Επίκαιρα Τεύχος #11

Το ζήτημα των αμβλώσεων στην ύστερη νεωτερικότητα

Αndre Kertesz, Distortion #40, 1933 / 1970s Contemporary Works/Vintage Works

Η Σίλβια Φεντερίτσι (Silvia Federici) στο έργο της Ο Κάλιμπαν και η Μάγισσα περιγράφει πώς στη διάρκεια του 14ου και του 15ου αιώνα η δημογραφική κρίση και η ανεπάρκεια εργασιακής/αγροτικής δύναμης μετατράπηκαν σε καίριο κοινωνικό ζήτημα στην Ευρώπη, οδηγώντας στη σταδιακή ποινικοποίηση της άμβλωσης, ενώ παράλληλα οι μέθοδοι αντισύλληψης, όπως και εναλλακτικές μορφές σεξουαλικής συνεύρεσης (πρωκτικός/στοματικός έρωτας) στιγματίστηκαν ως πρακτικές θρησκευτικών εγκληματικών αιρέσεων.[1] Στα τέλη του 16ου αιώνα οι αμβλώσεις καταδικάζονταν με θανατική ποινή με την αιτιολογία ότι οι αμβλώσεις και τα μέτρα πρόληψης ήταν πρακτικές των μαγισσών, τα οποία είχαν ως στόχο να καταστρέψουν μέσω της αντισύλληψης και της άμβλωσης την αναπαραγωγική δύναμη των ανθρώπων.[2]

Όμως, η ίδια αυτή ρητορική ενοχής κρύβει επίσης μια άλλη πρακτική διαχείρισης των κατώτερων στρωμάτων, η οποία δεν είναι άλλη από την ανάγκη της αστικής τάξης να τιθασεύσει τον κόσμο των φτωχών που αποδεικνυόταν όλο και πιο επικίνδυνος. Υπό αυτές τις συνθήκες η άμβλωση περνά στη δικαιοδοσία του κράτους, μιας και αξίζει να σημειωθεί, όπως σημείωναν και τα ελληνικά ιατροδικαστικά εγχειρίδια του 19ου αιώνα, ότι η άμβλωση στις νεωτερικές κοινωνίες περιήλθε στην αποκλειστική δικαιοδοσία του κράτους,[3] σε αντίθεση με το αρχαίο ελληνικό και το ρωμαϊκό δίκαιο, όπου η άμβλωση αφορούσε τον ιδιώτη αποκλειστικά

Εν ταις αρχαίαις Νομοθεσίαις, ουδέν σχεδόν απαντά ίχνος ποινικής διατάξεως τιμωρούσης την άμβλωσιν τούτον δέον ν’ αποδοθή κυρίως εις την εποχής εκείνης τας ιδέας, κατά τας οποίας το έμβρυον αποτελεί μέρος της γαστρός τας ιδέας μάλιστα ταύτας και την εξ’ αυτών απορρέουσαν αρχήν του ατιμωρήτου εδέχοντο ου μόνον οι Έλληνες, αλλά και οι Ρωμαίοι, η ποινική των οποίων Νομοθεσία εξετάζει την έκτρωσιν μόνο εφ’ όσον προσβάλλει την επί του μέλλοντος τέκνου πατρικήν εξουσίαν ή σχετίζεται προς σωματικήν της μητρός βλάβην, οσάκις η πράξις ετελέσθη παρά τρίτου.[4]

 

Το δικαίωμα της άμβλωσης από τον ιδιώτη στο κράτος

Αυτή η μεταφορά έγινε παράλληλα με επιστημονικές ερμηνείες που κατέληγαν σε εκ των προτέρων ερμηνείες ενάντια στη γυναίκα κατά κυριότητα των κατώτερων στρωμάτων, που λόγω της «φύσης» της και της ταξικής της προέλευσης φλέρταρε με την οκνηρία, την υπέρμετρη σεξουαλικότητα, την πορνεία, το έγκλημα, την παράνοια και την παρέκκλιση.[5]

Αυτή η αντίληψη ήταν διαδεδομένη τόσο τον 19ο αιώνα, όσο και στις αρχές του 20ού αιώνα, με αποτέλεσμα μια σειρά από ψυχιατρικές, ανθρωπολογικές και εγκληματολογικές μελέτες να καταλήγουν στον ψυχικό/εγκληματικό πρωτογονισμό της επιθυμίας που εντοπιζόταν κατά κυριότητα στα κατώτερα στρώματα, αλλά και στους αναρχικούς/ές, κομμουνιστές/στριες, ελευθέριες/πόρνες γυναίκες, στους επαίτες, στους αλήτες, στην ανώμαλη/ανυπάκουη νεολαία, σε μια εκφυλισμένη ζωή εν ολίγοις, που τολμούσε να ζει εκτός της αστικής ηθικής,[6] καταλήγοντας ακόμη και στις αμβλώσεις και θέτοντας την αναπαραγωγή του έθνους-κράτους σε κίνδυνο. 

Αυτό όμως που πρέπει να γίνει κατανοητό είναι ότι στην πραγματικότητα δεν διώκεται η πράξη, αλλά το υποκείμενο που τολμά να ασκήσει αυτή την εξουσία, μια εξουσία που πλέον ασκεί αποκλειστικά το νεωτερικό κράτος. Αυτό σημαίνει ότι από τον ηγεμόνα που είχε ως στόχο τη διατήρηση του «κράτους» του,[7] περίοδο στην οποία οι αμβλώσεις και ευρύτερα η ανθρώπινη επιθυμία των κατώτερων στρωμάτων μετατρέπονται σταδιακά σε ιδιοκτησία/απόφαση του ηγεμόνα, αυτά τα ίδια ζητήματα στη νεωτερική κοινωνία και ιδιαιτέρως στον 19ο και στον 20ό αιώνα γίνονται ζητήματα του κράτους.[8] Το αποτέλεσμα είναι ότι αυτή η μετάβαση, από τον ηγεμόνα σ’ ένα υποτιθέμενο αντικειμενικό νεωτερικό κράτος, επέτρεψε να εννοηθεί ότι, ανεξαρτήτως της κυβέρνησης, το κράτος μέσα από τους θεσμούς του δικαίου και την αλήθεια της επιστήμης, ενώ υπηρετεί τις ανάγκες της αστικής τάξης –λόγου χάρη διαιρώντας το ανθρώπινο είδος σε ανώτερη/ο και σε κατώτερη/ο φυλή/φύλο/τάξη βάσει της θεωρίας του εκφυλισμού, την ευγονική, τον κοινωνικό δαρβινισμό κ.λπ.– μπορεί να λειτουργήσει ως μόνιμη και αντικειμενική πηγή εξουσίας με τρόπο ηγεμονικό πάνω στην ανθρώπινη ζωή/επιθυμία.

 

Η ευγονική, η άμβλωση και το νεωτερικό κράτος

Με πρακτικούς όρους, αυτό σημαίνει ότι οι αμβλώσεις όπως και οι στειρώσεις γίνονται αντικείμενο του κράτους, ενάντια στο οποίο δεν υπάρχει κανένας αντίλογος, μιας και υποτίθεται ότι γίνονται με στόχο το γενικό καλό. Αντίθετα όταν αυτές οι ενέργειες ασκούνται από ιδιώτες έχουν ως στόχο, υποτίθεται, το ιδιωτικό εκφυλισμένο συμφέρον/ανεξέλεγκτη επιθυμία. 

Υπό αυτές τις συνθήκες στις ΗΠΑ υιοθετούνται το 1883, αλλά και το 1927, μια σειρά μέτρων ευγονικής.[9] Τα μέτρα προέβλεπαν τεχνητή στείρωση στους «φτωχούς τω πνεύματι» (όρος της εποχής, για τους «ψυχικά ασθενείς»), στους «φυλετικά διεστραμμένους» και στους ανίατους συφιλιδικούς. Μάλιστα σημειωνόταν ότι μέχρι το 1949 είχαν υποστεί 49.000 άνθρωποι στείρωση.[10] Το 1939 στη Σουηδία είχε ψηφιστεί νόμος που προέβλεπε άμβλωση σε περίπτωση που το μωρό είχε κάποια ανωμαλία διαπλάσεως ή ψυχική νόσο. Την ίδια περίοδο στη Δανία κατοχυρωνόταν η άμβλωση με στόχο την πρόληψη από «επιληψίαν, ψυχοπάθειαν, τύφλωσιν, κωφαλαλίαν, αλκοολισμόν, εγκληματικότητα».[11] Στην Ελβετία η «ευγονική έκτρωση» με νόμο που καθιερώθηκε το 1922 στο καντόνι του Βο (Vaud) καλούνταν να εφαρμοστεί ενάντια σε άτομο το οποίο είχε προσβληθεί «υπό φρενίτιδος νόσου ή πασχον εκ ψυχικής ατελείας ή τοξικομανίας».[12] Το 1948 στην Ιαπωνία κατοχυρώθηκε η ευγονική στείρωση και άμβλωση, μετά από έγκριση επιτροπής ευγονικής προστασίας, της οποίας η δικαιοδοσία συμπεριλάμβανε 800 κέντρα υγιεινής, σε καθένα από τα οποία υπήρχε ειδικό τμήμα συμβουλευτικής για τον γάμο.[13]

Την ίδια περίοδο οι Έλληνες ειδικοί αναζητούσαν μέτρα για την ενίσχυση της φυλής, αφού «η αυξημένη γονιμότητα των εργατών και των αγροτών σε σχέση με “τας ανωτέρας τάξεις”» είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργείται «“μια αρνητική επιλογή, καθ’ όσον τα ικανώτερα άτομα ολιγωστεύουν” και “πληθύνονται οι οργανισμοί εκείνοι οι οποίοι υστερούν σωματικώς και ψυχικώς”»,[14] οδηγώντας ως εκ τούτου τους ειδικούς να καταλήγουν στο αίτημα το κράτος να γίνει ρυθμιστής των ενστίκτων των πολιτών, ιδιαίτερα των κατώτερων στρωμάτων, μέσω μαθημάτων γενετήσιας διαπαιδαγώγησης, ενώ θα προταθεί να εισαχθούν μαθήματα γενετήσιας διαπαιδαγώγησης και στην ΕΟΝ (Εθνική Οργάνωση Νεολαίας).[15]

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, παρότι η ευγονική καταχρηστικά έχει ταυτιστεί αποκλειστικά με τον ναζισμό και μάλιστα με την κοινωνική, σεξουαλική και φυλετική καθαρότητα, αυτό που συχνά δεν υπογραμμίζεται είναι ότι η «θετική ευγονική» συνεχίστηκε και μετά τον πόλεμο, με στόχο την υποτιθέμενη ψυχική/σωματική εξυγίανση ενάντια στην πνευματική/σωματική αναπηρία του πληθυσμού, που αφήνεται άκριτα στη λίμπιντο και η οποία εντοπιζόταν κατά κυριότητα στα κατώτερα στρώματα. 

Το 1953, εξάλλου, δημιουργείται η Ελληνική Εταιρεία Ευγονικής (ΕΕΕ) με πρόεδρο τον Νικόλαο Λούρο.[16] Η Εταιρεία σεβόμενη τη θεωρία του Σιρ Φράνσις Γκάλτον (Sir Francis Galton), πατέρα της ευγονικής, θα επικεντρωθεί στον έλεγχο της ανεξέλεγκτης ανάπτυξης των λαϊκών στρωμάτων,[17] ενώ τα τελευταία στιγματίζονται από την προσπάθεια της διασύνδεσης τους με την ανηθικότητα και την οκνηρία, εισάγοντας μέτρα αντισύλληψης. Την ίδια χρονιά, ο καθηγητής φιλοσοφίας και διευθυντής του Ψυχολογικού Εργαστηρίου του Πανεπιστημίου Αθηνών, Γεώργιος Σακελλάριος θα δημιουργήσει την Οργάνωση «Ηθικός Εξοπλισμός της Νεότητος» (ΟΗΕΝ), με στόχο την παρακολούθηση, μέσω της γενετήσιας αγωγής, της ανθρώπινης βούλησης νυχθημερόν.[18]

Με δυο λόγια, ο βιοιατρικός λόγος της εποχής, μέσα από μια ρητορική περί της ανηθικότητας των κατώτερων στρωμάτων, που έφταναν και μέχρι την άμβλωση, κατέληγε στο χρέος της Πολιτείας και του Κράτους, να διαμορφώσει ένα πλαίσιο ηθικοκοινωνικής αγωγής, ιδιαιτέρως των κατώτερων στρωμάτων, εντός των οποίων εντοπίζονταν με φρίκη τη δεκαετία του 1960 εξώγαμες γεννήσεις και ανήθικες συμβιώσεις, σύμφωνα με τον ελληνοχριστιανικό πολιτισμό.[19]

Στην πραγματικότητα, αυτό που προσπαθεί να δημιουργήσει η ευγονική τη δεκαετία του 1960 είναι την αναγκαιότητα της ψυχικής εκκαθάρισης του πληθυσμού, μέσω της «ψυχικής ευγονικής», όρος της εποχής, από την εκθηλυμένη επιθυμία. Αυτό θα οδηγήσει εκτός Ελλάδας, όπως στη Φινλανδία για παράδειγμα, σε στειρώσεις ανθρώπων με αντικοινωνική συμπεριφορά,[20] ενώ η ψυχιατρική και η ψυχανάλυση θα προσπαθήσουν να ερμηνεύσουν με επίκεντρο τον άνθρωπο φαινόμενα όπως η βία και ως εκ τούτου και η έκρηξη των πολέμων. Με δυο λόγια, πίσω από την ποινικοποίηση της άμβλωσης, ο αστικός βιοιατρικός λόγος καταφέρνει να στιγματίσει ως εγκληματική την ανθρώπινη επιθυμία/βούληση για ανυπακοή, όπως την επιθυμία των γυναικών για απελευθέρωση του σώματός τους από μια ανεπιθύμητη κύηση. 

 

Η Μεταπολεμική Ευρώπη και η άμβλωση των «ψυχικά μπάσταρδων»

Όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, μια σειρά από εγκληματολογικές και ψυχιατρικές μελέτες τη δεκαετία του 1960 κατέληγαν ότι η γέννηση «μπάσταρδων» που προέρχονταν από συνευρέσεις εκτός γάμου περιθωριακών ομάδων –όπως πόρνες, κίναιδοι, αναρχικοί, κομμουνιστές/τριες– είχε ως αποτέλεσμα τη δημιουργία ενός πληθυσμού με ψυχικά χαρακτηριστικά την εγκληματικότητα, τη φτώχεια, την ασθένεια, την οκνηρία, το πάθος και την παρέκκλιση, προτείνοντας ως εκ τούτου την «προγαμιαία ιατρική εξέταση, τη χρήση των αντισυλληπτικών, την τεχνητή στείρωση και την προληπτική άμβλωση, ως την τερατολογίαν της (θετικής) ευγονικής που και η Ελλάδα, με τη βοήθεια της αστυνομίας, ως προηγμένο κράτος, έπρεπε να εφαρμόσει.»[21] Σ’ αυτή τη ρητορική δεν επισημαίνεται φυσικά ούτε ότι ο αριθμός των αμβλώσεων είναι μεγαλύτερος στις φτωχές χώρες, ούτε ότι οι περισσότερες αμβλώσεις αφορούσαν κατά κύριο λόγο τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. 

Έτσι, το κράτος ως ιδεολογικό εργαλείο της αστικής τάξης καταφέρνει αφενός να ελέγξει τα κατώτερα στρώματα και αφετέρου να καλύψει αυτό που επισημαινόταν ιδιαιτέρως από το σοσιαλιστικό φεμινιστικό κίνημα του Μεσοπολέμου, ότι δηλαδή οι αμβλώσεις δεν ήταν παρά αποτέλεσμα του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Με άλλα λόγια, μια πρακτική που συναντιόταν ιδιαίτερα σε μεταπολεμικές περιόδους, όταν οι γυναίκες των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων αναγκάζονταν να βάλουν ακόμη και τη ζωή τους σε κίνδυνο με μεθόδους ιδιαίτερα επικίνδυνες, με αμβλώσεις που γίνονταν με κάθε μέσο και τρόπο, μιας και δεν είχαν τρόφιμα να θρέψουν ούτε τους ίδιους τους εαυτούς τους, σε μια πατριαρχική κοινωνία που τις αντιμετώπιζε ως αν-υποκείμενα και όπου αν στιγματίζονταν ως ανήθικες τις περίμενε η περιθωριοποίηση και ο στιγματισμός, ό,τι κι αν σήμαινε αυτό. 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αποποινικοποίηση της άμβλωσης το 1986 στην Ελλάδα, παρότι έγινε και κάτω από την πίεση των φεμινιστικών κινημάτων της εποχής και ήταν σαφέστατα ένα θετικό και λυτρωτικό μέτρο για τη γυναικεία ζωή, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι στην ουσία δεν άλλαξε το ηγεμονικό βιοιατρικό καθεστώς αλήθειας, το οποίο υποδήλωνε ότι η άμβλωση ήταν το αποτέλεσμα μιας ανεξέλεγκτης ανθρώπινη επιθυμίας/βούλησης, κατά κυριότητα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και όχι κομμάτι μιας πατριαρχικής τάξης πραγμάτων. Έτσι, σε περιόδους κρίσης, όπως αυτής που διανύουμε, δεν είναι τυχαίο ότι η άμβλωση επανέρχεται, τόσο στην Ελλάδα, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο, με αφίσες, με πρωτοσέλιδα σε αθλητικές εφημερίδες, με πανάκριβες καμπάνιες, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης· στόχος το να αναδειχθεί ότι η άμβλωση είναι αποτέλεσμα μιας εγκληματικής ανεξέλεγκτης ανθρώπινης επιθυμίας.[22]

Η άμβλωση κατ’ αυτόν τον τρόπο δίνει σαφέστατα στο κράτος το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να παρέμβει με υποτιθέμενες πολιτικές προστασίας της «αγέννητης ζωής», αναζητώντας κρατικές πρακτικές διαφύλαξης υποτίθεται της επιθυμίας/ηδονής του ψυχικά εκθηλυμένου πληθυσμού, αυτών των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Χαρακτηριστικό αποτέλεσμα αυτής της ρητορικής (ότι δηλαδή η άμβλωση αποτελεί ένα κομμάτι ενός φαντασιακού ψυχικού νοσήματος και ως εκ τούτου και μιας ερμηνείας επιστημονικής που καταλήγει σε αυτό) είναι αυτό που συνέβη όταν το 2017 αναισθησιολόγοι του δημόσιου νοσοκομείου της Σάμου αρνήθηκαν ιατρικές πράξεις διακοπής της εγκυμοσύνης για λόγους συνείδησης, εφόσον δεν υπάρχει κίνδυνος για τη ζωή ή την υγεία της εγκύου. Τότε, το μέλος της «Εθνικής Επιτροπής Βιοηθικής», ο μητροπολίτης Σάμου και Ικαρίας Ευσέβιος, θα υπερασπιστεί αυτούς τους γιατρούς κάνοντας αναφορά στις επιπτώσεις στην ψυχική υγεία της γυναίκας που εκτελεί μια τέτοια πράξη.[23] Έτσι θα αναφερθεί στο «μετεκτρωτικό σύνδρομο», εγγράφοντας εντός μιας επικαιρότητας πολύπλοκης μια νέα κοινωνική ρύθμιση (ψυχικό νόσημα) που σαφέστατα προσφέρει νέα ύλη σχέσεων υποταγής της ανθρώπινης επιθυμίας/βούλησης.

 

Ο στόχος είναι ο ηθικός/ψυχικός σωφρονισμός της ανθρώπινης επιθυμίας

Εν κατακλείδι, το σημείο εφαρμογής της βιοπολιτικής δεν ήταν ποτέ μόνο το σώμα-μηχανή, αλλά και η φαντασιακά εκθηλυμένη/ανθρώπινη επιθυμία των κατώτερων στρωμάτων, όπως κατασκευάζεται στο φαντασιακό από την αστική τάξη, και ταυτίζεται με την παράνοια, την εγκληματικότητα, την ασθένεια και τον θάνατο, όταν αυτά τα στρώματα τολμούν να επαναστατήσουν. Με αυτό τον τρόπο δεν είναι τυχαίο ότι η άμβλωση γίνεται ξανά στις μέρες μας το dispositive της «ελευθέριας γυναίκας», ενώ η πατριαρχία και ο καπιταλισμός φαντάζουν υποκριτικά ως το απόλυτο κοινωνικό/οικονομικό/πολιτικό πλαίσιο επιβίωσης των «αρίστων» που για μια ακόμη φορά καλούνται να θέσουν κάτω από την εξουσία τους τη μήτρα/επιθυμία των γυναικών, των κατώτερων στρωμάτων κατά κύριο λόγο, ιδιαίτερα σε περιόδους αναταραχών, με στόχο την υποτιθέμενη διατήρηση της ζωής την ίδια στιγμή που ο βιοιατρικός λόγος και το αστικό κράτος και οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του γίνονται όλο και πιο απαιτητικοί για προγεννητικούς ελέγχους με στόχο υποτίθεται το «άριστα υγιές» υποκείμενο.

 

Θλιβερός επίλογος ή πρόλογος μιας ανθρώπινης κοινωνίας; 

Το άρθρο αυτό γράφτηκε λίγες μέρες πριν ξεσπάσει η πανδημία, τουλάχιστον με τη μορφή που βλέπουμε στις μέρες μας και προτού επιβληθεί συνολική απαγόρευση κυκλοφορίας, μέτρο που έχει έντονα κατακριθεί ότι υπερβαίνει τα όρια της συνταγματικής νομιμότητας.[24]  Παρόλα αυτά, παρότι σε μια πρώτη ανάγνωση η άμβλωση μπορεί να φαντάζει ως άσχετο ζήτημα με την επικαιρότητα της πανδημίας επιμένω ότι και τα δύο ζητήματα μ’ έναν παράξενο και κυνικό τρόπο αποτελούν κομμάτια ενός παζλ που αναδεικνύει τον τρόπο διαχείρισης της εξουσίας όσον αφορά την ανθρώπινη βούληση και τη ζωή στην ύστερη νεωτερικότητα. 

Ειδικότερα, τόσο στην άμβλωση, όσο και στην πανδημία, αυτό που θέτει ο (νεο)φιλελευθερισμός, είναι, μέσω της ψευδο-ερμηνείας μιας ανθρώπινης αδυναμίας για αυτοέλεγχο, η αναγκαιότητα μέτρων από το κράτος με στόχο μια ανεξέλεγκτη, επικίνδυνη, εγκληματική ανθρώπινη βούληση. Εξάλλου, αυτό ακριβώς προσπάθησε να ξαναφέρει στην επιφάνεια και η περιβόητη καμπάνια γύρω από τις αμβλώσεις που είχαμε, όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, λίγους μήνες πριν παρουσιάζοντας την άμβλωση ως μια πρακτική που εξευτελίζει τη ζωή, την ίδια στιγμή που υπάρχουν τα μέσα αποφυγής της. Φυσικά, μια τέτοια καμπάνια δεν έκανε καμία μνεία σε ένα πατριαρχικό καθεστώς και ουσιαστικά σε έναν ηγεμονικό έλεγχο της κυρίαρχης προς την κυριαρχούμενη ζωή, ούτε αναφέρθηκε στις πραγματικές ανθρώπινες επιλογές στα όρια μιας ταξικής/ιεραρχούμενης κοινωνίας και στο πώς διακυβεύεται σε αυτό το πλαίσιο το δικαίωμα της γυναίκας στον αυτοπροσδιορισμό της. 

Δεν ζούμε στις μέρες μας παρά την εποχή μετά το «Άουσβιτς». Αυτό σημαίνει ότι για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία, «ξέρουμε ότι ο άνθρωπος είναι κάτι που μπορούμε να ποδοπατήσουμε μέχρι εξόντωσης, κάτι που μπορούμε να αναγάγουμε σε πρώτη ύλη, σε καπνό, ακόμα και στο τίποτα, κάτι που μπορούμε να αρνηθούμε ακόμα και την τιμή ενός ατομικού θανάτου, κάτι που μπορούμε να καταστρέψουμε ως άτομο, να το μεταχειριστούμε ως μάγμα, ως απλό σωρό, σαν τα ξερά ξύλα».[25]

Στην πραγματικότητα όμως, αυτό που ζούμε μετά το Άουσβιτς είναι κάτι ακόμη πιο περίπλοκο. Τη ζωή, την είδαμε να την ποδοπατά και ο Μεγάλος Εγκλεισμός (όπως μας τον έχει περιγράψει ο Μισέλ Φουκώ), όπως και η επιστήμη, μέσω της ψυχιατρικής, της εγκληματολογίας, της ανθρωπολογίας, σε όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα αλλά και στον Μεσοπόλεμο και να την εκμηδενίζει ως υπόσταση. Αυτό όμως που έγινε κυρίως μετά το Άουσβιτς, είναι ότι εφεξής η όποια ερμηνεία της επιθετικότητας, της φτώχειας, της ασθένειας, της ανυπακοής, συνδέθηκε άμεσα με τη βιοπολιτική της λίμπιντο. 

Το 1948, όσον αφορά την ελληνική περίπτωση, ο όρος «Λιβιδώ», όπως εξηγεί ο ψυχίατρος/ψυχαναλυτής Δημήτριος Κουρέτας, υιοθετήθηκε από τα μέλη της «Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Ομάδος», υπό την αιγίδα της Μαρίας Βοναπάρτη και έγινε αποδεκτός τόσο από τον Ανδρέα Εμπειρίκο, τον Γεώργιο Ζαβιτζιάνο, όσο και από τον ίδιο. Για τον Κουρέτα το ένστικτο «είτε εμφανίζεται υπό την ζωώδη και φιλήδονον μορφήν, όπως εις τους αγρίους, είτε μεταμφιέζεται και μετατρέπεται από την λογοκρισίαν και την πίεσιν των κοινωνικών θεσμών και των ηθικών απαγορεύσεων» ήταν ακριβώς η δύναμη που δημιουργούσε στους ανθρώπους την ψευδαίσθηση και ως εκ τούτου τα διάφορα ψυχικά νοσήματα και κυρίως την επιθετικότητα, ιδιαίτερα ανάμεσα στα κατώτερα στρώματα και γι’ αυτό πρέπει υποτίθεται η λιμπιντική ανθρώπινη βούληση να αντιμετωπιστεί, μέσα από μηχανισμούς της επιστήμης και του κράτους, με στόχο να διαφυλαχθεί ο υγιής από τον εγκληματικό αντιφρονούντα. 

Με τον τρόπο αυτό, εδραιώνεται στη μεταπολεμική Ευρώπη η αστυνόμευση, με στόχο να τεθούν υπό έλεγχο οι «εστίες μολύνσεως» που χαρακτήριζαν ένα σύνολο ζώντων: υγεία, υγιεινή, γεννητικότητα, μακροζωία, υπακοή, αλλά ιδιαίτερα η ανθρώπινη λιμπιντινική βούληση των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και των αντιφρονούντων ευρύτερα. Ως αποτέλεσμα, για το αστικό καθεστώς αλήθειας ο «αντιφρονούντας» ταυτίστηκε με τον ψυχικά ασθενή και διώχθηκε με κάθε μέσο.[26] Έτσι, η σημερινή νεοφιλελεύθερη ρητορική που επαναφέρει σε κάθε ευκαιρία την ανθρώπινη ευθύνη στην περίοδο της πανδημίας, όπως έκανε και με τη διαχείριση των αμβλώσεων, δεν είναι παρά μια προσπάθεια να διεκδικήσει ένα καθεστώς αλήθειας που εμμένει να ρίχνει το βάρος στον άνθρωπο και όχι στον καπιταλισμό: ένα πατριαρχικό καθεστώς που στην ουσία αποζητά την ευγονία μόνο των λίγων. Αυτό σαφέστατα μεταφράζεται στην επιλογή του κράτους, σε διάφορα σημεία του πλανήτη, να επιλέγει ακόμη και σε κατάσταση πανδημίας ανοιχτά εργοστάσια και την καταδίκη της ζωής στο θάνατο, να κάνει πρακτική την «ανοσία της αγέλης» πάνω στις ανθρώπινες ζωές, ενώ οι γυναίκες που κατέφευγαν στην άμβλωση καταδικάζονταν υποκριτικά από μια νεοφιλελεύθερη ρητορική για μια πράξη κατά της ζωής.

 Στην πραγματικότητα η ζωή και ο θάνατος διακυβεύονται ξανά μπροστά στα μάτια μας, με τα νεωτερικά κράτη να διεκδικούν τον απόλυτο έλεγχο. Έλεγχο που μεταφράζεται στα κομμάτια ενός παζλ του τι εστί πατριαρχία και καπιταλισμός και εκδηλώνεται για παράδειγμα με το γεγονός ότι μέχρι το 2018 η Ευρωπαϊκή  Επιτροπή ζήτησε 63 φορές από τα κράτη-μέλη της ΕΕ να μειώσουν τις δαπάνες για την Υγεία και να προχωρήσουν σε ιδιωτικοποιήσεις.[27] Έτσι, από τη μια, δεν υπάρχουν μάσκες αναπνευστήρες, τεστ, υγειονομικό υλικό, προσωπικό για την πανδημία ενώ τα τεστ ανίχνευσης του ιού γίνονται πλέον μόνο είτε όταν η κατάσταση του ασθενούς είναι σοβαρή είτε όταν έχει την οικονομική δυνατότητα ν’ απευθυνθεί στον ιδιωτικό τομέα, ακόμα και όταν τα συμπτώματα είναι ήπια. Από την άλλη, ο νεοφιλελευθερισμός εμμένει είτε στον εγκλεισμό είτε στην περιθωριοποίηση του επικίνδυνου άλλου που θέτει τις «ευπαθείς» ομάδες σε κίνδυνο. Στην άμβλωση ήταν η γυναίκα απέναντι στο αγέννητο έμβρυο, στην πανδημία είναι το άβουλο έμβιο ον που μετακινείται σκορπώντας τον ιό.

Παρόλα αυτά, αυτό που δεν πρέπει να μάς διαφεύγει είναι ότι, για πρώτη φορά στην ανθρώπινη ιστορία υγιών και μη-υγιών, επιλέγεται ο εγκλεισμός των ανθρώπων, χωρίς τεστ και χωρίς την ενίσχυση του υγειονομικού συστήματος. Η όποια αντίδραση όμως μπαίνει στο περιθώριο σε μια κοινωνία που βιώνει τον ανθρώπινο πόνο, τη δυστυχία και τον θάνατο, μιας και γνωρίζει ότι η ανυπακοή θα μεταφραζόταν στο θάνατο. Έτσι,  την ίδια στιγμή, με βάση την ΠΝΠ, όπως πολύ εύστοχα επισημαίνει η Κατερίνα Μάτσα, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι ο ιός ανιχνεύεται με κέντρα ανίχνευσης στη ΓΑΔΑ, υπό την εποπτεία του υπουργείου ΠΡΟΠΟ και του Μ. Χρυσοχοΐδη, για την ιχνηλάτηση των επαφών των επιβεβαιωμένων κρουσμάτων, κάτι που ακριβώς σημαίνει ότι με ύπουλο μέσο κάτω από την ομπρέλα της υγείας ενισχύεται με κάθε τρόπο το αστυνομικό κράτος.[28] Μέσω του κορονοϊού, η ανθρώπινη ζωή «μπαίνει στην υπηρεσία της βιοεξουσίας»,[29] όπως και μέσω της άμβλωσης, ενώ δίνεται το δικαίωμα στο κράτος να επέμβει με κάθε μέσο, είτε θετικό, είτε κατασταλτικό, σε μια σειρά από ζητήματα που αφορούν την ιδιωτικότητά μας, με τη συναίνεση του πληθυσμού, κάτω από την ομπρέλα μιας φαντασιακής τάξης, ασφάλειας και υγείας (σωματικής και ψυχικής). 

Με δυο λόγια, τόσο στην άμβλωση, όσο και στην πανδημία, υπάρχει μια αντικειμενική αλήθεια, του ίδιου του συμβάντος, το πώς όμως ο κυρίαρχος βιοϊατρικός λόγος, και ως εκ τούτου και η εξουσία, ερμηνεύει και διαχειρίζεται την ανθρώπινη υγεία και το πώς ερμηνεύει την ανθρώπινη βούληση, έχει να κάνει με τον τρόπο που η εξουσία αντιλαμβάνεται την ανθρώπινη ζωή. Είναι στο χέρι μας, μέσα σε αυτούς τους ζοφερούς καιρούς που ζούμε, να μη βρεθούμε την επόμενη μέρα σε αστυνομικά νεο-φιλελεύθερα αυταρχικά κράτη, ή σε βιοϊατρικές ερμηνείες ψυχικών νοσημάτων που δια μαγείας εντοπίζονται, όπως το «μετεκτρωτικό σύνδρομο», ανακαλύπτοντας όλο και περισσότερες κατηγορίες για όποιους «αντιφρονούντες». 

Είναι αναγκαίο ν’ απαιτήσουμε, ιδιαίτερα στο μέσο αυτής της πανδημίας, το δικαίωμα της ανθρώπινης βούλησης στον αυτοπροσδιορισμό ως υποκείμενα και όχι ως κακομαθημένα/εγγενή/εκθηλυμένα εγκληματικά άτομα που πρέπει να τιμωρηθούμε από τον πατέρα/Οιδίποδα/κράτος, για τις ανεξέλεγκτες μετακινήσεις μας, που εξάλλου, ακόμη και στο διάγγελμα του πρωθυπουργού επισημαίνεται ότι η «συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών» τήρησαν τις οδηγίες των ειδικών.[30]

Είναι αναγκαίο να απαιτήσουμε, αυτή η συντριπτική πλειοψηφία, ένα κράτος και μια κοινωνία δημοκρατίας, όχι πατριαρχικής, που αφενός απαιτεί να μην πεθαίνει κανείς μονάχος, και αφετέρου, απαγορεύει τη λιτότητα στα ανθρώπινα δικαιώματα και στη ζωή. 

Είναι η στιγμή να απαιτήσουμε να μη δημιουργείται μια φαντασιακή επιστημονική αλήθεια πάνω σε μια φαντασιακή ανθρώπινη εγγενή εγκληματική ανθρώπινη μειονότητα, αλλά η εξουσία να σεβαστεί ακριβώς την πρακτική της συντριπτικής πλειοψηφίας, αποδίδοντας στον άνθρωπο το δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό του.

Το κείμενο επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δήμητρα Τζανάκη

Δήμητρα Τζανάκη

Η Δήμητρα Τζανάκη είναι δρ. Ιστορίας και αυτήν την περίοδο είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο τμήμα ΠΕΔΔ (ΕΚΠΑ), όπου διδάσκει το μάθημα «Φύλο, Κοινωνία και Πολιτική». Έχει συγγράψει άρθρα και βιβλία στο πεδίο της ιστορίας της Επιστήμης (ψυχιατρικής, ιατροδικαστικής, εγκληματολογίας, ψυχανάλυσης) και της ιστορίας και θεωρίας του φύλου. Τελευταία δημοσίευση το «Φύλο και Σεξουαλικότητα: Ξεριζώνοντας το ανθρώπινο (1801-1925)», Ασίνη 2018 και το «Gender, Degeneration and Sexuality in Greece, 1871–1934. ῾Moral insanity῾ and Social Order», Palgrave Macmillan (υπό έκδοση).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε