Επίκαιρα Τεύχος #08

Ένας Γάλλος φίλος. Ποιος είναι ο Bernard-Henri Lévy;

O Μπερνάρ-Ενρί Λεβί, παρ᾽ όλη την απόλυτη ανυποληψία του, τη μηδαμινή του δημοφιλία, εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί. Έχοντας εκπροσωπήσει τον δημόσιο καθεστωτικό λόγο μέχρις ενσαρκώσεως, έχει γίνει ο κατεξοχήν εκφραστής του. Ένας κομβικός παράγοντας του εξουσιαστικού λόγου. Και δεν μπορεί να εκπέσει έτσι απλά, τουλάχιστον όχι όσο ο ίδιος υπάρχει στην εντέλεια μέσα σ᾽ αυτόν τον ρόλο. Είναι δίπλα σε όλους τους Προέδρους, πάντα εκεί, σύμβουλος, δεξί τους χέρι. Πάντα ατσαλάκωτος, πάντα στο απυρόβλητο, και πάντα στο πλευρό των ισχυρών.
Ο Μπερνάρ-Ενρί Λεβί (στο κέντρο) μαζί με τον Νικολά Σαρκοζί και τον Ντέιβιντ Κάμερον στη Λιβύη, στις 15 Σεπτεμβρίου 2011 - ERIC FEFERBERG/AFP

«Να συζητήσω με τον Bernard-Henri Lévy;  Ω… Δεν έχω
καμία όρεξη. Ξέρω εκ των προτέρων τι θα πει. Άλλωστε, θα ήταν
γι’ αυτόν τόσο μεγάλη τιμή…  Θα χεζόταν απ’ τη χαρά του
αν συμφωνούσα να συζητήσω  μαζί του.  Με έχει εκλιπαρήσει
εκατό φορές,
ξέρετε. Αυτός είναι κι ένας λόγος για τον οποίο
αρνούμαι να μι
λάω με ορισμένα άτομα. Διότι μετά, σε όλη τους τη ζωή
θα έχουν να λένε “ξέρετε, εγώ έχω μιλήσει με τον Μπουρντιέ!”,
μάλιστα “ο Μπουρντιέ με έχει βρίσει!”».
Πιέρ Μπουρντιέ, 1995

 

Πρέπει να ξέρουμε ποιος είναι αυτός ο τύπος που ήρθε τις προάλλες και είδε τον Παυλόπουλο για να του κάνει πατ-πατ στην πλάτη και να του πει «καλά το πας, συνέχισε», με την απλή ετικέτα γάλλος φιλόσοφος και συγγραφέας, λες κι εγώ ή ο Κουβελάκης ξέρω ᾽γω μπορούμε να ζητήσουμε ακρόαση από τον Μακρόν για να του πούμε μπροστά στις κάμερες την άποψή μας για τα Κίτρινα Γιλέκα και την πορεία της γαλλικής οικονομίας. Πρέπει να δούμε από πού αντλεί τη διαχρονική του νομιμοποίηση στη σημαίνουσα δημόσια τοποθέτηση, στην αυτόματη υπερδημοσιότητα και στην αυτονόητη δυνατότητα άσκησης σοβαρής πολιτικής επιρροής, εφόσον σίγουρα αυτή η νομιμοποίηση δεν πηγάζει ούτε από την ποιότητα του πνευματικού του έργου (η επιστημολογική του συνεισφορά είναι ανάξια λόγου), ούτε από κάποια αναγνώριση από την εναπομείνασα σοβαρή γαλλική διανόηση (η οποία, όπως θα δούμε παρακάτω, τον περιφρονεί διαχρονικά).

Ποιον εκπροσωπεί ο BHL όταν έρχεται να αποδώσει εύσημα στους πολιτικούς μας ηγέτες για τη «πρόσφατη μεταμόρφωσή» τους (συνέντευξη στην Καθημερινή, 25-3-2019); Ως τι τα λέει αυτά; Ως ένας μεγάλος συγγραφέας; Μα δεν έχει σταυρώσει ούτε μία έκδοσή του στα αγγλικά που να πιάσει τόπο – στις ΗΠΑ τον περιγελούν («Bernard-Henri Lévy is a French writer with a spatter-paint prose style and the grandiosity of a college sophomore», The New York Times, «On the Road Avec M. Lévy», 29-1-2006). Ως ένας διανούμενος-σταρ που έτυχε να έχει απίστευτα καλό ατζέντη; Μπα. Δεν βγάζει νόημα. Δεν βλέπεις αρχηγούς κρατών έτσι, για τον χαβαλέ. Για να προωθήσεις το έργο σου. Τα πράγματα αυτά κανονίζονται σε επίπεδο άσκησης εξωτερικής πολιτικής – σε επίπεδο άλλης μπαλίτσας.

Ας δούμε λοιπόν ποια είναι αυτή ακριβώς η μπαλίτσα, ποια είναι τα πεπραγμένα τού BHL, ποιες είναι, επιγραμματικά, οι εκπεφρασμένες πολιτικές του θέσεις την τελευταία 35ετία, και τι έχει ειπωθεί για λογαριασμό του από την κριτική σκέψη της εποχής του.

Γόνος οικογένειας που έκανε περιουσία στην Αφρική με το εμπόριο πολύτιμης ξυλείας, γεννιέται το 1948 στο Μπένι Σαφ της τότε γαλλικής Αλγερίας. Το επόμενο έτος, οι Λεβί θα μετακομίσουν στο Παρίσι. Στα είκοσί του, γίνεται δεκτός στην περίφημη École Normale Supérieure όπου θα φοιτήσει υπό τους Ντεριντά και Αλτουσέρ. Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70, πρωτοστατεί στο κίνημα των λεγόμενων «Νέων Φιλοσόφων» που έρχεται ως πλάγια διαλεκτική αντίδραση στον Μάη του 68 («Βασική αρχή του κινήματος αυτού ήταν η απόρριψη της ιδέας ότι η Ιστορία έχει ένα νόημα […] και η επιφυλακτικότητα προς τον προοδευτισμό», BHL, συνέντευξη στο Βήμα, 15-11-2010). Πρωτοεμφανίζεται στα γαλλικά γράμματα το 1977 με τον αντιμαρξιστικό λίβελο Η Βαρβαρότητα με ανθρώπινο πρόσωπο.

Ο Ζιλ Ντελέζ θα επισημάνει, ήδη από τότε, τα ελλιπή και χοντροκομμένα συλλογιστικά μοτίβα που διέπουν τόσο το συγκεκριμένο βιβλίο όσο και γενικά τη σκέψη του BHL («À propos des nouveaux philosophes et d’un problème plus général», περιοδικό Minuit, Μάιος 1977). Στο ίδιο κριτικό κείμενο, αναφερόμενος συνολικά στους Νέους Φιλοσόφους, ο Ντελέζ θα πει: «Πιστεύω ότι η σκέψη τους είναι ευτελής. Και θεωρώ ότι η ευτέλεια αυτή οφείλεται σε δύο πιθανούς λόγους. Καταρχάς, χρησιμοποιούν μεγαλόσχημες γενικές έννοιες, που είναι τόσο κενές περιεχομένου όσο τα κούφια δόντια. Ο Νόμος, Η Εξουσία, Ο Κυρίαρχος, Ο Κόσμος, Η Ανταρσία, Η Πίστη, κλπ. Μπορούν έτσι να επιδίδονται σε χονδροειδείς αναμείξεις, σε ανεδαφικούς δυισμούς: ο νόμος και ο στασιαστής, η εξουσία και ο άγγελος… Ταυτόχρονα, όσο πιο φτωχό είναι το περιεχόμενο τόσο ο στοχαστής γίνεται σπουδαιότερος, και τόσο το εξαγγελθέν θέμα αποκτά “σπουδαιότητα” σε σχέση με τα κενά εκφωνήματα του στοχαστή».

Σχολιάζοντας τη νίκη της Ενιαίας Αριστεράς (Σοσιαλιστές και Κομμουνιστές) στις δημοτικές εκλογές του ’77, ο 28χρονος BHL δηλώνει: «[Εάν ανέβουν οι κομμουνιστές στην εξουσία,] θα γίνω ο πρώτος γάλλος συγγραφέας που θα απευθύνει στην κυβέρνηση του την πιο βαριά προσβολή στα χρονικά της Λογοτεχνίας, να αλλάξω εθνικότητα!» (Τρία χρόνια αργότερα, η πρώτη κυβέρνηση Μιτεράν ανέθετε δεκάδες χαρτοφυλάκια σε μέλη του γαλλικού ΚΚ, και ο BHL παντρευόταν μια διάσημη εκδότρια με κουμπάρο τον ίδιο τον Φρανσουά Μιτεράν, χωρίς κανένας να έχει απολέσει την εθνικότητά του).

Το 1978, επανέρχεται δριμύτερος με τη Διαθήκη του Θεού, σύγγραμμα στο οποίο προτείνει στην Ανθρωπότητα (sic) «να βρει στα κείμενα της Βίβλου νέους δρόμους ελευθερίας». Τα λάθη του βιβλίου αυτού είναι πολυάριθμα και συχνά κωμικά (λέει, π.χ., ότι η Αντιγόνη του Σοφοκλή “διαδραματίζεται” τον 5ο αιώνα π.Χ. αντί για την πρώτη μυθική εποχή της Θήβας, παραθέτει υποτιθέμενα τσιτάτα τού Χάινριχ Χίμλερ από τη δίκη της Νυρεμβέργης, ενώ αυτός είχε αυτοκτονήσει έξι μήνες πριν τη διεξαγωγή της, κ.ά.). Ο βαθμός προώθησης αυτών των δύο μέτριων βιβλίων από πολλά γαλλικά μέσα και η επίμονη προσπάθεια τεχνητής εδραίωσής του στα γαλλικά γράμματα, προβληματίζει από τότε.

Ο Κορνήλιος Καστοριάδης γράφει σχετικά: «Κάτω από ποιες κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές συνθήκες, σε μια χώρα με μακρά και σπουδαία πολιτισμική παράδοση, μπορεί ένας “συγγραφέας” να επιτρέπει στον εαυτό του να γράφει ό,τι του κατέβει στο κεφάλι, η “κριτική” να τον ανεβάζει στα ουράνια, το κοινό να τον ακολουθεί πειθήνια – και όσοι αποκαλύπτουν την απάτη, χωρίς κανείς να τους έχει αναγκάσει σε σιωπή ή να βρίσκονται σε εγκλεισμό, να μην έχουν την παραμικρή ουσιαστική απήχηση;» (Le Nouvel Observateur, 9-7-1979). Ο ιστορικός Πιερ Βιντάλ-Νακέ φτάνει μέχρι να τον χαρακτηρίσει «αστοιχείωτο παλιάτσο» («Κριτική στη Διαθήκη του Θεού», Ιούνιος 1979).

Τη δεκαετία του ’80, αρχίζουν τα χοντρά κόλπα. Το 1981-82, ταξιδεύει στο Πακιστάν όπου έρχεται σε επαφή με αφγανούς Μουτζαχεντίν στους οποίους παραδίδει τεχνικό υλικό. Το 1985, συνυπογράφει μια «επιστολή προς τον Πρόεδρο Ρήγκαν» στην οποία τον προτρέπει να εντείνει την στήριξή του στους παραστρατιωτικούς Κόντρας (ονομάζοντάς τους με το και πολύ έιτιζ «Μαχητές της Ελευθερίας») ενάντια στους Σαντινίστας στη Νικαράγουα. Είναι η εποχή που ο BHL γίνεται σταδιακά θεσμός. Δεν υπάρχει εβδομάδα χωρίς BHL κάπου στον Τύπο. Γίνεται η διαρκής, βελούδινη φωνή του καθεστώτος. Ποιου καθεστώτος; Δύσκολο να το πεις. Όχι του γαλλικού, αναγκαστικά, αλλά του Καθεστώτος σαν έννοια, του κατεστημένου, της τάξης πραγμάτων. Άλλοτε του Ορντοφιλελευθερισμού, άλλοτε του Κεφαλαίου, άλλοτε της νατοϊκής πολιτικής, και συχνά όλα αυτά μαζί. Είναι πάντα εκεί, πάντα υπερθεματίζει με ένα reductio ad Hitlerum στην άκρη της γλώσσας, πάντα σου λέει μια διακριτή θέση, και πάντα μα πάντα αυτή η θέση ταυτίζεται με τα διακριτά συμφέροντα μιας υπερδομής.

Υποστηρίζει τον πρώτο πόλεμο στον Κόλπο, τη συνθήκη του Μάαστριχτ, τους νατοϊκούς βομβαρδισμούς στη Γιουγκοσλαβία, και κατακεραυνώνει τις Κάννες για τον Χρυσό Φοίνικα στο Underground του Κουστουρίτσα (ως σερβική προπαγάνδα) χωρίς να έχει δει την ταινία. Το 2002, δηλώνει ότι γνωρίζει (sic) από Αφγανούς συνδέσμους ότι ο Σαντάμ διαθέτει όντως όπλα μαζικής καταστροφής ήδη από το 1998, κι ότι η επικείμενη αγγλο-αμερικανική επέμβαση στο Ιράκ «νομιμοποιείται ηθικά» (Le Point, 16-8-2002). Υπερασπίζεται τον Σαρόν, τον Νετανιάχου, την επέμβαση στον Λίβανο το 2006 και τους εποχιακούς βομβαδισμούς στη Γάζα. Για την δολοφονική επίθεση στον Στολίσκο με την ανθρωπιστική βοήθεια, που έφτασε μέχρι και να καταδικαστεί από την ΕΕ που λέει ο λόγος, δηλώνει ότι ήταν «μια ανοησία» κι ότι το Ισραήλ δεν έπρεπε να είχε πέσει σ’ αυτήν την «παγίδα της Τουρκίας» («Pourquoi je défends Israël», Libération, 7-6-2010).

Η δεκαετία του 2010 είναι αυτή της παρακμής. Δεν πουλάει πια. Οι νέες του κυκλοφορίες δεν ξεκολλάνε από τις 3-4 χιλιάδες πωλήσεις. Για τα δεδομένα της Γαλλίας, ο αρθμός αυτός είναι πολύ κοντά στο μηδέν. Πάτος. Ανυποληψία. Έχει ξεσκεπαστεί. Έχουν δημοσιευτεί τόσες έρευνες, τόσα άρθρα εναντίον του, εναντίον του «συστήματος BHL». Έχουν βγει ολόκληρα βιβλία, τουλάχιστον τέσσερα, εκτενή, αναλυτικά, με στοιχεία, για τις διασυνδέσεις του, για την πραγματική του περιουσία (150 εκατομμύρια ευρώ το 2004). Έχει εκτεθεί από όλες τις πιθανές πλευρές. Στο θεωρητικό επίπεδο, αν μπορεί να ειπωθεί ότι υπάρχει κάτι τέτοιο, ο πολιτικός φιλόσοφος Ντανιέλ Μπενσαΐντ τον αποτελειώνει με το Ένας νέος θεολόγος (Lignes, 2008), δοκίμιο στο οποίο εξηγεί, μέσα από το παράδειγμα του BHL, την ιστορική άνοδο της «απατηλής Αριστεράς» που «παρουσιάζεται ως η μόνη εφικτή, η μόνη συνετή, η μόνη διανοητή, ώστε να ακυρώνει διαρκώς την άλλη Αριστερά, να ξορκίζει τους παλιούς της δαίμονες […] μετονομάζοντας  συστηματικά τους καταπιεζόμενους σε “προνομιούχους”, τα αφεντικά σε “ομήρους”…»

Τον Μάιο του 2011, ο Ντομινίκ Στρος-Καν, γενικός διευθυντής του ΔΝΤ, απόλυτο φαβορί για τις γαλλικές προεδρικές εκλογές του 2012 και πολύ στενός προσωπικός φίλος του BHL, συλλαμβάνεται στη Νέα Υόρκη για τη γνωστή υπόθεση σεξουαλικής επίθεσης στην καμαριέρα Ναφισάτου Ντιαλό. Χωρίς να έχει καταλάβει ότι ο Στρος-Καν είναι πλέον καμένο χαρτί, ο Lévy θα σπεύσει να τον υπερασπιστεί δημοσίως με μια σειρά θλιβερών δηλώσεων που θα αμαυρώσουν περαιτέρω την εικόνα του: «Μα πώς γίνεται μια καμαριέρα να βρίσκεται εκείνη τη στιγμή μόνη της στο δωμάτιό του;» (Le Point, 17-5-2011), και δύο μήνες αργότερα κατηγορεί τη δικαστή Μελίσα Τζάκσον ότι «εξέθεσε τον Στρος-Καν στα φλας των δημοσιογράφων σαν να επρόκειτο για έναν οποιονδήποτε κατηγορούμενο». Στο ίδιο κείμενο, θα συγκρίνει την υπόθεση Στρος-Καν με την υπόθεση Ντρέιφους (!), και θα πει ότι οι κατήγοροί του είναι σύγχρονοι Ροβεσπιέροι (Le Point, 7-7-2011).

Και παρόλα αυτά, παρ’ όλη την απόλυτη ανυποληψία του, τη μηδαμινή του  δημοφιλία, εξακολουθεί να πρωταγωνιστεί. Έχοντας εκπροσωπήσει τον δημόσιο καθεστωτικό λόγο μέχρις ενσαρκώσεως, έχει γίνει ο κατεξοχήν εκφραστής του. Ένας κομβικός παράγοντας του εξουσιαστικού λόγου. Και δεν μπορεί να εκπέσει έτσι απλά, τουλάχιστον όχι όσο ο ίδιος υπάρχει στην εντέλεια μέσα σ’ αυτόν τον ρόλο. Είναι δίπλα σε όλους τους Προέδρους, πάντα εκεί, σύμβουλος, δεξί τους χέρι. Σαρκοζί, Ολάντ, Μακρόν, Βαλς, Λαγκαρντέρ, Πινό… Φωτογραφίσεις σε Paris Match, Elle, πρωτοσέλιδα, διαρκείς δημόσιες τοποθετήσεις (κατέχει ένα ασύλληπτο ρεκόρ με πάνω από 500 εμφανίσεις σε τηλεοπτικές εκπομπές). Πάντα ατσαλάκωτος, πάντα στο απυρόβλητο, και πάντα στο πλευρό των ισχυρών.

Τον συναντάμε στη Λιβύη, να παίζει έναν περίεργο ρόλο-κλειδί συντονίζοντας τη γαλλική συμμετοχή στην στρατιωτική επέμβαση, στην Ουκρανία πλάι στον Ποροτσένκο, στη Μέση Ανατολή με τον γάλλο υπ. Εξ. Λοράν Φαμπιούς να ευλογούν την Αλ Νούσρα ως «το μη χείρον, βέλτιστον», στο διαμέρισμά του των 400 τ.μ. στο Saint-Germain-des-Prés ενάντια στη «χυδαιότητα των Κίτρινων Γιλέκων», και πρόσφατα, πολύ πρόσφατα, μια κάποια Πρωταπριλιά του 2019, στην ηλιόλουστη Αθήνα για μια σειρά «θεατρικών μονολόγων» με θέμα «την άνοδο των λαϊκισμών στην Ευρώπη» (Looking for Europe, στο θέατρο Παλλάς). Στα πλαίσια της επίσκεψής του, ο Bernard-Henri Lévy δήλωσε: «Η Ελλάδα τα τελευταία τέσσερα χρόνια, μας έδωσε ξανά ένα μεγάλο μάθημα σοφίας –στο σύνολο της Ευρώπης. Και, ξανά, ένα μάθημα δημοκρατίας. Ο Τσίπρας είναι το αντίθετο της Τερέζα Μέι. Είναι, επίσης, τo αντίθετο των Πέντε Αστέρων, ο αντι-Μάιο. Έκανε μια συμμαχία με αυτούς τους τρελούς της άκρας Δεξιάς, αλλά τους κατάπιε και κέρδισε. Ήταν πολύ κοντά σε ένα είδος Brexit, αλλά κατάφερε να ξεφύγει από αυτό. Από την Σκύλλα και τη Χάρυβδη του Brexit και από την απόλυτη ακαμψία, κατάφερε να δημιουργήσει πυλώνες. Και μάλλον τα κατάφερε καλά, του αξίζουν συγχαρητήρια» (Η Αυγή, 2-4-2019).

Σύντομα θα γνωρίζουμε τι γεγονότα προοιωνίζουν αυτά τα εγκώμια, τι όντως φέρνουν, ή τι είδους επιλογικό σημείωμα επιχειρούν να εντυπώσουν.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Μάκης Μαλαφέκας

Μάκης Μαλαφέκας

Ο Μάκης Μαλαφέκας είναι συγγραφέας. Ζει και εργάζεται στο Παρίσι. Τελευταίο του βιβλίο το μυθιστόρημα Δε λες κουβέντα (Μελάνι, 2018).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε