Κριτική Τεύχος #08

Το Εθνικό Θέατρο στην Κατοχή και τα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια

Η καταγραφή των πεπραγμένων του Εθνικού Θεάτρου από τον Παναγιώτη Μιχαλόπουλο είναι αναμφίβολα μια πολύτιμη συμβολή στην ελλιπή γνώση μας της πολιτισμικής ζωής στην Ελλάδα κατά την Κατοχή και τα πρώτα χρόνια μετά την Απελευθέρωση. Σκιαγραφεί με αρτιότητα την καλλιτεχνική φυσιογνωμία του οργανισμού βασισμένος σε στέρεη αρχειακή έρευνα και εμπλουτίζει τα ευρήματά του με εύστοχες αναφορές σε δημοσιεύματα της εποχής, απομνημονεύματα, προσωπικές αλληλογραφίες.
Αριστερά: Το εξώφυλλο του βιβλίου. | Δεξιά: Το εξώφυλλο του προγράμματος της παράστασης «Ιφιγένεια η εν Ταύροις» του Εθνικού Θεάτρου (1941)

Το Εθνικό Θέατρο στη δεκαετία 1940-1950: Οι διοικήσεις, το καλλιτεχνικό έργο και η θέση του σκηνοθέτη
Παναγιώτης Μιχαλόπουλος
Κάπα Εκδοτική, 2018 | 468 σελ.

Η περίοδος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της γερμανικής κατοχής στην Ελλάδα δεν έχει μελετηθεί ακόμα στο βάθος και την έκταση που θα θέλαμε, ούτε έχουν διερευνηθεί επαρκώς καίριες πτυχές της καθημερινότητας όπως, για παράδειγμα, η οικονομική ή η πολιτισμική δραστηριότητα στην κρίσιμη δεκαετία 1940-1950. Εύλογα την προσοχή των μελετητών μονοπώλησαν τα στρατιωτικά και διπλωματικά γεγονότα παλαιότερα, η Αντίσταση, ο Εμφύλιος και το Ολοκαύτωμα πιο πρόσφατα. Διατρέχοντας τις σχετικές μελέτες της περιόδου βρίσκουμε να υπερτερούν κατά πολύ ιστοριογραφικού ή αυτοβιογραφικού χαρακτήρα έργα (τα γεγονότα του πολέμου και το βίωμα της Κατοχής στις διάφορες περιοχές της Ελλάδας και προσωπικές μαρτυρίες, κυρίως των αγριοτήτων των γερμανικών αρχών) έναντι επιστημονικών εργασιών βασισμένων σε έρευνα αρχειακών τεκμηρίων, σύγκριση με τα δεδομένα άλλων χωρών και γενικότερα ερμηνευτικά σχήματα. Τη δεκαετία του 1990 κυκλοφόρησαν δύο έργα αναφοράς -χαρακτηριστικά αμφότερα από ξένους ιστορικούς-, το Στην Ελλάδα του Χίτλερ: Η εμπειρία της Κατοχής (Αλεξάνδρεια, 1994) του Μαρκ Μαζάουερ και το δίτομο Στέμμα και σβάστικα: Η Ελλάδα της κατοχής και της Αντίστασης 1941-1944 του Χάγκεν Φλάισερ (Παπαζήσης, 1995), που σηματοδότησαν τη στροφή της ιστοριογραφίας σε μια εις βάθος ουσιαστική μελέτη της περιόδου και έδωσαν το έναυσμα για μια σειρά από πολύ αξιόλογες έρευνες που υπογράφονται από νεότερους Έλληνες ιστορικούς. Οι μελέτες, ενδεικτικά, των Μενέλαου Χαραλαμπίδη για την εμπειρία της Κατοχής και της Αντίστασης στην Αθήνα (Αλεξάνδρεια, 2012), το συλλογικό Κατοχική βία 1939-1945. Η ελληνική και ευρωπαϊκή εμπειρία (Ασίνη, 2016, σε επιμέλεια Στράτου Δορδανά, Βασιλικής Λάζου, Βαγγέλη Τζούκα και Λάμπρου Φλιτούρη), της Βιολέτας Χιονίδου για τον λιμό στην κατοχική Ελλάδα 1941-1944 (Εστία, 2011) ή του Ιάσονα Χανδρινού για τις ευρωπαϊκές πόλεις στον πόλεμο 1939-1945 (Μωβ Σκίουρος, 2018) είναι μερικές από τις πιο πρόσφατες εργασίες που δείχνουν ότι πλέον αυτή η κατεύθυνση κερδίζει έδαφος και δίνει καρπούς.

Το έργο του Παναγιώτη Μιχαλόπουλου μπορεί να ενταχθεί σε αυτό το ρεύμα ανανέωσης της ιστοριογραφίας για την επίμαχη περίοδο και είναι ιδιαίτερα ευπρόσδεκτο, καθώς εστιάζει σε ζητήματα πολιτισμού και διανόησης που ελάχιστα έχουν απασχολήσει τους ερευνητές μέχρι τώρα.  Ο Μιχαλόπουλος παρουσιάζει την πορεία του Εθνικού Θεάτρου κατά τη δεκαετία του 1940, από την εμπλοκή της χώρας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο έως τη λήξη του Εμφυλίου Πολέμου, και εξετάζει τρία βασικά ζητήματα: τις εξελίξεις στη διοίκηση του ιδρύματος, το καλλιτεχνικό έργο του Εθνικού Θεάτρου και τις διεργασίες γύρω από τη θέση του σκηνοθέτη στην κρατική σκηνή. Η δομή της μελέτης παρακολουθεί χρονικά τα ιστορικά γεγονότα: το πρώτο κεφάλαιο εξετάζει τη δράση του Εθνικού Θεάτρου κατά την εμπόλεμη περίοδο (1940-1941), το δεύτερο τη λειτουργία του κατά τη διάρκεια της ιταλογερμανικής κατοχής (1941-1944), το τρίτο τις διεργασίες μετά την Απελευθέρωση και τη βραχύβια περίοδο της διεύθυνσης του Γιώργου Θεοτοκά (1944-1946), ενώ το τέταρτο καταληκτικό κεφάλαιο τη λειτουργία του ιδρύματος υπό τη γενική διεύθυνση του Δημήτρη Ροντήρη (1946-1950), περίοδο που συμπίπτει με τη γενίκευση της εμφύλιας σύρραξης. Το βιβλίο αποτελεί την επεξεργασμένη μορφή της διδακτορικής διατριβής του συγγραφέα, που υποστηρίχθηκε στο Τμήμα Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, και βασίζεται σε πρωτογενή έρευνα, ιδίως στη μελέτη των Πρακτικών των Συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του Εθνικού Θεάτρου, αλλά και στον τύπο της εποχής (νόμιμο και παράνομο).

Το Εθνικό Θέατρο ιδρύθηκε αρχικά το 1901, ως Βασιλικό Θέατρο, από τον Θωμά Οικονόμου, και στεγάστηκε στο κτήριο της Αγίου Κωνσταντίνου, όπου βρίσκεται ακόμα σήμερα, με βάση τα σχέδια του γνωστού και για άλλα δημόσια κτίρια Αυστριακού αρχιτέκτονα Ερνέστου Τσίλλερ. Το 1908 έκλεισε, λόγω έλλειψης χρημάτων, ανακοινώνοντας ότι διακόπτει τις παραστάσεις του επ’ αόριστον. Το θέατρο φιλοξενούσε σποραδικά ξένους θιάσους ως το 1932, οπότε και επανιδρύθηκε ως Εθνικό Θέατρο, με νόμο (της 3ης Μαΐου 1930) του τότε Υπουργού Παιδείας, Γεωργίου Παπανδρέου. Γενικός Διευθυντής ορίστηκε ο Ιωάννης Γρυπάρης ενώ μόνιμος σκηνοθέτης του θεάτρου ανέλαβε ο Φώτος Πολίτης. Τον Πολίτη διαδέχτηκε, μετά τον θάνατό του το 1934, ο Δημήτρης Ροντήρης. Στους σκοπούς του Εθνικού Θεάτρου συγκαταλέγονται όχι μόνον η παρουσίαση θεατρικών έργων, αλλά κυρίως η ανάπτυξη του θεάτρου ως μορφής Τέχνης, και η προαγωγή της πολιτιστικής ταυτότητας του τόπου. Με αυτό το σκεπτικό, από τον ιδρυτικό νόμο του 1930 προβλεπόταν η λειτουργία Δραματικής Σχολής, ως παράρτημα του θεάτρου, για την ανάδειξη του υποκριτικού και σκηνοθετικού δυναμικού της Ελλάδας, ενώ το 1939 ιδρύθηκαν ως τμήματα του Εθνικού Θεάτρου, από τον Κωστή  Μπαστιά, η Εθνική Λυρική Σκηνή και η κινητή μονάδα περιοδειών με το όνομα «Άρμα Θέσπιδος» και σκηνοθέτη τον Πέλο Κατσέλη.

Η μελέτη του Μιχαλόπουλου ξεκινά με την κήρυξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου, τον Οκτώβριο 1940, όταν το Εθνικό Θέατρο έχει συμπληρώσει μόλις οκτώ χρόνια λειτουργίας. Παρουσιάζοντας τις «αρτιότερες παραστάσεις που είχε γνωρίσει ως τότε η ελληνική σκηνή», ακολουθεί τα πρότυπα των κρατικών θεάτρων της Κεντρικής Ευρώπης, πιστό σε ένα κλασικό επί το πλείστον ρεπερτόριο και με ενισχυμένη τη θέση του σκηνοθέτη εντός του οργανισμού. Οι άρτιες παραγωγές, οι περιοδείες στη Θεσσαλονίκη (1938) και την Αίγυπτο (1939), η θεμελίωση του θερινού Βασιλικού Θεάτρου Θεσσαλονίκης (1938), η λειτουργία για πρώτη φορά στους νεότερους χρόνους του Αρχαίου Θεάτρου της Επιδαύρου με την παράσταση της Ηλέκτρας (1938), η φιλοξενία στη σκηνή του ιστορικών θιάσων από το εξωτερικό (Gate Theatre, Old Vic, Comédie Française), οι θριαμβευτικές εμφανίσεις στην Αγγλία και τη Γερμανία (1939), εξυπηρετούσαν ασφαλώς την προπαγανδιστική πολιτική του μεταξικού καθεστώτος, καθιέρωσαν όμως το Εθνικό Θέατρο ως τον πλέον αξιόπιστο φορέα της θεατρικής τέχνης στη χώρα. Η ανάληψη, άλλωστε, της γενικής διεύθυνσης του θεάτρου από τον Κωστή Μπαστιά, στενού συνεργάτη του Ιωάννη Μεταξά, το 1937, παρείχε στην κρατική σκηνή μια σχετική ελευθερία στο ζήτημα των συνεργατών και την αναγκαία οικονομική υποστήριξη.

Την επόμενη δεκαετία η πορεία του Εθνικού αποτυπώνει αναπόφευκτα όλες τις κρίσιμες ιστορικές εξελίξεις στην χώρα και η Διεύθυνσή του εξαρτάται πλέον πλήρως, γράφει ο Μιχαλόπουλος, από την εναλλαγή των προσώπων και των κομμάτων στην εξουσία, κάτι που θα χαρακτηρίζει τις εξελίξεις στην κρατική σκηνή τις επόμενες δεκαετίες. Όπως έχει ήδη επισημάνει η έρευνα, «στις συνθήκες της Κατοχής, το Εθνικό Θέατρο αντιμετωπίζει αντίστοιχα προβλήματα με τους θιάσους του ελεύθερου θεάτρου».[1] Το νέο στοιχείο που προσκομίζει η έρευνα του Μιχαλόπουλου στο αρχείο του Εθνικού Θεάτρου και τα Πρακτικά των συνεδριάσεων του Διοικητικού Συμβουλίου του είναι η άμεση και γλαφυρή εικόνα των συζητήσεων που αναδεικνύει τις κύριες προσωπικότητες της περιόδου, τα εκάστοτε διακυβεύματα, τις πιέσεις και τις αντιστάσεις, τους συμβιβασμούς με τις κατοχικές αρχές.

Η προσέγγιση της παρούσας μελέτης είναι προσωποκεντρική. Μαθαίνουμε πολλά για τους κύριους δρώντες της κεντρικής σκηνής και αυτό αρμόζει καθώς ο βεντετισμός των ηθοποιών και η κυριαρχία του σκηνοθέτη είναι δυνάμεις συχνά αντίρροπες που διαμορφώνουν το κλίμα και τις επιλογές του θεάτρου. Διαβάσαμε με μεγάλο ενδιαφέρον, για παράδειγμα, τα κεφάλαια που εκθέτουν διεξοδικά τη σύντομη περίοδο της διεύθυνσης του Εθνικού  Θεάτρου από τον Γεώργιο Θεοτοκά μετά την Απελευθέρωση (Φεβρουάριος 1945-Μάιος 1946), τις προσπάθειες αναδιοργάνωσης του οργανισμού, ανανέωσης και εκσυγχρονισμού της συνολικής λειτουργίας του. Ο Θεοτοκάς τοποθετήθηκε Γενικός Διευθυντής του θεάτρου από τον Υπουργό Παιδείας της κυβέρνησης Πλαστήρα, τον βυζαντινολόγο καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, Κωνσταντίνο Άμαντο. Για το Διοικητικό Συμβούλιο ο Θεοτοκάς εισηγήθηκε τη συμμετοχή των Παναγιώτη Κανελλόπουλου, Γιώργου Σεφέρη, Γιώργου Κατσίμπαλη και Νίκου Χατζηκυριάκου-Γκίκα. Διευθυντής δραματολογίου ανέλαβε, πάλι μετά από πρόταση του Θεοτοκά, ο Άγγελος Τερζάκης ενώ Γενικός Γραμματέας του θεάτρου διορίστηκε ο Τάσος Αθανασιάδης. Ο Θεοτοκάς αντιτάχθηκε, και τελικά εμπόδισε, τον διορισμό στην Καλλιτεχνική Επιτροπή του Σπύρου Μελά, ο οποίος το επιδίωκε σθεναρά: «Το ήθελε μάλιστα με κάποιο πάθος, παθιασμένος καθώς είναι σ’ όλες του τις εκδηλώσεις», γράφει σχετικά ο Θεοτοκάς σε άρθρο του στη Νέα Εστία το 1948. Και συνεχίζει, «είταν αδύνατο, κατά την κρίση μου, να εγκολπωθεί ένα εθνικό ίδρυμα έναν άνθρωπο με τόσο βαρύ παρελθόν».

Η νέα διεύθυνση παρέλαβε ένα Εθνικό Θέατρο χωρίς σκηνή, καθώς το κτίριο του Τσίλλερ είχε εκχωρηθεί σε αγγλικό στρατιωτικό θίασο με απαγόρευση για τους Έλληνες ηθοποιούς να εισέρχονται σε αυτό. Έπρεπε επιπλέον να αντιμετωπίσει επειγόντως την ανασυγκρότηση του οργανισμού, την κακή οικονομική κατάσταση, τις απώλειες, κτηριακές και υλικοτεχνικού εξοπλισμού, που σημειώθηκαν στα Δεκεμβριανά, την αποψίλωση του δυναμικού του θεάτρου με την απουσία στις ΗΠΑ των Μινωτή-Παξινού και την αποχώρηση πολλών αριστερών ηθοποιών, αλλά και τις επεμβάσεις των Βρετανών στην επιλογή των έργων που θα ανέβαιναν στο Εθνικό. Σε συνθήκες ακραίας πολιτικής πόλωσης προείχε η διαφύλαξη της εύρυθμης λειτουργίας της κρατικής σκηνής. Δουλεύοντας με μεθοδικότητα ο Θεοτοκάς κατόρθωσε να επιτύχει πλεόνασμα στα ταμεία του θεάτρου και να αυξήσει σημαντικά τον αριθμό των παραστάσεων σε σχέση με την προπολεμική περίοδο Μπαστιά. Ακόμη, ο Θεοτοκάς ίδρυσε την πρώτη «δεύτερη σκηνή» του Εθνικού (την «Πρωτοποριακή Σκηνή» για νέους ηθοποιούς και σκηνοθέτες που θα παρουσίαζαν σύγχρονα έργα), ιδέα που κυοφορούνταν επί δεκαετίες, αλλά δεν είχε μπει σε εφαρμογή, καθιέρωσε το εναλλασσόμενο δραματολόγιο και τον θεσμό των Λογοτεχνικών Απογευματινών (με την παρουσίαση σε μορφή αναλογίου έργων της νεοελληνικής γραμματείας από την κρητική λογοτεχνία έως τον 20ο αιώνα και βασικό συνεργάτη τον Κ.Θ. Δημαρά) ενώ, ξεπερνώντας τις αντιδράσεις, μπόρεσε να δώσει στο δραματολόγιο «μια κατεύθυνση όσο το δυνατό πιο εναρμονισμένη με τις πνευματικές αναζητήσεις του 20ου αιώνα».

Η διοίκηση Θεοτοκά ήρθε σε σφοδρή ρήξη με το θεατρικό κατεστημένο και ο Μιχαλόπουλος την καταγράφει με πληρότητα αξιοποιώντας τα εσωτερικά έγγραφα του θεάτρου, αλλά και τη δημόσια, απροκάλυπτα πολιτική αντιπαράθεση μέσω μαχητικών άρθρων σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής. Η παρουσίαση του Καποδίστρια του Καζαντζάκη για τον εορτασμό της 25ης Μαρτίου και η προετοιμασία της Σίβυλλας του Σικελιανού προκάλεσαν υβριστικές επιθέσεις από μερίδα του Τύπου εις βάρος των «εαμοκομμουνιστών» συγγραφέων και την απαίτηση να απολυθεί ο Θεοτοκάς και να αντικατασταθεί από τον Ροντήρη. Κατηγορούμενος ακόμη και για «αντεθνική δράση» από τον δεξιό τύπο, ο Θεοτοκάς θα αποχωρήσει από το Εθνικό μετά την επικράτηση του Λαϊκού Κόμματος που θα σπεύσει να τοποθετήσει τον Ροντήρη επικεφαλής της νέας διοίκησης του οργανισμού.

Σταθερό μέλημα της μελέτης είναι να αναδείξει το σκηνοθετικό ζήτημα στη λειτουργία του Εθνικού, τον τρίτο άξονα στον υπότιτλο του έργου. Ο σκηνοθέτης αντιμετωπίζεται ως κυρίαρχος παράγοντας της παράστασης και βασική παράμετρος των σκηνικών εξελίξεων, οι συχνοί ανταγωνισμοί μεταξύ διοίκησης και σκηνοθετών για το αποφασιστικό δικαίωμα στη διανομή των έργων και το εύρος των αρμοδιοτήτων των τελευταίων τεκμηριώνονται αναλυτικά και οι σκηνοθεσίες των πρωταγωνιστών της περιόδου (Ροντήρης, Μουζενίδης, Μιχαηλίδης, Καραντινός, Κατσέλης) παρουσιάζονται με λεπτομέρεια, με αποκορύφωμα την περίοδο της «μονοκρατορίας» του Δημήτρη Ροντήρη (1949-1950). Η ανάλυση του Μιχαλόπουλου θα κέρδιζε, πιστεύουμε, σε βάθος και εμβέλεια εάν, πέρα από τα άφθονα πραγματολογικά στοιχεία που προσφέρει, ενσωμάτωνε μια ανάλυση της πλούσιας θεωρητικής συζήτησης γύρω από τον ρόλο του σκηνοθέτη κατά τον 20ό αιώνα και επιχειρούσε την ένταξη της ελληνικής περίπτωσης στο ευρωπαϊκό τουλάχιστον πλαίσιο.

Στην παρούσα μελέτη το Εθνικό Θέατρο εμφανίζεται σαν ένας συναρπαστικός μικρόκοσμος, μια πολυάνθρωπη κυψέλη με έντονα πάθη σε μια εποχή ταραγμένη και ασταθή, ουσιαστικά όμως αποκομμένο από τον κοινωνικό και πολιτισμικό ιστό που το περιβάλλει. Η πολιτική είναι αναγκαστικά παρούσα, λόγω των συνεχών άνωθεν παρεμβάσεων στη λειτουργία του θεάτρου σε επίπεδο προσώπων, λογοκρισίας, προϋπολογισμών, κλπ. Πολύ ενδιαφέροντα σημεία όμως μένουν ασχολίαστα, όπως, για παράδειγμα, η απρόσκοπτη απασχόληση γνωστών αριστερών ηθοποιών και άλλων συντελεστών στην κρατική σκηνή κατά τη μεταξική και την κατοχική περίοδο.

Η καταγραφή των πεπραγμένων του Εθνικού Θεάτρου από τον Παναγιώτη Μιχαλόπουλο είναι αναμφίβολα μια πολύτιμη συμβολή στην ελλιπή γνώση μας της πολιτισμικής ζωής στην Ελλάδα κατά την Κατοχή και τα πρώτα χρόνια μετά την Απελευθέρωση. Σκιαγραφεί με αρτιότητα την καλλιτεχνική φυσιογνωμία του οργανισμού βασισμένος σε στέρεη αρχειακή έρευνα και εμπλουτίζει τα ευρήματά του με εύστοχες αναφορές σε δημοσιεύματα της εποχής, απομνημονεύματα, προσωπικές αλληλογραφίες, κ.ά. Θεωρούμε ότι θα ήταν χρήσιμη μια περισσότερο διεξοδική παρουσίαση της δομής και των όρων λειτουργίας του Εθνικού, όπως προβλέπονται καταστατικά, και ασφαλώς θα θέλαμε να γνωρίζουμε και τα οικονομικά στοιχεία των παραστάσεων (π.χ., εισιτήρια, μισθοδοσίες, λοιπές δαπάνες), εφόσον αυτά διασώθηκαν στο αρχείο του θεάτρου. Προσμετράται στα θετικά στοιχεία του έργου το γεγονός ότι ο συγγραφέας προέρχεται από τον χώρο της θεατρολογίας και έχει πλήρη εξοικείωση με τα πρόσωπα και τα πράγματα που περιγράφει.

Οι ειδικοί των θεατρικών σπουδών θα βρουν στις σελίδες του βιβλίου όλο το πλήθος των πληροφοριών για το ρεπερτόριο, τις διανομές, την κριτική και τα παρασκήνια που επιζητούν. Όσοι πάλι έχουν γενικότερο ενδιαφέρον για την περίοδο που καλύπτει η μελέτη θα έχουν την ευκαιρία να προσεγγίσουν ένα ιδιαίτερο πολιτισμικό πεδίο με τα δικά του κανονιστικά πλαίσια και μοναδικό δημόσιο ρόλο που ο Παναγιώτης Μιχαλόπουλος αναδεικνύει με στέρεη γνώση και μεθοδικότητα. Οι περιπέτειες του Εθνικού Θεάτρου, όπως μας τις αφηγείται, εγγράφονται πλήρως στη μεγάλη ιστορία του τόπου, και αντικατοπτρίζουν πιστά «την ανέχεια και την αλληλεγγύη της Κατοχής, τον ενθουσιασμό και τη σύντομη ελπίδα της Απελευθέρωσης, την οπισθοδρόμηση και τον διχασμό του Εμφύλιου Πολέμου».

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Άννα Καρακατσούλη

Άννα Καρακατσούλη

Η Άννα Καρακατσούλη είναι Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών, όπου διδάσκει Ευρωπαϊκή Ιστορία και Πολιτισμό και Ιστορία του Βιβλίου, και συντονίζει την έκδοση του Άνω Κάτω Τελεία: Σημεία για το βιβλίο και την ανάγνωση. Κυκλοφορούν οι μελέτες της Στη χώρα των βιβλίων: Η εκδοτική ιστορία του Βιβλιοπωλείου της Εστίας, 1885-2010 (Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2011) και "Μαχητές της Ελευθερίας" και 1821: Η Ελληνική Επανάσταση στη διεθνική της διάσταση (Πεδίο, 2016).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε