Κριτική Τεύχος #14

«Ελληνική πολιτεία 1941-42 – Το κράτος υπό ξένη κατοχή», Πέτρος Φύτρος

Ο Μπάμπης Κουρουνδής και ο Χρίστος Μάης γράφουν για την ιστορική μονογραφία του Πέτρου Φύτρου «Ελληνική Πολιτεία 1941-42» που εξετάζει την περίοδο της δωσιλογικής κυβέρνησης Τσολάκογλου.

Ελληνική πολιτεία 1941-42
Το κράτος υπό ξένη κατοχή
Πέτρος Φύτρος
Επιμέλεια: Φανή Μπούμπουλη
Εκδόσεις Εκτός Γραμμής, 2023 | 272 σελίδες

Οι δύο κριτικές της Ελληνικής πολιτείας 1941-42 του Πέτρου Φύτρου που δημοσιεύουμε, γραμμένες από τον Μπάμπη Κουρουνδή και τον Χρίστο Μάη, βασίζονται στις αντίστοιχες ομιλίες των συντακτών τους στην παρουσίαση του βιβλίου στο βιβλιοπωλείο Ακυβέρνητες Πολιτείες στη Θεσσαλονίκη (28/09/2023). Στην εκδήλωση συμμετείχε και η ιστορικός Μαρία Καβάλα, της οποίας η παρουσίαση έχει δημοσιευτεί ήδη στις Αναγνώσεις της εφημερίδας Αυγή τον Οκτώβριο του 2023


Μια πρωτότυπη ματιά στη δωσιλογική κυβέρνηση Τσολάκογλου (Μπάμπης Κουρουνδής)

Το βιβλίο του Πέτρου Φύτρου αποτελεί καρπό των σπουδών του στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας του Παντείου Πανεπιστημίου και συγκεκριμένα σ’ ένα μεταπτυχιακό πρόγραμμα που εδώ και χρόνια λειτουργεί ως επιστημονικό φυτώριο με την καθοριστική συμβολή του ομότιμου καθηγητή Προκόπη Παπαστράτη, ο οποίος προλογίζει και το βιβλίο. Η αξία της μελέτης δεν αποδεικνύεται απλώς από τη βράβευσή της με το βραβείο Ιστορίας του Ιδρύματος Σταυροπούλου, αλλά κυρίως από την πρωτότυπη προσέγγισή της. 

Το βιβλίο αναφέρεται σε μια περίοδο που νομίζουμε ότι γνωρίζουμε καλά, αλλά αποδεικνύει ότι οι γνώσεις μας γι’ αυτήν είναι ελλιπείς και μονομερείς. Ο Παναγιώτης Σωτήρης παρατηρεί εύστοχα στην παρουσίαση του βιβλίου στο in.gr ότι τα ερωτήματα που κυριαρχούν στη συζήτηση για τις δωσιλογικές κυβερνήσεις αφορούν τη «συνέχεια του κράτους» μετά την Απελευθέρωση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να έχουμε σε μεγάλο βαθμό την εικόνα ότι οι δωσιλογικές κυβερνήσεις ήταν απλώς το «μακρύ χέρι» των κατοχικών δυνάμεων. Τούτη η διάσταση όμως αφήνει αναπάντητα ερωτήματα. Πρόκειται ακριβώς για τα ερωτήματα που θέτει ο συγγραφέας: ποιος ήταν ο χαρακτήρας, ο σκοπός, η ιδεολογία, τα κίνητρα, ο βαθμός αυτενέργειας, τα πολιτικά σχέδια των κατοχικών κυβερνήσεων; Από αυτήν την άποψη, η πρωτοτυπία του βιβλίου συνίσταται κατ’ αρχάς στο ίδιο το περιεχόμενό του, δηλαδή στη συστηματική προσέγγιση του τρόπου με τον οποίο άσκησαν τα καθήκοντά τους οι δωσιλογικές κυβερνήσεις. Στην πορεία του βιβλίου αυτή η προσέγγιση αποδίδει καρπούς, καθώς αναδεικνύει ότι η κυβέρνηση Τσολάκογλου διατήρησε σε λειτουργία το κράτος ως οργανωτικό και πολιτικό κέντρο, και μάλιστα όχι απλώς διεκπεραιωτικά, αλλά ουσιαστικά. 

Ως προς τον ίδιο τον χαρακτηρισμό της κυβέρνησης ως δωσιλογικής, ο συγγραφέας ορθά επισημαίνει ότι δεν προκύπτει τόσο από την υπογραφή της συνθηκολόγησης εκ μέρους του Τσολάκογλου, καθώς αυτή έγινε στη φάση που ο ελληνικός στρατός είχε ήδη καταρρεύσει. Το καθοριστικό στοιχείο είναι η προσφορά του στρατηγού Τσολάκογλου προς τον Χίτλερ να σχηματίσει κυβέρνηση, κίνηση που δεν ήταν ούτε αναγκαία ούτε σκόπιμη για εθνικούς λόγους, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε. Αυτή η κυβέρνηση, πάντως, δεν είχε την «αρμοδιότητα της αρμοδιότητας» (kompetenz-kompetenz), αφού τα περιθώρια δράσης της ήταν περιορισμένα από τις κατοχικές δυνάμεις, ούτε κάλυπτε το σύνολο της ελληνικής επικράτειας πριν από την Κατοχή. Το ζήτημα της αρμοδιότητας τέθηκε, εξάλλου, ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το οποίο εξέδωσε κατά πλειοψηφία τις υπ’ αριθ. 97 και 98/1942 αποφάσεις του.[1] Το διακύβευμα δεν ήταν η αναγνώριση από την πλειοψηφία του Δικαστηρίου της εξουσίας της κυβέρνησης να νομοθετεί γενικώς, ούτε ισχύει πως η μειοψηφία «αρνήθηκε κάθε νομιμότητα στην κυβέρνηση», όπως υποστηρίζει ο συγγραφέας παραπέμποντας στον Σπύρο Γασπαρινάτο.[2] Η εξουσία της κυβέρνησης να νομοθετεί γινόταν δεκτή τόσο από την πλειοψηφία όσο και από τη μειοψηφία, αλλά θεμελιωνόταν σε διαφορετικές βάσεις. Εκείνο το οποίο δεν δέχτηκαν ήταν η εξουσία της κυβέρνησης να νομοθετεί καθ’ υπέρβαση των αρμοδιοτήτων της, δηλαδή στην ένδικη υπόθεση εκδίδοντας ένα νόμο που της έδινε τη δυνατότητα να διορίζει μέλη σε ΔΣ κοινωφελών ιδρυμάτων. 

Ποια στάση όμως ακολούθησαν αρχικά οι δωσίλογοι απέναντι στον κρατικό μηχανισμό που κληρονόμησαν; Βασική τους επιλογή ήταν η μερική ρήξη με το μεταξικό καθεστώς, που συνοδεύτηκε από την αλλαγή ονόματος του κράτους από «Ελληνικό Βασίλειο» σε «Ελληνική Πολιτεία», αλλά και από (σχετικά περιορισμένες) εκκαθαρίσεις του κρατικού μηχανισμού. Ο συγγραφέας υπογραμμίζει ότι ο κρατικός μηχανισμός προσαρμόστηκε εύκολα στις νέες συνθήκες της Κατοχής, όπως είχε συμβεί προηγουμένως και με τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, αλλά και αργότερα. Κοινός παρονομαστής αυτής της συνέχειας του κράτους ήταν ο αντικομμουνισμός, που είχε αναχθεί σε επίσημη ιδεολογία ήδη από την περίοδο του μεσοπολέμου. Γενικότερα, η συνέχεια του κράτους με αυτήν την έννοια μάλλον ισοδυναμούσε με τη συνέχεια του κοινωνικού καθεστώτος. Η συνέχεια του κοινωνικού καθεστώτος ήταν εκείνη που καθόρισε ότι οι επιμέρους πολιτικές και πολιτειακές ρήξεις της δεκαετίας του ‘40 δεν κλόνισαν σε μεγάλο βαθμό τις κρατικές λειτουργίες. Αυτή τη συνέχεια μπορούμε να την αντιπαραβάλλουμε με την αρρυθμία του κράτους κατά τη σύντομη περίοδο από την Απελευθέρωση ως τα Δεκεμβριανά. Η «αδύνατη ταξική ανακωχή» σήμαινε ότι το φθινόπωρο του 1944 το κράτος δυσλειτουργούσε ακριβώς επειδή το κοινωνικοπολιτικό του υπόβαθρο ήταν ασταθές. Όταν μετά τα Δεκεμβριανά του ‘44 ο αντικομμουνιστικός και ταξικός προσανατολισμός του κράτους αποκαταστάθηκε, η κρατική μηχανή βρήκε πάλι τους ρυθμούς της. Από αυτήν την άποψη, έχει δίκιο ο Πάνος Γκαργκάνας όταν γράφει στην παρουσίασή του για το βιβλίο στο περιοδικό «Σοσιαλισμός από τα κάτω» ότι η προσέγγιση των κατοχικών κυβερνήσεων ως απλών φερεφώνων των κατακτητών δεν είναι τυχαία αλλά συνδέεται ακριβώς με τις σκοπιμότητες της αστικής τάξης που ωφελήθηκε από τη συνέχεια του κράτους.

Ποιο ήταν, λοιπόν, το έργο της κυβέρνησης Τσολάκογλου; Κεντρικό ρόλο στην ανάλυση του Φύτρου έχει η επισιτιστική κρίση και η αποτυχία της κυβέρνησης να την αντιμετωπίσει. Η έλλειψη τροφίμων, που προέκυψε από ένα συνδυασμό του αποκλεισμού που είχαν επιβάλλει οι Σύμμαχοι με την πτώση της παραγωγής, τη μαύρη αγορά και τη λεηλασία των πλουτοπαραγωγικών πηγών της χώρας από τους κατακτητές οδήγησε στον τραγικό χειμώνα του 1941-42. Όμως, όπως επισημαίνει ο συγγραφέας, είναι λάθος να πιστεύουμε ότι η κυβέρνηση απλώς αδιαφόρησε για το ζήτημα. Αντίθετα, έθεσε ως κεντρικό στόχο της τη συγκέντρωση της αγροτικής παραγωγής. Το σχέδιό της ήταν φιλόδοξο, αλλά στις συνθήκες που είχαν διαμορφωθεί, με το νόμισμα να χάνει ταχύτατα την αξία του, η πώληση του σιταριού στις κρατικές υπηρεσίες δεν συνέφερε τους αγρότες. Επιπλέον, η ανάμειξη των κατοχικών στρατευμάτων στην υλοποίηση του κυβερνητικού σχεδίου μετέτρεψε την άρνηση παράδοσης της παραγωγής σε πράξη αντίστασης και οδήγησε στη ριζοσπαστικοποίηση των αγροτών. 

Αυτή η κατάσταση συνέβαλε στην αλματώδη ανάπτυξη της μαύρης αγοράς ως βασικής μορφής εμπορικής συναλλαγής με πλήθος οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών προεκτάσεων. Ο συγγραφέας εντοπίζει τον βασικό πυρήνα του προβλήματος της μαύρης αγοράς στις ελλείψεις προϊόντων και στη διεύρυνση των ανισοτήτων. Πραγματικά, η ταξική σύνθεση των θυμάτων του λιμού δείχνει ότι η εργατική τάξη υπέφερε δυσανάλογα σε σχέση με την άρχουσα τάξη. Από την άλλη πλευρά, η κρισιμότητα της κατάστασης τροφοδότησε τη λαϊκή αυτενέργεια. Έτσι, πολλοί κλάδοι εργαζομένων ίδρυσαν αστικούς καταναλωτικούς-προμηθευτικούς συνεταιρισμούς, οι οποίοι δεν αγόραζαν τρόφιμα με σκοπό το κέρδος, αλλά για να τα μοιράσουν στα μέλη τους. Στο σημείο αυτό ο Φύτρος κάνει μια σημαντική παρατήρηση· μπορεί η μαύρη αγορά να αφορούσε όλες τις τάξεις, όμως κερδισμένοι από αυτήν ήταν τα ήδη προνομιούχα αστικά στρώματα και κάποιοι επαγγελματίες που πλούτισαν απότομα. Σ’ ένα τέτοιο πλαίσιο, ο πόλεμος που κήρυξε η κυβέρνηση στη μαύρη αγορά, με ειδικά δικαστήρια, αυστηρές ποινές και άλλα τέτοια μέτρα, ήταν μάλλον προπαγανδιστικός. Η ταξική μεροληψία της αποδεικνύεται και από τον κατάλογο καταδικών που παραθέτει ο συγγραφέας, στον οποίο η πλειοψηφία των συλληφθέντων ανήκει στα κατώτερα στρώματα. 

Ιδιαίτερη έμφαση δίνει ο Φύτρος και στον τομέα της πρόνοιας, όπου οι ενέργειες της κυβέρνησης και η φιλανθρωπία της Εκκλησίας υποσκελίστηκαν από τις πρωτοβουλίες ταξικής αλληλεγγύης που οργάνωνε το ΕΑΜ. Συγκεκριμένα, το ΕΑΜ έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην οργάνωση κινητοποιήσεων που ζητούσαν συσσίτια κι ανέλαβε τη διαχείρισή τους. Αυτή η πρωτοβουλία αναβάθμισε το κύρος του ΕΑΜ και συνέβαλλε στην οικοδόμηση δεσμών με τα λαϊκά στρώματα. Εξάλλου, η ραγδαία υποτίμηση της δραχμής ζημίωσε τους μισθωτούς σε τέτοιο βαθμό που οι αυξήσεις που δόθηκαν δεν είχαν ιδιαίτερο νόημα αν δεν συνδυάζονταν με την παροχή τροφίμων. Η εργατική τάξη απάντησε με το πιο βαρύ όπλο της, την απεργία. Παρότι τιμωρούνταν με την ποινή του θανάτου, το ΕΕΑΜ που ιδρύθηκε το 1941, πρωτοστάτησε τόσο στη δεκαήμερη απεργία των τριατατικών τον Απρίλιο του 1942, όσο και στο απεργιακό κύμα που σημάδεψε τον Σεπτέμβριο του 1942.

Συνολικά, το βιβλίο αποτελεί μια σημαντική συμβολή στην ιστορική έρευνα, η οποία μάλιστα είναι γραμμένη με στρωτή γλώσσα, κατανοητή στο ευρύ κοινό και όχι μόνο στον στενό κύκλο των «ειδικών». Επιπλέον, αποτελεί μεγάλη επιστημονική αρετή του έργου το γεγονός ότι αναμετριέται με τον επίσημο λόγο και όχι μόνο με τη δευτερογενή βιβλιογραφία ή τις αντιστασιακές πηγές. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι το βιβλίο καταρρίπτει την άποψη πως την περίοδο 1941-42 υπήρχε ένα κενό από την άποψη του κράτους. Όπως τονίζει χαρακτηριστικά ο συγγραφέας, οι 2000 νόμοι της κυβέρνησης Τσολάκογλου δείχνουν ότι επιδίωκε κάτι παραπάνω από την τήρηση της τάξης και της συνέχεια λειτουργίας των υπηρεσιών. Τα σχέδια όμως της κυρίαρχης τάξης δεν έγιναν δεκτά από τους «από κάτω». Αντίθετα, το γεγονός ότι η πρώτη κατοχική περίοδος ήταν για τον πολύ κόσμο ένας διαρκής αγώνας για την επιβίωση έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην ανάπτυξη της αντίστασης. Από αυτήν τη σκοπιά, το βιβλίο θα μπορούσε να έχει τον υπότιτλο «Οι προϋποθέσεις της Αντίστασης», ακριβώς επειδή στην πρώτη κατοχική περίοδο αποκρυσταλλώνονται τα χαρακτηριστικά που θα καθορίσουν τη μαζικοποίηση και την πορεία της Αντίστασης το επόμενο διάστημα: Η μάχη της σοδειάς το 1943-44 έχει τις ρίζες της στη διαχείριση της επισιτιστικής κρίσης το 1941-42. Το ταξικό μίσος που εκδηλώθηκε στα Δεκεμβριανά έχει τις ρίζες του στη μαύρη αγορά και ιδίως στον τρόπο με τον οποίο επωφελήθηκαν από αυτήν τα πιο εύπορα στρώματα. Αυτά όμως είναι άλλες ιστορίες, που ίσως μας περιγράψει ο Φύτρος σ’ ένα επόμενο βιβλίο του.


 


 

Πολύτιμη συνεισφορά στην ιστοριογραφία της Κατοχής (Χρίστος Μάης)

Δεν είμαι ιδιαίτερος γνώστης της δεκαετίας του ’40, περισσότερο υπήρξα αναγνώστης βιβλίων για την περίοδο αυτή κατά τα εφηβικά μου χρόνια. Οφείλω να πω όμως ότι οι εκδόσεις Εκτός Γραμμής μας δίνουν εδώ μια άρτια έκδοση που σεβάστηκε την αξιόλογη, και με εύληπτο τρόπο γραμμένη, δουλειά του Πέτρου Φύτρου.

Θα ήθελα να ξεκινήσω με ένα σημαντικό ζήτημα που ξεπερνάει το στενό περιεχόμενο ενός βιβλίου. Ο Φύτρος είναι ένας ερευνητής που έχει αυτογνωσία. Πολύ σημαντικό προσόν σε μία περίοδο που ακούς ή διαβάζεις ιστορικούς ή και άλλους επιστήμονες οι οποίοι μας λένε πόσο σημαντική είναι η δουλειά τους, πως αποτελεί τομή ή δεν ξέρω κι εγώ τι, αντί να αφήνουν άλλους να την κρίνουν. Και το λέω αυτό γιατί με την ίδια αμετροέπεια αντιμετωπίζουν και τις πηγές τους. Άλλοτε, ενθουσιάζονται και τις παίρνουν τοις μετρητοίς κι άλλοτε, όταν δεν βολεύουν το αφήγημά τους, τις υποτιμούν. Επιτρέψτε μου ένα παράδειγμα βγαλμένο από τη ζωή. Δεν ξέρω αν σας έχει τύχει να πάτε σε κάποια διαδήλωση όπου έχει λ.χ. 1500 άτομα. Το πιο πιθανό είναι την επόμενη μέρα ο αστικός Τύπος είτε την έχει αγνοήσει ή μπορεί να γράφει  στα ψιλά κάτι με σαφή υποτίμηση του όγκου της. Το ΣΚ που βγαίνουν τα έντυπα της επαναστατικής αριστεράς λογικά θα διαβάσεις από την άλλη για τη μεγαλειώδη διαδήλωση χιλιάδων κτλ. Αν ο ιστορικός ή ο κοινωνιολόγος ή ο πολιτικός επιστήμονας δεν αντιλαμβάνεται τον ιδιαίτερο ρόλο του Τύπου και πάρει τις πηγές του τοις μετρητοίς, τότε θα γράψει μπούρδες. Ο Φύτρος δεν γράφει μπούρδες και αξιολογεί τις πηγές του ως όφειλε, και εξηγώ.

Μεθοδολογία

Ο συγγραφέας του βιβλίου αναγνωρίζει τους περιορισμούς της καθεμιάς διαφορετικής πηγής ξεχωριστά και επιχειρεί με μια συνθετική μεθοδολογία (με τη χρήση των νομοθετικών κειμένων, των ημερολογίων, των κατοχικών εφημερίδων και της υπάρχουσας βιβλιογραφίας) να περιορίσει ή να ξεπεράσει τα όρια τους. Εδώ να προσθέσω πως ίσως να έπρεπε να αξιοποιήσει κι άλλες πηγές, όπως το ημερολόγιο του Ροζέ Μιλιέξ, ή το Ημερολόγιο Συμβάντων του Κεντρικού Καταστήματος της Τράπεζας Αθηνών. Το τελευταίο, παρότι αφορά την περίοδο από το 1943 κι έπειτα, θεωρώ πως ίσως ενίσχυε τις θέσεις του συγγραφέα μιας και ο ιστορικός χρόνος συχνά χαρακτηρίζεται από περισσότερες συνέχειες, όπως και το κράτος άλλωστε, κι αυτό το τελευταίο μας το δείχνει πολύ ανάγλυφα ο συγγραφέας, παρά από τομές. Επίσης, έχω ένα ερώτημα ως προς τη μη χρήση του αντιστασιακού Τύπου. Δεν είναι αυτός προσβάσιμος ή δεν ασχολείται με τα ζητήματα που πραγματεύεται ο συγγραφέας, όπως η επισιτιστική κρίση, ο δωσιλογισμός, η μαύρη αγορά εν γένει και ο ρόλος ή η σχέση της κυβέρνησης Τσολάκογλου με τα παραπάνω;

Αντίστοιχα θεωρώ πως θα μπορούσε να γίνει χρήση της μονογραφίας του Γιάννη Σκαλιδάκη για την «Ελεύθερη Ελλάδα» και να συνδεθεί η δυναμική, αλλά και οι επιλογές του ΕΑΜ, στην οικονομία και στη συγκρότηση θεσμών ή αντιθεσμών, ακριβώς με τις επιλογές ή τις αποτυχίες της Κυβέρνησης Τσολάκογλου. Θεωρώ πως κάτι τέτοιο θα ενδυνάμωνε ακόμη περισσότερο τη στέρεη ερευνητική δουλειά του συγγραφέα. Θεωρώ σαφές, λ.χ., πως η μάχη της σοδειάς αποτελεί το κύριο επίδικο, και η νικηφόρα της εξέλιξη για το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ καθοριστικό παράγοντα της λαϊκής του νομιμοποίησης, ακριβώς λόγω της αποτυχίας της κυβέρνησης Τσολάκογλου στο ζήτημα του επισιτισμού και η οποία οδήγησε στον λιμό. 

Περιεχόμενο 

Επιτρέψτε μου μια πολύ σύντομη παρέκβαση. Όταν θα εξέδιδε ο Σκαλιδάκης την προαναφερθείσα μονογραφία του συζητούσαμε για τον τίτλο. Του είχα προτείνει το «Κράτος εν κράτει» που ενώ του άρεσε, δέχτηκε σθεναρές αντιστάσεις από όσους άλλους το συζήτησε. Κάτι τέτοιο θεωρήθηκε πως θα αποτελούσε νομιμοποιητικό για την κατοχική εξουσία. Κατ’ εμέ, ένα από τα σημαντικά πράγματα που κάνει ο συγγραφέας είναι ακριβώς ότι αναλύει τι ήταν η κυβέρνηση Τσολάκογλου, κατά πόσο και σε ποιο βαθμό ήταν «κρατική εξουσία». Η δική μου ανάγνωση των γραφομένων του συγγραφέα είναι η εξής: πρόκειται για μια δωσιλογική μεν, περιορισμένων εξουσιών, μιας και οι κατοχικές αρχές είχαν τον κρίσιμο λόγο και ρόλο στη διακυβέρνηση της χώρας, de facto κυβέρνηση δε, με οριακή απόφαση του ΣτΕ (για όσους εκπλήσσονται για τις σημερινές αποφάσεις του ΣτΕ βλέπουμε πως και αυτό, όπως και το κράτος, έχει συνέχεια). Εξίσου ενδιαφέρον είναι και το γεγονός πως η δικαστική εξουσία φαίνεται ή φέρεται να απέκτησε κάποια αυτονομία. Δεν ξέρω αν αυτό είναι πραγματικό ή αφορούσε κάποια ανταλλάγματα σε τμήματα του δικαστικού σώματος που νομιμοποιούσαν την κυβερνητική εξουσία, ως ερώτημα το θέτω.

Σε πολύ μεγάλο βαθμό πρόκειται για μια κυβέρνηση που αποτέλεσε συνέχεια του κράτους, θεσμικά, νομοθετικά, οργανωτικά και ιδεολογικά (με προσπάθειες διαφοροποίησης φυσικά). Οι απολύσεις μάλιστα κρατικών αξιωματούχων είναι πιθανό να συνδεόταν με τον καλύτερο έλεγχο του μηχανισμού (διώξεις πιθανών αντιφρονούντων), πιθανά ρουσφέτια, αλλά και αξιοποίηση των αέργων στρατιωτικών. 

Το τελευταίο είναι νομίζω κρίσιμο και δεν σχετίζεται μόνο με το γεγονός πως η κυβέρνηση Τσολάκογλου ήταν μια κυβέρνηση στρατιωτικών ή λόγω της ροπής των στρατιωτικών προς την πολιτική. Θεωρώ πως ο Τσολάκογλου πιθανώς να αναγνώριζε το εξής απλό, πως οι στρατιωτικοί δεν μπορούν να μείνουν αμέτοχοι, άνεργοι. Η διάλυση ενός στρατού ή η μαζική αποστράτευση συνήθως οδηγεί σε παραστρατιωτικές οργανώσεις (όπως στη μεσοπολεμική Γερμανία, αλλά και γενικότερα στη μεσοπολεμική ζωή της Ευρώπης), στην εμπλοκή σε ένοπλες ομάδες ή στο οργανωμένο έγκλημα (ας θυμηθούμε τους Peaky Blinders). Έτσι έχουμε κυρίως τους απότακτους του 1935 να εντάσσονται στον κρατικό μηχανισμό της κυβέρνησης Τσολάκογλου και, λίγο μετά, είτε στα Τάγματα Ασφαλείας είτε στον ΕΛΑΣ και σε άλλες αντιστασιακές οργανώσεις. 

Κλείνοντας, το βιβλίο ανατρέπει την κυρίαρχη άποψη, στη δημόσια σφαίρα έστω, πως την περίοδο της Κατοχής δεν υπήρχε (ελληνικό) κράτος παρά μόνο Κατοχικές αρχές. Κι αυτό αποτελεί μια πολύ σημαντική συνεισφορά.


Τα δύο κείμενα επειμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Χρίστος Μάης

Ο Χρίστος Μάης είναι διδάκτορας πολιτισμικής ιστορίας και σπουδών βιβλίου. Έχει συνεργαστεί με τις εκδόσεις «Προλεταριακή Σημαία» και «Εκτός των Τειχών», κυρίως ως μεταφραστής, και έχει αρθρογραφήσει σε διάφορα έντυπα (Προλεταριακή
Σημαία, Αντίθεση, Πριν, Δρόμος της Αριστεράς, Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου και Έρευνας, Σύγχρονα Θέματα, ΥΦΕΝ) και ιστολόγια, μεταξύ άλλων και για θέματα βιβλίου.

Σχετικά με τον συντάκτη

Μπάμπης Κουρουνδής

Ο Μπάμπης Κουρουνδής είναι δικηγόρος, μέλος του ΔΣ του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, Διδάκτορας Νομικής του ΑΠΘ και μεταδιδακτορικός ερευνητής. Άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Σοσιαλισμός από τα κάτω, Ένεκεν, Ιστορικά και στα νομικά περιοδικά Αρμενόπουλος, Θεωρία και πράξη Διοικητικού Δικαίου, Εφημερίδα Διοικητικού Δικαίου, Αρμενόπουλος, Επιστημονική επετηρίδα ΔΣΘ, καθώς και σε συλλογικούς τόμους. Το βιβλίο του με τίτλο «Το Σύνταγμα και η Αριστερά. Από τη "βαθεία τομή" του 1963 στο Σύνταγμα του 1975» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Νήσος.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε