός

Όσο κι αν ασκούμαι σ’ αυτό, τελικά είναι κάπως δύσκολο να γίνω εποικοδομητικός σχολιαστής του εαυτού μου. Τα παλιότερα κειμενάκια δεν μοιάζουν και πολύ του σημερινού γούστου μου, ενώ όταν ξεκινάω τον διάλογο με τον παλιό εαυτό, στη γωνία παραφυλάει το φάντασμα του ναρκισσισμού. Όπως και να ‘χει, τότε λοιπόν, Μάρτιο του 2010, μου είχε φανεί καλή ιδέα να γράψω ότι καλή η άμυνα (η κριτική, οι διαδηλώσεις, οι αρνήσεις), αλλά αυτό που χρειαζόμαστε είναι ένα κύμα αλληλεγγύης, συλλογικοτήτων, συνδέσεων και δικτύων, τα οποία θα μας επιτρέψουν αφενός να επιβιώσουμε, αφετέρου να χτίσουμε ένα άλλο παράδειγμα, μια άλλη ζωή μες στην κανονική ζωή.

Νιώθω ότι είμαι ο εντελώς πιο ακατάλληλος άνθρωπος για να κάνει μια ανασκόπηση του τι έγινε και τι δεν έγινε στα οκτώ αυτά χρόνια. Υπήρξε αρκετή αλληλεγγύη ή ήταν ψίχουλα όσα είδαμε; Μπορούμε να λέμε ότι έγιναν τόσα πράγματα ή δεν έγιναν παρά ελάχιστα; Δεν έχω ιδέα και δεν μπορώ να δώσω σοβαρή απάντηση.

Με αυτό ως δεδομένο, ιδού πως νιώθω. Βεβαίως, για ένα διάστημα ως προς τους πρόσφυγες, ή στο Μάτι πρόσφατα ή σε διάφορες άλλες οριακές καταστάσεις δεν κάναμε (ως κοινωνία) και λίγα. Σε στιγμές, οι άνθρωποι γύρω μας υπήρξαν συγκινητικοί. Αλλά η αλληλεγγύη μας ήταν σε συντριπτικό ποσοστό αλληλεγγύη του επείγοντος. Προσφορά σε οριακές στιγμές. Βοήθεια στους βασανισμένους και αυτό για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα. Δεν είναι λίγο, δεν λέω.

Αλλά η πολιτική μας στάση δεν πήγε το βήμα παρακάτω, δεν χτίσαμε το άλλο παράδειγμα.

Δεν έγιναν καταλήψεις στέγης για όσους αναγκάστηκαν να γυρίσουν στο πατρικό τους. Μας φάνηκε πιο λογικό να επιστρέψουν άνθρωποι 30 χρονών στο παιδικό τους δωμάτιο. Άρα μ’ έναν τρόπο επανεπιβεβαιώσαμε τα πρωτεία της δοσμένης οικογένειας. Ή, κατά κάποιον τρόπο, υπονοήσαμε ότι η αλληλοβοήθεια είναι πολύ καλή, αλλά όχι για μας. Η αλληλοβοήθεια ερμηνεύτηκε ως προσφορά σ’ αυτόν που δεν έχει τίποτα, αλλά εμείς δε δεχτήκαμε ότι δεν έχουμε τίποτα, προτιμήσαμε την επιστροφή στην οικογενειακή εστία και όχι τη δημιουργία κοινού χώρου γι’ αυτούς που η εποχή εξοντώνει (ή έστω ζορίζει).

Τα συνεργατικά εγχειρήματα ήταν κυρίως μαγαζιά στο χώρο της εστίασης.

Πολλά απ’ αυτά έχουν απλά πολλούς συνέταιρους και, άμα μάθεις τον τρόπο εσωτερικής οργάνωσης, αντιλαμβάνεσαι ότι υπάρχει κάτι πιο ανθεκτικό από τις κατσαρίδες – η κουλτούρα του αφεντικού.

Δεν καταφέραμε να κάνουμε την κοινωνική οικονομία μια πραγματικά επικίνδυνη ιδέα, αντιθέτως η κοινωνική οικονομία είναι ένα απ’ τα μεγάλα πρότζεκτ μέχρι και της Ε.Ε.

Ακόμη και πολιτιστικά, τα φεστιβάλ του καλοκαιριού κινδυνεύουν σοβαρά να γίνουν απλά φτηνές συναυλίες (αν δεν έχουν γίνει ήδη δηλαδή), ενώ μερίδα κόσμου ακόμη περιμένει να περιγράψει τη ζωή μας ο θανάσης, η ταράτσα του φοίβου (που μια χαρά, αλλά οκ) ή κάποιο απενοχοποιημένο fun με λαϊκά και μπιτ (στην πραγματικότητα ένα χιλιοπαιγμένο αμήχανο καλτ, καλό άμα γίνεις πιώμα).

Τα μιντιακά συνεργατικά εγχειρήματα δεν βρήκαν τον κοινό τους δρόμο (χωρίς να σημαίνει ότι δεν έγινε και τίποτα). Για τα εργασιακά δε μιλάω καν.

Ξέφυγα. Στο ποστ τότε, μιλούσα για καταφάσεις και έκανα quote Δημητριάδη (είναι καιρός να είναι καιρός – ωθεμου). Οκτώ χρόνια μετά νιώθω ότι γύρω μας υπάρχουν κυρίως αναδιπλώσεις στα παλιά καλά σχήματα – να βοηθήσουμε τους πρόσφυγες γιατί και ῾μεις οι έλληνες πρόσφυγες ήμαστε κάποτε, να ακολουθήσουμε πιστά τις μιντιακές ατζέντες, να ‘μαστε αισιόδοξοι γιατί έτσι, να ασχολούμαστε με λίγη γεωπολιτική, να ζητάμε καμιά ΕΔΕ και να πάμε εκεί που έχει φτηνή ρακί, α, παρεμπιπτόντως είναι συνεργατικό. Τις προάλλες συζητάγαμε και για τις συγκρούσεις στο πλάι της πορείας.

Άρα; Δεν θέλω να κλείσω με έναν παλιό μελοδραματικό στίχο, δεν θέλω να κλείσω με έναν παλιό αισιόδοξο στίχο, δεν θέλω να κλείσω με μια παλιά τρυφερή νοσταλγία για αγώνες και συνέχειες. Θα δούμε.


(X-)PSILIKATZOY

 

Το άκρο άωτο της γκαντεμιάς άμα ζεις μια οικονομική κρίση είναι να ανήκεις σε εκείνους που ζούσαν σε οικονομική κρίση και πριν την επίσημη οικονομική κρίση. Να θες δηλαδή να μιζεριάσεις και να τα χώνεις μέρα νύχτα αλλά να μη μπορείς πια γιατί αυτά που τραβάς έγιναν μέινστριμ. Κοινώς στα τέτοια τους εσύ και τα προβληματάκια σου και τα συμπεράσματά σου και η απόγνωσή σου μπροστά στη δικιά τους. Αδίκια. Είναι σαν τη γιορτή σου άμα σε λένε Κωνσταντίνα και γιορτάζεις μαζί με τη μισή Ελλάδα. Τί να φτουρίσουν οι ευχές τους και ποιόν να πρωτοκεράσεις.

Το πιο εξοργιστικό είναι ότι τόσα χρόνια, έχεις γίνει εξπέρ στη μιζέρια και σου ‘ρχονται τώρα οι ψάρακες να σε συμβουλέψουν που ως κλασικοί έλληνες πρόλαβαν και το φιλοσόφησαν κιόλας το πράγμα και σου πασάρουν τη λύση. Να ακούς να σου λένε ότι εντάξει, μέσα στο πρόγραμμα είναι όλα, κάνε λίγα χρόνια υπομονή και μετά σίγουρα θα στρώσει, πού θα πάει, το βαρέλι δεν έχει άλλο πάτο, σε ποιόν, σε εσένα που το δικό σου βαρέλι έχει γίνει σα μετροπόντικας, και να είσαι μονίμως με τον εμετό στο στόμα γιατί αυτή η λέξη, αυτή η υπομονή, σου ‘χει βιδωθεί μέσα σου δεκαετίες τώρα, έχει απλώσει και έχει γίνει σα σαρανταποδαρούσα, έχει φτάσει μέχρι τις φτέρνες κι όπου να ‘ναι θα σου βγει απ΄τα νύχια.

(19/10/2011)

Φυσική επιλογή

Δέκα χρόνια επίσημης οικονομικής κρίσης και τώρα πια δεν παραπονιέμαι, γίναμε πολλοί. Η πλειοψηφία έχει πάθει κι αυτή κρίση μαζί μου, μα αντί για μέινστριμ πια, είμαστε όλοι ξανά παράλογοι και με τη βούλα. Βγήκαμε επιτυχώς λέει στις αγορές, έχουμε ανάπτυξη, τα σκίσαμε τα μνημόνια. Τα νούμερα το λένε. Για τους περισσότερους σήμερα, η ζωή δείχνει να έχει σταματήσει στην τελευταία μέρα κραιπάλης. Στην τελευταία εκείνη ανέμελη στιγμή που όποιος ήθελε μπορούσε να περνά καλά σε βάρος των άλλων, να ασχημαίνει τα πάντα γύρω του, να καταπιέζει όλο και περισσότερους. Έπειτα ήρθε η κρίση. Ναι, όχι μόνο οικονομική αλλά και πολιτική, αξιών, ηλικίας, πανικού και κάτι άλλα ψιλά που δεν συγκράτησα. Βασικά όμως, τελείωσαν τα λεφτά. Καθένας μας, φορτώθηκε τα νέα βαρίδια και κυρίως σέρνεται, λίγο φωνάζει και ενίοτε βιαιοπραγεί καθώς όλο αυτό, πράγματι μας έκανε πιο δυνατούς.

Τη σκυτάλη πια την πήραν οι πολύ λίγοι. Εκείνοι που μπορούν ακόμη να περνούν καλά σε βάρος των άλλων, να ασχημαίνουν τα πάντα γύρω τους και να καταπιέζουν όλο και περισσότερους. Μα όχι, δεν είναι φαύλος κύκλος, είναι φυσική επιλογή. Μέχρι λοιπόν οι λίγοι να ξαναγίνουν πολλοί και μέχρι να μας τελειώσουν πάλι οι νέες αξίες, μα βασικά τα λεφτά, μισό εκατομμύριο απειλούμενων ειδών πήραμε την κρίση μας και την αποδημήσαμε σε άλλα μέρη. Κρύα και ζεστά. Όχι για να απαλλαγούμε από αυτήν, ούτε για να την κρύψουμε. Μονάχα για εκείνη τη μικρή πιθανότητα, κάποτε να μην ζούμε κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία μας. Με την κακή έννοια.

Λυπάμαι, προσπαθώ εδώ και κάτι αράδες να χώσω κάπου ένα αισιόδοξο μήνυμα μα δεν μου πάει το χέρι. Χρόνια τώρα μακριά και όποτε επισκέπτομαι την Ελλάδα, μαυρίζω όλο και περισσότερο. Όποτε ακούω νέα από φίλους και γνωστούς, τα καθημερινά τους, τα υποτίθεται δεδομένα και στοιχειώδη, κόβονται σταθερά το ένα μετά το άλλο, ενώ δίνονται απλόχερα σε όλους κάθε είδους πατήματα, όσο παράλογα μπορείς να φανταστείς για να θυμώσουν, να φωνάξουν, να βιαιοπραγήσουν. Και όταν το κάνουν, οι πολλοί επιδοκιμάζουν, ελάχιστοι ξέρουν πια πως ήμασταν πριν, πως πρέπει να ‘ναι, ελάχιστοι καν αντιδρούν. Η κρίση δεν μας έκανε καλύτερους ανθρώπους. Ούτε πιο ώριμους ή ψαγμένους ή άλλα κολακευτικά. Αντίθετα με ό,τι πιστεύουν οι πολλοί, η φτώχεια και η τόση αγωνία δεν βάζει τους ανθρώπους να φιλοσοφούν. Ποτέ δεν το έκανε.


Sraosha

 

Στο μεταξύ πολλοί από εμάς περπατάμε στους δρόμους, της Αθήνας και της Σαλονίκης κυρίως, και προσπαθούμε να διαγνώσουμε τη διάθεση του κόσμου, το αίσθημα. Λέμε ότι ο κόσμος κουράστηκε να τρώει ξύλο τζάμπα. Κι όμως, κάτι έχει αλλάξει εδώ. Στην Ελλάδα δεν υπήρχε παράδοση αποδοκιμασίας του αρχηγού του κράτους, ούτε καν των μισητότερων εκπροσώπων της Δυναστείας (και δεν ήτανε μόνον ο φόβος του τσουβαλιάσματος στην Ασφάλεια). Δείτε τι έγινε την 28η Οκτωβρίου και τα Φώτα. Τι έχει αλλάξει; Για πρώτη φορά από ιδρύσεώς του, το ελληνικό κράτος δεν επιτίθεται εναντίον των μισών ή του ενός τρίτου των πολιτών του. Για πρώτη φορά ορμάει να αφανίσει το φαντασιακό ή πραγματικό 90% των μικροαστών-μικρομεσαίων-αγροτών. Για πρώτη φορά όλοι οι συνταξιούχοι (σε μια χώρα γερόντων και σε μια χώρα, που όπως είχε πει κι ο Ξυδάκης, η αγορά κινείται από τον παππού και τη γιαγιά) χάνουν ικανό κλάσμα του εισοδήματός τους. Για πρώτη φορά (μετά το 1941-44) ο λεγόμενος μέσος Έλληνας ανησυχεί πραγματικά για την επιβίωσή του κ.ο.κ.

Έτσι, νομίζω ότι τελικά η ανασύνταξη του πολιτικού συστήματος θα στραφεί εναντίον του γιατί ο κόσμος (δείτε, δε λέω “ο λαός”) θα μπορεί ξεκάθαρα να ταυτίσει τον εχθρό με αυτό. Ένα σύστημα κλειστό, που δεν τον αντιπροσωπεύει ούτε καν συμβατικά (π.χ. με βουλή που προέκυψε πάλαι και υπό διαστημικά διαφορετικές συνθήκες), εύκολα γίνεται αντιληπτό ως η άρχουσα τάξη και μόνο.

(13/1/2012)

σαν το Μποργκ στα σταρτρέκια που αφομοιώνει ό,τι βρει και συνεχίζει παμφάγο

Η Μνημονιοκρατία ήταν μακάβρια συναρπαστική για όσους νομίζουμε ότι είμαστε καλύτεροι στο να ερμηνεύουμε τον κόσμο από το να προσπαθούμε να τον αλλάξουμε. Όσα περιγράφω στο κείμενο του 2012 καλώς τα περιγράφω, νομίζω. Εξίμισι χρόνια μετά όντως οι προνομιούχοι συνεχίζουν να περνάνε καλά, ενώ τη σωτηρία των τραπεζών και την αποπληρωμή του χρέους (που ο ΓΑΠ είδε ως αφορμή για μεταρρυθμίσεις) επωμίστηκαν τα συνήθη υποζύγια, μεγάλο ποσοστό των οποίων συνετρίβη και άφησε τον ωραίο κι ασυνάρτητο κόσμο μας μια ώρα αρχύτερα. Η εξεγερτική μανία του 2010-2012 καταστάληκε βάρβαρα και τελικά μεταλλάχθηκε σε ανάθεση και σε χιλιαστική προσδοκία της έλευσης του ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ με τη σειρά του έσωσε το σύστημα, το σύστημα έστεψε τον ΣΥΡΙΖΑ και όλοι είναι ικανοποιημένοι· όλοι εκτός από τα συνήθη υποζύγια. Όπως περιμέναμε το ’12, το ΠΑΣΟΚ ξεφούσκωσε ενώ η ΝΔ κατάντησε ένα κόμμα από μέσα πεθαμένο, ένα γκόλεμ που το ζωοποιεί ξόρκι ακροδεξιό. Άλλωστε πλέον ο ΣΥΡΙΖΑ είναι πιο ΠΑΣΟΚ και από το ΠΑΣΟΚ, ενώ οι πολιτικές του είναι πολιτικές πεφωτισμένης Κεντροδεξιάς, όπως τις θυμόμαστε μερικοί.

Για τα θύματα της Μνημονιοκρατίας, για τα οποία η λιτότητα συνεχίζεται και ενισχύεται, δεν μιλάει πια κανένας. Όσοι μεν επιδίωξαν να καταλάβουν την εξουσία εξ ονόματός τους (όχι τόσοι πολλοί όσοι θα επιθυμούσαν κάθε λογής συκοφάντες) γιατί δεν τους χρειάζονται πια, όσοι όντως γιατί θέλησαν να τους υπερασπιστούν σωπαίνουν από ντροπή ίσως ή και από απλή αμηχανία. Μία από τις μεγάλες αποτυχίες της αντιμνημονιακής δράσης ήταν ακριβώς ότι δεν κατάφερε να δώσει φωνή στους μη προνομιούχους, στα συνήθη υποζύγια, σε όσους συντρίβονται και θα συντρίβονται από την αποσάθρωση του κοινωνικού κράτους, από τον εκζουγκλισμό της αγοράς εργασίας, από την αυτοδικαιωμένη έπαρση του «ε ρε Κατοχή / Χούντα που μας χρειάζεται». Το οποίο, ναι, είναι το μόνο όραμα που είχε να μας πουλήσει ποτέ η Δεξιά στην Ελλάδα, όραμα βάναυσης και άνωθεν ευταξίας.

Υπάρχει ελπίδα; Σίγουρα υπάρχει ελπίδα. Όχι με αόριστους μεταφυσικούς όρους αλλά ακριβώς επειδή όσοι δεν έχουν φωνή το 2018 δεν είναι πια μόνο μελλοθάνατοι συνταξιούχοι αλλά και πολλοί νέοι άνθρωποι: θυμηθείτε άλλωστε ότι ο Δεκέμβρης του 2008 ήρθε από εκεί που δεν τον περιμέναμε. Ίσως ο λεγόμενος μέσος Έλληνας πια δεν ανησυχεί για την επιβίωσή του, όμως αυξήθηκαν όσοι ανησυχούν πραγματικά για την αξιοπρέπειά τους ή και για την επιβίωσή τους. Επίσης, αντίθετα με το 2012 ο σωφρονίζων φασισμός δεν εκπροσωπείται πια μόνον από ένα κόμμα-συμμορία αλλά έχει διαχυθεί παντού σε συμπεριφορές και σε αντανακλαστικά, έχει καταστεί πρακτικός φασισμός που κάποιους τους γαντζώνει πάνω σε σημαίες και σάρισες ενώ για άλλους εικονογραφεί το κοινωνικό αδιέξοδο και το μεγάλο ψέμα της πατρίδας που ταυτίζεται με το κράτος που ταυτίζεται με την ψυχή σου. Έρχεται εποχή αποσυνδέσεων, αποκαθηλώσεων και αποσυναρμολογήσεων, είτε ήσυχων και διαβρωτικών είτε που θα κομματιάσουν άξαφνα την ωραία ησυχία της κανονικότητας, της συρρικνωμένης κανονικότητας του 2018, ίσκιου και φάσματος της πάλαι κανονικότητας που επέτρεψε σε κάποιους από εμάς να προκόψουν.


Old Boy

 

Σταματήστε να πεθαίνετε από τη φτώχεια, σταματήστε να πεθαίνετε από το κρύο και τα μαγκάλια, σταματήστε να αυτοκτονείτε, σταματήστε να ψάχνετε στα σκουπίδια και να τρώτε στα συσσίτια, σταματήστε να μην έχετε ρεύμα, σταματήστε να μεταναστεύετε, σταματήστε να κλαψουρίζετε, σταματήστε να λαϊκίζετε, σταματήστε να λαϊκίζετε, σταματήστε να λαϊκίζετε, σταματήστε να εκμεταλλεύεστε τραγωδίες, σταματήστε να δολοφονείτε εξ αμελείας τα παιδιά σας, σταματήστε να είστε στη χώρα χωρίς άδεια, σταματήστε να λαϊκίζετε, όχι άλλη κλάψα, όχι άλλη κλάψα, νισάφι, νισάφι με τη μαυρίλα, έρχονται γιορτές, ας συζητήσουμε επιτέλους για την ουσία των προβλημάτων, ο λαϊκισμός είναι ο υπ’ αριθμόν ένας εχθρός, όχι άλλος λαϊκισμός, όχι άλλες ανθρωποκτονίες εξ αμελείας, δεν πρόκειται καν για αμέλεια, πρόκειται για ενδεχόμενο δόλο, ίσως και για άμεσο δόλο, κανείς δεν είναι φτωχός απλά και μόνο επειδή είναι αμελής, οι ικανοί και οι άξιοι προκόβουν, η φτώχεια και η εξαθλίωση ποτέ δεν ανάγονται σε μια σκέτη αμέλεια, είναι καρκίνοι στο κοινωνικό σώμα που προέρχονται από ανθρώπους νωθρούς, ανίκανους, τεμπέληδες και δολερούς, η φτώχεια είναι ποινικό αδίκημα, η φτώχεια κρατά τη χώρα πίσω, η φτώχεια στερεί έσοδα από τον κρατικό μηχανισμό, ένας θάνατος εδω – ένας θάνατος εκεί κι όλοι αρχίζουν πάλι την ίδια μονότονη κλάψα, ενώ πάνε αυτά, τα αφήσαμε πίσω, μπούκωσε η ψυχή μας μια τετραετία τώρα με τη μαυρίλα, ο κάθε φτωχός ας πεθάνει όπως είναι να πεθάνει, δεν πεθαίνεις από μαγκάλι εν έτει 2013 αν σου κόβει λίγο, αν έχεις μια στοιχειώδη πληροφόρηση, οι φτωχοί είναι ηλίθιοι, οι φτωχοί εγκληματούν, όχι άλλος λαϊκισμός, ας ξεφύγουμε από τις ιστορίες για τα μαγκάλια κι ας δούμε επιτέλους με αισιοδοξία το μέλλον, όχι άλλος λαϊκισμός, επιχειρήματα αν υπάρχουν ναι, αλλά δεν υπάρχουν επιχειρήματα, υπάρχει μόνο διάθεση για άναρθρες κραυγές, υπάρχει μόνο προσπάθεια να μετατρέψουμε μεμονωμένες ιστορίες προσωπικής ποινικής ευθύνης σε αφήγηση για μια κοινωνία που οι φτωχότεροι πεθαίνουν και έτσι και αλλιώς και αλλιώτικα, ενώ είναι σαφές ότι δεν ζούμε σε μια τέτοια κοινωνία, ενώ είναι σαφές ότι ζούμε σε μια κοινωνία που έχει μεν μειωθεί το βιοτικό της επίπεδο, αλλά όλα αυτά τα δραματικά και τα κραυγαλέα και τα ψυχοπονιάρικα είναι οι τελευταίες απεγνωσμένες προσπάθειες να πέσουμε στο χάος του ανορθολογισμού, ενώ ορθολογισμός είναι να επιβιώσουμε οι δυνατότεροι ημών και μαζί η χώρα, κι όποιος είναι να ψοφήσει να ψοφήσει και να φυλακίσουμε ή να απελάσουμε μετά τη μάνα του τη φόνισσα.

(3/12/2013)

Η πληρωμή των κριμάτων

Πολύ μαύρη χρονιά το ‘13. Νομίζω η πιο μαύρη της μνημονιακής δεκαετίας. Στη συνολική της πραγματικότητα. Και στο συνολικό της κλίμα. Ζόφος όμως. Ζόφος. Ας μην μιλήσουμε για τη δολοφονία του Φύσσα εδώ. Ας μην μιλήσουμε δηλαδή για γεγονότα που ακόμη κι αν αρχικά έγινε και για αυτά προσπάθεια να παρουσιαστούν ως ήσσονος ή πάντως ως μη πολιτικής σημασίας («Τον σκότωσε για το ποδόσφαιρο»), στη συνέχεια καταγράφηκαν στη συλλογική μνήμη ως κομβικά. Ας μιλήσουμε για το θέμα που θίγει το συγκεκριμένο ποστ. Θάνατοι από μαγκάλια. Ή για ένα άλλο που έρχεται αμέσως στο νου, για το παιδί που σκοτώθηκε πηδώντας απ’ το τρόλεϊ επειδή δεν είχε εισιτήριο. Για αυτά δηλαδή τα και τότε και υποθέτω πολύ περισσότερο και τώρα ψευτογεγονότα κατά τους άλλους. Ψευτογεγονότα, όχι γιατί ήταν fake news, αλλά γιατί υποτίθεται διαστρέψαμε την ουσία τους και τα εκμεταλλευτήκαμε, διασπείροντας στην ευεπίφορη στον λαϊκισμό ελληνική κοινωνία «εχθροπάθεια», τοξικότητα και μίσος.

Γιατί λοιπόν είχαμε τόση οργή πριν πέντε χρόνια; Την υποκινούσε ο Σύριζα για να έρθει στην εξουσία κι εμείς υπήρξαμε είτε κυνικοί συνένοχοί του, είτε αφελείς μαριονέτες του; Προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους, ότι μια πολιτική δύναμη που επί δεκαετίες ήταν του μπαίνω-δεν μπαίνω στη Βουλή, χωρίς κανένα ΜΜΕ στη διάθεσή της και με όλα τα μεγάλα ΜΜΕ να δίνουν νυχθημερόν την αντίθετη γραμμή, απέκτησε ξαφνικά τόση καταλυτική επιρροή στην κοινή γνώμη, ώστε κατάφερε να πολώσει μια κοινωνία έτοιμη να δει το φως το αληθινό και να παραδεχτεί ότι τα μνημόνια ήταν ευλογία.

Είναι περισσότερο από σαφές ότι το κλίμα του 2010-15 δεν ήταν τεχνητό, δεν ήταν κατασκευασμένο: οι επιπτώσεις της κρίσης και των μνημονίων ήταν τόσο βίαιες και τόσο έντονες, που αντίθετα, όσο κι αν προσπαθούσαν είτε να τις ωραιοποιήσουν, είτε να τις παρουσιάσουν ως δίκαιη τιμωρία για τις συλλογικές ασωτίες ενός λαού που πήρε τον λάθος δρόμο και τώρα είχε έρθει η ώρα να πληρώσει, δεν γινόταν να μην υπάρχει αντίδραση και κατακραυγή, δεν γινόταν να μην βρεθεί τρόπος να εκφραστεί κάπως η απόγνωση.

Φωνάξαμε πολύ; Έπρεπε να έχουμε υπάρξει πιο ψύχραιμοι; Ναι, φωνάξαμε. Ναι, κραυγάσαμε. Και ναι, αρθρώσαμε και λόγο. Υποτίθεται ότι τους ενοχλούσαν οι κραυγές, αλλά τους ενοχλούσε ο λόγος. Ο αντίλογος. Γιατί αν η κρίση είχε ξεσπάσει και τα μνημόνια είχαν έρθει στην εποχή πριν τα σόσιαλ μίντια, ο καθεστωτικός λόγος θα έμενε χωρίς ουσιαστικό αντίλογο.

Αλλά αν αυτά είναι σε μεγάλο βαθμό λυμένα, ο ελέφαντας στο δωμάτιο παραμένει ο εξής: όλες οι συνέπειες των μνημονίων έπαψαν άραγε ως δια μαγείας να υφίστανται απ’ το ‘15 και μετά; Έπαψαν να υπάρχουν αντίστοιχα περιστατικά; Έπαψε ο κόσμος να υποφέρει και ενίοτε να πεθαίνει; Έπαψαν να υπάρχουν μαγκάλια; Κάτι, κάπου, κάπως δεν κολλάει με την αφήγησή μας, έτσι δεν είναι; Τι έγινε λοιπόν; Πρώτα λαϊκίσαμε και μετά λακίσαμε;

Όσο κι αν τα χειρότερα χρόνια της κρίσης κι ο πάτος του βαρελιού ήταν τότε, η πραγματικότητα προφανώς -προφανέστατα- δεν μεταβλήθηκε μονομιάς. Μια εξήγηση ίσως είναι ότι το πρώτο εξάμηνο του ‘15 με όλη τη δραματικότητά του και τη συγκρουσιακή του διάσταση του προσέφερε πολιτικά μια εκτόνωση και μια κάθαρση. Μια άλλη εξήγηση ίσως είναι ότι ο ζόφος είναι αδύνατον να συνεχίζεται εσαεί. Δεν το αντέχεις να είσαι βουτηγμένος σε έναν διαρκή ζόφο. Ακόμη κι αν δίπλα σου εξακολουθούν να πεθαίνουν; Μάλλον ακόμη και τότε. Φαρισαϊκό; Ίσως. Πάντως πιο ειλικρινής στάση από τη στάση εκείνων που ακόμη και σήμερα, όταν σοκάρεσαι για έναν άλλο θάνατο, όπως αυτόν του Ζακ Κωστόπουλου, όλα τους τα επιχειρήματα θα οδηγούν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο στη σύγκριση αξίας ανθρώπινων ζωών και θα λένε άμεσα ή έμμεσα ότι μερικές ανθρώπινες ζωές αξίζουν λιγότερο από άλλες. Βασικά αυτό έλεγαν και το 2013. Βασικά όλος ο μνημονιακός λόγος ήταν ένας λόγος στον πυρήνα του οποίου οι πιο αδύναμοι πληρώνουν δικαίως για τα κρίματά τους.


Οι αναρτήσεις από τις οποίες προέρχονται τα αποσπάσματα των κειμένων που σχολιάζουν οι τέσσερις μπλόγκερ είναι οι παρακάτω:

το βυτίο: ασυνάρτητο ποστ ξανά (και ξανά)

X-Psilikatzoy: Όχι ρε, δικιά μου είναι η κρίση

Sraosha: Το γαμώτο και το σούσι 

Old Boy: Εξ αμελείας

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Αντώνης Γαζάκης

Ο Αντώνης Γαζάκης αποφοίτησε από τη Σχολή Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων το 2000 και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια εργάζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Διαβάζει πολλή λογοτεχνία, και ενίοτε γράφει γι’ αυτή στο μπλογκ του μαζί με δικά του μικρολογοτεχνικά κείμενα, ενώ άρθρα του επί παντός επιστητού δημοσιεύονται επίσης στο alterthess.gr, στο thegreekcloud.com και αλλού. Ζει στη Θεσσαλονίκη και όταν δεν διαβάζει, παίζει θέατρο και Civilization ή βλέπει σειρές μυστηρίου.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε