Νύχτες με την Γκαμπριέλα
Λίλα Τρουλινού
Περισπωμένη, Αθήνα, 2026 | 88 σελίδες
Της Λίας Γυιόκα
H Λίλα Τρουλινού έχει ήδη συγγράψει έξι επίτομες μυθοπλασίες.[1] Οι Νύχτες με την Γκαμπριέλα[2] εκτυλίσσονται στη Ρώμη, στα τέλη της δεκαετίας του ’70, και παρακολουθούν τη Νόρα, μια Ελληνίδα φοιτήτρια, να περιπλανιέται στους δρόμους και τις συνοικίες της Ρώμης αναζητώντας την αγαπημένη της Γκαμπριέλα που έχει εξαφανιστεί. Και είναι το πρώτο της έργο με τόσο συγκεκριμένες πολιτικές αναφορές. Στο διάστημα της εκκόλαψής του έφυγαν από τη ζωή τρεις άνθρωποι που καθόρισαν, έως και συμβόλισαν τα πολιτικά ρεύματα που διαπέρασαν την ιστορική τοπολογία του βιβλίου: Ο Antonio Negri (1933-2023), ο Gianfranco Sanguinetti (1948-2025) και ο Pietro Calogero (1939-6 Απριλίου 2026).
Η τεχνική της γραφής μάς επιτρέπει να αποδώσουμε την οπτική της αφηγήτριας στην ίδια τη συγγραφέα και να συμπεράνουμε το εξής: Η ίδια η συγγραφέας θέλει να κλείσει τους λογαριασμούς της και να ξεκαθαρίσει τη θέση της απέναντι σε ό,τι πρέσβευε το καθένα από τα τρία αυτά πρόσωπα. Και φαίνεται να διαπραγματεύεται κι έναν τέταρτο καταλύτη.
H πλάνη του Τόνι Νέγκρι
Το νόημα του στίχου όλοι πεθαίνουμε έναν σκληρό θάνατο του Fabrizio De André, που επαναλαμβάνεται στη νουβέλα, χτίζεται σιγά-σιγά (από τη σελίδα 9 στις σελίδες 47-48). Μία πτυχή του νοήματος αυτού περικλείεται σ’ ένα απόσπασμα με συνειρμούς και αναμνήσεις τής αφηγήτριας που την κατακλύζουν όσο αναζητά την Γκαμπριέλα:
[Πως] δεν θέλεις τίποτε από αυτήν. Μόνο να σε κρατάει στην αγκαλιά της. Σε κοιτάζει με έκπληξη. Σιγά! σου λέει, εγώ μπορώ να αγαπήσω τον καθένα. Να κοιμηθώ με τον καθένα: τελικά δεν σημαίνει και τίποτα η αγάπη. Tanto rumore per nulla. Πολύ κακό για το τίποτα. (σελ. 10)
Κι ενώ πρόκειται σαφώς για ένα βιβλίο που θεματοποιεί την επιθυμία, δεν μιλά για την επιθυμία όπως την όρισε ο σπινοζικός Τόνι Νέγκρι (επιθυμία είναι η «ουσία της φύσης και του ανθρώπου», η «κομμουνιστική επιθυμία») ή οι φιλόσοφοι της Εργατικής Αυτονομίας, η επιθυμία του νιτσεϊκού Deleuze, η λιβιδινική λαχτάρα ως «παραγωγική μηχανή» χωρίς αντικείμενο… Εδώ η επιθυμία δεν τοποθετείται πάνω από την ομορφιά και την εγγύτητα και φαίνεται να μην τις διεκδικεί καν. Η επιθυμία δεν είναι βούληση, ούτε δικαίωμα, εκβάλλει απλώς στη χαρά της παρουσίας του αγαπημένου προσώπου. Και βέβαια ματαιώνεται.
Έτσι, τα λόγια αυτά δεν αντιπαραθέτουν την αφοσίωση στον αδιέξοδο κυνισμό της ελευθεριότητας. Ίσα-ίσα, οι μνημονικές εικόνες από την Γκαμπριέλα είναι αισιόδοξες, παιγνιώδεις, γεμάτες λάμψη. Τα λόγια μάς προετοιμάζουν για την ασφυκτική αίσθηση ότι παίζουμε σε ένα έργο, τα δίνουμε όλα στον ρόλο μας, το ίδιο και όσες και όσοι παίζουν μαζί μας, αλλά δεν το σκηνοθετούμε εμείς και δεν επηρεάζουμε την έκβασή του.
Δεν θα αποκαλύψω βέβαια το τέλος της ιστορίας (αυτής). Η συνάντηση πάντως ματαιώνεται, όχι από κάποια ψυχική διεργασία, όχι από διαφωνία ή έλλειψη συνεννόησης, όχι από κάποιαν ανακατεύθυνση του πόθου. Δεν υπάρχει εδώ μυθιστορηματική ανάπτυξη του αστικού χαρακτήρα… Η πρωταγωνίστρια αναζητά την Γκαμπριέλα σε όλη τη Ρώμη σε ακατάστατα διαμερίσματα με βιβλία γεμάτα σημειώσεις και μισοάδειες φιάλες φθηνό κρασί, στη Ρώμη των θυλάκων της εξέγερσης και της παραβατικότητας, που τέμνονται μεταξύ τους και συμπορεύονται ή συγκρούονται με αυτούς της φιλοσοφίας και ενίοτε της σύγχρονης τέχνης.

Θα εκπλαγεί όμως δυσάρεστα. Η ματαίωση επέρχεται αμείλικτα και αδιάκριτα, όταν θα δράσει η εξουσία, όχι κάποια φουκωική εσωτερικευμένη εξουσία-λόγος της πειθάρχησης, αλλά η κρατική-παρακρατική, στο πλαίσιο μιας σχεδόν δεκαετούς τότε στρατηγικής της έντασης, πολύτιμου όπλου για την κατασκευή και την καταδίωξη του εσωτερικού εχθρού για όλα τα κράτη. Στην εξουσία αυτή, που δρα σε μια συγκεκριμένη σειρά συνομωσιών μεταξύ κυβέρνησης, μυστικών υπηρεσιών και ΝΑΤΟ, καθοριστικός είναι ο ρόλος του Καλότζερο.
Το φάντασμα του Πιέτρο Καλότζερο
Ο Καλότζερο ήταν εισαγγελέας του Τρεβίζο και είχε συνεργαστεί, ως αντεισαγγελέας στην Πάντοβα, με τον δικαστή Τζανκάρλο Στιτς σε μια έρευνα για τους νεοφασίστες της ομάδας του Φράνκο Φρέντα, που κατηγορήθηκε ότι οργάνωσε και την αιματηρή βομβιστική επίθεση -αφετηρία των λεγόμενων Μολυβένιων Χρόνων- στην Piazza Fontana του Μιλάνο, που σκότωσε 16 άτομα και τραυμάτισε σοβαρά άλλα 88. Έδωσε το όνομά του στο «θεώρημα Καλότζερο» και εξαπέλυσε στις 7 Απριλίου 1979, αμέσως μετά τη δολοφονία του μετριοπαθούς χριστιανοδημοκράτη Aldo Moro, στις μέρες κατά τις οποίες ξεδιπλώνονται οι Νύχτες με την Γκαμπριέλα, το μεγαλύτερο πογκρόμ ενάντια σε εκατοντάδες στελέχη της Εργατικής Αυτονομίας, των Πολιτικών Συλλογικοτήτων για την Εργατική Εξουσία (CPV) (μεταξύ των οποίων και στον Νέγκρι ως εγκέφαλο) οδηγώντας τους στα κρατητήρια, με την κατηγορία της στάσης και της τρομοκρατίας, στη φυγή και στον θάνατο.
Τόσο με την Piazza Fontana, όσο και με τη δολοφονία του Άλντο Μόρο σχετίζεται και ο Stefano delle Chiaie που αναφέρεται ρητά στο βιβλίο ως διώκτης του πολιτικού κύκλου της Γκαμπριέλα στην Αργεντινή (ο δολοφονηθείς της σύζυγος και ο αδελφός του είναι μέλη του Ejército Revolucionario del Pueblo (του Επαναστατικού Στρατού του Λαού, τμήματα του οποίου το 1979 μεταφέρονται στη Νικαράγουα των Σαντινίστας). Η σχέση Καλότζερο και ντελε Κιάιε συμπυκνώνει ακριβώς το σχέδιο κράτους και παρακράτους για τη συντριβή της οργανωμένης κοινωνικής οργής.
Άλλη μια πανουργία της ιστορίας: ο ντέλε Κιάιε, όπως σημειώνει το 1984 ο Βρετανός αναρχικός Stuart Christie, ήταν άνθρωπος κλειδί όχι μόνον για το κυνήγι Αργεντίνων φυγάδων που αναφέρει το βιβλίο, όχι μόνον για τη βόμβα στο τρένο Ρώμη-Μόναχο εξπρές το 1974 που σκότωσε 12 άτομα και τη δολοφονία του δικαστικού που διερευνούσε την υπόθεση, όχι μόνον τη βόμβα σε σιδηροδρομικό σταθμό στη Μπολόνια που σκότωσε 85 άτομα το 1980, αλλά και για τη στήριξη της ελληνικής χούντας.[3]
Σε αυτό το φόντο, (τι τραγική ειρωνεία για τη ρομαντική αγάπη), η ματαίωση της συνάντησης με την Γκαμπριέλα έχει υπαίτιους και συντεταγμένες. Κι έτσι βεβαιωνόμαστε ότι τα πρόσωπα στη νουβέλα, με όλη την ηθογραφική τους δύναμη, δεν είναι αλληγορικά. Υπήρξαν και δεν θα υπάρξουν ξανά.
Το πνεύμα του Τζιανφράνκο Σανγκουινέτι
Ο Σανγκουινέτι είχε γράψει, ήδη από τον Απρίλιο του 1979, στο κυρίως σώμα του βιβλίου το οποίο στα ελληνικά μεταφράστηκε (πολύ γρήγορα) ως Περί της τρομοκρατίας και του Κράτους:
Στην επιθετική τρομοκρατία προσφεύγουν οι απελπισμένοι και οι πλανημένοι. Στην αμυντική τρομοκρατία, αντίθετα, προσφεύγουν πάντα και μόνο τα Κράτη, είτε επειδή βρίσκονται βαθιά μέσα σε μια σοβαρή κοινωνική κρίση, όπως το ιταλικό κράτος, είτε επειδή τη φοβούνται, όπως το γερμανικό Κράτος. Αν τα Κράτη προσφύγουν στην άμεση τρομοκρατία, αυτή πρέπει να στραφεί εναντίον του πληθυσμού – όπως για παράδειγμα συνέβη με τη σφαγή της πλατείας Φοντάνα. (…) Αν, αντίθετα, τα Κράτη αποφασίσουν ν’ ανατρέξουν σε μιαν έμμεση τρομοκρατία, αυτή πρέπει να φαίνεται πως στρέφεται εναντίον τους – όπως για παράδειγμα συνέβη στην υπόθεση Μόρο.[4]
Επιστρέφουμε στο βιβλίο της Τρουλινού: Η αφηγήτρια ανήκει σε έναν κύκλο που θαυμάζει τους καταστασιακούς. «Ξέρετε ποιο είναι το κύριο μυστικό του ιταλικού κράτους;» ρωτάει ο Σάββας (…) «Οι μυστικές του υπηρεσίες (…) κινούν τα νήματα της τρομοκρατίας», διαβάζει από τον Σανγκουινέτι. (σελ. 40) Σε έναν επόμενο σταθμό της αναζήτησης, ο Οράσιο-Μπερναρντίνο, σύντροφος και προστάτης της Γκαμπριέλα από την Αργεντινή θα πει: «Άκουσε, ανήκω σε μία γενιά που ξεσηκώθηκε με τα όπλα εναντίον των δικτατόρων. Η ιστορία θα δείξει αν κάνουμε το σωστό και το δίκιο.» (σελ. 44)
Αντιφρόιντ
Ο Νέγκρι το 1979 παραδέχεται ότι δεν δικαιώθηκε η προηγούμενη δράση του. Δεν ξέρω αν δικαιώνεται σήμερα ο Σανγκουινέτι, οι μαχητικές φεμινίστριες στο βιβλίο πάντως απευθύνουν την ετυμηγορία για το ζήτημα της ένοπλης επιλογής σε όλο το αντρικό φύλο: «Μαχαίρια, όπλα, τρυπάνια, διαμελισμούς, εξορύξεις. Αυτό δεν κάνετε;» αναφωνούν. (σελ. 6) Εδώ η Τρουλινού παραπέμπει σε ένα τέταρτο πολιτικό ρεύμα, (διαμέσου της Νόρας –όνομα που κατευθείαν ανακαλεί την Νόρα Χέλμερ του Henrik Ibsen, χαρακτήρας-έμβλημα της χειραφέτησης της ευρωπαίας αστής).
Η απόρριψη, από το σεπαρατιστικό γυναικείο κίνημα, της ψυχαναλυτικής αντίληψης για τη γυναικεία παθολογία και ειδικότερα της αντίληψης ότι κάθε γυναίκα ενστικτωδώς φθονεί στον άνδρα αυτό που λείπει στη δική της ανατομία, συνδύασαν, τόσο στο μανιφέστο Rivolta Femminile του 1970,[5] όσο και σε ομάδες όπως η Nemesis, η Lotta Feminista, το Collettivo di Via Petrarca, την κριτική στον μιλιταρισμό με την κριτική στον Sigmund Freud.
Αν η αναζήτηση της Γκαμπριέλα στους δρόμους της Ρώμης εγγράφεται στα τέσσερα σημεία του πολιτικού ορίζοντα της Ρώμης του 1979, της κρατικής και διακρατικής τρομοκρατίας, της παγίδευσης της αντιιμπεριαλιστικής αυτονομίας, της κριτικής εξόδου που επιχείρησε ο Σανγκουινέτι, αλλά και μιας ανυποχώρητα έμφυλης οπτικής, η γραμματολογική καταγωγή της νουβέλας αυτής έχει αντίστοιχο βάθος: Χωρίς να επεκταθώ, σημειώνω μόνον ότι οι Νύχτες με την Γκαμπριέλα έχουν πολλά κοινά μυθοπλαστικά στοιχεία με την Gradiva του μετέπειτα νομπελίστα Wilhelm Jensen (1902): Και οι δύο αφηγήσεις δομούνται με την αναζήτηση της αγαπημένης στους δρόμους της Ρώμης, μέσ’ από όνειρα και ανεπεξέργαστες αναμνήσεις. Ο ήρωας του Γιένσεν περιπλανιέται πρώτα στη Ρώμη και κατόπιν στη Νάπολη και την Πομπηία ψάχνοντας την αρχαία ανάγλυφη στήλη της Γκραντίβα, θα βρει όμως τελικά τον παιδικό του έρωτα, τη Ζόε, σαν άγαλμα που ζωντάνεψε. Ο Φρόιντ στη διάσημη μελέτη του για το μυθιστόρημα του Γιένσεν,[6] που ενέπνευσε και πολλούς σουρεαλιστές, θα συμπεράνει ότι η εμμονή με την πέτρινη μορφή του πρωταγωνιστή-αναλυόμενου Χάνολντ (δηλαδή η εξιδανικευμένη του επιθυμία) θα διαλυθεί μέσα στην πραγματική συνάντηση. Αντίστροφα, η Γκαμπριέλα κινείται σε πολλά θεσμισμένα κοινωνικά πεδία (στο κινηματογραφικό σετ του Federico Fellini, στις συνελεύσεις μαχητικών φεμινιστριών, στις συγκεντρώσεις της Onda Rossa, στα σαλόνια λογίων που φιλοξενούσαν φυγάδες του Λαϊκού Επαναστατικού Στρατού της Αργεντινής), χωρίς να συμμετέχει επίσημα σε κανένα. Η παρουσία της διαθλάται παντού, είναι φευγαλέα και ταυτόχρονα διάχυτη. Η καθήλωση της Νόρας έπεται της συνάντησης, του Χάνολντ προηγείται.
Η Γκαμπριέλα, παρότι ιδανική αγαπημένη σε μια πολιτική νουβέλα, δεν συμβολίζει την επανάσταση, όσο μεγάλος κι αν είναι ο πειρασμός να συσχετίσουμε το όνομά της με τον αρχάγγελο που φέρνει τα καλά νέα. Οι Νύχτες της Λίλας Τρουλινού είναι κατά κάποιον τρόπο μια αντίστροφη Γκραντίβα. Στον Γιένσεν του Φρόιντ παρακολουθούμε το απωθημένο να αναδύεται από το χώμα, τον παγωμένο χρόνο να αναπνέει και να θεραπεύεται. Εδώ ανοίγει μία ακόμα ιστορική πληγή.
Το κείμενο της Λίας Γυιόκα επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης
Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)
Υποσημειώσεις








