Επίκαιρα Τεύχος #14

Ο Μαρξ, ο Μπακούνιν και το Κράτος. Μια συζήτηση του Ernst Bloch με τους Prvoslav Ralić και Djordje Zorkić, 1970 

Στην παρακάτω συζήτηση[1] που έχει μεταφράσει η Χρύσα Κατσογριδάκη, οι ερωτήσεις των Ralić και Zorkić στον μαρξιστή φιλόσοφο Ernst Bloch φέρνουν στο προσκήνιο ένα πλήθος ζητημάτων: από την έννοια του κράτους στον μαρξισμό και στον αναρχισμό, την κριτική του Μπλοχ στη Σοβιετική Ένωση για τον κρατικό συγκεντρωτισμό και την καταπίεση των ατομικών ελευθεριών, την θέση του πάνω στο ζήτημα της κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας και της μετάβασης στον κομμουνισμό και τέλος, το πιο θεμελιώδες στοιχείο της μπλοχιανής φιλοσοφίας, την υπεράσπιση του θερμού ρεύματος και του φαντασιακού-ουτοπικού στοιχείου στον μαρξισμό.

Τι πιστεύετε, κύριε καθηγητά, υπάρχουν στις σοσιαλιστικές χώρες κοινωνικά στοιχεία τα οποία  πρέπει να επαναστατικοποιηθούν; 

Bloch: Ναι, εδώ θα έπρεπε να πει κανείς: σχεδόν όλα! Το μόνο πράγμα που έχει σημασία είναι το από πού  ξεκινάμε για λόγους τακτικής ή τι είναι πιο σημαντικό για στρατηγικούς λόγους, τι είναι πιο εύκολο να  κάνουμε ή τι είναι πιο σημαντικό να κάνουμε. Πρόκειται για δύο συμπεριφορές που κάλλιστα μπορούν να  επικαλύπτονται. Ναι, το βασικό ερώτημα περιστρέφεται γύρω από τον μαρασμό του κράτους. Ως προς  αυτό, ό,τι έχει μέχρι τώρα επιτευχθεί στη σοσιαλιστική επανάσταση, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την  διατύπωση του Μαρξ και ιδιαίτερα με εκείνη του Ένγκελς για τον μαρασμό του κράτους. Το κράτος δεν  πρέπει να καταστραφεί με τη βία –αυτό θα ήταν [συμβατό] με την αναρχική λογική του Μπακούνιν– πρέπει  μάλλον να σβήσει. Πεθαίνει και μετασχηματίζεται από κυριαρχία πάνω στους ανθρώπους σε διοίκηση  πραγμάτων και διαδικασιών παραγωγής, όπως το έθεσε ο Ένγκελς στον Anti-Dühring του. Σε αυτή την  περίπτωση, έχουμε απέναντί μας κάτι εντελώς διαφορετικό από την κρατική εξουσία της Σοβιετικής  Ένωσης, η οποία σίγουρα βλέπει τον εαυτό της δίπλα στους Ασσύριους και στη Ρώμη του Νέρωνα. Αν μια  τέτοια παντοδυναμία του κράτους ακολούθησε την Οκτωβριανή επανάσταση, τότε κάτι πρέπει να πήγε  λάθος κατά την εξέλιξή της. Γιατί ο κρατικός συγκεντρωτισμός δεν είναι σε καμία περίπτωση συμβατός  με τον μαρασμό του κράτους. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι το κυρίαρχο ζήτημα, μόνο τότε μπορεί να  έχει νόημα η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας. Έχει φανεί ότι, η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας  [ιδωμένη] ως αποκλειστικός μοχλός για την εγκαθίδρυση της αταξικής κοινωνίας, πόρρω απέχει από το να  οδηγεί στην αταξική κοινωνία. Προς το παρόν, έχει δημιουργήσει μόνο ένα νέα στρώμα ηγεμόνων, δεν θα  ήθελα να πω: μια νέα τάξη. Ειδικά για το μεμονωμένο άτομο, αυτού του είδους η κατάργηση της ατομικής  ιδιοκτησίας δεν συνεπάγεται απελευθέρωση, αντίθετα, [το άτομο] μένει χωρίς προστασία και χάνει την  ηθική του αξιοπρέπεια. Αποδείχτηκε λοιπόν ότι η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, η πλήρης  κατάργηση του κεφαλαίου και του χρηματιστηρίου υπό τις παρούσες συνθήκες είχε μια παράξενη αλλά  δαιμονική παρενέργεια, ότι δηλαδή ο καθένας γίνεται ένα φτωχό σκυλί, ένα νέο είδος δουλοπάροικου, που κουνάει την ουρά του μπροστά στους Απαράτσικ [ΣτΜ: ανώτερο κομμουνιστικό στέλεχος], γιατί  διαφορετικά θα ήταν χαμένος. Από αυτή την εμπειρία προκύπτει ότι η κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας  πρέπει να συνοδεύεται από την κατάργηση της κρατικής παντοδυναμίας, και αυτός είναι ένας πολύ μικρός  φόρος τιμής που πρέπει να αποδώσει ο μαρξισμός στον Μπακούνιν. Γιατί αν και ο αναρχισμός μέσα από  το χρονοδιάγραμμά του –πρώτα κατάργηση του κράτους έπειτα κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας– έχει  υποδείξει τον πλέον σίγουρο τρόπο για να απομακρυνθεί από τους στόχους του, εντούτοις έχει δει πιο  καθαρά τον κίνδυνο του κρατικού μηχανισμού. Μόνο ως προς το τελευταίο σημείο προκύπτει η ανάγκη να  επανεξεταστεί η αναρχική θεωρία, ειδικά από τη στιγμή που υπήρχε συμφωνία επί των στόχων μεταξύ  μαρξισμού και αναρχισμού. Επομένως, η αναφορά στον Μπακούνιν δεν παραπέμπει σε καμιά περίπτωση  στην επαναστατική τακτική του, η οποία διατηρεί το σύνθημα ότι η απόλαυση της καταστροφής είναι μια  δημιουργική απόλαυση, αλλά σε μια επανεξέταση του ρόλου του κράτους στη σοσιαλιστική επανάσταση.  Οι τελευταίες δεκαετίες μας έχουν διδάξει τι κινδύνους συνεπάγεται η παντοδυναμία του κράτους με την  ταυτόχρονη κατάργηση κάθε μέτρου προστασίας για το άτομο. Με αυτό τον τρόπο, ούτε οι πηγές του  ατομικού πλούτου έχουν αξιοποιηθεί επαρκώς, όπως απαιτεί ο Μαρξ, ούτε το άτομο έχει αποκτήσει το  αίσθημα της απελευθέρωσης μέσα σε μια αλληλέγγυα κοινωνία, κάτι που από μόνο του θα έπρεπε να είναι  αυτονόητο. Σε αυτό το σημείο πρέπει να επέλθει η αλλαγή και όλα τα κινήματα που έλαβαν χώρα στην  Ανατολή κατά του σταλινισμού, είχαν πρωτίστως τέτοιες αλλαγές στο μυαλό τους. Δεν επρόκειτο για την  επανασύσταση του καπιταλισμού, όπως ισχυρίστηκαν οι ψεύτες από την «Άνοιξη της Πράγας», αλλά πολύ  περισσότερο για την απώθηση ενός παντοδύναμου κράτους και την αποδυνάμωση των Απαράτσικ. 

Είναι οι αντιλήψεις για ένα νέο επαναστατικό υποκείμενο έκφραση μιας νέας κοινωνικής  αναδιάρθρωσης του κόσμου ή έχουν τις ρίζες τους στην άνοδο των σύγχρονων «επαναστατών»; Ποιο  πιστεύετε ότι είναι το χαρακτηριστικό της σημερινής επαναστατικής κατάστασης; 

Το ότι η επανάσταση δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί δεν σημαίνει ωστόσο, ότι είναι πλέον μια  ατέρμονη διαδικασία που χρειάζεται εις το διηνεκές ένα επαναστατικό υποκείμενο. Σίγουρα αναμένονται  φάσεις στις οποίες οι μη ανταγωνιστικές αντιφάσεις, αντί των ανταγωνιστικών, επιδιώκουν την εξέλιξη  χωρίς βίαιες-εκρηκτικές αναταραχές. Σε κάθε περίπτωση, το κάλεσμα για ένα νέο επαναστατικό  υποκείμενο συχνά συνεπάγεται και ένα είδος απομάκρυνσης από το προλεταριάτο. Είναι σαν να πηγαίνεις  σε άλλη εταιρεία επειδή η πρώτη χρεοκόπησε. Αυτό συνοδεύεται από την απελπισία και την ανάγκη για  αλλαγή. Γι’ αυτό στρεφόμαστε στους φοιτητές, και όταν οι φοιτητές δεν είναι πια αρκετοί, στρεφόμαστε  στον ασκούμενο, αλλά σε κάθε περίπτωση πάντα επιστρέφουμε στην αναζήτηση ενός νέου υποκειμένου.  Αντί μιας τέτοιας διασποράς, η ανάκτηση του προλεταριάτου θα ήταν σε κάθε περίπτωση ισχυρότερη και  πιο ανθεκτική, [αναφέρομαι σε] μια ανανεωμένη συνείδηση του προλεταριάτου σε συμμαχία με ένα όσο  το δυνατόν πιο ευρύ στρώμα αποτελούμενο από εκείνους που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση με αυτό,  έτσι ώστε να αναδυθεί εκ νέου μια μεγάλη πλειοψηφία με την έννοια του επαναστατικού υποκειμένου. Ο  σοσιαλισμός πρέπει να επιστρέψει σε αυτό που του τραγουδούσαν στο λίκνο. Με βάση τον Μαρξ και το αίτημά του να επιτευχθεί επιτέλους το «βασίλειο της ελευθερίας», πρέπει να ασκήσουμε κριτική στον παλιό  και τον νέο σταλινισμό. Αυτό που αυτοεπιβάλλεται ως κρατικός σοσιαλισμός στη σύγχρονη Ανατολή, όχι  μόνο δεν είναι αναπόφευκτο, αλλά δεν προσελκύει και με κανένα τρόπο. Μόλις όμως εμφανιστεί κάπου  μια ρωγμή, μόλις κάτι εκραγεί, μόλις χαράξει κάποια αυγή –όπως το πολωνικό φθινόπωρο, η τσέχικη  άνοιξη– εμφανίζεται εκ νέου η έλξη του σοσιαλισμού. Η σοσιαλιστική υπόθεση δεν μπορεί να  καταστραφεί, αυτό αποκλείεται, μπορεί κανείς μόνο να τη συσκοτίσει, μέχρι το σημείο της ακραίας  συσκότισης όπου ο μαρξισμός μετατρέπεται σε μια ιδεολογία του ιμπεριαλισμού. Πρέπει να αγωνιστούμε  ενάντια σε τέτοιες συσκοτίσεις, σύμφωνα με τις οποίες ο μαρξισμός, που είναι εγγενώς η θεωρία και η  πρακτική της απελευθέρωσης, μετατρέπεται σε ιδεολογία της κατάκτησης. Πρέπει να αγωνιστούμε έτσι  ώστε ο μαρξισμός να μην μετατραπεί σε μια διδασκαλία, που διατάσσεται να προσφέρει τις ίδιες υπηρεσίες  που κάποτε προσέφερε το Κοράνι στους Άραβες κατακτητές της Ισπανίας, ή αυτές που η ιμπεριαλιστική  Αγγλία απέσπασε από την Βίβλο. Όσον αφορά το τελευταίο, υπάρχει μια πολύ γνωστή φράση του [Τόμας]  Κάρλαϊλ: «Κάποιος λέει Βίβλος και εννοεί βαμβάκι». 

Μπορεί κανείς να μιλήσει για κρίση στην κλασική θεωρία της επανάστασης σήμερα; Εάν  απαντήσετε καταφατικά, πείτε μας παρακαλώ, πού εντοπίζονται οι λόγοι μιας τέτοιας κρίσης. 

Κατά τη χρήση της λέξης κρίση, πρέπει να σκεφτόμαστε την ενδεχόμενη αποβολή έρματος. Εξ  όσων γνωρίζουμε, δεν υπάρχει επί του παρόντος απόλυτη εξαθλίωση του προλεταριάτου στις βιομηχανικά  προηγμένες χώρες, αλλά ο τρίτος κόσμος προσφέρει αρκετή φτώχεια και εξαθλίωση για το σκοπό αυτό.  Ως προς τη θεωρία της φτωχοποίησης λοιπόν, μια απλοϊκή αναθεώρηση, που θα χαρακτηρίζει αυτή τη  θεωρία παρωχημένη και θα την απέρριπτε ως έρμα, δεν είναι απαραίτητη. Ωστόσο, αναφορικά με το  πρόβλημα της αναθεώρησης, πρέπει να κάνουμε μια θεμελιώδης παρατήρηση. Το λιγότερο που περίμενε  ο Μαρξ ήταν η αλήθεια να είναι μόνο αυτή που αντιστοιχεί στα παγιωμένα γράμματα των κειμένων του.  Ακριβώς επειδή ο σοσιαλισμός έχει γίνει επιστημονικός στον μαρξισμό, πρέπει να είναι ανοιχτός σε  αλλαγές, σε διορθώσεις· μόνο το δόγμα δεν αλλάζει. Επιπλέον: ο Μαρξ και ο Ένγκελς, η Λούξεμπουργκ  και ο Λένιν δεν μπόρεσαν να αναπτύξουν μια ολοκληρωμένη θεωρία-πρακτική, κάτι που είναι αυτονόητο.  Άλλοι πρέπει να συνεχίσουν από εδώ. Εν αντιθέσει, στην Ανατολή το μαγαζί έκλεισε και ο λογαριασμός  έμεινε απλήρωτος. Η μέγιστη επιτυχία του φασισμού, μου φαίνεται, έγκειται στο ότι ο μετέπειτα μαρξισμός  δεν μπόρεσε να ταΐσει τους πεινασμένους, δυστυχισμένους, άσκοπα περιπλανώμενους ανθρώπους.  Εγκατέλειψε τη φαντασία, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ηθικό και φιλοσοφικό υπόβαθρο. Όμως, στον  σοσιαλισμό, εξίσου σημαντικό με την αναμφίβολα αναγκαία ντετεκτιβίστικη, αναλυτικά-ψυχρή ματιά,  είναι το θερμό ρεύμα, που είναι ικανό να κυριεύσει τους ανθρώπους, και το οποίο σε κάθε επανάσταση  γινόταν αισθητό. Η εξέγερση του Σπάρτακου, οι πόλεμοι των χωρικών, η Γαλλική επανάσταση το 1789, η  εξέγερση του 1848, η Παρισινή Κομμούνα και η Οκτωβριανή επανάσταση: όλα διέθεταν ένα τέτοιο θερμό  ρεύμα. Έχει εκλείψει όμως μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, και μολονότι είναι ορατό, δεν εκφράζεται  πολύ έντονα ακόμη και στον κλασικό μαρξισμό, από τον φόβο της αερολογίας, από τον φόβο του ιδεαλισμού, από τον φόβο μιας πρωτοφανούς φλυαρίας που είναι τόσο πρόθυμη να φωλιάσει μέσα στο  θερμό αυτό ρεύμα.

Τέλος, κύριε καθηγητά: ποια είναι η σημασία της φιλοσοφίας σας για την ελπίδα και τη  συγκεκριμένη ουτοπία, στην ανάπτυξη της επαναστατικής θεωρίας του μαρξισμού; 

Δύσκολα μπορώ να απαντήσω ο ίδιος σε αυτή την ερώτηση. Ίσως η εκτίμησή μου να είναι  λανθασμένη, ίσως να υπερτιμά ή υποτιμά τον εαυτό μου. Όταν κάνω λόγο για «τον εαυτό μου», δεν εννοώ  εμένα, το άτομο, αλλά τη φιλοσοφία. Έχω πει στο παρελθόν ότι η «συγκεκριμένη ουτοπία» έχει γίνει ένα  σύνθημα που κάνει τους κύκλους του, ή μάλλον τις παραβολές του.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Αναδημοσίευση

Το περιοδικό Μarginalia σε εξαιρετικές περιπτώσεις αναδημοσιεύει κείμενα ή αποσπάσματα κειμένων μετά από συνεννόηση με τους εκδότες/τις εκδότριες και τους/τις συγγραφείς ή μεταφράστριες/μεταφραστές τους.

Σχετικά με τον συντάκτη

Χρύσα Κατσογριδάκη

Η Χρύσα Κατσογριδάκη είναι υποψήφια διδάκτωρ πολιτικής φιλοσοφίας του τμήματος Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Είναι απόφοιτος του τμήματος Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, κάτοχος μεταπτυχιακού διπλώματος ειδίκευσης στην πολιτική φιλοσοφία από το τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου, και έχει εργαστεί ως κοινωνιολόγος με έμφαση στην έρευνα και την αντιμετώπιση της έμφυλης και της ενδοοικογενειακής βίας. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη νεότερη και σύγχρονη φιλοσοφία, στη φιλοσοφική σκέψη του Μαρξ, στην κριτική θεωρία της σχολής της Φρανκφούρτης, σε ζητήματα φύλου και πολιτικής, στην ιστορία της ουτοπικής σκέψης και στην αισθητική θεωρία.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε