Τεύχος #1 Σ.τ.Μ.

De gustibus

Μετάφραση για τη Μετάφραση:
Σχόλιο με αφορμή το προσφάτως μεταφρασμένο μυθιστόρημα
Η Μετάφραση του Pablo de Santis

De gustibus non est disputandum λέει το λατινικό ρητό. Αρπάζω την ευκαιρία να το χρησιμοποιήσω αμετάφραστο σ’ ένα περιοδικό με τίτλο Marginalia, ώστε να γράψω μερικά περιθωριακά σχόλια για ό,τι μου αρέσει, καθότι το γούστο είναι αδιαφιλονίκητο, ακλόνητο επιχείρημα, άτρωτο σε κάθε κριτική και δεν χωράει συζήτηση επ’ αυτού.

Ωστόσο χωρούν ερμηνείες. Και στο ρητό επίσης. Τι σημαίνει γούστο και γιατί να επιλέξω τη λέξη «γούστο» και όχι άλλη, την «όρεξη», λόγου χάρη; Αλλά και η λέξη «αδιαφιλονίκητο» επίσης είναι αμφιλεγόμενης αξίας στη μετάφραση του ρητού, καθώς είναι πασίγνωστες άλλες μεταφραστικές λύσεις, στις ποικίλες εκδοχές του ίδιου ρητού σε πολλές γλώσσες. Μολαταύτα, κανένα «γούστο» δεν μπορεί να υπερέχει λογικά και αποδεδειγμένα από κάποιο άλλο ή και αντιστρόφως. Οπότε εδώ τελειώνει η συζήτηση.

Ο μεταφραστής λογοτεχνίας μεταφράζει έργα που του αρέσουν, αλλά και έργα που δεν του αρέσουν, όπως ο μηχανικός αυτοκινήτων επισκευάζει όσα αυτοκίνητα μπορεί, ανεξαρτήτως του προσωπικού γούστου του. Ο μεταφραστής επίσης μεταφράζει, ενίοτε, έργα που απεχθάνεται και δεν είναι παράδοξο σε τέτοιες περιπτώσεις να επιτύχει άριστα αποτελέσματα. Ο μεταφραστής μεταφράζει έργα διασήμων αλλά και έργα ασήμων. Συνήθως τα έργα των ασήμων απαιτούν μεγαλύτερο κόπο, δυνατότερη έμπνευση, περισσότερη επιμονή στην έρευνα, αρκετή αφοσίωση. Όμως μόνο τα έργα των διασήμων προσφέρουν δόξα στον μεταφραστή. Όπως δεν είναι σπάνιο να κρίνουμε ένα έργο μόνο από το όνομα του συγγραφέα παραβλέποντας το ίδιο το περιεχόμενο, επίσης είναι σύνηθες ο μεταφραστής να κρίνεται ως «μεταφραστής του τάδε ή του δείνα», χωρίς να μας απασχολεί ουσιαστικά η δική του τέχνη αλλά το όνομα των συγγραφέων που μεταφράζει.

Ο Φρανθίσκο δε Κεβέδο, Ισπανός συγγραφέας του 16ου αιώνα, σαρκαστικός για τους γαλαζοαίματους –όντας και ο ίδιος ευγενής–, έλεγε ότι αν ο βασιλιάς έχει ευγενικό αίμα, το ίδιο αίμα θα έχουν και οι ψείρες του.

Ενδεχομένως λοιπόν μπορεί να εξευγενιστεί κανείς ρουφώντας λίγη από την «ανωτερότητα» των άλλων, αλλά αυτό είναι θέμα άλλου άρθρου, διότι τώρα πρόκειται για έναν σχεδόν άγνωστο συγγραφέα από τη Αργεντινή και ένα κάπως «περιθωριακό» μυθιστόρημα.

Ανήκει όμως στην κατηγορία των έργων που άρεσαν στον μεταφραστή και ήταν δική του επιλογή να τα μεταφράσει. Εντάσσεται σ’ ένα αρκετά φιλόδοξο σχέδιο μετάφρασης ενός είδους λογοτεχνίας η οποία αποτελεί κατά κάποιο τρόπο κριτική ή σχολιασμό της μετάφρασης και της λογοτεχνίας. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι κατά κάποιο τρόπο πρόκειται για Marginalia του μεταφραστή, τις σημειώσεις που γράφει στο περιθώριο του βιβλίου που μεταφράζει. Προηγήθηκε το Συνέδριο Λογοτεχνίας του Σέσαρ Άιρα (Cesar Aira), πάλι από τις εκδόσεις Angelus Novus. Και οι δύο ιστορίες έχουν ένα είδος αστυνομικής πλοκής, μια δόση μυστηρίου, αλλά μάλλον αυτό αποτελεί πρόφαση και είναι ζήτημα μεθόδου. Οι πρωταγωνιστές του δράματος και στις δύο περιπτώσεις είναι επαγγελματίες μεταφραστές και στην καθημερινή ζωή τους εμπλέκεται η γλώσσα, η τέχνη και η φιλοσοφία, και μάλιστα με τρόπο αρκετά καθοριστικό.

Στη Μετάφραση του Πάμπλο Δε Σάντις (Pablo De Santis) οι υπαινιγμοί αλλά και οι άμεσες αναφορές στη δουλειά και τη ζωή των μεταφραστών είναι αρκετές και πολύ εύστοχες. Η υπόθεση διαδραματίζεται σ’ ένα παραλιακό χωριό, χωρίς τίποτα το εξαιρετικό, σ’ ένα ημιτελές ξενοδοχείο που δημιουργεί ατμόσφαιρα τρόμου, μέσα σε ομίχλη και βροχή. Εκεί διεξάγεται το μοιραίο συνέδριο περί Μετάφρασης που γίνεται αφορμή για μυστηριώδη εγκλήματα. Ο αφηγητής, μεταφραστής και σύνεδρος, αναλαμβάνει να εξιχνιάσει το μυστήριο, ενώ δεν αποκλείεται να είναι και ο ίδιος ένοχος. Η γλώσσα και οι απόψεις για τη δύναμή της γίνονται κλειδί για τη λύση. Ο ερωτικός και επαγγελματικός ανταγωνισμός είναι υπόρρητος. Η άποψη του αφηγητή για τη σχέση των γλωσσολογικών αναζητήσεων, της συγγραφής και της πνευματικής αναζήτησης με την κοινωνική πραγματικότητα γύρω του διακρίνεται σαφώς όταν περιγράφει τις «εξόδους» των συνέδρων προς το χωριό.

Από την άλλη, ενώ το μακάβριο τοπίο και όσα συμβαίνουν εκεί μπορεί να είναι απλώς υπαινιγμοί ή μεταφορές, η μετάφραση και η γλώσσα έχουν ευθεία σχέση με τους φόνους.

Με άφθονο χιούμορ και σαρκασμό για τα μυστήρια της γλώσσας και τα ερμητικά σφραγισμένα μυστικά της, ο συγγραφέας βρίσκει την ευκαιρία να κάνει πολύ εύστοχες παρατηρήσεις για πιο «απτά» κοινωνικά θέματα.

Παραθέτω δύο αποσπάσματα ως μια πρόγευση:

Είχε μια εκπομπή στο ραδιόφωνο όπου μιλούσε για τα ούφο, τις προφητείες και την εκπλήρωσή τους, για το υπερπέραν, για τη σύνδεση της Αιγύπτου με τον Άρη. Για κάμποσα χρόνια ο Βάλνερ υπέγραφε μεταφράσεις γεμάτες λάθη σχετικά με τις προφητείες του Νοστράδαμου, των βιβλίων του Άλαν Καρντέκ, εγχειριδίων θεοσοφίας και συνοπτικών εκδόσεων των έργων που αποτελούν το Corpus Hermeticum.

Κάποια εποχή ήταν οπαδός της εσπεράντο, αλλά έγινε αντίπαλός της από φόβο μήπως κυριαρχήσει η τεχνητή γλώσσα στον κόσμο και τότε δεν θα είχε καμία αξία να είσαι μυημένος.

Ρώτησα τον Κουν για το πρόγραμμα της ημέρας.

«Θα κάνω εγώ το άνοιγμα, για να καλωσορίσω όλους τους καλεσμένους. Έπειτα θα αρχίσει ο Ναούμ με την πρώτη ομιλία και μετά ο Βάλνερ, που αύριο πρέπει να φύγει. Ποιο είναι το θέμα της ομιλίας σου, Βάλνερ;»

«Θα μιλήσω για την ενωχιανή γλώσσα που οι άγγελοι μετέδωσαν στον Τζον Ντι. Γράφω τη βιογραφία του».

Εγώ είχα μεταφράσει τον «Χαμένο κόσμο της αλχημείας», αλλά μεταφράζω σημαίνει ξεχνάω. Πολύ αόριστα θυμόμουν τον Άγγλο μάγο, εφευρέτη κωδικοποιημένων γλωσσών, τηλεσκοπίων, μυστικών όπλων. Μέσω μιας μαύρης πέτρας, γυαλιστερής σαν καθρέφτη, μιλούσε με τους αγγέλους. Συνεννοούνταν καλύτερα με τα πλάσματα του άλλου κόσμου παρά με τους συγχρόνους του, οι οποίοι τον κατηγόρησαν για μαγεία. Ο όχλος πήγε να τον λιντσάρει και κατέστρεψε τη βιβλιοθήκη του. Κάποιος είχε γράψει ότι ο Σαίξπηρ αυτόν είχε ως πρότυπο για τον Πρόσπερό του.

(…)

Στο μπαρ κάθισα στο τραπέζι των μεταφραστών από την Ουρουγουάη. Τον πιο ηλικιωμένο, τον είχα συναντήσει σε κάποιον εκδοτικό, και τον άλλον, ένα νεαρό ντυμένο με περιττή επισημότητα, δεν τον γνώριζα. Ο Βάσκες είχε μεταφράσει αστυνομικά μυθιστορήματα για τις συλλογές «Ίχνη» και «Κοβάλτιο». Ο άλλος τον άκουγε μ’ αυτή τη λατρεία που σου ξυπνούν όσοι ξέρουν να συνοψίζουν το παρελθόν, πάντοτε δίχως επιτήδευση, με μετρημένες στα δάχτυλα απλές ιστορίες.

«Έλεγα στον συνάδελφο ότι μια φορά έχασα το πρωτότυπο από ένα γκανγκστερικό μυθιστορηματάκι, «Μια σαύρα μέσα στη νύχτα». Το ξέχασα σ’ ένα παγκάκι του ιππόδρομου. Θα με πιστεύατε ότι ποτέ δεν έπαιζα; Πήγαινα μονάχα να δω τα άλογα». Ο νεαρός, ο Ίσλας, χαμογέλασε. «Τηλεφωνώ στον εκδότη, μου λέει ότι δεν έχει άλλο αντίτυπο και θέλει τη μετάφραση μέσα σε δύο μέρες. Τι σχέδιο έχει το εξώφυλλο; ρωτάω. Ένας μασκοφόρος μπήγει ένα μαχαίρι σε μια κοκκινομάλλα. Η λαβή έχει σχήμα σαύρας. Λέει το οπισθόφυλλο πού διαδραματίζεται η πλοκή; Στη Νέα Υόρκη. Πέρασα όλη τη νύχτα μεταφράζοντας το χαμένο πρωτότυπο. Έκανε τρεις εκδόσεις».

Αφηγήθηκε κάμποσες ακόμα ιστορίες –δουλειές για παράνομους εκδοτικούς, απάτες με την αγορά δικαιωμάτων από ξένους συγγραφείς, μεταφραστικά λάθη που θεωρήθηκαν μεγαλοφυείς ιδέες του συγγραφέα– αλλά εγώ, παρότι έγνεφα καταφατικά και γελούσα κάπου κάπου, δεν μπορούσα να τον παρακολουθήσω. Όταν έχεις το νου σου σε μια γυναίκα παραμελείς όλο τον υπόλοιπο κόσμο.

«Τι συμβαίνει, Ντε Μπλαστ, γιατί κοιτάζεις ανήσυχος; Ήρθαμε να ξεκουραστούμε, όχι να υποφέρουμε».

«Έχω πονοκέφαλο» είπα ψέματα.

«Είναι η νεύρωση του μεταφραστή. Το ενενήντα τοις εκατό των μεταφραστών πάσχουμε από ημικρανία».

Σχετικά με τον συντάκτη

Κρίτωνας Ηλιόπουλος

Κρίτωνας Ηλιόπουλος

Ο Κρίτων Ηλιόπουλος γεννήθηκε το 1965. Εξ Αθηνών ορμώμενος αποφοίτησε από τη Σχολή Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πάτρας και κατόπιν βιοπορίστηκε ασκώντας διάφορα επαγγέλματα για τα οποία αποφεύγει να μιλά. Μετοίκησε για πέντε χρόνια στο Σάο Πάουλο της Βραζιλίας και τώρα ζει στην Αθήνα. Μεταφράζει ανελλιπώς λογοτεχνία (αλλά όχι μόνο) από Ισπανικά και από Πορτογαλικά. Στην Ελλάδα έχουν εκδοθεί περισσότερες από 65 μεταφράσεις του. Συγγράφει άρθρα και ασχολείται με την κοινωνιολογία και την ιστορία της Λατινικής Αμερικής. Από τον περασμένο αιώνα συμμετέχει σε αυτοδιαχειριζόμενα περιοδικά, όπως το ΑΛΛΑ και αργότερα το Αλάνα.

Σχόλια

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

  • Για το λατινικό ρητό κατέφυγα στη googleμετάφραση και μου έβγαλε «Δεν υπάρχει καμία αμφισβήτηση για τα γούστα». Είναι έτσι;

    Νομίζω πως το πρέπον είναι, το κάθε ξένο όνομα, εκτός από τη μητρική του γλώσσα, να γράφεται και με τη φωνητική του απόδοση στα ελληνικά (μία φορά στο κείμενο αρκεί) και αυτό καθόλου δεν είναι επειδή δεν κατέχω καμμία ξένη γλώσσα.

    Ευχαριστώ θερμά που το κάνετε.

    Το Σαίσπηρ θα το ήθελα και στη μητρική του, δηλαδή Σαίσπηρ (Shakespeare), όπως με τον Φρανθίσκο δε Κεβέδο κάνει η ΒΙΚΙΠΑΙΔΕΙΑ

    Το «marginalia» μπορεί να το επιβάλει.

    Οπωσδήποτε σας είμαι ευγνώμων για το κείμενο.

    ΦΟΥΣΕΡ

    • όχι ακριβώς. Το λατινικό ρήμα disputere σημαίνει: συζητώ (με μικρότερη ή μεγαλύτερη ένταση), λογομαχώ (και με αυτήν την έννοια: αμφισβητώ κάτι). Ο τύπος disputandum είναι το ουδέτρο του γερουνδιακό του ρήματος, και σχηματίζει με το ρήμα est (είναι), την περιφραστική παθητική συζυγία. Το πιο κοινό παράδειγμα χρήσης αυτής της συζυγίας είναι στη φράση «Karthago delenda est», που μας την τραγουδάει κι ο Μούτσης. Οι τύποι αυτής της συζυγίας δηλώνουν κάτι που πρέπει (ή δεν πρέπει, αν υπάρχει άρνηση) να γίνει. «Karthago delenda est» σημαίνει «Η Καρχηδόνα πρέπει να καταστραφεί». Και αντίστοιχα «de gustibus non disputandum est» σημαίνει «για τα γούστα [ό,τι κι αν σημαίνει αυτό] δεν πρέπει να συζητάμε/λογομαχούμε/αντιδικούμε».

      υγ. δεν είμαι σίγουρος τι πιστεύει η πλειοψηφία στα marginalia, αλλά του λόγου μου σίγουρα διόλου δεν συμμερίζομαι την φρασούλα τούτη: de gustibus disputandum est!