Λογοτεχνία Τεύχος #1

Του έρωτα και του σεβντά: Τουρκικά ποιήματα του εικοστού αιώνα

Ο τούρκος ποιητής Sabahattin Ali

Η ανθολογία ποιημάτων με τίτλο «Του Έρωτα και του Σεβντά» περιέχει ποιήματα Τούρκων ποιητών του 20ου αιώνα με θεματικό άξονα τον έρωτα και τα ερωτικά πάθη. Η μετάφραση έγινε από το βιβλίο του Erdoğan Söyümez Aşk ve sevda antolojisi – çağdaş Türk şairlerinden seçme (Ανθολογία ποιημάτων του έρωτα και του σεβντά – Επιλογή από Τούρκους ποιητές της εποχής μας) των εκδόσεων Yön yayıncılık  της Πόλης. Η ανθολόγηση ακολουθεί κατ’ αλφαβητική σειρά τα επίθετα των ποιητών.

Η ερωτοτροπία, ο ερωτισμός, η ερωτομανία, η ερωτοπληξία είναι καταστάσεις διηνεκώς προσφιλείς στον τουρκικό λαό. Πολλές είναι οι λέξεις που χρησιμοποιεί η τουρκική γλώσσα για να αποδώσει τις διαβαθμίσεις και τις αποχρώσεις του ερωτικού αισθήματος. Απ’ όλες, η πιο εκφραστική και  ρωμαλέα είναι ο σεβντάς (sevda). Η δημώδης ερωτικολυρική τουρκική λογοτεχνία της Ανατολίας (Aşk Edebiyatı) έχει δώσει δείγματα υψηλής ποίησης – από τα ερωτικά έπη των Ασίκηδων, των περιπλανώμενων τροβαδούρων που μελοποιούσαν τα ποιήματά τους και τα έπαιζαν με το σάζι τους ακολουθώντας μια μακραίωνη παράδοση, όπως ο Γιουνούς Εμρέ (13ος αι.) και ο Καρατζάογλαν (17ος αι.) μέχρι τον κορυφαίο τυφλό βάρδο του 20ους αιώνα Ασίκ Βείσέλ, καλλιεργώντας παράλληλα ή συνδυαστικά και μια μορφή ποίησης διαμαρτυρίας. Η λόγια λογοτεχνία (Divan Edebiyatı) έχει δώσει επίσης σπουδαία δείγματα εμπνευσμένης ερωτικής ποίησης, από τον Μπακί (16ος αι.) και τον Νεντίμ (18ος αι.) μέχρι τον «μοντέρνο» ποιητή Ορχάν Βελή Κανίκ και ως σήμερα.

Ιδού πως εκφράζει τον ερωτικό ίμερο ισορροπώντας ανάμεσα στη δραματικότητα και τον λυρισμό  ο μέγιστος Οθωμανός λυρικοθρησκευτικός ποιητής Γιουνούς Εμρέ:

Εγώ περπατώ και καίγομαι,
μέσα στο αίμα μ’ έβαψε η αγάπη,
μου ’μεινε και δε μου ’μεινε μυαλό,
έλα να δεις πως μ’ έκανε η αγάπη.

Με τα ποιήματα τα οποία επιλέξαμε και μεταφράσαμε από την ανθολογία αυτή επιχειρούμε να παρουσιάσουμε μία αρκετά αντιπροσωπευτική γκάμα τουρκικής ερωτικής ποίησης του 20ού αιώνα. Ανθολογούνται πολλοί από τους καλύτερους σύγχρονους Τούρκους ποιητές με κυριότερο κριτήριο την αισθητική αξία, τη συμπύκνωση, την πρωτοτυπία και την ατμοσφαιρικότητα των ποιημάτων τους.

Ναχίτ Ουλβί Άκγκιουν – Nahit Ülvi Akgün
Οι μικρές χανούμισσες

Οι μικρές χανούμισσες ανέβηκαν στο παϊτόνι,
τι χάχανα είναι αυτά και τι γελάκια,
μπαίνει το παϊτόνι μέσα στο τσαρσί,
βγαίνουν στην πόρτα ο τσαγκάρης κι ο μπακάλης.

Οι μικρές χανούμισσες με τα βαμμένα χείλη, τι νάζι είναι αυτό και τι τσαλίμι, στέκουν και
χαζεύουν οι νεαρές εργάτριες, τρώνε τον χρόνο απ’ τη δουλειά στη φάμπρικα.

Οι μικρές χανούμισσες ανέβηκαν στο παϊτόνι κι έριξαν το’ να πόδι πάνω στ’ άλλο, τι χάρη
είναι αυτή, τι τσαχπινιά, στέκουν και τις θαυμάζουν οι λεβεντονιοί.

Τεβφίκ Άκνταγ – Tevfik Akdağ
Το τριαντάφυλλό μου

Είναι ένα τριαντάφυλλο ανθισμένο στο μελαχρινό κήπο μου,
με τα πελώρια κεντημένα μάτια του,
είναι ένα τριαντάφυλλο λευκό μες στη μελαγχολία του,
είναι ένα τριαντάφυλλο που αγαπάει το κόκκινο,
είναι ένα τριαντάφυλλο στο ξεκαρδιστικό γέλιο του παιδιού.
Είναι ένα κορίτσι απομονωμένο σ’ ένα σπίτι πλημμυρισμένο από κόσμο,
πνίγεται σ’ ένα κλάμα βραχνό για μένα,
κλαίει παίζοντας τα μικρά του χέρια,
λέει, έμεινα μόνη μου μέσα στη βροχή,
λέει, πάγωσα πάνω στο ξερό ξύλο της νύχτας.

Είναι ένα τριαντάφυλλο από τη μια άκρη ως την άλλη η Ιστανμπούλ,
είναι ένα τριαντάφυλλο, φτερουγίζει με τα φτερά του χελιδονιού,
είναι ένα τριαντάφυλλο, είναι δικό μου, είναι η ζωή μου,
αυτές οι βροχές θα περάσουν, εγώ θα σωθώ,
μην κλαις, τριαντάφυλλό μου,
τριαντάφυλλό μου, μην κλαις.  

Σαμπαχαττίν Αλή – Sabahattin Ali
Η τσακιρομάτα

Σφιχτά χτενίζει τα χρυσά μαλλιά της,
ύστερα αφήνει στο πλάι δυο πλεξούδες.
Φοράει σαλβάρι λουλακί με τριανταφυλλένιες κλάρες,
σαν αγνή νυφούλα καμαρώνει η τσακιρομάτα.

Άσπρη κινά στα χέρια της ταιριάζει,
τα μάτια της τα γαλανά είναι να τα πιείς στο ποτήρι.
Οι Εφέδες την κουβαλούν πάνω στις χούφτες τους,
είναι η μικρούλα πουτάνα του χωριού.

Δε γίνεται γλέντι χωρίς την τσακιρομάτα,
όλων τις καρδιές σκεπάζει μια ομίχλη,
ακόμη κι όταν δυο-τρεις νεαροί καλοπερνούν,
πάλι για παρέα ζητούν την τσακιρομάτα.

Στις φαρδιές πλατείες καίνε οι φωτιές,
η τσακιρομάτα ψηλαφίζει ναζιάρικα το ντέφι της.
Ρακί κερνάει στην τσακιρομάτα
ένας Εφές με πυκνό μουστάκι και φλογερή ματιά.

Σιγά-σιγά ανοίγουν τα χρυσοκέντητα τζεπκένια,
απ’ τα δασύτριχα στήθη σταλάζει το ρακί.
Κάπου-κάπου χώνεται σε κάποιου την αγκαλιά,
ένα σουγιά να πάρει, να κλέψει ένα μήλο.

Σα φίδι η τσακιρομάτα γυρίζει και διπλώνεται,
στα χρυσαφένια μαλλιά της, φιλντισένιο χτένι.
Τραβάει πιστόλι, γδέρνει με μαχαίρι,
καθώς στριφογυρίζει και χτυπάει τα χέρια της.

Μόνο κάποιες φορές οι νεαρές νύφες
κατεβαίνουν και της λένε : «δωσ’ μας τους άντρες μας».
Τότε γεμίζει το μάτι της τσακιρομάτας.
Τότε έρχεται και στέκεται μπροστά της
ένας λεβέντης που βγαίνει απ’ τον κόσμο των ηρώων: Ο
αγαπητικός της με το λεπτό μουστάκι.

Σαμπαχαττίν Αλή – Sabahattin Ali
Τα βουνά

Το κεφάλι μου είναι βουνοκορφή,
τα μαλλιά μου είναι χιόνι,
με δέρνουν άνεμοι τρελοί,
οι κάμποι μου έρχονται στενάχωροι,
το σπίτι μου είναι το βουνό.

Οι πόλεις είναι για μένα παγίδα,
οι ανθρώπινες κουβέντες, απαγορευμένες,
σταθείτε από μένα μακριά,
το σπίτι μου είναι το βουνό.

Οι πέτρες με την καρδιά μου μοιάζουν,
μεγαλόπρεπα πετούν τα πουλιά του,
οι κορυφές του αγγίζουν τον ουρανό,
το σπίτι μου είναι το βουνό.

Την αγάπη μου δώσατε στον κόσμο,
τον σεβντά μου δώσατε στους ανέμους,
τους ανέμους στειλ’ τες του σ’ εμένα,
το σπίτι μου είναι το βουνό.

Αν μια μέρα θέλετε να μάθετε την αξία μου,
αν πάρετε στο στόμα σας το όνομά μου,
αν ρωτήσετε τον τόπο μου,
θα με βρείτε: το σπίτι μου είναι το βουνό. 

Σαμπαχαττίν Αλή – Sabahattin Ali
Το τραγούδι της φυλακής 1

Ήμουν αετός στους ουρανούς
μα χτυπήθηκα στις φτερούγες,
ήμουν κλωνί με μενεξεδιά λουλούδια
μα έσπασα την εποχή της άνοιξης.

Ο καιρός του έρωτα δε μου χαρίστηκε εμένα,
κάθε μέρα έπινα κι άλλο δηλητήριο,
πήρα στην αγκαλιά μου τα σιδερένια κάγκελα της φυλακής.

Είχα τον πυρετό της πηγής,
είχα το μεθύσι του ανέμου,
μες σε μια μέρα έπεσα στη γη,
όπως τα γέρικα πλατάνια.

Το ψωμί μου το τσάκισε η μοίρα μου,
η τύχη μου χειρότερη κι απ’ των εχθρών μου,
τόσο γελοία έγινε η ζωή μου,
κουράστηκα πια να σέρνομαι.

Σαμπαχαττίν Αλή – Sabahattin Alı
Το τραγουδί της φυλακής 3

Εδώ δεν ανθίζουν τα λουλούδια,
τα πουλιά δεν πετούν στον αέρα,
τα άστρα δεν σκορπίζουν το φως τους,
δεν περνούν οι μέρες, δεν περνούν.

Ρίχνω μια βόλτα στην αυλή,
πότε κάθομαι, πότε πέφτω,
ένα σωρό όνειρα βλέπω,
δεν περνούν οι μέρες, δεν περνούν.

Στην καρδιά οι παλιοί σεβντάδες,
στα μάτια μου ρεματιές, αμπέλια,
στον καθρέφτη κλαίνε οι οπτασίες μου,
δεν περνούν οι μέρες, δεν περνούν.

Έξω έφτασε η άνοιξη,
ο κόσμος πάει κι έρχεται,
οι μέρες κυλούν σαν το νερό,
δεν περνούν οι μέρες, δεν περνούν.

Στο πλάι μου κοιμούνται ξένοι,
ο κάθε λόγος τους πικρός σα δηλητήριο,
απ’ όλα τα ντέρτια, ένα είναι πιο βαρύ:
δεν  περνούν οι μέρες, δεν περνούν.

Σαμπαχαττίν Αλή – Sabahattin Ali
Το τραγουδι της φυλακής 4

Ας μη λυγίσει το κεφάλι σου μπροστά,
μη σκοτίζεσαι, καρδιά, μη σκοτίζεσαι,
ας μην ακούν το κλάμα σου,
μη σκοτίζεσαι, καρδιά, μη σκοτίζεσαι.

Έξω έρχονται κύματα τρελά
και γλείφουν τα ντουβάρια,
αυτές οι φωνές σε κοροϊδεύουν,
μη σκοτίζεσαι, καρδιά, μη σκοτίζεσαι.

Κι αφού δε μπορείς να δεις τη θάλασσα,
ρίχνεις το κεφάλι χαμηλά
και το δάκρυ σου γίνεται θάλασσα,
μη σκοτίζεσαι, καρδιά, μη σκοτίζεσαι.

Τα βόλια σώνονται από γενιά σε γενιά,
οι δρόμοι τελειώνουν από βήμα σε βήμα,
η φυλακή τελειώνει από ύπνο σε ύπνο,
μη σκοτίζεσαι καρδιά, μη σκοτίζεσαι. 

Σαίτ Φαίκ Αμπασίγιανικ – Sait Faik Abasıyanık
Γέννα, Μαρικούλα, γέννα

Δε θέλω τις γυναικείες εικόνες των παλιών μου ονείρων στρουμπουλές και άσπρες.
Μου φτάνει ένα δροσερό δόντι σου, το χνούδι στα χρυσαφένια σου πόδια,
τα ροδοψημένα στην καλοκαιρινή αμμουδιά.

Και τα μεσημέρια σου τα ντουμανιασμένα στους δρόμους των τρένων.
Ο χειμώνας σου στα καφενεία, που πίναμε κρασί.
Η ατμόσφαιρα των βαμμένων γυναικών ας τελειώσει …

Πόση νοσταλγία για τα ποικίλα ζωύφια, σαν τα φτερά παγωνιού στην πηγή.
Τα σκισμένα πουκάμισα των γελαστών παιδιών στα λιβάδια.
Εσύ, στα δροσερά σου δόντια μυρωδιά αγγουριού …

Στο στόμα σου κουκούτσια από ώριμες ντομάτες, καρπούζι και ρείκι.
Γεμίζεις όλο αυτό το ακρογιάλι, Μαρικούλα,
όταν πλέκεις το δίχτυ στα γυμνά σου γόνατα.
Καθώς θα σε πιάσει ο πόνος για τα παιδιά που θα γεννήσεις,
θα φωνάξουν τα βαπόρια,
– Έι καπετάνιε, στάσου,
η Μαρικούλα γεννάει.
Κάθε εννιά μήνες, σε δέκα μέρες, τα δίδυμά σου.
Οι βάρκες περιμένουν άδειες,
το ψάρι μόνο του δεν πιάνεται, Μαρικούλα.

Από σένα εξαρτώνται τα πόδια των σβέλτων παιδιών μου.
Γέννα, Μαρικούλα, γέννα. 

Σαΐτ Φαίκ Αμπασίγιανικ – Sait Faik Abasıyanık
Τώρα είναι καιρός για έρωτα

Πρέπει να φτιάξω αγάλματα γυμνά,
αγάλματα θεόγυμνα,
για τα θεσπέσια όνειρά σας,
ω ασπρογένηδες με το κασκέτο,
που φαίνεται το στήθος σας μέσα απ’ το σκισμένο σας πουκάμισο,
καθώς περνάτε από μπροστά τους,
ζητιάνε,
μπροστά από σένα,
πρέπει να δοκιμάσω απ’ τα βιβλία
τη γεύση των ποιημάτων,
τη γεύση των ερώτων,
πρέπει να νιώσω απ’ τις ζωγραφιές, απ’ τις εικόνες …

Κοίταξε εκείνο το αγοράκι,
κουνάει τη βούρτσα του
στο παπούτσι του αρωματισμένου εμπόρου,
απ’ τις τετρακόσιες χιλιάδες λίρες του
θα δώσει δεκαπέντε γρόσια.

Δε σε πουλάω, αγοράκι μου,
για τετρακόσιες χιλιάδες λίρες,
τι ωραία φρύδια που έχεις,
τι ωραίους καρπούς, τι χέρια είναι αυτά, τι χέρια.

Δε μπορώ να μιλήσω,
όχι,
όχι … πρέπει να κραυγάσω στις πλατείες,
για τη μοσκοβολιά των τριαντάφυλλων,
στον καφενέ μιας ανατολίτικης πόλης,
την εποχή των κερασιών,
τώρα που είναι καιρός για έρωτα.

Πρέπει να τους μάθω να χαζεύουν τις ζωγραφιές, πρέπει να τους μάθω να διαβάζουν τα ποιήματα, ποιήματα που φέρνουν λιποθυμιά,
την εποχή των κερασιών,
καθώς το παζάρι είναι γεμάτο κοφίνια με κεράσια.
Μια γυναίκα φέρνει κρίνα.

Μια γυναίκα κουβαλάει ένα μπακράτσι με γιαούρτι.
Ο μικρός μπογιατζής παπουτσιών κουνάει τη βούρτσα του,
στο δημοτικό καφενείο ακόμη ακούγεται εκείνο το παλιό,
το παραμυθένιο, το ασύμμετρο, βυζαντινό τραγούδι.

Εσένα πώς να μπορούσα να σε βρω,
πώς να μπορούσα να σε μάθω,
πώς να έκανα, τι να έκανα,
να ούρλιαζα στις πλατείες,
να έπαιζα το σάζι μου στο σοκάκι,
να μπορούσα να εξηγήσω πως αυτή η εποχή των κερασιών
δεν είναι εποχή για να κερδίσεις λεφτά,
είναι εποχή για έρωτα.

Μια φορά ακόμη να ένοιωθα τις ομορφιές σου, τη γεύση σου,
κι ύστερα να καθίσω να κλάψω γοερά
για τον χαμένο χρόνο μου, για τις μέρες που δε φώναξα και βούλιαξα στη σιωπή,
στο μνήμα μου αυτός ο όμορφος μικρός μπογιατζής παπουτσιών με τα μεγάλα φρύδια.
Το αγόρι να διαβάζει ένα ποίημα
του Καρατζάογλαν,
του Ορχάν Βελή,
του Γιουνούς, του Γιουνούς…. 

Σαΐτ Φαίκ Αμπασίγιανικ – Sait Faik Abasıyanık
Ένα τραπέζι

Ξεχώρισε ένα τραπέζι για μας, Γιαννάκη μου,
για την Αλεξάνδρα μου και για μένα,
ένα τραπέζι χωρίς λουλούδια επάνω του
και για τραπεζομάντηλο μια εφημερίδα,
κρασί από έρωτα
αλλά κι από φαντασία.
Η Αλεξάνδρα μου ας παίξει φυσαρμόνικα,
ας παίξει με τα δάχτυλά της στο σκοτάδι
τραγούδια σε απλούς σκοπούς,
συνηθισμένα, παρακατιανά,
να μυρίσει το καπηλειό πικρό λάδι,
να’ σαι ευχαριστημένος, Γιαννάκη μου.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Θωμάς Κοροβίνης

Θωμάς Κοροβίνης

Ο Θωμάς Κοροβίνης γεννήθηκε το 1953 στη Νέα Μηχανιώνα Θεσσαλονίκης. Φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση. Από το 1988 έως το 1996 έζησε στην Κωνσταντινούπολη, υπηρετώντας στο Ζάππειο και το Κεντρικό Παρθεναγωγείο της. Εδώ και χρόνια ερευνά πτυχές του ελληνικού και του τουρκικού λαϊκού πολιτισμού καθώς και τις σχέσεις μεταξύ τους. Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά. Από το 1995 μέχρι και το 1999 εργάστηκε ως παραγωγός και επιμελητής ραδιοφωνικών εκπομπών στον 9,58 FM της Θεσσαλονίκης. Το 1995 βραβεύτηκε με το βραβείο Αμπντί Ιπεκτσί και το 2011 με το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος για το βιβλίο του Ο γύρος του θανάτου, με θέμα την υπόθεση του "Δράκου του Σέιχ-Σου", Αριστείδη Παγκρατίδη. Είναι μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων. Είναι επίσης συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής λαϊκών τραγουδιών. Το 2017 κυκλοφόρησε το τελευταίο βιβλίο του, με τίτλο Σκίρτημα ερωτικόν (Άγρα).

Σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

  • Σας ευχαριστώ πολύ, αγαπητέ Θωμά Κοροβίνη, για τα “Του έρωτα και του σεβντά”.
    Σας αφιερώνω ένα δικό μου:

    Μήλο της μηλιάς

    Το μήλο που μου έδωκες
    μικρή μου φεγγαρένια
    μ’ είπε ότι ωρίμασε
    σε περιβόλια ξένα

    Σε ποιό μπαχτσέ είν’ η μηλιά;
    ποιος ο περιβολάρης;
    να μπω μια νύχτα αφέγγερη
    και να την ξετινάξω
    να μην μπορείς άλλη βολά
    να λιμπιστείς τα ξένα
    παρά τα μήλα της μηλιάς
    που εφύτεψα για σένα

    Φεγγάρι μου κι’ αστέρι μου
    έλα και γίνε ταίρι μου
    της καρδιάς μου ο μπαχτσές
    έχει μήλα όσα θες.

    ΦΟΥΣΕΡ