Επίκαιρα Τεύχος #7

Πέρα από τις Πρέσπες: Το Μακεδονικό ως εσωτερικό ζήτημα της Ελλάδας

Η συζήτηση για το μακεδονικό δεν μπορεί να εξαντλείται στο αν η συμφωνία των Πρεσπών έχει περισσότερα θετικά ή αρνητικά· εξίσου σημαντική -αν όχι περισσότερο- είναι η ξεκάθαρη στάση μας απέναντι στο μακεδονικό ως εσωτερικό ζήτημα, μακριά από τα θολά νερά και τις αποσιωπήσεις του παρελθόντος, αλλά και του παρόντος.
Εφημερίδα «Ελληνικός Βορράς», 11-08-1959

Έγινε και γίνεται ακόμη μεγάλη συζήτηση για τη Συμφωνία των Πρεσπών. Στο σύντομο αυτό κείμενο θα την αφήσω για λίγο στην άκρη για να αναφερθώ κυρίως στην εσωτερική διάσταση του μακεδονικού ζητήματος και στη θέση που καλείται να πάρει οποιαδήποτε ομάδα, οργάνωση, κόμμα, παρέα ή και άτομο αναπτύσσει δράση στην ελληνική κοινωνία ή θέλει έστω να έχει άποψη για τα τεκταινόμενα σ’ αυτήν.

Το πρώτο ερώτημα είναι αν υπάρχει σλαβόφωνη ή/και σλαβομακεδονική μειονότητα στην ελληνική Μακεδονία. Οποιοσδήποτε λοιπόν δεν βρίσκεται στην άλλη άκρη της Γης ή δεν θέλει να ψεύδεται ξέρει ότι η απάντηση είναι θετική -τουλάχιστον ως προς τη γλωσσική μειονότητα. Άρα, αν το ελληνικό κράτος θέλει να σέβεται τις στοιχειώδεις ελευθερίες, πρέπει να αναγνωρίσει την ύπαρξη αυτής της μειονότητας και να σεβαστεί τα δικαιώματα των μελών της.

Οι άνθρωποι αυτοί λοιπόν, όσοι κι αν είναι, θα πρέπει να έχουν τη δυνατότητα να μιλάνε και να διδάσκονται τη γλώσσα τους και αυτό, σε ιδανικές συνθήκες, να γίνεται στο δημόσιο σχολείο. Επίσης, να μπορούν να καλλιεργούν την ιδιαίτερη πολιτισμική τους ταυτότητα -όχι και τόσο διαφορετική από τις υπόλοιπες βαλκανικές, όπως και να ‘χει- δημιουργώντας συλλόγους και πραγματοποιώντας εκδηλώσεις χωρίς απαγορεύσεις και κρατικές ή ιδιωτικές οχλήσεις. Επιπλέον, το πώς θα ονομάζονται τα μέλη της μειονότητας θα το αποφασίσουν οι ίδιοι, κι όχι το κράτος του οποίου είναι πολίτες, ούτε κάποια διακρατική συμφωνία.

Αυτά τα στοιχειώδη θα έπρεπε να τα υποστηρίζει οποιοσδήποτε δηλώνει αναρχικός, αριστερή, ριζοσπάστης, προοδευτική, δημοκρατικός, ακόμη και φιλελεύθερη· δυστυχώς βλέπουμε ότι κάτι τέτοιο συμβαίνει σε πολύ μικρό βαθμό. Πρέπει, επομένως, όσες κι όσοι θέλουμε μια δημοκρατική κι «ελεύθερη πατρίδα» να αγωνιστούμε για να γίνουν σεβαστά αυτά τα στοιχειώδη δικαιώματα.

Το δεύτερο ζήτημα είναι ιστορικό. Αφορά τη διαχρονική συμπεριφορά των ελληνικών αρχών απέναντι στους αλλογενείς αυτούς κατοίκους της ελληνικής Μακεδονίας. Από τη στιγμή της ενσωμάτωσης των περιοχών αυτών στο ελληνικό κράτος υπάρχουν σε βάρος των μειονοτικών πληθυσμών διώξεις και διακρίσεις που παίρνουν διάφορες μορφές· από απλές πιέσεις κι απαγορεύσεις, μέχρι εξορίες, φυλακίσεις κι εκτελέσεις. Ευτυχώς, υπάρχει εκτεταμένη βιβλιογραφία για μια βαθύτερη γνωριμία με αυτό το κομμάτι της ιστορίας του τόπου μας.

Το ότι έγιναν τα ίδια -ή και χειρότερα- από άλλα κράτη σε βάρος ελληνικών πληθυσμών δεν μπορεί να αποτελέσει δικαιολογία ούτε για αυτή καθαυτή την καταπίεση ούτε για την αποσιώπησή της. Όσο η ελληνική κοινωνία δεν σπάει το απόστημα της ένοχης σιωπής ή και της πεισματικής άρνησης αυτών των γεγονότων, τόσο θα βοηθάει στην ανάπτυξη του ρατσισμού και του φασισμού στο εσωτερικό της. Κι αυτή η αναγνώριση πρέπει να έχει απτή μορφή με την άρση της αφαίρεσης της ελληνικής ιθαγένειας από τα μέλη της μειονότητας και τους απογόνους τους και τη δυνατότητα επιστροφής όλων των πολιτικών προσφύγων ασχέτως του «γένους» τους.

Ως υστερόγραφο, η προσωπική μου άποψη για τη συμφωνία. Είναι λοιπόν, όπως οι περισσότερες –αν όχι όλες– οι διακρατικές συμφωνίες, ετεροβαρής. Κι η ισχυρή πλευρά στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η χώρα μας. Αποτελεί βέβαια θετικό στοιχείο ότι η ελληνική κυβέρνηση αναγνωρίζει στη γειτονική χώρα το δικαίωμα να συμπεριλαμβάνει το «Μακεδονία» στο όνομά της. Από την άλλη όμως, είναι εξόχως αρνητικό το γεγονός ότι η συμφωνία εμπλέκει το ΝΑΤΟ και την ΕΕ. Χωρίς να είμαι νομικός σκέφτομαι ότι θα ήταν αρκετή μια ρήτρα που θα προέβλεπε ότι κανένα μέρος δεν θα εμποδίσει την είσοδο του άλλου σε οποιοδήποτε διεθνή οργανισμό.

Το γεγονός πως η συμφωνία γίνεται υπό τη σκέπη του ΝΑΤΟ και της ΕΕ σημαίνει υποταγή και των δυο μερών στον ευρωατλαντικό ιμπεριαλισμό. Η συμμετοχή σε επιθετικούς συνασπισμούς κι η αύξηση των στρατιωτικών δαπανών που ήδη εξήγγειλε η κυβέρνηση Ζάεφ (ενώ και η κυβέρνηση Τσίπρα κρατά τις ίδιες δαπάνες σε υψηλότατο ποσοστό του ΑΕΠ), ούτε την ειρήνη στην περιοχή προάγουν, ούτε συνεισφέρουν στη φιλία και τη συνεργασία των λαών.

Η συζήτηση όμως δεν μπορεί να εξαντλείται στο αν η συμφωνία των Πρεσπών έχει περισσότερα θετικά ή αρνητικά· εξίσου σημαντική -αν όχι περισσότερο- είναι η ξεκάθαρη στάση μας απέναντι στο μακεδονικό ως εσωτερικό ζήτημα, μακριά από τα θολά νερά και τις αποσιωπήσεις του παρελθόντος, αλλά και του παρόντος.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιάννης Γκλαρνέτατζης

Γιάννης Γκλαρνέτατζης

Ο Γιάννης Γκλαρνέτατζης γεννήθηκε στις Σέρρες το 1967. Έχει σπουδάσει Φυσική αλλά ασχολείται κυρίως με την Ιστορία, ιδιαίτερα της Θεσσαλονίκης. Συμμετείχε για χρόνια στην Οικολογική Κίνηση Θεσσαλονίκης, ενώ είναι μέλος της Αντιρατσιστικής Πρωτοβουλίας Θεσσαλονίκης, αντιρρησίας συνείδησης και πρόεδρος του Σωματείου Υπαλλήλων Βιβλίου-Χάρτου Ν. Θεσσαλονίκης. Πολύ συχνά οργανώνει ιστορικές περιηγήσεις και πρωτοστατεί στην προσπάθεια δημιουργίας του Κέντρου Κοινωνικών και Ιστορικών Μελετών Θεσσαλονίκης «Βαρδάρης». Έχει μεταφράσει βιβλία του Μάρρεϋ Μπούκτσιν, ενώ έχει γράψει το λογοτεχνικό αφήγημα «Οι Πρώτες Γιορτές στην Αμαλικάνδη», καθώς και τα ιστορικά «Στιγμές Σαλονίκης χειμερινές», «Στιγμές Σαλονίκης εαρινές» και «Στιγμές Σαλονίκης θερινές».

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε