Τεύχος #7 Παλαιοβιβλιοπωλείο

Το Σιδερένιο Τακούνι δεν σκούριασε ακόμα

Το Σιδερένιο Τακούνι
Jack London
μετάφραση: Άρης Αλεξάνδρου
Γκοβόστης, 2011 | 348 σελ.

 

*Καρλ Μαρξ: μεγάλος ήρωας του σοσιαλισμού στο πεδίο της διανόησης. Ήταν ΓερμανοΕβραίος και έζησε τον 19ο αιώνα. Ήταν σύγχρονος του Τζον Στιούαρτ Μιλ. Τώρα μας φαίνεται απίστευτο το γεγονός πως επί γενιές ολόκληρες οι οικονομικές ανακαλύψεις του Μαρξ χλευάστηκαν από τους διανοητές και τους λογίους όλου του κόσμου. Εξαιτίας των ανακαλύψεών του αυτών εξορίστηκε από την πατρίδα του και πέθανε στην Αγγλία.

(Το Σιδερένιο Τακούνι, σελ. 151)

 

Το 1907, 111 χρόνια πριν (και λιγότερο από 25 χρόνια μετά τον θάνατο του Μαρξ), ένας ήδη διάσημος Αμερικανός συγγραφέας εκδίδει ένα μυθιστόρημα πολιτικής φαντασίας ή εναλλακτικής πραγματικότητας, το οποίο αποτελεί ταυτόχρονα μια πολιτική πραγματεία βασισμένη πάνω σε θέσεις του Μαρξ και άλλων αριστερών θεωρητικών, αλλά και ένα εγχειρίδιο πολιτικής δράσης για την εγκαθίδρυση μιας άλλης κοινωνίας, όπως την οραματίστηκαν εκείνοι. Ένα έργο που έχει χαρακτηριστεί από προφητικό έργο μέχρι χυδαία κομμουνιστική προπαγάνδα, και από επαναστατικό ερωτικό ρομάντζο μέχρι το πρώτο δυστοπικό μυθιστόρημα.

The Iron Heel ο πρωτότυπος τίτλος του στα αγγλικά, ενώ το ελληνικό κοινό το γνώρισε αρχικά ως Σιδερένια Φτέρνα, σε μια απόδοση με έντονες βιβλικές επιρροές,[1] και πιο πρόσφατα, σε μετάφραση του Άρη Αλεξάνδρου,[2] ως Σιδερένιο Τακούνι,[3] παρότι πιο εύστοχη απόδοση του τίτλου, με βάση τις συνδηλώσεις της, αν και πιο ελεύθερη, θα ήταν το «Σιδερένια Μπότα». Ο συγγραφέας του δεν είναι άλλος από τον Τζακ Λόντον, ο οποίος, με άλλα έργα του βέβαια, λιγότερο «επικίνδυνα» από πολιτικής άποψης, συγκαταλέγεται πλέον στον κανόνα των κλασικών Αμερικανών συγγραφέων.[4]

Αφηγηματική διαλεκτική

Ο σοσιαλιστής συγγραφέας, επηρεασμένος από τον Χ. Τζ. Ουέλς και, πιθανόν, τον Τζόζεφ Κόνραντ, αξιοποιώντας ευφυώς -και πολύ μοντέρνα- την τεχνική του «παραποιημένου τεκμηρίου», συλλαμβάνει μια ιστορία που διαδραματίζεται στις ΗΠΑ στο εγγύς μέλλον την εποχή που πρωτοεκδίδεται (πέντε χρόνια μετά την κυκλοφορία του μυθιστορήματος), υποτίθεται ότι γράφεται 25 χρόνια μετά και ανακαλύπτεται επτά αιώνες αργότερα! Και μόνο αυτά τα πολλαπλά χρονικά επίπεδα (στα οποία προστίθεται κάθε φορά και η χρονική στιγμή που το διαβάζει το αναγνωστικό κάθε εποχής)[5] θα αρκούσαν για να χαρακτηρίσουν το Σιδερένιο Τακούνι πρωτοποριακό έργο, και όχι μόνο στην εποχή του.

Πιο συγκεκριμένα, το βιβλίο ξεκινά το έτος 419 της Αδελφότητας των Ανθρώπων (δηλαδή της εγκαθιδρυμένης πλέον σοσιαλιστικής κοινωνίας), με κάποιον Άντονι Μέρεντιθ να προλογίζει (προσθέτοντας και επεξηγηματικές υποσημειώσεις), επτά αιώνες μετά τη συγγραφή του, το προσφάτως ανακαλυφθέν χειρόγραφο της Άβις Έβερχαρντ, συζύγου του σοσιαλιστή ήρωα -και κεντρικής μορφής του κειμένου- Ερνέστου[6] Έβερχαρντ. Το χειρόγραφο αυτό έχει γραφτεί υποτίθεται το 1932 και σε αυτό η Άβις αφηγείται γεγονότα των ετών 1912-1918. Η αφήγηση τελειώνει απότομα, στη μέση μιας φράσης, καθώς το κείμενο γράφεται σε συνθήκες παρανομίας και η συγγραφέας του συλλαμβάνεται από τους Πραιτωριανούς του καθεστώτος, προφανώς αφού έχει προλάβει να το κρύψει κάτω από μια βελανιδιά, όπου και ανακαλύπτεται επτά αιώνες μετά.

Από τον «πλαστό» πρόλογο του Μέρεντιθ (σελ. 19-23) μαθαίνουμε λοιπόν -έμμεσα, αφού απευθύνεται σε σύγχρονούς του που γνωρίζουν ως Ιστορία αυτά που αναφέρει- ότι το «παγκόσμιο κίνημα των εργατών» βρήκε τελικά «δικαίωση» μετά από μια σειρά πολλών αποτυχημένων επαναστάσεων της εργατικής τάξης, οι οποίες ξεκίνησαν την εποχή που εξιστορεί το Χειρόγραφο της Άβις Έβερχαρντ και πνίγηκαν όλες τους στο αίμα τους επόμενους τρεις αιώνες από το Σιδερένιο Τακούνι, όπως αποκαλείται η Ολιγαρχία, δηλαδή το ολοκληρωτικό καθεστώς που προέκυψε ως ένα «τερατώδες παρακλάδι» του καπιταλισμού. Μάλιστα, ο Μέρεντιθ σχολιάζει -σε μια αποστροφή του κειμένου που απέκτησε μια νέα σημασία κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα- ότι οι επαναστάτες της εποχής εκείνης έπεσαν πολύ έξω όταν «έκριναν πως η ανατροπή του ήταν υπόθεση λίγων χρόνων».

Στον ίδιο πρόλογο, ο Λόντον, μέσω του Μέρεντιθ, προχωρά σε κάτι πολύ τολμηρό: από την πρώτη κιόλας πρόταση του υπονομεύει την αξιοπιστία της αφηγήτριάς του,[7] θεωρώντας ότι λείπει από την προσωπική καταγραφή της η «αποστασιοποίηση» από τα γεγονότα και η αντικειμενικότητα ως προς την αποτίμηση του ρόλου του συζύγου της στο κίνημα. Θα μπορούσε να σκεφτεί κανείς ότι αυτή η επιλογή προδίδει απλώς τη μεγάλη αυτοπεποίθηση του συγγραφέα για τη δύναμη του κειμένου που θα ακολουθήσει και να μην της δώσει περαιτέρω σημασία θεωρώντας τη ένα λογοτεχνικό τέχνασμα που εξυπηρετεί τους σκοπούς της αληθοφάνειας.

Λίγο πιο κάτω στο κείμενο όμως βλέπουμε μια φράση που όχι μόνο μας οδηγεί σε μια άλλη εξήγηση, αλλά ταυτόχρονα αποτελεί και το πρώτο από τα πολλά δείγματα της πρόθεσης του κειμένου να αποτελέσει πέρα από ένα μυθιστόρημα που θα εξιστορούσε μια μελλοντική σοσιαλιστική επανάσταση, ένα μυθιστόρημα αλλαγής παραδείγματος: «[Ο Ερνέστος ή]ταν, άλλωστε, ένας από τους πολλούς ήρωες ανά τον κόσμο που αφιέρωσαν τη ζωή τους στην Επανάσταση». Η Επανάσταση, μοιάζει να λέει ο Λόντον εδώ, δεν είναι υπόθεση λίγων ηγετικών μορφών, αλλά αποτέλεσμα της κίνησης των πολλών που αφιέρωσαν τη ζωή τους σε αυτή· αυτή η ιστορία δεν είναι η αφήγηση για τον έναν που θα οδηγήσει την επανάσταση, αλλά για έναν από αυτούς που θα βάλουν το μικρό τους λιθαράκι για την πραγματοποίησή της. Πρόκειται δηλαδή για μια προσπάθεια να τεθούν προγραμματικά εκτός ερμηνείας του κειμένου μεσσιανικές ή προσωποκεντρικές αντιλήψεις για τον ρόλο του ατόμου στον αγώνα των εργατών.[8]

Μετά τον πρόλογο παρατίθεται το χειρόγραφο της Άβις επιμελημένο από τον Μέρεντιθ, του οποίου οι συχνές υποσημειώσεις δίνουν, μέσω της τεχνικής της ανοικείωσης, μια αποστασιοποιημένη εικόνα της εποχής των τελών του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα, η οποία γεννά ένα -πικρό ενίοτε- χαμόγελο. Ταυτόχρονα, οι υποσημειώσεις αυτές βάζουν σε μια άλλη «ιστορική» προοπτική την αφήγηση της Άβις, καθώς συμπληρώνουν ή διορθώνουν το κείμενό της με πραγματικά στοιχεία από την εποχή του Λόντον, αλλά και στοιχεία τα οποία προέκυψαν, στην εναλλακτική πραγματικότητα του κειμένου, μετά τη συγγραφή του χειρογράφου. Οι υποσημειώσεις αυτές, στις οποίες η φωνή του Λόντον είναι πιο ευδιάκριτη από οποιοδήποτε άλλο σημείο του βιβλίου, δεν είναι ένα τέχνασμα που επιδιώκει να δημιουργήσει μια επίφαση αληθοφάνειας, αλλά αποτελούν οργανικότατο στοιχείο του μυθιστορήματος· αν αυτό παραγνωριστεί, εύκολα μπορούμε να οδηγηθούμε σε παρανάγνωσή του. Η αναγνώστρια πρέπει να έχει διαρκώς κατά νου ότι το χειρόγραφο της Άβις, παρότι καταλαμβάνει το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, δεν είναι παρά ένα από τα αφηγηματικά του επίπεδα, και μάλιστα το πιο επιφανειακό.

Ένα βιβλίο μέσα σε ένα βιβλίο μέσα σε ένα βιβλίο…

Τι αφηγείται όμως η Άβις στο χειρόγραφό της; Η εξιστόρησή της ξεκινά το καλοκαίρι του 1932, λίγο πριν το ξέσπασμα της Δεύτερης Επανάστασης, και λίγο αφότου ο Έβερχαρντ, ένας από τους πρωτεργάτες της προετοιμασίας της, είχε εκτελεστεί. Πρόθεση της Άβις είναι να καταγράψει πτυχές του χαρακτήρα του που μόνο η ίδια γνώριζε. Διηγείται λοιπόν πώς μπήκε στη ζωή της (η ίδια ήταν η καλλιεργημένη κόρη ενός φιλελεύθερου καθηγητή πανεπιστημίου) ο Ερνέστος το 1912, πώς ερωτεύτηκαν, πώς η αρχική της επιφύλαξη απέναντι στις ιδέες του μετατράπηκε σε αμέριστη προσχώρηση σε αυτές, και έπειτα μιλά για την πολιτική δράση και των δυο τους στο εργατικό κίνημα, για τα γεγονότα που οδήγησαν στην όξυνση της πολιτική κατάστασης και την ανάδυση του Σιδερένιου Τακουνιού, δηλαδή της Ολιγαρχίας, που έρχεται ως αντίδραση στην ορμητική είσοδο των σοσιαλιστών στο πολιτικό σκηνικό, και, τέλος, πώς τα πράγματα φτάνουν στην αποτυχία της πρώιμης Πρώτης Επανάστασης (το 1918 παρακαλώ!)[9] και στη σφαγή της Κομμούνας του Σικάγου, η οποία περιγράφεται αναλυτικά, με μια μαζοχιστική θαρρείς επιμονή, σε όλες τις φρικαλέες και απελπιστικές της λεπτομέρειες.

Μπορεί όλα τα παραπάνω να θυμίζουν, όχι άδικα, ένα πολιτικό θρίλερ με πινελιές μιας ερωτικής ιστορίας, αλλά ο Λόντον δεν μένει σε αυτό το επίπεδο· έχει δομήσει το βιβλίο του με τέτοιο τρόπο ώστε, μέσα από μια συναρπαστική ιστορία, να προσφέρει ταυτόχρονα μια εκλαϊκευμένη παρουσίαση βασικών σημείων της μαρξιστικής θεωρίας, πρόταση πολιτικής δράσης για το σοσιαλιστικό κίνημα, προειδοποίηση για τους εσωτερικούς και εξωτερικούς κινδύνους που ελλοχεύουν μπροστά στον αγώνα του, τακτικό εγχειρίδιο για το κίνημα σε συνθήκες παρανομίας και, το κυριότερο ίσως, αισιόδοξο άγγελμα για την τελική επικράτηση μιας άλλης κοινωνίας, που εύστοχα την ονομάζει «Αδελφότητα των Ανθρώπων», η οποία όμως είναι φανερό πως για τον ίδιο «θέλει νεκροί χιλιάδες να ‘ναι στους τροχούς…». Είναι εντυπωσιακή η προσήλωσή του να εντάξει όλο το συγγραφικό του πρόγραμμα στο συγκεκριμένο βιβλίο στην υπηρεσία της διαλεκτικής και να συνδέσει τη θεωρία με την πράξη.

Marx in London

Μια απλή αντιπαραβολή με τα σημαντικότερα έργα του Μαρξ και της μαρξιστικής παράδοσης ως τότε δείχνει ότι ο Αμερικανός συγγραφέας οργανώνει έτσι το υλικό του ώστε να θέσει αρχικά τις θεωρητικές του βάσεις και στη συνέχεια, αφού εμβαθύνει σε κάποιες κομβικές έννοιες, να περάσει όλο και πιο πολύ στην πολιτική τους εφαρμογή. Αφηγηματικά, το πετυχαίνει αυτό με τις συζητήσεις μέσα από τις οποίες γνωρίζει η Άβις τον Ερνέστο, ο οποίος είναι ήδη ένας αριστερός διανοούμενος και συμμετέχει στις φιλοσοφικές βραδιές που οργανώνει ο πατέρας της Άβις, ενώ στη συνέχεια ξεδιπλώνει τις ιδέες του και σε συναντήσεις με εκπροσώπους των καπιταλιστών, αλλά και της μεσαίας τάξης.

Από τις πρώτες σελίδες λοιπόν βλέπουμε τον Ερνέστο να ξιφουλκεί εναντίον της μεταφυσικής φιλοσοφίας, εξηγώντας πόσο ανεπαρκής είναι για την ερμηνεία του κόσμου σε αντίθεση με τον διαλεκτικό υλισμό της πραγματικής επιστήμης (σελ. 31-35), ενώ αμέσως μετά δίνει και ένα παράδειγμα υλιστικής ερμηνείας των ιστορικών φαινομένων μιλώντας για τα οικονομικά αίτια των Ανακαλύψεων (σελ. 36). Έχουμε ουσιαστικά εδώ, πριν μπούμε σε πιο «αριστερά» νερά, μια πιο «φιλοσοφική» αφετηρία που απηχεί τις οφειλές του Μαρξ στον Χέγκελ.

Μερικές σελίδες μετά (σελ. 48) εμφανίζεται για πρώτη φορά στο βιβλίο η -θεμελιώδης στη μαρξιστική θεωρία- έννοια της πάλης των τάξεων (σε αντιδιαστολή με το ταξικό μίσος) με διατυπώσεις και φρασεολογία που μοιάζουν να έρχονται κατευθείαν από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο. Λέει στην Άβις ο Ερνέστος: «Υποστηρίζουμε πως η πάλη των τάξεων είναι νόμος της κοινωνικής εξέλιξης, Δεν είμαστε υπεύθυνοι γι’ αυτήν την πάλη. Απλώς την εξηγούμε, όπως ο Νεύτων εξηγεί τα φαινόμενα της πτώσεως των σωμάτων. Εξηγούμε τη φύση της σύγκρουσης των συμφερόντων, που έχει σαν αποτέλεσμα την πάλη των τάξεων». Και λίγο πιο κάτω διαβάζει από το βιβλίο που έχει γράψει: «Η πάλη των τάξεων αρχίζει με την εξαφάνιση του πρωτόγονου κομμουνισμού των φυλών και την εμφάνιση της ατομικής ιδιοκτησίας. Θα τελειώσει όταν η ατομική ιδιοκτησία κοινωνικοποιηθεί».

Στη συνέχεια ασκείται κριτική σε δύο από τους θεσμούς της κοινωνίας που κατά τον Ερνέστο (και τον Λόντον προφανώς) στηρίζουν τον «καπιταλιστικό πολιτισμό», την Εκκλησία (σελ. 51-56) και τον Τύπο (σελ. 77). Έχοντας ξεμπερδέψει νωρίτερα με τη μεταφυσική, εδώ ο Ερνέστος ασχολείται κυρίως με τον ρόλο της Εκκλησίας, η οποία, κατά τον ίδιο, όχι μόνο «δε διδάσκει το κήρυγμα του Χριστού», αλλά «συγχωρεί την τρομερή κτηνωδία και την αγριότητα με την οποία η καπιταλιστική τάξη μεταχειρίζεται την εργατική τάξη». Απευθύνεται σε έναν καλοπροαίρετο Επίσκοπο που αρνείται ότι όλα αυτά συμβαίνουν από πρόθεση και επιχειρεί να τα κάνει γνωστά στο πλούσιο ποίμνιό του. Τελικά, καταλήγει να κυνηγηθεί από την Εκκλησία και την εξουσία και βρίσκει τη θέση του και την αποστολή του ανάμεσα στους προλετάριους. Αντίθετα, ο Τύπος κατακεραυνώνεται από τα χείλια της Άβις στο πρόσωπο ενός δημοσιογράφου: «Θα έλεγε κανείς πως το επάγγελμά σας είναι να στρεβλώνετε την αλήθεια, με διαταγή των αφεντικών σας, που με τη σειρά τους, υποτάσσονται στα συμφέροντα των επιχειρήσεων».

Κι αφού τελειώσει -προς το παρόν- με τα «όργανά» της, ο Λόντον ασχολείται (σελ. 79-80) με την ίδια την αστική τάξη και την ηθική της (ή, όπως την ονομάζει η Άβις, την «ηθική του αφεντικού»). Με αφορμή την υπόθεση ενός εργατικού ατυχήματος, η Άβις συζητά με δύο μεγαλομετόχους του εργοστασίου όπου συνέβη το ατύχημα, και διαπιστώνει ότι «είχαν ένα αίσθημα ηθικής υπεροχής απέναντι στα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας. […] Πίστευαν ακράδαντα ότι οι ενέργειές τους ήταν δίκαιες. […] Ήταν πεπεισμένοι πως ήταν οι σωτήρες της κοινωνίας και ότι αυτοί ήταν που πρόσφεραν ευτυχία στους πολλούς». Ο Ερνέστος της εξηγεί ότι αυτή η στάση δεν πηγάζει παρά από την ανάγκη του ανθρώπου να πράττει μόνο αυτό που θεωρεί ο ίδιος δίκαιο. Έτσι, δίνουν οι ίδιοι την έγκριση σε ό,τι και να κάνουν. Είναι εμφανής εδώ η επίδραση των μαρξιστικών αναζητήσεων γύρω από τη σχέση ηθικής και κοινωνικής θέσης, αλλά και για την έννοια της ψευδούς συνείδησης.

Ίσως η πιο δραματική σύνδεση του μυθιστορήματος με το μαρξικό έργο βρίσκεται στο τέλος του 14ου κεφαλαίου (σελ. 105-107), όταν σε μια λέσχη Φίλων των Γραμμάτων στην απαίτηση του Ερνέστου να απαντήσουν οι αστοί στην κατηγορία ότι η τάξη τους διευθύνει άσχημα την κοινωνία, ένας από τους παρευρισκόμενους του λέει ότι η μοναδική απάντησή τους θα είναι η βία· η βία των χειροβομβίδων, των σράπνελ και των πολυβόλων. Τότε ο Ερνέστος ανταπαντά με φράσεις σχεδόν βγαλμένες μέσα από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο:

Κι αυτό το έχουμε σκεφτεί. […] Και θα σας απαντήσουμε με φωτιά και σίδερο.  Ανακηρύξατε τη βία σε βασιλιά των λέξεων. Πολύ καλά. Θα την έχετε τη βία. Ρωτάτε τι θα κάνουμε αν μας αρνηθείτε να μας παραδώσετε την κυβέρνηση, παρόλο που θα την έχουμε κερδίσει συνταγματικά και ειρηνικά. Σας λέω, λοιπόν, πως κείνη την ημέρα θα σας απαντήσουμε. Η απάντησή μας θα δοθεί με τις χειροβομβίδες και τα σράπνελ και τα πολυβόλα.
Δεν μπορείτε να μας ξεφύγετε. Είναι αλήθεια πως διαβάσατε καλά την ιστορία. Είναι αλήθεια πως οι εργάτες απ’ την αρχή της ιστορίας ζούσαν στη λάσπη. Κι είναι αλήθεια πως όσο σεις και οι όμοιοί σας και οι άλλοι που θα ‘ρθουν ύστερ’ από εσάς θα ‘χουν την εξουσία, οι εργάτες θα βρίσκονται στη λάσπη. Συμφωνώ μαζί σας. Η βία είναι η κινητήρια δύναμη. Πάντα ήτανε. Είναι η πάλη των τάξεων. Όπως ακριβώς η τάξη σας έριξε τους ευγενείς φεουδάρχες, έτσι θα σας ρίξει κι εσάς η τάξη μου, η εργατική τάξη. Αν είχατε διαβάσει τη βιολογία σας και την κοινωνιολογία σας, θα βλέπατε καθαρά πως το τέλος που σας περιέγραψα είναι αναπόφευκτο. Δεν έχει σημασία αν γίνει φέτος ή μετά από δέκα χρόνια ή μετά από εκατό χρόνια -πάντως η τάξη σας θα πέσει. Κι αυτό θα γίνει με τη βία. Εμείς του εργατικού όχλου τη στριφογυρίσαμε τη λέξη στο μυαλό μας ώσπου να πονέσει. Βία. Είναι μια βασιλική λέξη.

Στις επόμενες 50 σελίδες περίπου, οι πολιτικές εξελίξεις στην πλοκή δίνουν την ευκαιρία στον Ερνέστο να αναλύσει πιο ειδικούς οικονομικούς όρους της μαρξιστικής θεωρίας: τον οικονομικό ανταγωνισμό και τη δημιουργία των τραστ (σελ. 127-130), τον ρόλο που παίζουν οι «μικροί καπιταλιστές» (σελ. 132-135), τη θεωρία της υπεραξίας (σελ. 144-150). Σε σχέση με την έννοια της υπεραξίας μάλιστα, ο Λόντον επιτρέπει στην Άβις να ευλογήσει τα γένια του Ερνέστου, δηλαδή τα δικά του: «Ήταν η πρώτη φορά που άκουγα την ανάλυση της διδασκαλίας του Καρλ Μαρξ[10] περί υπεραξίας, και ο Ερνέστος το είχε κάνει τόσο απλά που και εγώ επίσης καθόμουν άλαλη απ’ την κατάπληξή μου». Οφείλουμε πάντως, αφού παραμερίσουμε την αμηχανία που μπορεί να μας προκαλεί ο αυτοθαυμασμός του, να αναγνωρίσουμε προς τιμήν του συγγραφέα ότι όντως πρόκειται για μια υποδειγματική ανάλυση.

Αμέσως μετά, κι ενώ ο Ερνέστος έχει μιλήσει και για τη θέση της μεσαίας τάξης προβλέποντας ότι αυτή θα συνθλιβεί ανάμεσα στον ανταγωνισμό της αστικής και της εργατικής τάξης, δίνει ένα νέο όνομα στον δεσποτισμό (σήμερα θα λέγαμε «τον ολοκληρωτισμό») που θα επικρατήσει αν τα τραστ κερδίσουν τη μάχη αυτή και αποκτήσουν την πλήρη κατοχή των μηχανών και του κόσμου. Τον ονομάζει «Σιδερένιο Τακούνι» ή αλλιώς «Ολιγαρχία» ή, όπως τον αποκαλούν οι συνομιλητές του, εκπρόσωποι της μεσαίας τάξης, «Πλουτοκρατία».

Κάπου εκεί, στη μέση δηλαδή του βιβλίου, στο κεφάλαιο που εύγλωττα τιτλοφορείται «Τα μαθηματικά ενός ονείρου», σταματά ο κυρίαρχος ρόλος της θεωρίας και την σκυτάλη την παίρνει η πράξη. Συνδικαλιστική δράση, δυνάμωμα σωματείων, κάθοδος στις εκλογές, συμμαχίες, πολιτικές νίκες, ιμπεριαλιστικοί πόλεμοι, γενικές απεργίες που αποτρέπουν αυτούς τους πολέμους, συμμετοχή στο αστικό κοινοβούλιο, ήττες, παράνομος μηχανισμός, συνθηματικά, μεταμφιέσεις, κρησφύγετα, προετοιμασία επανάστασης, προβοκάτσιες, «τρομοκρατικές» ενέργειες, ηρωικές εξεγέρσεις, και άκρατη κρατική βία και καταστολή.[11] Στο δεύτερο μισό ενός βιβλίου των αρχών του 20ού αιώνα νιώθουμε σαν να διαβάζουμε σχεδόν ό,τι συνέβη στην παγκόσμια ιστορία των αδικαίωτων ακόμη κινημάτων και των επαναστάσεων ολόκληρου του περασμένου πια αιώνα, με τέτοια διαύγεια που θα μπορούσαμε να αφιερώσουμε ένα ξεχωριστό κείμενο για την κάθε πολιτική πράξη και πρακτική, για το πώς την οραματίστηκε ο Λόντον, κατά πόσο την προέβλεψε σωστά και πόσο έπεσε έξω σε κάθε περίπτωση.

Δυστοπία;

Όπως αναφέρθηκε και στον πρόλογο αυτού του άρθρου, το «Σιδερένιο Τακούνι» συχνά χαρακτηρίζεται ως δυστοπικό μυθιστόρημα. Ένας τέτοιος χαρακτηρισμός όμως είναι μάλλον επιφανειακός, καθώς παραγνωρίζει αυτό που ήδη έχει επισημανθεί νωρίτερα, ότι δηλαδή στο τέλος -μετά από τρεις αιώνες έστω- η επανάσταση νικάει και η Αδελφότητα των Ανθρώπων γίνεται πραγματικότητα. Είναι φανερό ότι για τον Λόντον η περίοδος του Σιδερένιου Τακουνιού μπορεί να έρθει και να είναι πραγματικά ζοφερή (και δυστοπική), αλλά θα είναι προσωρινή, αν το εργατικό κίνημα δεν πάψει να παλεύει για τη δημιουργία μιας άλλης κοινωνίας, ακόμη και μέσα από νέες ήττες και νέες συντριβές.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Αντώνης Γαζάκης

Ο Αντώνης Γαζάκης αποφοίτησε από τη Σχολή Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων το 2000 και τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια εργάζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση. Διαβάζει πολλή λογοτεχνία, και ενίοτε γράφει γι’ αυτή στο μπλογκ του μαζί με δικά του μικρολογοτεχνικά κείμενα, ενώ άρθρα του επί παντός επιστητού δημοσιεύονται επίσης στο alterthess.gr, στο thegreekcloud.com και αλλού. Ζει στη Θεσσαλονίκη και όταν δεν διαβάζει, παίζει θέατρο και Civilization ή βλέπει σειρές μυστηρίου.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε