Τεύχος #10 Oι κόσμοι του νουάρ

Το φαγητό, μυστήριο της ζωής στον Αντρέα Καμιλλέρι

Όταν ο Μονταλμπάνο τρώει, μας αποκαλύπτει αυτό που ο Καμιλλέρι ονομάζει «ηδονή του να είσαι ζωντανός». Στο Η άλλη άκρη του νήματος, καθώς τρώει, το μυαλό του γίνεται μαυροπίνακας «που πάνω του εμφανίζονται μόνο εγκωμιαστικά λόγια για τις γεύσεις που ένιωθε στο στόμα του και στη συνέχεια πλημμύριζαν όλο του το σώμα και έφταναν μέχρι τις άκρες των δακτύλων του» μέχρι να μείνει εκστασιασμένος. Σε άλλη περίπτωση θέλει «η μυρωδιά να φτάσει μέχρι τα μύχια της ψυχής του».

Στο διήγημα του Αντρέα Καμιλλέρι, Ο μύθος του Άουλο Τζέλλιο, ο γνωστός ήρωάς του, επιθεωρητής Μονταλμπάνο, αποφασίζει να φτιάξει τη διάθεσή του πηγαίνοντας σε μια ταβέρνα που του έχει συστήσει ένας φίλος. Καθώς οδηγεί νευριασμένος, ελπίζει το φαγητό να μην είναι κακό, ώστε να μην περάσει μια άσχημη νύχτα στριφογυρίζοντας στο κρεβάτι. Κατά τη διάρκεια της παραγγελίας του στην ταβέρνα του Φιλίππο (που βρίσκεται στον δρόμο για τη Φιάκκα) μονομαχεί λεκτικά με τον ταβερνιάρη, στην προσπάθεια του να αποφασίσει αν αξίζει να παραγγείλει το χταπόδι αλά ναπολετάνα. Για τον Μονταλμπάνο δεν υπάρχει περιθώριο αποτυχίας, αφού το τίμημα θα είναι βαρύ: Να χάσει τον ύπνο του. Ο Μονταλμπάνο, παρά τις αρχικές επιφυλάξεις του για την «επικίνδυνη» κάπαρη από την Παντελλερία, φαίνεται να πείθεται. Οι αναγνώστριες ακολουθούμε τη σκέψη του καθώς σταδιακά επιθυμούμε μαζί του να γευτούμε το σιτσιλιάνικο φαγητό:

Τι χρειάζεται για να μαγειρέψεις χταπόδι αλά ναπολετάνα; Σκόρδο, λάδι, ντομάτα, αλάτι, πιπέρι, κουκουνάρι, μαύρες ελιές από την Γκαέτα, σταφίδα σουλτανίνα, μαϊντανό, φέτες τηγανισμένο ψωμί και το φαγητό είναι έτοιμο. Τι γίνεται όμως με τις αναλογίες; Το ένστικτο είναι που σε οδηγεί να βάλεις την κατάλληλη ποσότητα αλατιού και τη σωστή δόση σκόρδου;

Οι σκέψεις του καταλήγουν σε μια απορία: Είναι το ένστικτο αυτό που οδηγεί στην μαγειρική;

Τον αργό και απολαυστικό ρυθμό της αφήγησης διακόπτει ένας θόρυβος, υπενθυμίζοντάς μας ότι διαβάζουμε νουάρ μυθιστόρημα.[1] Δύο άντρες με πιστόλια εισβάλλουν στην ταβέρνα και σημαδεύουν τον Μονταλμπάνο μπερδεύοντάς τον με κάποιον άλλο. Ο Καμιλλέρι μας δίνει την ευκαιρία να διαβάσουμε τις σκέψεις του επιθεωρητή, θυμίζοντάς μας πρώτα ότι, όταν κάποιος πεθαίνει, βλέπει όλη τη ζωή του να περνάει μπροστά του σαν κινηματογραφική ταινία. Ο Μονταλμπάνο όμως σκέφτηκε: «Τώρα θα με σκοτώσουν και δεν θα φάω το χταπόδι αλά ναπολετάνα».

Για τον Μονταλμπάνο, το έγκλημα είναι συνήθως μια παρεμβολή και η εξιχνίασή του ένα αναγκαστικό καθήκον, ενώ η πράξη του φαγητού μια καθημερινή ιεροτελεστία. Όταν ο Μονταλμπάνο σκέφτεται ότι θα πεθάνει πριν δοκιμάσει το χταπόδι αλά ναπολετάνα, καταλαβαίνουμε ότι η βασική του αγωνία δεν είναι απλώς η επιβίωση αλλά η απόλαυση. Θέλει να ζήσει για να γευτεί το χταπόδι. Το φαγητό σε αυτή την περίπτωση συμβολίζει τη ζωή αλλά και την απόλαυση. H επιθυμία του για φαγητό γίνεται όρος επιβίωσης, ενόρμηση ζωής.

Μετά από ένα σύντομο περιστατικό συμπλοκής στην ταβέρνα, που οδηγεί τον ταβερνιάρη να προσεύχεται γονατιστός και φοβισμένος, ο Μονταλμπάνο του δίνει δύο «χαστουκάκια» και του λέει, «Άντε τρέχα θα καεί το χταπόδι». Λίγο πριν ο Μονταλμπάνο ξεκινήσει να λύνει άλλο ένα μυστήριο, ο Καμιλλέρι φροντίζει να μας καθησυχάσει καθίζοντας τον επιθεωρητή και πάλι στο τραπέζι, αφού «Παρ’ όλη την τρομάρα που πήρε, η μαγειρική του Φιλίππο ήταν εξαίσια και ο Μονταλμπάνο έγλειψε στην κυριολεξία τα δάκτυλά του.». Ο Μονταλμπάνο, χορτασμένος και επιζών, συνεχίζει να επιτελεί το καθήκον του, φροντίζοντας η Βιγκάτα[2] να παραμείνει ασφαλής. Τον ισχυρισμό ότι το φαγητό στο έργο του Καμιλλέρι συμβολίζει τη ζωή, επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο συγγραφέας, σε μια συνέντευξή του στον Guardian το 2012:[3]

Δεν είναι λαιμαργία. Είναι όπως στα βιβλία του Σιμενόν, όπου ο Μεγκρέ επίσης αγαπά το καλό φαγητό. Είναι ίσως η εκδίκηση της ζωής, μια επιβεβαίωση ότι είσαι ζωντανός μπροστά στον συνεχή θάνατο. Ίσως με το να τρως εκφράζεις ασυνείδητα την ηδονή του να είσαι ζωντανός.

Σε αυτόν τον ορισμό που μας δίνει ο Καμιλλέρι, εντοπίζουμε τη βασική λειτουργία της παρουσίας του φαγητού στη λογοτεχνία του. Αν τα εγκλήματα που προσπαθεί να λύσει ο Μονταλμπάνο φέρνουν συνεχώς τον θάνατο στο προσκήνιο, το φαγητό αποτελεί μια εκδίκηση της ζωής, μια επιβεβαίωση της ανθρώπινης ύπαρξης, μια ασυνείδητη επιθυμία για ηδονή. Και όχι μια οποιαδήποτε ηδονή, αλλά την ηδονή «να είσαι ζωντανός». Τόσο πολύ σέβεται το φαγητό ο Καμιλλέρι, που ίσως δεν είναι τυχαίο πως σε κανένα από τα εγκλήματα που επινοεί δεν περιλαμβάνεται δηλητηριασμένο φαγητό. Μόνο τα μακαρόνια με σαρδέλες και το χταπόδι με σάλτσα και μανιτάρια της οικονόμου του Αντελίνα είναι «νοστιμότατα αλλά πολύ βαριά, θανατηφόρα», τόσο που αξίζει να τα γευτεί και ας πεθάνει. Σε άλλη περίπτωση, τα κρύα μακαρόνια με ντομάτα, βασιλικό, σταφίδες και μαύρες ελιές, έχουν μια μυρωδιά που «ανασταίνει και νεκρούς». Όταν ο Μονταλμπάνο βυθίζεται στην κατάθλιψη, λόγω της απώλειας ενός αγαπημένου του φίλου, κατορθώνει να αναρρώσει τρώγοντας σαλιγκάρια. Στην αρχή αντιστέκεται, όμως μετά αποφασίζει να τα γευτεί, «ήταν μια διπλή πρόκληση, στο στομάχι και στην ψυχή… ένιωσε σιγά σιγά να απελευθερώνεται: ξορκίστηκε η μελαγχολία.».

Το φαγητό ως ιερό μυστήριο

Ο Αντρέα Καμιλλέρι πέθανε στις 17 Ιουλίου 2019, σε ηλικία 93 ετών, αλλά δεν «έφυγε από τη ζωή». Το έργο του, ζωντανό, ξεχειλίζει από γεύσεις, μυρωδιές, έρωτες και πάθη, υπενθυμίζοντάς μας ότι το πραγματικό μυστήριο είναι η ζωή και όχι το ανεξιχνίαστο έγκλημα. Πρόκειται για ένα ιερό μυστήριο που η «λύση» του είναι τόσο απλή όσο και μια αυθεντική σιτσιλιάνικη συνταγή. Αν και απλή, θα πρέπει να τελείται ευλαβικά, σε κατανυκτική ατμόσφαιρα, σιωπηλά και με συνέπεια στην ώρα, όπως οι περισσότερες θρησκευτικές τελετές. Ο επιθεωρητής Μονταλμπάνο μπορεί να έχει χάσει τον ύπνο του πολλές φορές, αλλά σπάνια χάνει το γεύμα του. Αυτή η ιερότητα του φαγητού που το μετατρέπει σε μυστήριο της ζωής, υπογραμμίζεται για παράδειγμα στο μυθιστόρημα του Καμιλλέρι, Σκύλος από Τερακότα όταν ο ταβερνιάρης Καλότζερο λέει διδακτικά στον Μονταλμπάνο, που ένα μεσημέρι τρώει τα τηγανητά του ψάρια χωρίς όρεξη: «Τις σκέψεις πρέπει να τις αφήνετε στην άκρη, όταν βρίσκεστε μπροστά σε τούτο το θαύμα που σας προσφέρει ο Θεός μ’ αυτά τα λαβράκια».

Στην ιερή κορύφωση φτάνει όταν φαντασιώνεται (και όχι όταν τρώει) τα «διάσημα» αραντσίνι της οικονόμου του. Στο Τα πορτοκάλια του Μονταλμπάνο, ο Καμιλλέρι σε μια σπάνια στιγμή μοιράσματος[4] μπαίνει στον κόπο να περιγράψει αναλυτικά τη συνταγή ενός φαγητού του οποίου «τη γεύση δεν θα ξεχνούσε ποτέ, είχε γραφτεί στο DNA του». Η διαδικασία μαγειρέματός τους διαρκεί δύο μέρες και οδηγεί τον Μονταλμπάνο σε μια ευχαριστία στον Θεό «που σε αξίωσε να φας κάτι νόστιμο». Τα αραντσίνι, παλιά συνταγή της γιαγιάς του συγγραφέα, έγιναν παγκοσμίως γνωστά χάρη στην αναφορά τους από τον Μονταλμπάνο. Αν το σιτσιλιάνικο φαγητό και η βρώση του είναι ιερά, η μη αναγνώρισή τους αποτελεί βλασφημία. Στο Το χαμόγελο της Αντζέλικα, όταν η σύντροφός του Λίβια, με την οποία διατηρεί μακρόχρονη σχέση εξ αποστάσεως, τον ρωτά «πώς λέγεται εκείνη η πίτσα που φτιάχνετε στα μέρη σας;», ο Μονταλμπάνο σκέφτεται: «Το να αποκαλείς πίτσα το σιτσιλιάνικο καλτσόνε ήταν μεγάλη βλαστήμια, σαν να αποκαλούσες κροκέτες τους γεμιστούς ρυζοκεφτέδες, δηλαδή τα αραντσίνι». Το γεγονός ότι η Λίβια δεν γνωρίζει τις ονομασίες των φαγητών αποτελεί σημείο της ξενότητάς της.

Θεωρητικοποιώντας το φαγητό

Πριν συνεχίσουμε να τρώμε με τον Μονταλμπάνο, είναι σκόπιμο να σημειώσουμε κάποιες από τις συμβολικές διαστάσεις του φαγητού. Προσπερνώντας την αυτονόητη σπουδαιότητα της τροφής για την ανθρώπινη επιβίωση, μπορούμε να σκεφτούμε την πρωτογενή παραγωγή της, την υποβολή της στη διαδικασία του μαγειρέματος,[5] την κατανάλωσή της. Γευόμενες, παρατηρώντας ή και απλώς διαβάζοντας για τις γαστρονομικές διαδρομές και το πλαίσιο μέσα στο οποίο επιτελούνται, γνωρίζουμε τις διαφορετικές τοπικές κουλτούρες ή την κατασκευασμένη τους εικόνα προς τουριστική αξιοποίηση, ατομικές συνήθειες και χαρακτήρες ανθρώπων, σχέσεις ανάμεσα σε οικογένειες και φίλους που μοιράζονται το φαγητό γύρω από ένα τραπέζι,[6] μηνύματα που ανταλλάσσονται κατά την κατανάλωσή του, την κοινωνική θέση των ανθρώπων, τις καταναλωτικές τους συνήθειες, τη δική τους ιδιαίτερη καλλιέργεια και κουλτούρα, την υγεία και τη σωματική τους κατάσταση. Τελικά μαθαίνουμε για τη δική μας ζωή και τη ζωή των άλλων. Το φαγητό στους μεσογειακούς πολιτισμούς κατέχει σημαντική θέση. Πάνω σε αυτό βασίζονται στερεοτυπικές αντιλήψεις που δημιουργούν την εικόνα ότι σε κάθε γωνιά της Ελλάδας ή της Σικελίας υπάρχει ένα τεράστιο οικογενειακό τραπέζι γύρω από το οποίο οι άνθρωποι πίνουν και χορεύουν. Παρά τις στερεοτυπικές αυτές αντιλήψεις που καλλιεργούνται συστηματικά από τις διαφημιστικές καμπάνιες και ενισχύονται από την κινηματογραφική και λογοτεχνική παραγωγή, είναι αλήθεια ότι οι τοπικές καλλιέργειες και το κλίμα της Μεσογείου ευνοούν την παραγωγή φρούτων, λαχανικών καθώς και πλούσιων γαλακτοκομικών προϊόντων. Επίσης, το φαγητό αποτελεί ρυθμιστή της καθημερινής ρουτίνας, ιδιαίτερα σε περιοχές στις οποίες ο χρόνος κυλά πιο αργά και οι συνθήκες επιτρέπουν συχνές συναντήσεις σε ταβέρνες και οικογενειακά τραπέζια.

Φαγητό και μεσογειακό νουάρ

Όψεις αυτής της μεσογειακής κουλτούρας εντοπίζουμε στο μεσογειακό νουάρ μυθιστόρημα, γεγονός που ενισχύει την άποψη ότι το φαγητό είναι κεντρικής σημασίας για τους ανθρώπους της Μεσογείου. Διάφοροι συγγραφείς νουάρ έχουν εντάξει με διαφορετικό τρόπο το φαγητό στο έργο τους. Το 2011[7] σε μια δημόσια εκδήλωση, ο συγγραφέας Πέτρος Μάρκαρης έλεγε:

Ο Μονταλμπάνο λέει «ας φάμε πρώτα», την ώρα που ο Ρέμπους του Ράνκιν τη βγάζει με πίτσα και μπίρα. Διαβάζεις Ιζό και μυρίζεις θαλασσινά. Ακόμα και η Αμερικάνα Ντόνα Λεόν έχει επηρεαστεί ζώντας στη Βενετία. Τί φαγητό πέφτει στα αστυνομικά της! (…) Ο Ζορζ Σιμενόν πρωτοέβαλε το φαγητό στο αστυνομικό μυθιστόρημα.

Ο Καμιλλέρι στο Σκύλος από τερακότα βρίσκει ευκαιρία, δια στόματος Μονταλμπάνο, να συγκριθεί με άλλους μεγάλους συγγραφείς του μεσογειακού νουάρ. Καθώς παρακολουθεί τηλεόραση, τρώγοντας ψωμί και πίνοντας κρασί, σκέφτεται ότι «όσον αφορά τη γεύση ήταν πιο κοντά στον Μαιγκρέ παρά στον Πέπε Καρβάλιο, τον πρωταγωνιστή των μυθιστορημάτων του Μονταλμπάν, ο οποίος έτρωγε πιάτα τόσο πικάντικα, που θα έφερναν καούρες ακόμα και σε έναν καρχαρία».

Ο Καμιλλέρι χρησιμοποίησε το φαγητό ως μέσο γνωριμίας με την καθημερινή ζωή, την τοπική κουλτούρα αλλά και τους ήρωές του. Το έργο του εγγράφεται στην παράδοση του μεσογειακού νουάρ που πρώτος εγκαινιάζει τη δεκαετία του ΄70 ο Ισπανός Μανουέλ Μονταλμπάν. O ήρωάς του, ντετέκτιβ Πέπε Καρβάλιο, είναι λάτρης του καλού φαγητού, όπως και ο επιθεωρητής Μονταλμπάνο. Ο Καμιλλέρι γράφει τις δικές του λαμπρές σελίδες στην ιστορία του αστυνομικού μυθιστορήματος, ακολουθώντας γνωστά μοτίβα του μεσογειακού νουάρ, όπως την αναζήτηση της χαμένης αυθεντικότητας, τη νοσταλγία για τις παλιές καλές εποχές, τη δυσφορία για τη γραφειοκρατική λειτουργία του κράτους, την παρουσίαση μιας ίσως εξιδανικευμένης μεσογειακής κουλτούρας, της οποίας βασικά στοιχεία είναι η αλληλεγγύη, οι δεσμοί συγγένειας και φιλίας, η τιμή, και βεβαίως η τέχνη της καλής ζωής, η οποία παρουσιάζεται κυρίως μέσα από την αγάπη του επιθεωρητή Μονταλμπάνο για την τοπική κουζίνα και το καλό κρασί.[8]

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ωστόσο ότι οι αναγνώστριες-ες της ελληνικής έκδοσης των μυθιστορημάτων του Καμιλλέρι χάνουμε κάτι από την αφήγηση των ιστοριών και των γεύσεων στην ελληνική γλώσσα, αφού ο Καμιλλέρι γράφει στη σικελική ιδιόλεκτο. Υπάρχει ήδη μια απόσταση ανάμεσα σε εμάς, τον Μονταλμπάνο και τον τόπο του, όταν διαβάζουμε ονομασίες φαγητών που ηχούν εξωτικά και που μόνο διαισθητικά μπορούμε να υποθέσουμε ότι, αφού ακούγονται ωραία, πρέπει να είναι και νόστιμα. Στην πραγματικότητα, τις περισσότερες φορές πρόκειται για απλές παραδοσιακές συνταγές των οποίων η επιτυχία κρίνεται από την ποιότητα των υλικών και τον χρόνο παρασκευής τους. Η ροή της αφήγησης καθώς διαβάζουμε για τα εγκλήματα διακόπτεται ευχάριστα, ανοίγοντάς μας σχεδόν πάντα την όρεξη με λέξεις όπως μουστατσόλα, καννόλι, αραντσίνι και κασάτα.

Νοσταλγία

Το φαγητό σε κάθε ιστορία του επιθεωρητή Μονταλμπάνο αποτελεί πρώτα από όλα ένα σημείο εισόδου,[9] για να γνωρίσουμε τον τόπο, δηλαδή τη Σικελία, στην οποία διαπράττονται τα εγκλήματα και μαγειρεύονται οι νόστιμες συνταγές. Υπάρχει μια ηθελημένη υπερβολή στα μυθιστορήματα του Καμιλλέρι, η οποία καταλήγει σε μια παρωδία, με το έγκλημα να στέκεται μονίμως εμπόδιο ανάμεσα στον επιθεωρητή και το καλό φαγητό. Από τη μία παρουσιάζεται η εικόνα μιας Σικελίας που τρώει απολαυστικά, όπως ο επιθεωρητής Μονταλμπάνο, δίνοντας άφθονο υλικό στους ταξιδιωτικούς οδηγούς, από την άλλη ο ήρωας παρουσιάζεται να τρώει συνήθως μόνος και να απεχθάνεται τα πολυπληθή οικογενειακά τραπέζια. O Μονταλμπάνο είναι ένας Σιτσιλιάνος που νοσταλγεί την Σικελία του παρελθόντος αλλά δεν συμπεριφέρεται πάντα ως ντόπιος. Αν και τον εκνευρίζει η γραφειοκρατία του τόπου του, είναι περήφανος για τη γη του και ιδιαίτερα για τα προϊόντα της. Συχνά αγοράζει γλυκά από το καφέ Αλμπανέζε που φτιάχνει «τα καλύτερα γλυκά σε όλη τη Βιγκάτα». Μια φορά αγόρασε είκοσι «φρεσκότατες πάστες» και «πέντε κιλά γλυκό κασάτα, φτιαγμένο όπως μόνο στη Σικελία ξέρουν να το φτιάχνουν, με ρικότα, κομμάτια σοκαλάτας και ξερά φρούτα». Του αρέσουν οι αυθεντικές γεύσεις, οι αυθεντικές ταβέρνες όπως αυτή του Έντσο και του Καλότζερο, η θάλασσα, ο καιρός και τα όμορφα φυσικά τοπία. Στο Το άρωμα της νύχτας, διαλέγει τον πιο μακρύ και δύσβατο δρόμο για να φτάσει στο Καλαπιάνο, γιατί «του έδινε τη δυνατότητα να ξανακοιτάξει τη Σικελία που καθημερινά χανόταν, μια γη με λίγο πράσινο και με λιγόλογους ανθρώπους». Σε άλλες στιγμές, «καθώς τρώει το σαρτού ρυζιού, γόνο τηγανητό και ένα πιάτο γαριδούλες, τρώει αργά, εναλλάσσοντας μια μπουκιά με μια βαθιά ανάσα θαλασσινού αέρα». Το ιταλικό τοπίο αποτελεί βασικό σκηνικό τις στιγμές που ο επιθεωρητής απολαμβάνει το φαγητό.

Για τον Μονταλμπάνο, κάποιες φορές η τροφή γίνεται ένα ταξίδι στο παρελθόν, με τη γεύση να κινητοποιεί τη μνήμη του και να τον επιστρέφει στην παιδική ηλικία. Στο Η φωνή του βιολιού, η Φράνκα, η αδερφή του συναδέλφου του Μιμί, του προσφέρει δύο φέτες καρβέλι, λίγο λάδι ελιάς, αλάτι και μαύρο πιπέρι. «Ο Μονταλμπάνο βγήκε έξω, κάθισε σ’ έναν πάγκο δίπλα στην πόρτα και με την πρώτη μπουκιά ένιωσε να ξαναγίνεται μικρό παιδί: το ψωμί με το λάδι και το τυρί ήταν σαν αυτό που έφτιαχνε και του έδινε η γιαγιά του». Η στιγμή που γεύεται το ψωμί είναι η στιγμή που η μνήμη κινητοποιείται μέσα από τις αισθήσεις.[10]

Γυναίκα και τροφή

Αν υπάρχει ένας άνθρωπος που τον επιστρέφει συνεχώς στην παιδική ηλικία, αυτή είναι η Αντελίνα που συνηθίζει να του αφήνει φαγητό στον φούρνο ή στο ψυγείο. Ο επιθεωρητής παίζοντας σαν μικρό παιδί που ψάχνει τα δώρα του, απογοητεύεται στιγμιαία, νομίζοντας ότι η Αντελίνα τον έχει ξεχάσει. Αυτό όμως δεν συμβαίνει σχεδόν ποτέ.

Η Αντελίνα δε θα τον απογοήτευε ούτε κι εκείνη τη μέρα. Κάθε φορά που ετοιμαζόταν να ανοίξει το φούρνο ή το ψυγείο, ένιωθε την ίδια ταραχή όπως τότε που ήταν μικρός και το πρωί της 2ας Νοεμβρίου έψαχνε στο καλάθι από λυγαριά, μέσα στο οποίο είχαν αφήσει τη νύχτα οι νεκροί τα δώρα τους…η έκπληξη με λίγα λόγια ήταν ένα χαρακτηριστικό στοιχείο στα πιάτα της Αντελίνα.

Το φαγητό για τον Μονταλμπάνο είναι ένα δώρο. Και αν το μοίρασμα γύρω από ένα τραπέζι δεν είναι συχνό, αφού συνήθως τρώει μόνος, όταν αυτό συμβαίνει με διαφορετικό τρόπο ανάμεσα στην Αντελίνα και στον Μονταλμπάνο είναι ένα μοίρασμα ξεχωριστό. Πρόκειται για έναν ισχυρό δεσμό που τρέφεται μέσα από την τροφή που αυτή του προσφέρει και αυτός αποδέχεται με χαρά.

Η Αντελίνα είναι ίσως ο πιο κοντινός του άνθρωπος. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αποτελεί μητρική φιγούρα, αφού είναι η γυναίκα που τον τρέφει.[11] Το τελετουργικό του περάσματος της τροφής από τον φούρνο ή το ψυγείο στο στομάχι του Μονταλμπάνο και η καθημερινή αγωνία (παρόλο που η Αντελίνα δεν αποτυγχάνει ποτέ ως τροφός) για το αν θα έχει μαγειρέψει γι’ αυτόν, μοιάζει με την αγωνία του παιδιού που αναζητά την τροφή από τη μητέρα. Είναι τόσο στενή η σχέση του με την Αντελίνα, που στο Τα πορτοκάλια του Μονταλμπάνο επιλέγει να περάσει την Πρωτοχρονιά μαζί της τρώγοντας τα αραντσίνι, απορρίπτοντας την πρόταση της αρραβωνιαστικιάς του Λίβια για ένα ταξίδι στη Νέα Υόρκη. Δεν διστάζει μάλιστα να σώσει τους δύο κακοποιούς γιους της Αντελίνα, που αν και αθώοι βρίσκονται μπλεγμένοι σε μια ιστορία όπου όλα τα στοιχεία συνηγορούν εναντίον τους. Στο τέλος της ημέρας «θα απολάμβανε τα πορτοκαλάκια [αραντσίνι] όχι μόνο επειδή είχαν θεσπέσια γεύση, αλλά γιατί θα είχε και ήσυχη τη συνείδησή του ότι έκανε το καθήκον του ως αστυνομικός». Ο Μονταλμπάνο έχει συνδέσει τόσο πολύ την Αντελίνα με την ικανοποίηση της πείνας του, που φοβάται ότι αν αυτή ανακαλύψει τις σκανταλιές του, τότε θα του κόψει το φαγητό. Στο Η φωλιά της οχιάς, έχει επινοήσει μάλιστα ένα στιχάκι που επαναλαμβάνει: «Αντελίνα θυμωμένη νοστιμιά ξεχασμένη». Η Αντελίνα όμως, δεν είναι η μόνη που τον θρέφει. Δύο άντρες που συμβολίζουν τον πατέρα του επιθεωρητή, οι ταβερνιάρηδες Έντσο και Καλότζερο τού ετοιμάζουν πάντα τα καλύτερα πιάτα, αυτά που δεν προορίζονται για τους πελάτες αλλά για τους ίδιους. Ο Καλότζερο ξυπνά γλυκά σαν στοργικός πατέρας τον επιθεωρητή, όταν αυτός αποκοιμιέται στην ταβέρνα κουρασμένος από τις αστυνομικές υποθέσεις. Όταν αποφασίζει να κλείσει το μαγαζί, ο μικρός Μονταλμπάνο γεμάτος παράπονο τον ρωτά, «Και εγώ τι θα απογίνω;».

Αν οι δύο άντρες και η Αντελίνα θρέφουν τον επιθεωρητή, υπάρχει μια γυναίκα που τον κάνει να πεινά: η αρραβωνιαστικιά του Λίβια. Ο Μονταλμπάνο σχολιάζει συνεχώς την κακή μαγειρική της Λίβια, αδίκως βεβαίως, αφού καμία γυναίκα δεν οφείλει να είναι καλή στη μαγειρική. Πάντως, δεν επιμένει καθόλου, και φροντίζει όποτε αυτή επισκέπτεται τη Βιγκάτα να τρώνε σε κάποιο ήσυχο ταβερνάκι. Δυστυχώς, όποτε αυτή μαγειρεύει την εγκαταλείπει τρέχοντας, λέγοντας της ότι έχει κάποια έκτακτη δουλειά, και καταλήγει στην ταβέρνα του Έντσο. Σε αυτό το σημείο ο Μονταλμπάνο μας απογοητεύει, αφού περιμέναμε να έχει το θάρρος της γνώμης του. Όταν στο Η φωλιά της οχιάς η Λίβια του ετοιμάζει μια έκπληξη μαγειρεύοντας σπαγκέτι με μύδια, αυτός σκέφτεται ότι «αν δεχόταν χτύπημα με σφυρί στο κεφάλι, σίγουρα θα ένιωθε καλύτερα» και αρχίζει να τραγουδά: «Αντίο πετρομπάρμπουνα, που μοσχοβολάτε θάλασσα και σας έχει τηγανίσει ο Έντσο με τέτοιο τρόπο, ώστε νιώθεις τη θεϊκή γεύση τους να σε ανεβάζει στα ουράνια! Αντίο».

Έμφυλοι ανταγωνισμοί

Ο Καμιλλέρι τοποθετεί τη Λίβια και την Αντελίνα ως θανάσιμες εχθρές, αντίπαλες σε έναν ανταγωνισμό για το ποια θα ικανοποιήσει τον επιθεωρητή, σε μια κόντρα που μοιάζει με καυγά νύφης-πεθεράς. Όταν η Λίβια επισκέπτεται τον Μονταλμπάνο, η Αντελίνα φροντίζει να εξαφανίζεται αφήνοντας τον επιθεωρητή πεινασμένο. Πρόκειται για μια στερεοτυπική αναπαράσταση ενός γυναικείου υποτίθεται καυγά, τον οποίο οφείλουμε να διαβάσουμε κριτικά, παρόλη την αγάπη μας για τον συγγραφέα. Ένας άλλος, μικρότερης έντασης ανταγωνισμός, αναδεικνύεται ανάμεσα στους άντρες ταβερνιάρηδες, που μαγειρεύουν εκτός οίκου, και στην Αντελίνα, που μαγειρεύει στην κουζίνα του Μονταλμπάνο. Η οικονόμος στο Ο θάνατος στα ανοιχτά υπενθυμίζει, «Αστυνόμε, καμία γυναίκα στην Βιγκάτα δε μαγειρεύει όπως εγώ». Πρόκειται για μια δυνατή γυναίκα, που μεγάλωσε μόνη της δύο παιδιά και που έχει πάντα το θάρρος της γνώμης της. Στη σύγκρισή της με τους ταβερνιάρηδες, βγαίνει νικήτρια. Άλλωστε, ο Μονταλμπάνο στο Το κυνήγι του θησαυρού παραδέχεται ότι ο Έντσο δεν είχε καθόλου φαντασία και ετοίμαζε πάντα τα ίδια πιάτα: «Στον Μονταλμπάνο άρεσε η φαντασία στην κουζίνα αλλά μόνο όταν ήταν εγγυημένη η ικανότητα του μάγειρα, αλλιώς προτιμούσε την παραδοσιακή κουζίνα». Η περίπτωση της Αντελίνα είναι διαφορετική, αφού συνταγές όπως σαρτού ρυζιού με ψαρικά αποτελούν «την υπέρτατη επινόηση της», κάνοντας τον επιθεωρητή να εμπιστεύεται «την καθαρά λαϊκή φαντασία της στη μαγειρική».

Έρωτας, σεξουαλικότητα, τροφή

Πάντως το ζήτημα της έλλειψης τροφής, που η Λίβια (δεν) του προσφέρει και η Αντελίνα του στερεί τιμωρητικά όταν τον επισκέπτεται η αρραβωνιαστικιά του, είναι ένας άλλος τρόπος να μιλήσει ο Καμιλλέρι για τις ερωτικές σχέσεις του Μονταλμπάνο που είναι πάντα ελλιπείς. Η Λίβια δεν μένει στη Βιγκάτα, ενώ οι άλλες γυναίκες που κατά ιστορίες εμφανίζονται στη ζωή του, τις περισσότερες φορές ξεγελούν τον Μονταλμπάνο για να αποπροσανατολίσουν την έρευνά του. Υπάρχει όμως και η καλή του φίλη Ίνγκριντ, με την οποία φλερτάρει κατά διαστήματα και την οποία επιθυμεί σεξουαλικά. Καθώς την περιμένει στο σπίτι για φαγητό και ανακαλύπτει τα νόστιμα πιάτα της Αντελίνα στον φούρνο, σκέφτεται ότι «ούτε με το ζόρι, αλλά ούτε ακόμη κι αν τον αποπλανούσε δεν θα τον έπειθε να πάνε έξω για φαγητό».

Στην περίπτωση της Αντζέλικα, ο επιθεωρητής συνειδητοποιεί τον έρωτά του όταν κάθεται απέναντί της στην ταβέρνα του Έντσο. Η Αντζέλικα φροντίζει να τον ενημερώσει ότι της αρέσει το καλό φαγητό: «Δεν θέλω όμως εξεζητημένες γεύσεις, προτιμώ απλές αλλά νόστιμες. Ένας πόντος υπέρ, σκέφτεται ο Μονταλμπάνο καθώς ένιωσε την καρδιά του να λιώνει, λίγο λίγο φλεγόταν από ερωτική φλόγα». Και το τελειωτικό χτύπημα έρχεται όταν τον προειδοποιεί πως «όταν τρώω απεχθάνομαι να μιλάω». Η Αντζέλικα, η οποία προσπαθεί να τον ξεγελάσει, τον ξελογιάζει σταδιακά μιλώντας για το φαγητό πριν αυτό σερβιριστεί. Κατά τη διάρκεια του δείπνου, «δεν αντάλλαξαν ούτε μια λέξη, αντάλλαξαν όμως πολλές ματιές, χαμόγελα και αναστεναγμούς ικανοποίησης». Αυτή η σιωπή είναι το στοιχείο που κάνει τον Μονταλμπάνο να θεωρεί ότι ταιριάζει με την Αντζέλικα, όπως άλλωστε και με τη Λίβια, αφού και αυτή τρώει σιωπηλή τα γεύματά της.

Η πράξη του φαγητού, στα μυθιστορήματα του Καμιλλέρι, προσομοιάζει με σεξουαλική πράξη και συνοδεύεται από βογγητά ευχαρίστησης και ζωώδη ένστικτα. Όταν στο Το κυνήγι του θησαυρού ανοίγει το φούρνο και αντικρίζει τις μελιτζάνες με παρμεζάνα, «ουρλιάζει σαν λύκος από χαρά». Αυτό το «σαν λύκος» επαναλαμβάνεται πολλές φορές στις ιστορίες του, μέχρι που διαβάζουμε ότι ο πατέρας του τον έλεγε πεινασμένο λύκο γιατί «από μικρός ήταν λαίμαργος και καλοφαγάς». Είναι αρκετές οι φορές που ο Μονταλμπάνο ανακαλύπτει καινούρια ταβερνάκια, για τα οποία του έχουν μιλήσει φίλοι και στα οποία, ως ταξιδιώτης που αναζητά την ευχαρίστηση, ικανοποιείται πάντα. Όταν επισκέπτεται την ταβέρνα «Τζουτζού ο καροτσέρης», ο ταβερνιάρης τον προκαλεί «αν αντέχει» να δοκιμάσει τις καυτερές σφυρίχτρες. «Εναλλάσσοντας τις πιρουνιές με γουλιές κρασί και βογγητά άλλοτε ακραίας αγωνίας και άλλοτε αβάσταχτης ευχαρίστησης («υπάρχει ακραίο φαγητό όπως ακραίο σεξ;» του ήρθε να αναρωτηθεί κάποια στιγμή)».

Όταν καταλαβαίνει ότι παρεκτρέπεται περνά στην απολογία. Επισκεπτόμενος ένα ηλικιωμένο ζευγάρι, αναζητώντας λύση σε άλλη μια υπόθεση, η κυρία Αντζελίνα του προσφέρει για ορεκτικό κορφάδες και φύλλα σιτσιλιάνικης κολοκύθας. Στην ερώτησή της αν του αρέσει, απαντά μονολεκτικά «Αισθησιακό», για να διορθώσει λίγο αργότερα κοκκινίζοντας, «Συγχωρέστε με, μερικές φορές δε χρησιμοποιώ τις σωστές λέξεις».

Ο έρωτας του γίνεται πηγή δυστυχίας όταν ζηλεύει και τότε χάνει το μέτρο, αφού είτε του κόβεται η όρεξη είτε τρώει «τόσο πολύ μέχρι να σκάσει». Πάντως, η σεξουαλική συμφιλίωση έπεται ενός καλού γεύματος ανάμεσα σε αυτόν και τη Λίβια.

Τον λένε Σάλβο Μονταλμπάνο

Σε κάθε υπόθεση προς εξιχνίαση, ο Καμιλλέρι μας παρουσιάζει όψεις του χαρακτήρα του αλλά και του ήρωα του. Συλλέγοντας προσεκτικά τα στοιχεία που μας αφήνει, σχηματίζουμε σταδιακά το πορτραίτο του επιθεωρητή. Γνωρίζουμε ότι ο Καμιλλέρι κάπνιζε πολύ, διαβάζουμε ότι και ο Σάλβο[12] το ίδιο. Δεν ξέρουμε αν ο Καμιλλέρι έπινε και πολύ καφέ (μπορούμε να το υποθέσουμε) πάντως είναι φορές που για να ξυπνήσει ο επιθεωρητής χρειάζεται «δύο καφετιέρες». Γνωρίζουμε επίσης ότι δεν μαγειρεύει ποτέ, εκτός από μια φορά στο Η φωνή του βιολιού που μαγειρεύει μια σάλτσα για μακαρόνια με αγωνία, αφού φοβάται πως θα «ήταν μεγάλη καταστροφή αν έριχνε την καταπληκτική σάλτσα σε παραβρασμένα μακαρόνια». Παρόλο που δεν μαγειρεύει ποτέ, φροντίζει να έχει στο ψυγείο του ένα βαζάκι με ελιές, αντζούγιες, τυρί, σαλάμι, προσούτο, τα οποία απολαμβάνει στη βεράντα πίνοντας prosecco ή ουίσκι, νιώθοντας «μέχρι τα βάθη της ψυχής του κάθε πιρουνιά». Ξέρουμε επίσης ότι είναι τόσο ιερή η πράξη του φαγητού, που προτιμά να μείνει νηστικός από το να φάει βιαστικά. Ανακαλύπτουμε με έκπληξη ότι τρώει ποσότητες ικανές να χορτάσουν τέσσερα άτομα. Είναι όμως πολλές οι φορές που αποτρόπαια εγκλήματα τον κάνουν να χάνει την όρεξη του. Διαβάζουμε επίσης ότι απεχθάνεται το fast food και ότι αυτό αποτελεί συχνά σημείο τριβής με τον συνάδελφο του Μιμί Αουτζέλο, που καταβροχθίζει λαίμαργα ό,τι βρει. Από την τοποθεσία του σπιτιού του, τη δυνατότητά του να έχει μόνιμη οικιακή βοηθό και τις συνεχείς εξορμήσεις του σε ταβέρνες, υποθέτουμε ότι είναι εύπορος, αν και δεν μπορούμε να είμαστε σίγουροι για το πόσο πληρώνεται ένας επιθεωρητής στην Ιταλία. Είναι ενδιαφέρουσες οι σπάνιες στιγμές που νιώθει ενοχές για τις γαστρονομικές του επιλογές. Για παράδειγμα, καθώς έτρωγε γόνο ένιωθε «πως έπαιρνε μέρος σε μια γενοκτονία και για να τιμωρηθεί δεν πήρε άλλο».[13] Ανακαλύπτουμε επίσης ότι ο Σάλβο είναι πολιτικοποιημένος, ένας άνθρωπος ανοιχτός στη διαφορετικότητα. Δεν είναι λίγες οι φορές που ασκεί έντονη κριτική στη διεφθαρμένη τοπική εξουσία ή στα συμφέροντα των μαφιόζικων οικογενειών.[14]

Στο Η άλλη άκρη του νήματος στέκεται αλληλέγγυος στους πρόσφυγες που καταφθάνουν με πλοίο στο νησί και γεύεται «τη σούπα των προσφύγων». Η θρεπτική αυτή σούπα αποτελεί σχόλιο για την πολυπολιτισμικότητα και δείγμα της αλληλέγγυας στάσης των κατοίκων, αφού ο Έντσο την ετοίμασε για να προσφέρει φαγητό στους πρόσφυγες.

Έγκλημα και φαγητό

Έχοντας παρουσιάσει τους πολλαπλούς τρόπους με τους οποίους το φαγητό είναι κεντρικής σημασίας στο έργο του Καμιλλέρι, μένει να αναρωτηθούμε ποια είναι η σχέση του με το έγκλημα. Σημειώθηκε ήδη ότι, διαβάζοντας για το φαγητό, γνωρίζουμε καλύτερα τον τόπο του εγκλήματος, τις σχέσεις του επιθεωρητή με τους συνεργάτες του και την ιδιοσυγκρασία του ήρωα. Ιδιαίτερα όσον αφορά τις σχέσεις του, είναι χαρακτηριστική η αμοιβαία αντιπάθεια με τον ιατροδικαστή Πασκουάνο. Όταν ο Μονταλμπάνο χρειάζεται τις πληροφορίες του, διαπραγματεύεται κερνώντας τον γλυκά καννόλι. Όμως το φαγητό προσφέρει στον αναγνώστη και στον ήρωα κάτι ακόμα: χρόνο. Ο χρόνος της πράξης του φαγητού, ο χρόνος της χώνεψης και της βόλτας του προς τον φάρο, όπου μοιράζεται τις σκέψεις του με τα καβούρια, είναι ένας χρόνος απαραίτητος για τη λύση του μυστηρίου. Ο Μονταλμπάνο παίρνει τον χρόνο του για να σκεφτεί πιθανές λύσεις, εκτός από εκείνη τη φορά που βιάζεται να κλείσει την υπόθεση για να γευτεί τα αραντσίνι της Αντελίνα. Για τον επιθεωρητή «το φαγητό είναι ένα είδος επιταχυντή της λειτουργίας του εγκεφάλου». Το φαγητό λειτουργεί κατευναστικά για τις αναγνώστριες, που ξεχνούν για λίγο τη διαρκή παρουσία του συνεχούς θανάτου, επιθυμώντας να γευτούν τις συνταγές του Καμιλλέρι. Σε άλλες περιπτώσεις, ο επιθεωρητής αναγκάζεται να φάει με κάποιον για να συλλέξει πληροφορίες, όπως στο Θάνατος στα ανοιχτά, όταν τρώει με τον πατέρα του. Η λύση του μυστηρίου πάντως τον οδηγεί ξανά στο τραπέζι, μέχρι το επόμενο έγκλημα. Το φαγητό είναι η υπενθύμιση ότι ο Σάλβο Μονταλμπάνο πρώτα και πάνω από όλα αγαπά τη ζωή. Αν και το φαγητό επιτελεί πολλαπλές λειτουργίες με πρώτη και κύρια την υπενθύμιση της ζωής, εντέλει η παρουσία του αυτονομείται και αποτελεί ένδειξη για το γούστο του συγγραφέα καθώς και κοινωνικό σχόλιο για τη σιτσιλιάνικη κουλτούρα. Δηλώνει περισσότερο μια επιθυμία του συγγραφέα να εντάξει το φαγητό στις ιστορίες του ακολουθώντας την παράδοση του μεσογειακού νουάρ και μια διάθεση να μιλήσει για «τη Σικελία που χάνεται».

Όταν ο Μονταλμπάνο τρώει, μας αποκαλύπτει αυτό που ο Καμιλλέρι ονομάζει «ηδονή του να είσαι ζωντανός». Στο Η άλλη άκρη του νήματος, καθώς τρώει, το μυαλό του γίνεται μαυροπίνακας «που πάνω του εμφανίζονται μόνο εγκωμιαστικά λόγια για τις γεύσεις που ένιωθε στο στόμα του και στη συνέχεια πλημμύριζαν όλο του το σώμα και έφταναν μέχρι τις άκρες των δακτύλων του» μέχρι να μείνει εκστασιασμένος. Σε άλλη περίπτωση θέλει «η μυρωδιά να φτάσει μέχρι τα μύχια της ψυχής του».

Τελικά οι αναγνώστες-τριες του Μονταλμπάνο διαβάζοντας τις τόσο παραστατικές περιγραφές για τις έντονες μυρωδιές και γεύσεις, για τα χρώματα και τη θερμοκρασία του φαγητού, επιθυμούμε περισσότερο να καθίσουμε στο τραπέζι του Μονταλμπάνο και λιγότερο να φτάσουμε στη λύση του μυστηρίου. Και έτσι πλησιάζουμε λίγο περισσότερο στην επιθυμία του Καμιλλέρι, να ζήσουμε, να γευτούμε το χταπόδι ναπολετάνα.

Ευχαριστίες

Αυτό το κείμενο δεν θα είχε γραφτεί χωρίς την γνωριμία μου με τη Μάρθα Δεμέστιχα, τη Μάκα, που πριν περίπου 17 χρόνια μου άνοιξε τη βιβλιοθήκη της οδηγώντας με στα ράφια με τα αστυνομικά μυθιστορήματα. Στο υπέροχο δωμάτιο με τα πολλά βιβλία ανακάλυψα τον Καμιλλέρι, σε ένα ράφι που κάθε χρόνο γέμιζε με τα καινούργια του βιβλία. Τα καταβρόχθιζα κάθε καλοκαίρι, με την υπόσχεση να της τα επιστρέφω πάντα. Για τη συγγραφή αυτού του κειμένου, μου δάνεισε ξανά με χαρά όλη τη σειρά[15] των εκδόσεων Πατάκη. Την ευχαριστώ για αυτό και για μερικά άλλα πράγματα, και σε αυτήν αφιερώνω αυτό το κείμενο.


Το κείμενο επιμελήθηκε η Δήμητρα Αλιφιεράκη.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Κατερίνα Σεργίδου

Κατερίνα Σεργίδου

Η Κατερίνα Σεργίδου έχει εργαστεί ως μεταφράστρια και δημοσιογράφος. Άρθρα της δημοσιεύονται στο Rproject, στο περιοδικό Κόκκινο και σε ισπανικά μέσα (Diagonal, Poder Popular κ.ά). Είναι υπεύθυνη της σειράς «Κριτική Έρευνα» των εκδόσεων Redmarks. Είναι υποψήφια διδάκτωρ Πολιτισμικής Ιστορίας και Φεμινιστικής Ανθρωπολογίας, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και στο Universidad del País Vasco. Η διατριβή της έχει ως αντικείμενο το Λαϊκό Καρναβάλι και την Ηγεμονία, μέσα από τη φωνή των γυναικών. Κατά τα άλλα, της αρέσει να διαβάζει βιβλία όλες τις ώρες, ιδιαίτερα σε μετρό, λεωφορεία και τρένα. Επίσης συνεχίζει να δανείζει βιβλία παρ’ όλο που κάποια από αυτά δεν βρίσκουν ποτέ το δρόμο του γυρισμού.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε