Επίκαιρα Τεύχος #01

Αγιασθήτω το όνομα σου… Το «Μακεδονικό» από την ανάποδη

Πανόραμα της πόλης των Σκοπίων, του Darko Hristov (https://www.flickr.com/photos/iofoto/)

Η συζήτηση που αφορά τη διένεξη γύρω από το όνομα της Δημοκρατίας της Μακεδονίας ξεκινά πάντα με μια σειρά παραδοχών, είτε από προοδευτική, είτε από συντηρητική σκοπιά, που παραβιάζουν μερικές βασικές αρχές του τρόπου ανάλυσης των διεθνών θεμάτων. Αρχικά, η όποια ανάλυση συνηθίζεται να φέρνει στο τραπέζι παραδοχές που προκύπτουν από επαγωγές και όχι από αναγωγές: δηλαδή λείπουν συνήθως τα πραγματικά στοιχεία της λειτουργίας του γειτονικού κράτους, των επιδιώξεων, του πραγματικού συσχετισμού δύναμής του κ.ο.κ. Επιπρόσθετα, στην περίπτωση της ανακίνησης του ζητήματος του «Μακεδονικού» στην ελληνική δημόσια σφαίρα, μια από τις καταστάσεις που παρουσιάζονται ως αυτονόητες είναι ότι το «Μακεδονικό» το φέρνει στη συζήτηση πρώτος κάποιος έξω από την εκάστοτε κυβέρνηση. Πότε το ΝΑΤΟ, πότε ο ΟΗΕ πότε ο μακεδονικός αλυτρωτισμός εγείρουν το ζήτημα και σε αυτό καλείται να πάρει θέση η ελληνική πλευρά, η οποία αμύνεται σθεναρά απέναντι στους κακόβουλους.

Μια επισήμανση από την πλευρά μου είναι ότι υπάρχει μια διαρκής στρέβλωση του πραγματικού συσχετισμού δυνάμεων μεταξύ της Δημοκρατίας της Μακεδονίας και της Ελλάδας, η οποία έχει αναχθεί σε τέχνη από την ελληνική πλευρά. Σε κάθε αφήγηση –πάλι εδώ δεν μπορεί εύκολα να εξαιρεθεί κάποια πλευρά, προοδευτική ή συντηρητική– κυριαρχούν μια σειρά από αντιφάσεις τις οποίες τροφοδοτεί η παραπάνω στρέβλωση. Η Ελλάδα, χώρα του ΝΑΤΟ και ο ισχυρότερος στρατιωτικός παράγοντας στην περιοχή, συνήθως εμφανίζεται ως ο αδύναμος ενώ παράλληλα, από το 1991 ως σήμερα, η Δημοκρατία της Μακεδονίας εμφανίζεται ως ο «εκλεκτός» της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας στα Δυτικά Βαλκάνια. Αυτό συμβαίνει ανεξάρτητα από την επιθετική ικανότητα που έχει το βέτο της ελληνικής πλευράς στο ΝΑΤΟ, το οποίο αντιμετωπίζεται ως αμυντική στάση. Προκύπτει, λοιπόν, εύλογα το ερώτημα, πώς ο βασικός οργανισμός που έχει κάνει περί τους 20 πολέμους σε όλον τον κόσμο τα τελευταία χρόνια και διαμέλισε τη Γιουγκοσλαβία δύο φορές, δεν μπορεί να επιβάλει τη λύση που επιθυμεί για το «εκλεκτό» του παιδί και τον σταματάει ένα απλό βέτο του μονίμως αδικημένου –υποτίθεται– γείτονα.

Στο παρόν άρθρο θα προσπαθήσω να παρουσιάσω τις τρέχουσες πολιτικές εξελίξεις όχι από τη σκοπιά ενός εθνικού θέματος αλλά από τη σκοπιά της διεθνούς πολιτικής και των εξελίξεων στη Δημοκρατία της Μακεδονίας (στο εξής ΔτΜ), φέρνοντας στον αναγνώστη όσο πιο κοντά γίνεται στη σκοπιά «των απέναντι».

Για τον λόγο αυτό θα χρησιμοποιήσω μια σειρά από παραδοχές. Πρώτη παραδοχή είναι ότι η ΔτΜ είναι μια χώρα σε διαρκή πολιτική κρίση τα τελευταία χρόνια. Η πολιτική κρίση οφείλεται σε βασικά γενικά χαρακτηριστικά του μικροσκοπικού κράτους: την πολυεθνικότητά του και τη δυσκολία των εκπροσωπήσεων στο εσωτερικό του. Η συνθήκη ισορροπίας στη ΔτΜ βασίζεται στη συντήρηση ενός βαθμού εθνικιστικής συγκρότησης της μακεδονικής ταυτότητας και παράλληλα καταπίεσης των Αλβανών Μακεδόνων, που αποτελούν και περίπου το 25% του πληθυσμού και μέχρι πρόσφατα αντιμετωπίζονταν ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας. Αυτό το consensus σήμερα δεν ισχύει. Μετά τις εκλογές που έγιναν σε δύο φάσεις (Δεκέμβριος 2016, Mάϊος 2017) εξαιτίας της παρέμβασης του Προέδρου Ιβάνοφ στη διαδικασία σχηματισμού κυβέρνησης προσπαθώντας να ευνοήσει το ως τότε κυβερνών κόμμα του Ν.Γκρουέφσκι, υπάρχει μια οξυμένη πολιτική αντιπαράθεση μεταξύ του κόμματος του Χριστιάν Μίτσκοσκι (VMRO-DPMNE), διαδόχου του Νίκολα Γκρουέφσκι, το οποίο είναι στην αντιπολίτευση και των Σοσιαλδημοκρατών (SDSM) του Ζόραν Ζάεφ, ο οποίος κυβερνά με οριακή πλειοψηφία και υποστηριζόμενος από τα εθνικά αλβανικά κόμματα DUI, Besa και Α.Α. (Alijnasa za Albance) τα οποία υπάρχουν πλέον με μορφή εθνικής πλατφόρμας.

 

Δημοκρατία της Μακεδονίας: μια χώρα σε διαρκή πολιτική κρίση

Η πολιτική κρίση σήμερα έχει τη μορφή σύγκρουσης για τον περίφημο «Νόμο για τη Γλώσσα», ο οποίος ήρθε από την κυβέρνηση Ζάεφ και βασιζόμενος στο Σύνταγμα της ΔτΜ, αναγνωρίζει ως επίσημη δεύτερη γλώσσα του κράτους τα αλβανικά. Αυτό αποτελεί μια δικαίωση του αλβανικού πληθυσμού του κράτους της ΔτΜ, ο οποίος στο πρόσφατο παρελθόν (2001) είχε σε ένα σημαντικό μέρος του συνταχθεί με τις δικές του εθνικιστικές δυνάμεις σε έναν εμφύλιο πόλεμο που σκόπευε στην ανεξαρτησία του Κοσσόβου, ενώ παράλληλα την προηγούμενη διετία προσπαθούσε με πολιτικά μέσα, συνεργαζόμενος και με το κόμμα του Γκρουέφσκι και, πλέον, με το κόμμα του Ζάεφ, να προωθήσει τη δική του ατζέντα.

Το δεύτερο στοιχείο της διαρκούς πολιτικής κρίσης στη ΔτΜ είναι η διαφθορά. Το 2017 ήταν η χρονιά κατά την οποία οι συνεχιζόμενες αποκαλύψεις των πολιτικών σκανδάλων έφεραν ένα πλήθος ανθρώπων στο Κοινοβούλιο να επιτίθενται εναντίων βουλευτών και του ίδιου του Ζόραν Ζάεφ. Έκτοτε η επιτροπεία μέσω ανεξάρτητων αρχών, παρατηρητών του ΟΗΕ, της ΕΕ και άλλων διεθνών οργανισμών έχει ενταθεί, προκειμένου η διαφθορά στη ΔτΜ να εξευρωπαϊστεί και να αποκτήσει ένα πιο σύγχρονο προφίλ ή με τα λόγια των ίδιων, να τηρούνται κάποιοι βασικοί κανόνες απονομής δικαιοσύνης.

Το τρίτο στοιχείο που δείχνει ότι η πολιτική κρίση δεν ξεπερνιέται είναι η θέση της ΔτΜ στα σχέδια των πιο μεγάλων ανταγωνιστών ΗΠΑ-ΕΕ-Ρωσίας. Η Ρωσία εδώ και καιρό επιτίθεται στην ΕΕ θεωρώντας ότι καλλιεργεί μια τεχνητή πολιτική κρίση στην περιοχή και λειτουργεί ως άμεσος τοποτηρητής των αμερικάνικων επιδιώξεων. Οι ΗΠΑ από την πλευρά τους, διαβλέποντας από καιρό ότι η Τουρκία αλλάζει στρατηγική, δεν θέλουν να δουν άλλη μια περιοχή να απομακρύνεται από τους αμερικανικούς σχεδιασμούς και προτεραιότητες ή να αποσταθεροποιείται από τρίτους. Συνεπώς η πλήρης ένταξη των Δυτικών Βαλκανίων στο ΝΑΤΟ αποτελεί μια εκ των ων ουκ άνευ προτεραιότητα.

Το οικονομικό πεδίο στην ΔτΜ είναι επίσης ενδιαφέρον. Γενικά η ΔτΜ βασίζεται στην διακυβέρνηση μέσω πελατειακών δικτύων και δικτύων υποστήριξης που συνοδεύονται από μεγάλης κλίμακας διαφθορά υψηλού επιπέδου. Η ανεργία στην ΔτΜ ανέρχεται σε 24% (στοιχεία ΔΝΤ, 2016). Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η ανεργία είναι σε μεγάλο βαθμό διαρθρωτική, λόγω έλλειψης δεξιοτήτων και αναντιστοιχίας προσόντων. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της μετανάστευσης των ειδικευμένων εργαζομένων και των χαμηλών επιπέδων εκπαίδευσης. Η ανεργία των νέων είναι επίσης ένα ζήτημα καθώς μόνο το ένα τρίτο των νέων ανθρώπων εργάζονται. Παρόλα αυτά υπάρχει ετήσια αύξηση της απασχόλησης σαν αποτέλεσμα της δημιουργίας θέσεων εργασίας στον δημόσιο τομέα και των εξωτερικών επενδύσεων στον τομέα των κατασκευών και της μεταποίησης. Σε αυτή την αύξηση των θέσεων εργασίας, δηλαδή στις απευθείας ξένες επενδύσεις, πρωτοστατεί το ελληνικό κεφάλαιο. Για την ακρίβεια έρχεται μόλις τέταρτο, πίσω από την Ολλανδία, την Αυστρία και τη Σλοβενία αλλά ουσιαστικά είναι πολύ κοντά στον ανταγωνισμό για τη δεύτερη θέση, καθώς κατά μέσο όρο έχει επενδύσει 390 εκατομμύρια ευρώ, σε μια χώρα με φόρο 10.64% στις επιχειρήσεις.[1] Μάλιστα οι ελληνικές επιχειρήσεις καθίστανται ιδιαίτερα κερδοφόρες.[2]

Η τωρινή κυβέρνηση προσπαθώντας να υπερκεράσει την αντιπολίτευση σε φιλονατοϊκό και φιλο-ΕΕ λόγο και πράξεις αποδέχτηκε την οικονομική ενίσχυση της ΕΕ για την αγροτική της παραγωγή, ύψους 100 εκατομμυρίων ευρώ. Την ίδια στιγμή προχωρά σε μείωση του αφορολόγητου ορίου των ιδιωτών και σε μεγαλύτερο έλεγχο των δημόσιων εξόδων του κράτους με ορίζοντα το 2020, ενώ ανακοίνωσε την παροχή ενός εγγυημένου επιδόματος τύπου σύνταξης σε ανθρώπους που έχουν πάνω από 15 χρόνια ανεργίας, ύψους 100 ευρώ το μήνα. Εφαρμόζει δηλαδή σε ένα ακραίο οικονομικό πεδίο βαθιάς διαφθοράς μια σειρά από «εξυγιαντικές» και νέο-φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που σκοπό έχουν να μειώσουν τον έλεγχο και το μέγεθος του Δημοσίου, για να αποδοθεί μεγαλύτερο πεδίο κερδοφορίας στα ιδιωτικά κεφάλαια και παράλληλα προσπαθεί να στήσει ένα δίχτυ κοινωνικής ασφάλειας.

 

Ο «εφιάλτης του 1992»

Σύμφωνα λοιπόν με τα στοιχεία που αναλύσαμε παραπάνω, η δήλωση του κατά Facebook Μακεδόνα πρωθυπουργού[3] Ζόραν Ζάεφ από το Νταβός της Ελβετίας ότι πρόκειται να αλλάξει το όνομα του αεροδρομίου των Σκοπίων και της κεντρικής εθνικής οδού προς αυτό –τα οποία λέγονται αμφότερα «Αλεξάνδρου του Μακεδόνα»– σε «Φιλίας» με αντάλλαγμα την απεμπλοκή των διαδικασιών ένταξης της χώρας του στην ΕΕ είναι ένα ακόμα επεισόδιο πολιτικής υποτέλειας στην ελληνική υπεροχή, ακόμα κι αν αυτό μοιάζει προδοτικό για τα ελληνικά μας μάτια. Στην ουσία ο Ζάεφ θα κληθεί να διαχειριστεί μια εσωτερική πολιτική κρίση η οποία αναμένεται να ξεσπάσει ακόμα μεγαλύτερη το επόμενο διάστημα, καθώς ήδη η αντιπολίτευση υπό τον Μίτσκοσκι κάλεσε τον Πρόεδρο Ιβάνοφ να έχουν μια κοινή στάση απέναντι στις διαπραγματεύσεις, με υπόνοιες για υποχωρητικότητα από πλευράς κυβέρνησης.

Στη μη εθνικιστική ιστοριογραφία και πολιτική αρθρογραφία, τα γεγονότα στην Ελλάδα του 1992 έχουν καταγραφεί ως «εφιάλτης». Σε αποχαρακτηρισμένο έγγραφο του Λευκού Οίκου με ημερομηνία 17-11-1992 διαβάζουμε τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη να επιθυμεί την παρέμβαση των ΗΠΑ στα Ηνωμένα Έθνη,[4] ώστε να καθυστερήσει η ένταξη της ΔτΜ σε αυτά, λόγω του ζητήματος του ονόματος και να διαβεβαιώνει ότι αυτό «είναι το μοναδικό θέμα στο οποίο ο Παπανδρέου, ο πρώην ΥπΕξ Σαμαράς και εγώ συμφωνούμε» (η μετάφραση δική μας). Αυτό δεν απέχει από την πραγματικότητα της εποχής και πράγματι το νεοσύστατο, τότε, κράτος είδε μόλις 20 μέρες μετά την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του, την πιο ισχυρή γειτονική του χώρα να απειλεί την ύπαρξη του και μόλις έναν χρόνο μετά έβλεπε εκατομμύρια ανθρώπων στους ελληνικούς δρόμους να απαιτούν «σύνορα με τη Σερβία».

Έκτοτε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι και η κίνηση από πλευράς Ελλάδας φαίνεται να επαναφέρει στο συλλογικό φαντασιακό ορισμένων τον τρόμο του 1992. Σε αυτό βοηθούν ιδιαίτερα τρία στοιχεία, όπως αυτά προσλαμβάνονται από τα μεγάλα ΜΜΕ στη ΔτΜ: Πρώτον μια πλατιά συμφωνία (παρά τις επιμέρους διαφωνίες ή εσωτερικές έριδες) σε όλο το πολιτικό φάσμα του ελληνικού κοινοβουλίου, ότι η ΔτΜ πρέπει να περιορίσει ή να εξαλείψει τον όρο «Μακεδονία» από το Σύνταγμά της. Δεύτερον ο καθοριστικός ρόλος άλλων παραγόντων, όπως η Εκκλησία, και τέλος η διακριτική υπόμνηση ότι είναι έτοιμος να παίξει ρόλο σε αυτό ο στρατός. Στα γεγονότα των ημερών μας, στη ΔτΜ τα ΜΜΕ –κυρίως τα φιλοκυβερνητικά– διαπιστώνουν με τρόμο ότι ο Φραγκούλης Φράγκος –ως στρατιωτικός εκπρόσωπος– ήταν κεντρικός ομιλητής στο συλλαλητήριο της Θεσσαλονίκης.

Όλα αυτά τελικά κατατείνουν σε μια απλή παραδοχή. Η διαρκής πίεση και επαναφορά του «Μακεδονικού» δεν είναι μια επιλογή που παίρνει κυρίως η πλευρά της ΔτΜ γιατί διακατέχεται τόσο πολύ από εθνικιστικό παροξυσμό (παρόλη την δεκαετή διακυβέρνηση Γκρουέφσκι και όσα αυτή εξέφραζε). Η κοινωνία της ΔτΜ διχάζεται βαθιά με εθνοτικές, γλωσσικές και θρησκευτικές διαφορές και βλέπει το ΝΑΤΟ και την ΕΕ ως συγκολλητική ουσία της κοινωνίας. Ταυτόχρονα τα προβλήματα που βάζει η διαμάχη για το όνομα, δηλαδή οι κινήσεις της Ελλάδας, εντείνει περαιτέρω εσωτερικές διαιρέσεις. Για παράδειγμα τμήματα του αλβανικού εθνικισμού συχνά ισχυρίζονται ότι οι Αλβανοί Μακεδόνες θα μπουν στο ΝΑΤΟ με ή χωρίς τους υπόλοιπους Μακεδόνες. Επίσης, για μεγάλο μέρος της κοινωνίας εκεί, η ένταξη στο ΝΑΤΟ και στην ΕΕ είναι ζήτημα επιβίωσης του κράτους, «νοικοκυρέματος» και πάταξης της τεράστιας διαφθοράς. Αυτό συμβαίνει γιατί η ΔτΜ δεν έχει εμπιστοσύνη στην εσωτερική της σταθερότητα, αλλά αντιλαμβάνεται την έλλειψη εξωτερικών σχέσεων ως μια διαρκή απειλή. Επίσης είναι σαφές ότι έχει κυριαρχήσει στην πολιτική ζωή μια ιδιότυπη αντίληψη απουσίας εναλλακτικών που ξεκινάει από την κυριαρχία της Δύσης και ιδίως των ΗΠΑ στην περιοχή της πρώην Γιουγκοσλαβίας και καταλήγει ότι είναι μονόδρομος η πλήρης συμμόρφωση με τις επιταγές του ΝΑΤΟ και της ΕΕ. Αυτό καθιστά, με διεθνείς όρους, την ΔτΜ ένα «αυτιστικό κράτος», δηλαδή ένα κράτος επίμονο μεν αλλά πολύ αδύναμο ή πολύ αποδιοργανωμένο ώστε να εξυπηρετήσει ένα ευρύτερο συλλογικό συμφέρον.[5] Αυτό μπορεί να εξηγήσει διάφορες παραλυτικές επιλογές της ΔτΜ, όπως τη διαρκή επιμονή για ένταξη στο ΝΑΤΟ και την ΕΕ ή τη διαρκή ανάγκη να μετατίθενται σε ένα εξωτερικό από το κράτος πεδίο (σε υπερεθνικούς οργανισμούς) σημαντικά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής καθώς και η λήψη αποφάσεων για εσωτερικά ζητήματα.

Το ερώτημα τελικά γυρίζει πίσω στην ελληνική πλευρά. Αν η ΔτΜ είναι ένα «αυτιστικό κράτος», μήπως η ελληνική εξωτερική πολιτική για το όνομα συνοψίζεται με τους όρους «κακοποίηση» και «bullying» και ως τέτοια πρέπει και να αντιμετωπίζεται; Είναι σαφές ότι σήμερα η επανεκκίνηση του ζητήματος του Μακεδονικού γίνεται με πρωτοβουλία της ελληνικής πλευράς και θέτει σε λειτουργία έναν ριζωμένο μηχανισμό κρατικής προπαγάνδας, ο οποίος είναι στοιχειοθετημένος από το 1991 και μετρά πολύ πλατιά αποδοχή στην κοινή γνώμη, συχνά ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης. Η δημόσια συζήτηση και η κριτική οφείλει να επικεντρώνει στον πυρήνα του μηχανισμού αυτού, που είναι η στρέβλωση των πραγματικών σχέσεων ισχύος στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων προς όφελος ενός μαζικού, ηθικού πανικού, ο οποίος γεννά συλλαλητήρια μίσους, φανταστικούς εχθρούς αλλά και φανταστικούς συμμάχους.

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Νίκος Βασιλόπουλος

Νίκος Βασιλόπουλος

Ο Νίκος Βασιλόπουλος γεννήθηκε το 1983 στην Αθήνα. Είναι μέλος της συντακτικής ομάδας των εκδόσεων Εκτός Γραμμής και στην επαγγελματική του πορεία έχει ασχοληθεί με τη δημοσιογραφία,ιδιαίτερα με την ανάλυση θεμάτων διεθνούς πολιτικής. Η πιο πρόσφατη συνεργασία του είναι με το The Press Project και την πλατφόρμα Omnia TV. Είναι πτυχιούχος Ιστορίας από το Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, έχει μεταπτυχιακό δίπλωμα στη Θρησκειολογία από το Πανεπιστήμιο Κοπεγχάγης και είναι υποψήφιος διδάκτορας Κοινωνικής Ανθρωπολογίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επιμερίζονται στη Θρησκειολογία, την Ανθρωπολογία της Θρησκείας και την Πολιτική Θεολογία.

Σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε