Κριτική Τεύχος #12

«Ανοχή στο ψέμα»: Επανασυστήνοντας τον φιλόσοφο Μπρις Παρέν

Ο Μπρις Παρέν (1897-1971) υπήρξε φιλόσοφος, μυθιστοριογράφος, μεταφραστής λογοτεχνίας και κοινωνικός σχολιαστής. Το έργο του δεν έχει παρουσιαστεί ακόμη στα ελληνικά και ο Γιάννης Γρηγορίου μας τον συστήνει μεταφράζοντας ένα άρθρο του Jesse Amar.
Άννα Καρίνα και Μπρις Παρέν: Καρέ από την ταινία «Ζούσε τη ζωή της» του Ζαν-Λικ Γκοντάρ.

Μετάφραση: Γιάννης Γρηγορίου

Αν και με το έργο του πάνω στην ομιλία, τη σιωπή, το ψέμα και την αλήθεια επηρέασε τη σκέψη φιλοσόφων και συγγραφέων όπως ο Ζαν-Πoλ Σαρτρ και ο Αλμπέρ Καμύ, αλλά και σκηνοθετών όπως ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ και ο Ερίκ Ρομέρ, ο Γάλλος φιλόσοφος Μπρις Παρέν παραμένει μέχρι σήμερα άγνωστος εκτός Γαλλίας.

Στην πρώτη σελίδα της εκπονημένης το 1942 διδακτορικής διατριβής του Μπρις Παρέν [Brice Parain] στη φιλοσοφία, ένας εργάτης επιστρέφει από τη δουλειά του στο δάσος. Είναι «η αρχή του φθινοπώρου, που σημαίνει ότι ο χειμώνας πλησιάζει». Η όραση και η ακοή του έχουν προσαρμοστεί στην ατμόσφαιρα του δάσους, στους χαμηλούς και μακρινούς ήχους˙ για ώρες, η μόνη επικοινωνία που είχε ήταν με τα άλογά του, στα οποία «δεν απευθύνεται με λέξεις». Kατά την επιστροφή του στο χωριό, τον εκπλήσσουν, πιθανώς και να τον πληγώνουν, οι ανθρώπινες ομιλίες που ξεχύνονται από τα κατώφλια και αναπηδούν στους τοίχους των σπιτιών. «Nous avons connu cette stupeur au retour de la guerre» (Recherches 8). Είναι η ίδια ταραχή που νιώσαμε όταν επιστρέψαμε από τον πόλεμο.

Ο Μπρις Παρέν (1897-1971) υπήρξε φιλόσοφος, μυθιστοριογράφος, μεταφραστής λογοτεχνίας, κοινωνικός σχολιαστής και ενίοτε κομμουνιστής. Το έργο του δεν έχει παρουσιαστεί στα ελληνικά, ενώ στα αγγλικά έχει μεταφραστεί μόνο ένα βιβλίο του. Αν και η επιρροή του Παρέν είναι εμφανής σε μια σειρά από δημόσιες συζητήσει που απασχόλησαν τη Γαλλία στα μέσα του 20ού αιώνα, το έργο του δεν έτυχε προσοχής ανάλογης με εκείνη που απολάμβαναν οι συνομιλητές και οι προστατευόμενοί του. Υπάρχει κάτι ντεμοντέ μη ριζοσπαστικό τόσο στα θέματά του όσο και στον τρόπο παρουσίασής τους. Για παράδειγμα, αφιερώνει τις περίπου 230 σελίδες της προαναφερθείσας διδακτορικής διατριβής με τίτλο Recherches sur la nature et les fonctions du langage (Έρευνες για τη φύση και τις λειτουργίες της γλώσσας) στη μελέτη του έργου κλασικών φιλοσόφων όπως ο Πλάτωνας και ο Αριστοτέλης, ο Καρτέσιος [Descartes], ο Λάιμπνιτς [Leibniz], ο Χέγκελ [Hegel] και, κυρίως, ο Πασκάλ [Pascal], επιστρέφοντας διαρκώς στα ίδια ερωτήματα: Πρέπει να μιλάμε και γιατί; Μπορούμε να λέμε την αλήθεια και πώς; Μπορούμε να σιωπούμε και πότε; Πού και πού παρεμβάλλεται ένα όμορφο βουκολικό απόσπασμα, και νιώθουμε ότι επιστρέφουμε μαζί με τον Αντρέ Ζιντ [André Gide] στη La symphonie pastorale (Ποιμενική συμφωνία). Ωστόσο, σε γενικές γραμμές, οι λέξεις πολλαπλασιάζονται, τα παραθέματα μεγαλώνουν, οι ερμηνείες διατυπώνονται, απλά και μόνο για να αναρωτηθούμε, ξανά και ξανά, αν οι λέξεις είναι ανώφελες, τα παραθέματα στρεβλωτικά, οι ερμηνείες απαραίτητες αλλά μάταιες. Το βιβλίο επαινέθηκε στις ακαδημαϊκές επιθεωρήσεις Mélanges d’histoire sociale, το 1944, και Revue philosophique de la France et de l’étranger, το 1945, σε σύντομα εγκωμιαστικά σημειώματα, όμως έμεινε άγνωστο στον αγγλόφωνο κόσμο, τουλάχιστον μέχρι τη μετάφραση (το 1962 και το 1970 αντιστοίχως) των δοκιμίων που έγραψαν ο Ζαν-Πολ Σαρτρ [Jean-Paul Sartre] και ο Αλμπέρ Καμύ [Albert Camus] για τα θέματα που πραγματεύεται ο Παρέν. Όταν ο φιλόσοφος υπέβαλε το 1935 το Essai sur la misère humaine (Δοκίμιο για την ανθρώπινη μιζέρια) σε ένα ακαδημαϊκό περιοδικό, ο αγγλόφωνος αναθεωρητής προσπάθησε να τον στριμώξει επισημαίνοντας το παράδοξο των πολλαπλών λόγων στο όνομα της σιωπής: «Δεν μπορούμε να μην αναρωτηθούμε εάν, εντέλει, ένα τόσο καλοπροαίρετο και βασισμένο στη λογική δοκίμιο δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να συμβάλλει στη λεκτική σύγχυση –λέξεις, λέξεις, λέξεις! Έχουμε τόσες πολλές από δαύτες» (Putnam). Έπρεπε να φτάσουμε στο 1971, τη χρονιά του θανάτου του Παρέν, για να εκδοθεί στα αγγλικά το τελευταίο βιβλίο του με τίτλο Petite métaphysique de la parole (Μικρή μεταφυσική της ομιλίας).

Αν και δεν έφτασε ποτέ να θεωρείται ένας διεθνώς αναγνωρισμένος διανοούμενος, τα γραπτά του κέντριζαν σταθερά το ενδιαφέρον όσων ειδικεύονταν στη φιλοσοφία και τη λογοτεχνία. Φίλος και κάποια στιγμή γραμματέας των αδερφών Γκαλιμάρ [Gallimard], εμπλεκόταν για πολλά χρόνια στη σειρά Pléiade, επιμελήθηκε τον πρώτο τόμο της ανθολογίας L’Histoire de la philosophie (Η ιστορία της φιλοσοφίας) και μετέφρασε Ρώσους κλασικούς. Το 1927 παντρεύτηκε τη διάσημη Ρωσίδα εικονογράφο Νατάλια Τσελπάνοβα και οι ρώσικες επαφές του καθόρισαν την κριτική, από κάποιο σημείο και μετά αντικομμουνιστική, πολιτική δοκιμιογραφία του. Σε αυτό εδώ το άρθρο επιδιώκω να φέρω στο φως ορισμένες πτυχές του έργου του Παρέν και επιχειρώ να αναδείξω τη σπουδαιότητά του από τη σκοπιά των σύγχρονών του.

Ίσως ο πιο γνωστός καλλιτέχνης που χρησιμοποίησε στο έργο τους τις ιδέες του ο Παρέν είναι ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ [Jean-Luc Γκοντάρ]. Φοιτητής του Παρέν στα τέλη της δεκαετίας του ’40, συνέχισε να αλληλογραφεί μαζί του για πολλά χρόνια. Μάλιστα, κάποιες από τις ιδέες του Παρέν αντηχούν ακόμα και στις πιο πρόσφατες ταινίες του. Για παράδειγμα, στην ταινία Adieu au Langage (Αποχαιρετισμός στη γλώσσα) ο Γάλλος σκηνοθέτης εξακολουθεί να στοχάζεται πάνω στο δίπολο Γαλλία/Ρωσία, πάνω στη ματαιότητα της ομιλίας και στο ανέφικτο της σιωπής, πάνω στη φύση του ψέματος. Στο Μικρή μεταφυσική της ομιλίας (1969) ο Παρέν αναρωτιέται γιατί:

Νιώθω ότι είμαι δύο άνθρωποι, ο ένας μοιάζει με γάτα ή σκύλο, είναι ικανός να ζει αποκλειστικά και μόνο με χειρονομίες, χωρίς να μιλά, ο άλλος είναι πολυλογάς, ευχαριστιέται να ανταλλάσσει φιλοφρονήσεις και χρήσιμες ειδησούλες με τους γείτονες. […] Πώς μπορεί αυτή η ροπή να ζεις, κατά κάποιον τρόπο, σαν ζώο –η οποία αναμφίβολα, εκτός των άλλων, δεν είναι παρά ένα είδος νοσταλγίας μιας και δεν οδηγεί πουθενά– να συνυπάρχει με την αβεβαιότητα της σκέψης; Γιατί ισορροπώ διαρκώς μεταξύ αυτών των δύο καταστάσεων, χαλαρώνοντας με μοναχικούς περιπάτους, εργασίες στην ύπαιθρο, κατά τη διάρκεια των ακαδημαϊκών διακοπών, μακριά από τα βιβλία, και ύστερα επιστρέφοντας στην πόλη και στα χειρόγραφά μου με μια κάποια ανακούφιση, έχοντας επανακτήσει τις δυνάμεις μου; […] Ίσως πηγαίνουμε από τη μια κατάσταση στην άλλη προκειμένου να πορευτούμε από τη γέννηση προς τον θάνατο (28-29, μετάφραση του συγγραφέα).

Τα ερωτήματα του ρυθμού, της ζωής στην ύπαιθρο και της επιστροφής στην πόλη, της παραδοξότητας του ησυχασμού στις μέρες μας, είναι ορισμένα από τα θέματα στα οποία ο Γκοντάρ επιστρέφει διαρκώς, τουλάχιστον σε κάποιες εκ των ταινιών του –στο Weekend (Γουικέντ) του 1967, για παράδειγμα, στη «διασκευή» του Βασιλιά Λιρ το 1987 και στο Αποχαιρετισμός στη γλώσσα.

Η ταινία Vivre sa vie (Ζούσε τη ζωή της) του 1962 αποτελεί την κορύφωση της ενασχόλησης του Γκοντάρ με τη σκέψη του Παρέν. Μια νεαρή γυναίκα, η Νανά, την οποία ερμηνεύει η τότε σύζυγος του σκηνοθέτη Άννα Καρίνα [Anna Karina], πέφτει στην πορνεία, όχι με δραματικό τρόπο αλλά σταδιακά, σε μια ελλειπτική, υπνωτική πορεία στην οποία παρεμβάλλονται ιντερλούδια όπου ο Γκοντάρ στοχάζεται πάνω στη φύση του κινηματογράφου και το φύλο καθώς και φιλοσοφικές συζητήσεις για τη φύση της γλώσσας και την αυτενέργεια. Η φιλοσοφική κλιμάκωση της ταινίας έρχεται με μια σχεδόν δεκάλεπτη σεκάνς προς το τέλος της ταινίας –πριν η Νανά δολοφονηθεί κατά λάθος αλλά αδίστακτα κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης δύο αντίπαλων προαγωγών. Η εν λόγω σεκάνς καταγράφει τη συζήτησή της με έναν μοναχικό ξένο σε ένα καφέ, έναν ανώνυμο φιλόσοφο τον οποίον υποδύεται ο ίδιος ο Παρέν. Η ακίνητη κάμερα τούς κινηματογραφεί χωριστά, δεν συνυπάρχουν ποτέ στο ίδιο πλάνο, καθώς κάθονται αντικριστά. Ο φιλόσοφος ζητά από τη Νανά να αναλογιστεί τη φύση της γλώσσας:

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Όταν μιλάμε, ζούμε μια άλλη ζωή απ’ όταν δεν μιλάμε. Επομένως, για να ζήσουμε στην ομιλία πρέπει πρώτα να περάσουμε μέσα από τον θάνατο της χωρίς ομιλία ζωής. Για να το θέσω πιο ξεκάθαρα, υπάρχει ένα είδος ασκητικού κανόνα που δεν μας επιτρέπει να μιλάμε σωστά μέχρι να δούμε τη ζωή με κάποια αποστασιοποίηση….

ΝΑΝΑ: Πρέπει να μιλάμε διατρέχοντας τον κίνδυνο να πούμε ψέματα;

ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ: Τα ψέματα είναι κι αυτά κομμάτι των αναζητήσεών μας. Τα λάθη και τα ψέματα έχουν πολλές ομοιότητες… ένα μικρό ψέμα λίγο διαφέρει από ένα λάθος. Ψάχνουμε αλλά δεν μπορούμε να βρούμε τη σωστή λέξη. Γι’ αυτό δεν ήξερες τι να πεις. Νομίζω ότι φοβόσουν πως δεν θα βρεις τη σωστή λέξη… Πρέπει να μιλάμε με σωστό τρόπο, δεν βλάπτει, να λέμε αυτό που πρέπει να πούμε, να κάνουμε αυτό που πρέπει να κάνουμε χωρίς να βλάπτουμε ή να πληγώνουμε τους άλλους. Ας προσπαθήσουμε να είμαστε καλόπιστοι. (1:09:30)

Η συγκεκριμένη σεκάνς, αν τη συνδέσουμε με μια αντίστοιχη στην αρχή της ταινίας, αντιπαραβάλλει εμμέσως τον προβληματισμό του Παρέν για τη δυσπιστία απέναντι στη γλώσσα με την ταυτολογική αυτοπεποίθηση του υπαρξιακού συστήματος που εδράζεται στο έργο του Σαρτρ. Σε ένα άλλο καφέ, ένα βήμα πριν «πέσει» στην πορνεία, η Νανά παρουσιάζει σε έναν φίλο της τη δική της εκδοχή για τη Weltanschauung των αρχών της δεκαετίας του ’60: «Νομίζω ότι είμαστε πάντα υπεύθυνοι για τις πράξεις μας. Είμαστε ελεύθεροι. Σηκώνω το χέρι –είμαι υπεύθυνη. Γυρίζω το κεφάλι –είμαι υπεύθυνη. Είμαι δυστυχισμένη –είμαι υπεύθυνη. Καπνίζω –είμαι υπεύθυνη. Κλείνω τα μάτια –είμαι υπεύθυνη. Ξεχνώ ότι είμαι υπεύθυνη, όμως είμαι. Σου είπα ότι δεν υπάρχει διαφυγή. Όλα βαίνουν καλώς. Το μόνο που χρειάζεται είναι ν’ αρχίσεις να ενδιαφέρεσαι για τα πράγματα. Στο κάτω κάτω τα πράγματα είναι αυτά που είναι. Το μήνυμα είναι μήνυμα. Τα πιάτα είναι πιάτα. Οι άντρες είναι άντρες. Κι η ζωή είναι ζωή» (32:00). Ότι το μήνυμα είναι μήνυμα, η ζωή ζωή, οι άντρες άντρες (και οι γυναίκες γυναίκες) δεν είναι για τον Σαρτρ εντελώς απλές προτάσεις. Ωστόσο, όσον αφορά τη δημόσια σφαίρα, οι φιλοσοφικές του παρεμβάσεις, και ιδιαίτερα το L’existentialisme est un humanisme (Ο υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός), οδήγησαν στην ισοπέδωση των ερωτημάτων της ταυτότητας και της αυτενέργειας και στη μετατροπή τους σε ταυτολογίες. Αντέστρεψε το μεσαιωνικό δόγμα ότι «η ουσία προηγείται της ύπαρξης» προκειμένου να αναδείξει το στοιχείο της ανθρώπινης ελευθερίας στη συγκρότηση του κόσμου. Όμως, όπως σημείωσε o Μάρτιν Χάιντεγκερ [Martin Heidegger], παρόλο που το «η ύπαρξη προηγείται της ουσίας» αντιστρέφει μια μεταφυσική δήλωση, «η αντιστροφή μιας μεταφυσικής δήλωσης παραμένει μεταφυσική δήλωση» (Basic Writings 208). Η φιλοσοφία του Σαρτρ ήταν μια «μεταφυσική της παρουσίας», όπως θα έλεγε ο Ζακ Ντεριντά [Jacques Derrida], στην οποία η γλώσσα είναι ικανή να αναφέρεται άμεσα στα πράγματα όπως είναι, και στην οποία, για να το πούμε πιο γενικά, η γλώσσα δεν αποτελεί πρόβλημα.

Καθ’ όλη αυτή την περίοδο, ο Γκοντάρ προβληματιζόταν για τα συγκριτικά πλεονεκτήματα του υπαρξισμού, όπως τον διατύπωναν ο Σαρτρ και ο Καμύ, ενθουσιασμένος με το La Nausée (Η ναυτία) του πρώτου, επιθυμώντας ωστόσο να ακολουθήσει τον δικό του δρόμο στον κόσμο της τέχνης και της κριτικής. Αποφασιστικής σημασίας ήταν η κριτική διαμάχη που προκάλεσε το 1946 το κείμενο του Σαρτρ για την ταινί Πολίτης Κέιν. Ο Σαρτρ έγραψε ότι «το Πολίτης Κέιν μπορεί να παρουσιάζει ενδιαφέρον για τους Αμερικανούς, όμως για εμάς είναι εντελώς ξεπερασμένη ως ταινία, διότι βασίζεται στο σύνολό της στην παρανόηση για το τι είναι κινηματογράφος. Η ταινία είναι σε παρελθοντικό χρόνο, ενώ όλοι μας γνωρίζουμε ότι ο κινηματογράφος πρέπει να είναι σε ενεστώτα. ‘Είμαι ο άντρας που φιλάει, είμαι το κορίτσι που το φιλάνε, είμαι ο Ινδιάνος που καταδιώκεται, είμαι ο άντρας που καταδιώκει τον Ινδιάνο.’ Μια ταινία σε παρελθοντικό χρόνο είναι το αντίθετο του κινηματογράφου. Γι’ αυτό τον λόγο, το Πολίτης Κέιν δεν είναι κινηματογράφος» (παρατίθεται στο Fairfax). Ο Γκοντάρ, αν και λάτρης των κλασικών γουέστερν στα οποία ο Σαρτρ αναφερόταν εμμέσως, ήταν την εποχή εκείνη ένας καινοτόμος κινηματογραφιστής και αντέδρασε επικριτικά. Το ερώτημα αν η κινηματογραφική γλώσσα είναι μια άμεση γλώσσα, αν μπορεί να μιλά μόνο στον «ενεστώτα χρόνο», όπως ισχυριζόταν ο Σαρτρ, μπορεί κατά κάποιο τρόπο να συμπυκνωθεί στο ερώτημα αν η ομιλία καθαυτή είναι άμεση, αν είμαστε σε θέση να μιλάμε άμεσα, ή αν η γλώσσα περιέχει απαραίτητα μια δομή που εδράζεται στη διαφορά, η οποία την εμποδίζει να επιτύχει μια πλήρη αμεσότητα. Παρόλο που η θέση ότι ο λόγος περιέχει μια δομή που εδράζεται στην έλλειψη δεν υποστηρίζεται από κάποιον θεωρητικό σκελετό (όπως στον Ντεριντά ή στον Λακάν), αλλά από ερωτήματα, από καταφατικές αναγνώσεις κλασικών φιλοσόφων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Παρέν συνεισέφερε στη φιλοσοφία μια νέα αντίληψη πάνω στο ερώτημα της γλωσσικής αμεσότητας/μεσολάβησης, μια αντίληψη που αργότερα συντρίφτηκε μεθοδικά από την αποδόμηση.

Σε ένα μακροσκελές κριτικό δοκίμιο για τον Παρέν, ο Σαρτρ χρησιμοποιεί την καριέρα του πρώτου σαν ένα κρυπτογράφημα μέσω του οποίου εξετάζει ολόκληρη την ιστορία της Γαλλίας από το τέλος του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου έως τη δεκαετία του ’60. Το «retour de la guerre» του Παρέν είναι μια επιστροφή από τον ιδεαλισμό (με την καθομιλουμένη έννοια) στην κοινή λογική, μια επιστροφή «η οποία ενθαρρύνθηκε, καθοδηγήθηκε και παροτρύνθηκε από εκδότες, δημοσιογράφους και εμπόρους πινάκων […] κατά την οποία οι μεγαλεπήβολες αξίες της αλήθειας θα δώσουν τη θέση τους σε αυτές της τιμιότητας» (Sartre 133). Πρόκειται για μια «επανα-κατάβαση» από τις ταραχώδεις μέρες της περιόδου 1914-1917, όταν οι ιδέες, προσωρινά απελευθερωμένες από τις τετριμμένες συνδηλώσεις τους, κυκλοφορούσαν σε παγκόσμια κλίμακα, όταν οι δυνάμεις των μεγάλων ιμπεριαλισμών δοκιμάζονταν και ο κομμουνισμός αναγεννιόταν. Προφανώς, ο Σαρτρ έβρισκε τα ερωτήματα του Παρέν προκλητικά, όσο ήπια κι αν ήταν. Γράφει με μια υπόνοια μομφής: «Αυτός ο αξιοπρεπής, τίμιος άνθρωπος, με την ακριβολόγο και αμερόληπτη ευφυΐα του, μιλά για τον εαυτό του, ανεξαρτήτως με το τι λέει, και χωρίς να υποψιάζεται ότι το κάνει» (Sartre 135) –και από τη δική μας σημερινή «μετα-δομιστική» ή «μετα-αναλυτική» πλεονεκτική θέση, με τον Σαρτρ εδώ και καιρό νεκρό, η εν λόγω πρόκληση μοιάζει αποφασιστικής σημασίας. Η δέσμευση του Σαρτρ σε ένα είδος «πλήρους ομιλίας» και η αυτοανακήρυξή του σε υπέρμαχο της «αλήθειας», κάτι που πιθανώς υποβαθμίζει τη δέσμευση στην «τιμιότητα», έχουν ευρέως αναγνωριστεί και κατακριθεί.

Για τον Σαρτρ, ο ησυχασμός του Παρέν, τον οποίο σε μεγάλο βαθμό υποβιβάζει σε βιογραφικό στοιχείο (ο χωρικός και στρατιώτης δεν ένιωσε ποτέ άνετα στο γλωσσικό χάος της πόλης), αποτελεί ένα είδος προδοσίας. Κατ’ αρχάς, ο κομμουνισμός του Παρέν δεν υπήρξε ποτέ αυθεντική επιβεβαίωση της αλήθειας της ανθρώπινης ελευθερίας αλλά απλώς μια εξέγερση ενάντια στη λέξη, μια προσπάθεια απόδρασης από τα άβολα παράδοξα του νοήματος και της αλήθειας-αξίας σε ένα πλαίσιο όπου η πράξη από μόνη της μπορούσε να δώσει αξία στο εκφώνημα. «Ο Λένιν δεν πίστευε στην οικουμενική αξία της λογικής και της γλώσσας. Δεν πίστευε στην ακριβή επικοινωνία μέσω της γλώσσας. Σύμφωνα με εκείνον, η ζωή υπερβαίνει τη γλώσσα. Τα συνθήματα, για εκείνον, ήταν μόνο σχήματα τα οποία ενημέρωνε η δράση και ζωντάνευε η προσωπικότητα˙ αν όχι η ατομική προσωπικότητα, τότε η συλλογική» (Essai, αναφέρεται στο Sartre 146). Και κατά την «επιστροφή» του από τη θέση αυτή, κατά την «επανα-κατάβασή» του στην κοινή λογική, ο Παρέν, αν και εγκατέλειψε τον «πραγματιστικό και σχετικιστικό αυταρχισμό του» (Sartre 148), ανανέωσε τη δέσμευσή του στην «πανούργα προσπάθεια να καταστρέψει τη γλώσσα» (149). «Η σιωπή του επεκτάθηκε σε ολόκληρο το βασίλειο της γλώσσας. Ταυτίστηκε με την ίδια τη γλώσσα. Βούιζε με μουρμουρητά, με εντολές, με απαιτήσεις. Aυτή τη φορά η σιωπή είχε επιτευχθεί όχι μέσω της ανέφικτης καταστροφής των λέξεων αλλά με την ακραία υποτίμησή τους» (149). Αυτή η νέα μορφή ησυχασμού του Παρέν, αυτή η αποξένωση από τη γλώσσα, ήταν πιθανώς για τον Σαρτρ πιο ολέθρια ακόμα και από τον αυταρχισμό, διότι υποτιμά την αλήθεια και καθιστά ανούσια την αρχή του Σαρτρ ότι όταν μιλάμε, φτιάχνουμε ταυτόχρονα και την αλήθεια μας: «Σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε την ιδέα διατύπωσης μιας ανέφικτης αλήθειας˙ σημαίνει ότι χρησιμοποιούμε τις λέξεις όχι για να γίνουμε κατανοητοί αλλά για να γίνουμε αποδεκτοί, για να ‘μας αγαπήσουν’. Ο Παρέν, ο πιο έντιμος από τους στοχαστές, ο τελευταίος άνθρωπος που θα κακομεταχειριζόταν τις λέξεις, είναι επίσης ο πιο ανεκτικός άνθρωπος απέναντι στο ψέμα» (142).

Ενδεχομένως, το ανάθεμα του Σαρτρ δεν απευθυνόταν στην πραγματικότητα στον Παρέν: πρόκειται για μια έμμεση επίθεση, τα πυρά του στόχευαν τον Καμύ. Ο Σαρτρ συνδέει ανοιχτά αυτούς τους δύο στο δοκίμιό του για τον Ξένο, αποδίδοντάς τους την τάση, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, να πολλαπλασιάζουν τις λέξεις στο όνομα της σιωπής (36). Όπως αποκαλύπτουν τα σημειωματάριά του, καθώς και η αλληλογραφία του με τον Ζαν Γκρενιέ [Jean Grenier], ο Καμύ γνώριζε το έργο του Παρέν ήδη από τον Αύγουστο του 1942 και ήταν ένθερμος αναγνώστης του βιβλίου του Essai sur le Logos platonicien (Δοκίμιο για τον πλατωνικό λόγο). Πριν ακόμα εκδοθεί το Έρευνες του Παρέν, ο Καμύ είχε καταρτίσει ένα σχέδιο για ένα μακρόπνοο φιλοσοφικό εγχείρημα σε πέντε μέρη, το πρώτο εκ των οποίων, μια συζήτηση με τον Παρέν που τιτλοφορούνταν Sur une philosophie de l’expression (Για μια φιλοσοφία της έκφρασης), δημοσιεύτηκε στην έκδοση Poésie 44 στις αρχές του 1944 (Basset 119-21). Εκεί, ο Καμύ τονίζει ότι αποτελεί νεωτερισμό, μια πρωτότυπη συμβολή του Παρέν, το γεγονός ότι θεωρεί τη γλώσσα «μεταφυσικό πρόβλημα», «την πηγή όλης της μεταφυσικής (“Philosophy of Expression” 242). Πιθανώς αυτό να μην είναι απολύτως ακριβές: δεν χωρά αμφιβολία ότι ο Νίτσε θεωρούσε το καρτεσιανό cogito, και άλλες μεταφυσικές δομές, γραμματικές πλάνες. Όμως, στη μορφή που της δίνει ο Παρέν, όταν δεν συνδέεται με τη νιτσεϊκή καταστροφικότητα αλλά με μια ουμανιστική συμπόνια, με μια «ανοχή απέναντι στο ψέμα», όπως την αποκαλεί ο Σαρτρ, αυτό το είδος ανάλυσης μπορεί κάλλιστα να αντιπροσωπεύει ένα νέο φιλοσοφικό σχήμα. Για τον Καμύ, η «ανοχή» του Παρέν δεν παραχωρεί ολοκληρωτικά το πεδίο της γλώσσας στους ψεύτες: είναι περισσότερο μια μορφή αποστασιοποίησης η οποία μας επιτρέπει να δούμε την ομιλία, όπως και το απαραίτητα συνακόλουθο ψέμα, σαν μια συμφορά, στο θύμα της οποίας οφείλουμε να δείξουμε συμπόνια.

O Καμύ εξέφραζε τις πιο πολιτικές και πολεμικές απόψεις του στις συζητήσεις για τον Χέγκελ [Hegel]˙ και εδώ επικαλούνταν επίσης τον Παρέν. Για τον Καμύ, ο αυταρχισμός του κομμουνιστικού κόμματος δεν πήγαζε συγκεκριμένα από το έργο του Μαρξ αλλά από αυτό που ο Καμύ αντιλαμβανόταν ως θεολογικές τάσεις στη χεγκελιανή παράδοση ως σύνολο. «Τοποθετώντας την ιστορία στον θρόνο του Θεού, παρελαύνουμε προς τη θεοκρατία, όπως εκείνοι που οι Έλληνες αποκαλούσαν βαρβάρους και τους οποίους πολέμησαν μέχρι θανάτου στα νερά της Σαλαμίνας (Helen’s Exile 151). Από τη στιγμή που η ιστορία αποκτά το νόημά της μόνο στην κορύφωσή της, δεν υπάρχει ηθικός προβληματισμός που θα μπορούσε να περιορίσει την αριστερίστικη δράση˙ υπάρχει μόνο η επιτακτικότητα της ιστορικής αναγκαιότητας. «Σε κάθε περίπτωση, ολόκληρη η ιστορία της ανθρωπότητας δεν είναι τίποτε άλλο από μια παρατεταμένη μάχη μέχρι θανάτου για την κατάκτηση παγκόσμιου κύρους και απόλυτης εξουσίας. Είναι, στην ουσία της, ιμπεριαλιστική» (The Rebel 138). Μιλώντας για τον Παρέν, ο Καμύ γράφει: «Αυτό που κάνει, με λίγα λόγια, είναι να αντικρούει τον Χέγκελ με τις ενστάσεις που εγείρει κάθε φιλοσοφία της εμμένειας: δεν μπορούμε να συλλάβουμε μια αλήθεια που δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, που συμμετέχει συγχρόνως στο φυσικό και το καθολικό. Η μεταφυσική είναι η επιστήμη των ξεκινημάτων και οι απαιτήσεις που εγείρει η γλώσσα είναι πιο κατηγορηματικές από τις απαντήσεις που μπορούμε να δώσουμε με αυτήν». Μέχρι ενός σημείου, το σχέδιο του Καμύ στον Επαναστατημένος Άνθρωπο [The Rebel] είναι να συνθέσει τη διαλεκτική αφέντη-σκλάβου ως το κλειδί της σκέψης του Χέγκελ –την οποία συναντάμε στα μείζονα έργα του Ζαν Ιπολίτ [Jean Hyppolite] και του Αλεξάντρ Κοζέβ [Alexandre Kojéve], με χρονολογία έκδοσης και των δύο το 1947– με την πιο κριτική άποψη του Παρέν για τον Χέγκελ όπως αυτή διατυπώθηκε στο κεφάλαιο για τον Γερμανό φιλόσοφο στο Έρευνες του 1944.

Η κριτική του Παρέν δεν ήταν μονοσήμαντη: για εκείνον, ο γερμανικός ιδεαλισμός έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην απομάκρυνση της δυτικής φιλοσοφίας από την απολυτότητα. Όπως λέει ο φιλόσοφος στη Νανά στο Ζούσε τη ζωή της, «[οι ορθολογιστές] πίστευαν ότι μπορούμε να αποφύγουμε το λάθος και, επιπλέον, ότι μπορούμε να ζήσουμε στην αλήθεια. Κάτι τέτοιο δεν είναι δυνατό. Εξ ου και ο Καντ, ο Χέγκελ και η γερμανική φιλοσοφία: μας επαναφέρουν στη ζωή και μας κάνουν να συνειδητοποιήσουμε ότι πρέπει να περάσουμε μέσα από το λάθος για να φτάσουμε στην αλήθεια» (1:12:20). Είναι, ωστόσο, αλήθεια ότι, όσον αφορά τα διαλεκτικά παραδείγματα, ο Παρέν, όπως και ο Καμύ, προτιμά πολύ περισσότερο τα σωκρατικά από τα χεγκελιανά: «[…] σήμερα μαθαίνουμε ότι η ιστορία είναι διαλεκτική, διότι η διπλή σημασία κάθε γεγονότος φανερώνεται μόνο στις συνέπειές του, κάθε μία εκ των οποίων είναι το αντίθετο της προηγούμενης» (Sur la Dialectique 54-55, μετάφραση του συγγραφέα). Ωστόσο, «[…] η διαλεκτική είναι πρώτα απ’ όλα, για τους Έλληνες, συζήτηση» και στα γραπτά του για τον Χέγκελ ο Παρέν υπαινίσσεται ότι, επειδή η χεγκελιανή διαλεκτική είναι ένα είδος διαλόγου μεταξύ ιστορικών ουσιών, έχουμε εντέλει να κάνουμε με έναν μονόλογο ο οποίος αντιτίθεται στη διαλογική φύση της σωκρατικής πρακτικής (Salanskis). Για τον Καμύ και τον Παρέν, η πρακτική της αριστεράς δεν εφαρμόζεται στο επίπεδο της ιστορικής ουσίας αλλά στο επίπεδο του ανθρώπου˙ τόσο η δυσκολία όσο και η σπουδαιότητα της υλοποίησής της είναι μεγαλύτερες κατά τις ιστορικές στιγμές όπου η γλώσσα αυτοαποκαλύπτεται ως τέχνασμα. Τέτοιες στιγμές είναι αυτές του «retour de la guerre», είτε πρόκειται για τους Περσικούς Πολέμους είτε για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο: «Η κατάσταση που αντιμετώπιζε ο Σωκράτης ήταν ανάλογη της δικής μας. Υπήρχε κακία στις ψυχές των αντρών, επειδή η επικοινωνία ήταν όλο αντιφάσεις, επειδή οι πιο κοινές λέξεις είχαν διαφορετικά νοήματα, είχαν διαστρεβλωθεί και απέκλιναν από την απλή χρήση την οποία οι άνθρωποι φαντάζονταν ότι είχαν. […] Κι εμείς έχουμε τους δικούς μας σοφιστές και χρειαζόμαστε έναν Σωκράτη. […] Η προσπάθεια του Σωκράτη, και η αποτυχία του, έγκειται στην αναζήτηση αυτού του τέλειου νοήματος, λόγω της έλλειψης του οποίου επιλέγουμε να πεθάνουμε. Η αξία των Ερευνών του Παρέν βρίσκεται σε μια παρόμοια έγνοια για αυτές τις επείγουσες συνέπειες» (“Philosophy of Expression” 231).

Για να κατανοήσουμε τον Παρέν, ο Καμύ μάς παραπέμπει στο «δίλημμα του Πασκάλ» και, όντως, περισσότερο απ’ όλα o Παρέν καταπιάνεται με την κληρονομιά του Πασκάλ. Μπορούμε να μιλάμε ουσιαστικά και ειλικρινά; Η σιωπή μας είναι αναπόφευκτα ανούσια˙ και η ομιλία ενδέχεται να έχει νόημα, δεν μπορούμε να ξέρουμε πραγματικά.

Συνεπώς, όταν μιλάμε, δεν το κάνουμε σύμφωνα με τη λογική ενός στοιχήματος, την ίδια λογική που επιστρατεύει ο Πασκάλ στην απολογία του για την πίστη; Η πιθανότητα ένα στα χίλια είναι απείρως μεγαλύτερη από την πιθανότητα μηδέν στο ένα. Πρέπει να μιλήσουμε ή να σιωπήσουμε, και φυσικά ο Σαρτρ διαρκώς μας προτρέπει να μιλήσουμε. Έτσι λοιπόν, ο Σαρτρ πρέπει να θεωρούσε πλήρη άρνηση της δυνατότητας ομιλίας το ότι ο Παρέν «αναστέλλει το δίλημμα», όπως γράφει ο Καμύ (“Philosophy of Expression” 237). Εντούτοις, η σχέση του Παρέν με το εν λόγω στοίχημα δεν είναι μονοσήμαντη, και η επιδοκιμασία του Πασκάλ δεν είναι απόλυτη. «Προφανής στόχος του είναι τα υποστηρίξει την επιλογή και το παράδοξο: ‘Κάθε φιλοσοφία’, γράφει, ‘η οποία δεν αντικρούει τον Πασκάλ είναι μάταιη’» (“Philosophy of Expression” 237, παράθεμα από το Έρευνες).

Αυτή η αναστολή του στοιχήματος του Πασκάλ, η επιθυμία αμφισβήτησής του –αμφισβήτησης κατά τρόπο που η σχέση του υποκειμένου με την ομιλία, όσο και η σχέση του με τον Θεό να τίθενται υπό αμφιβολία– αποτελεί επίσης το σημείο εκκίνησης της ταινίας Ma nuit chez Maud (Μια νύχτα με τη Μοντ) του Ερίκ Ρομέρ [Eric Rohmer]. Η ταινία, οι διάλογοι της οποίας είναι εμπνευσμένοι από μια τηλεοπτική συζήτηση μεταξύ του Παρέν και του Δομινικανού μοναχού Ντομινίκ Ντουμπάρλ [Dominique Dubarle] η οποία πραγματοποιήθηκε το 1965, πραγματεύεται τη συνάντηση, το φλερτ και τον χωρισμό της Μοντ, μιας όμορφης, άθεης, διαζευγμένης γυναίκας, με έναν υπερβολικά σοβαρό καθολικό, ο οποίος πασχίζει να εξαιρέσει τον εαυτό του από τη λογική του στοιχήματος του Πασκάλ επιχειρώντας να συνάψει ερωτική σχέση τόσο με τη Μοντ όσο και με τη Φρανσουάζ, μια νεότερη γυναίκα, καθολική όπως και ο ίδιος. Στην ταινία, ο Ρομέρ επιδιώκει να εξηγήσει ότι το πρόβλημα του στοιχήματος, το πρόβλημα της επιλογής μεταξύ ομιλίας και σιωπής, είναι επίσης πρόβλημα ερωτικού μπερδέματος: η αγάπη προς έναν άλλον άνθρωπο σημαίνει ότι κρατάς τον εαυτό σου σε έναν χώρο αμφισημιών, ότι διακινδυνεύεις διαρκώς μια αποτυχημένη επαφή ή μια λανθασμένη επικοινωνία. Ο Ζαν-Λουί αντιλαμβάνεται την αγάπη με τον ακριβώς αντίθετο τρόπο, ως εκπλήρωση της ομιλίας, ως μια ένωση η οποία καθαγιάζεται από μια αμοιβαία συμφωνία –όταν τελικά επιλέγει τη Φρανσουάζ αντί της Μοντ, απλά και μόνο επειδή η πρώτη είναι καθολική («Είναι πιο εύκολο ν’ αγαπήσεις κάποια με την οποία μοιράζεσαι τις ίδιες πεποιθήσεις»), πρόκειται για μια προσπάθεια να συνθηκολογήσει με τη λογική του Πασκάλ, για μια αναστολή του σκεπτικισμού απέναντι στον Θεό, την πλήρη ομιλία και την αγάπη– όμως πρόκειται μονάχα για μια προσπάθεια συνθηκολόγησης, διότι από το λίγο που βλέπουμε από την κοινή τους ζωή, το πρόβλημα της επικοινωνίας δεν επιλύεται ποτέ πλήρως. Στην τελευταία σκηνή, στην οποία το ζευγάρι, χρόνια μετά και συνοδευόμενο από ένα αγόρι ηλικίας πέντε ετών περίπου, συναντά τυχαία τη Μοντ κατά τη διάρκεια των παραθαλάσσιων διακοπών του, η αναστολή του στοιχήματος εξακολουθεί να είναι σε ισχύ: η ταινία τελειώνει με μια ανολοκλήρωτη πράξη επικοινωνίας, με ένα μυστικό το οποίο ο Ζαν-Λουί και η Φρανσουάζ συμφωνούν σιωπηλά να αποσιωπήσουν. Καθώς τρέχουν στην παραλία με τον γιο τους για να βουτήξουν στον ωκεανό, συγχρονίζονται με τον ρυθμό της ζωής, ο οποίος μας οδηγεί περιοδικά πίσω στη σιωπή.

 


Έργα που παρατίθενται:

Basset, G. 2012, “Lire les Carnets: suivre la philosophie à la trace”, στο Prouteau, Α. και Spiquel Α., Lire les Carnets d’Albert Camus, Septentrion, σελ. 119-129.

Camus, A. 1970, “Helen’s Exile”, στο Thody, P., Lyrical and Critical Essays, Knopf, σελ. 148-153.

Camus, A. 1970, “On a Philosophy of Expression by Brice Parain”, στο Thody, P., Lyrical and Critical Essays, Knopf, σελ. 228-241.

Camus, A. 1956, The Rebel, Knopf, 1956.

Fairfax, D. 2017, “Models of the Public Intellectual: Cinema and Engagement in Sartre and Godard”, Senses of Cinema, Σεπτέμβριος.

Febvre, L. 1944, Κριτική για το Recherches sur la nature et la fonction du langage του Brice Parain, Mélanges d’histoire sociale, τχ. 6, σελ. 123.

Ma nuit chez Maud. 1969. Σε σκηνοθεσία Eric Rohmer, με τους Jean-Louis Trintignant, Françoise Fabian, και Marie-Christine Barrault, Compagnie Française de Distribution Cinématographique.

Heidegger, M. 1977, “Letter on Humanism”, στο Krell D., Basic Writings, Harper and Row, σελ. 189-242.

Parain, B. 1935, Essai sur la misère humaine, Gallimard.

Parain, B. 1969, Petite métaphysique de la parole, Gallimard.

Parain, B. 1942, Recherches sur la nature et les fonctions du langage, Gallimard.

Parain, B. 1953, Sur la Dialectique, Gallimard.

P.M.-O. 1945, Κριτική για το Recherches sur la nature et la fonction du langage του Brice Parain, Revue philosophique de la France et de l’étranger, τόμ. 135, τχ. 10/12, σελ. 372-373.

Putnam, S. 1935, Κριτική για το Essai sur la misère humaine του Brice Parain, Books abroad, τόμ. 9, τχ. 1, σελ. 64.

Salanskis, J.-M. 2002, “Sur la Dialectique de Brice Parain”, jmsalanskis, Καλοκαίρι, jmsalnskis.free.fr/IMG/html/BPdialHTML.html#_ftn11

Sartre, J.-P. 1962, “Camus’ The Outsider”, στο Michelson, Α., Literary and Philosophical Essays, Collier, σελ. 26-44.

Sartre, J.-P. “Departure and Return”, στο Michelson, Α., Literary and Philosophical Essays, Collier, σελ. 133-179.

Vivre sa vie: Filme en douze tableaux. 1962. Σε σκηνοθεσία Jean-Luc Godard, με τους Anna Karina και Brice Parain, Panthéon Distribution.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Jesse Amar

Jesse Amar

Ο Jesse Amar σπουδάζει φιλοσοφία και λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο του Κονέκτικατ των Ηνωμένων Πολιτειών.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε