Επίκαιρα Τεύχος #9

Ένα μετέωρο βήμα στη Μικρά Ασία

Η υπόθεση της μικρασιατικής εκστρατείας έρχεται ξανά στην επιφάνεια με αφορμή την επαναϊεράρχηση της Τουρκίας ως του μεγάλου εθνικού εχθρού. Με αφορμή την πρόσφατη διένεξη με την Τουρκία, το 1919 εμφανίζεται για πρώτη φορά στην σύγχρονη εποχή ως μια καλή επιλογή, που θα μπορούσε και να επαναληφθεί. Συνεπώς, η συζήτηση για την εκστρατεία γίνεται ξανά επίκαιρη.

1919, Το μετέωρο βήμα στη Μικρασία
Γ. Μικρούδης
Νεφέλη, 2019 | 468 σελίδες

 

«Μπορούμε να γράψουμε την ιστορία της ρωσικής επανάστασης;», διερωτάται ο Eric Hobsbawm στα 1996. Απαντώντας ο ίδιος καταφατικά μετατοπίζει τον προβληματισμό του σε ένα ίσως πιο «ιστοριογραφικό» ερώτημα: κατά πόσο δηλαδή «μπορούμε ποτέ να γράψουμε την οριστική ιστορία ενός οποιουδήποτε θέματος». Η απάντηση είναι προφανώς αρνητική, καθώς κάθε «γενικά θέτει τα δικά της ερωτήματα για το παρελθόν και αυτό θα συνεχιστεί στο μέλλον». Ωστόσο, ίσως το πιο ουσιαστικό ερώτημα που θέτει ο διάσημος ιστορικός είναι αν θα φτάσουμε ποτέ στο σημείο να αντιμετωπίζουμε την ρωσική επανάσταση με την «ιστορική νηφαλιότητα» που καταγράφεται η ιστορία της ένδοξης επανάστασης του 1688. Ο ίδιος απαντάει πως στις αρχές της δεκαετίας του 1990 αυτό παρέμενε δύσκολο καθώς ο απολογισμός για το σύνολο του σοβιετικού φαινομένου ήταν ακόμη προσωρινός.

Είναι γνωστό ότι οι Γάλλοι δεν αντιμετωπίζουν την Γαλλική Επανάσταση ή την Επανάσταση της Κομμούνας με την «ιστορική νηφαλιότητα» που αντιστοιχεί στη μεγάλη αυτή χρονική απόσταση. Αλλά ακόμη και η ιστορία της ελληνικής επανάστασης αντιμετωπίζεται σχεδόν πάντοτε με έντονες διαμάχες, όπως λίγα χρόνια πριν με αφορμή το ντοκιμαντέρ του Σκάι. Κι όμως οι συνέπειες αυτών των γεγονότων έχουν τέτοια πολιτική και χρονική απόσταση που θα επέτρεπαν λογικά μια πιο «ψύχραιμη» ιστοριογραφική αποτίμηση. Συνεπώς, ούτε η χρονική απόσταση ούτε η εξαφάνιση των συνεπειών συνιστούν μοναδικές ή ασφαλείς προϋποθέσεις της ιστορικής «νηφαλιότητας». Αντίθετα, φαίνεται ότι τα ενεργά υποκείμενα της κάθε εποχής αισθάνονται συχνά πολύ έντονα ότι στο δικό τους παρόν «συμπυκνώνεται» όλο το ιστορικό παρελθόν και ως εκ τούτου η αναμέτρηση για αυτό κατανοείται πάντοτε ως μία επίκαιρη και ζωντανή μάχη.

Τι μπορεί να συμβαίνει τώρα στην υπόθεση της μελέτης της μικρασιατικής εκστρατείας; Προφανώς είμαστε στη θέση να γράψουμε την ιστορία της, ενώ σίγουρα δεν μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι τελειώσαμε εύκολα με μια τέτοια ιστορική αναμέτρηση. Η περίπτωση της διαμάχης γύρω από το περίφημο βιβλίο της Στ΄ Δημοτικού αποδεικνύει ότι τα διακυβεύματα γύρω από το μικρασιατικό ζήτημα συνεχίζουν να προσλαμβάνονται από μια μεγάλη μερίδα του ελληνικού πληθυσμού ως επίκαιρες συγκρούσεις που αφορούν το παρόν μας.

Η αλήθεια όμως είναι ότι φαίνεται πως σήμερα, σε σύγκριση με άλλα μεγάλα διεθνή ιστορικά θέματα, όπως η ρωσική επανάσταση, ή ελληνικά, όπως η επανάσταση του 1821 ή ο εμφύλιος πόλεμος, μπορούμε να διεκδικήσουμε πολύ εύκολα μια πιο καταληκτική ιστορική απόφανση και να οδηγηθούμε σε μεγαλύτερες συναινέσεις. Η αιτία είναι ότι σήμερα ο απολογισμός για τον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό της περιόδου αυτής επιτρέπει μεγαλύτερη ιστορική νηφαλιότητα, τουλάχιστον από τη μεριά των ειδικών. Ωστόσο και σε αυτήν την συζήτηση διαμορφώνονται ιστοριογραφικές προτάσεις άλλοτε με ηγεμονικό και άλλοτε με πιο αιρετικό χαρακτήρα, δημιουργούνται νέα ερωτήματα, ενώ δίνονται εναλλακτικές απαντήσεις σε παλιότερα.      

Μια μεγάλη λοιπόν αρετή του βιβλίου 1919, το μετέωρο βήμα στη Μικρασία, είναι  η νηφαλιότητα με την οποία πραγματεύεται ο συγγραφέας το θέμα. Και ειλικρινά δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, ειδικά για κάποιον ο οποίος εμπλέκεται συναισθηματικά και οικογενειακά. Η Μικρασιατική Καταστροφή συνιστά ένα μεγάλο τραύμα με πολλά μικρά τραύματα να περιφέρουν το κεντρικό θέμα. Προσωπικά και από την πολύ μικρή ηλικία μέχρι και σήμερα, παρότι έχω εκτεταμένες ιστορικές σπουδές, δυσκολεύομαι και αποφεύγω να ασχοληθώ με την Μικρασιατική καταστροφή γιατί ακριβώς βαραίνει η οικογενειακή εμπλοκή. Είναι ίσως αυτή η σχέση παππούδων και εγγονιών που πολύ εύστοχα αναφέρεται στο βιβλίο και ειλικρινά με έβαλε σε σκέψεις. Συγκεκριμένα, ο συγγραφέας για να ερμηνεύσει την σιωπή της πρώτης γενιάς χρησιμοποιεί τα συμπεράσματα των ανθρωπολόγων εξηγώντας ότι «οι σιωπηλοί παππούδες και γιαγιάδες χρειάζονται τα εγγόνια τους για να ξαναβρούν την φωνή τους». Από αυτήν την άποψη, ειλικρινά θαυμάζω την επίτευξη ενός τόσο αποστασιοποιημένου βλέμματος το οποίο ταυτόχρονα καταφέρνει να κρατά το νήμα με την ατομική/συλλογική μνήμη.

Θα συμφωνήσω επίσης με την άποψη του συγγραφέα ότι η ανάμνηση ξεθωριάζει και γι’ αυτό άλλωστε κατά την άποψή μου οι εγκλήσεις σήμερα στη συλλογική μνήμη σε σχέση με τη μικρασιατική καταστροφή είναι περισσότερο από ποτέ ιδεολογικοποιημένες και κατασκευασμένες. Στο βιβλίο αισθάνομαι πάντως πως ξεπετάγονται σε διάφορα σημεία, μολονότι πολύ καλά θαμμένα, θραύσματα αυτής μνήμης, αν και έλλογα επεξεργασμένα. Για παράδειγμα σε ένα σημείο του βιβλίου αναφέρεται ότι οι πρόσφυγες της πρώτης γενιάς απέφευγαν να χρεώνουν την υπαιτιότητα της καταστροφής στους Τούρκους. Πράγματι, εμπειρικά τουλάχιστον, έχω την αίσθηση πως ισχύει, οι άνθρωποι της πρώτης γενιάς δεν χαρακτηρίζονταν από τον φανατικό εθνικιστικό αντιτουρκισμό που συχνά εντοπίζεται στις δεύτερες γενιές, γιατί ακριβώς υπήρχε στη μνήμη πολύ ζωντανή και η άλλη πλευρά, εκείνη της συνύπαρξης με τους μουσουλμάνους. Σε κάθε περίπτωση είναι ένα βιβλίο μιας γενιάς που «θέτει τα δικά της ερωτήματα για το παρελθόν».

Το νηφάλιο πνεύμα του συγγραφέα διακρίνεται και στην πολιτική διαπραγμάτευση. Διαχειρίζεται την πολιτική αντιπαράθεση με έναν εξαιρετικά διαλεκτικό τρόπο μεταπηδώντας από την ατομική δράση των μεγάλων πολιτικών προσωπικοτήτων στην κοινωνία, στις συμπεριφορές και τις στάσεις των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων. Για παράδειγμα, εξηγεί από τη μία τους λόγους της επιλογής της ουδετερότητας από τον βασιλιά Κωνσταντίνο, ενώ ταυτόχρονα παρουσιάζει πολύ εύστοχα τον τρόπο που ο κόσμος της Παλαιάς Ελλάδας, ελίτ και λαϊκά στρώματα, οδηγούνται στην ίδια στάση και συνεπώς συγκροτείται μια κοινωνική συμμαχία. Η πολιτική λοιπόν δεν είναι μια πράξη ηγετών, αλλά μια πολυπαραγοντική διαδικασία στην οποία οι δράσεις και οι επιλογές των από κάτω, σε μια σχετική αυτονομία με τους από πάνω, καθορίζουν εξίσου καταλυτικά τις ιστορικές εξελίξεις με τη δράση των μεγάλων ηγετών.

Από αυτήν την άποψη, το βιβλίο, αν και είναι κυρίως μια πολιτική ιστορία, ενσωματώνει με μεγάλη επιτυχία πλευρές κοινωνικής ιστορίας, αλλά και σπουδών της ιστορικής μνήμης. Βέβαια, διακατέχεται από τον κυρίαρχο στη σημερινή κοινωνία θαυμασμό για τον Ελευθέριο Βενιζέλο που είναι βέβαια και χαρακτηριστικός στην προσφυγική ταυτότητα. Αναπαράγονται κάποιες αναπαραστάσεις για τις θαυμαστές ικανότητές του ή τις σχεδόν αλάνθαστες και πάντα απόψεις του, αν και πάντα με τεκμηριωμένο τρόπο, οι οποίες όμως θα μπορούσαν να αμφισβητηθούν. Για παράδειγμα, αναφέρεται σε ένα σημείο ότι ο Βενιζέλος ήταν υποστηρικτής της ειρηνικής συνύπαρξης των κοινοτήτων, ενώ από την εποχή της κατάληψης της Θεσσαλονίκης το κόμμα των Φιλελευθέρων κατεξοχήν χαρακτηρίστηκε από τη λογική της ελληνοποίησης και της εκδίωξης των αλλογενών πληθυσμών. Δεν είναι τυχαίο ότι η ΕΕΕ προέκυψε από τους κόλπους τους, κάτι το οποίο στο βιβλίο αναφέρεται, αλλά στην συγκεκριμένη φράση επιλέγεται ο προσδιοριστικός όρος αντιμοναρχικό και όχι βενιζελικό κόμμα, αποφεύγοντας την άμεση διασύνδεση. Ο αντισημιτισμός στην Ελλάδα, αλλά και η δίωξη των μειονοτήτων, αποτελούσε πάντα πρακτική των Φιλελευθέρων. Για αυτό το λόγο, οι μειονότητες ψήφιζαν είτε το Λαϊκό Κόμμα είτε το ΚΚΕ.

Ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν, κατ’ εμέ, μια αμφιλεγόμενη προσωπικότητα, όπως τελικά όλα τα σημαίνοντα πολιτικά πρόσωπα. Αυτή η προτίμηση όμως του συγγραφέα στον Βενιζέλο σε καμία περίπτωση δεν ακυρώνει τη νηφαλιότητα στην προσέγγιση του άλλου στρατοπέδου ή των άλλων πολιτικών, ούτε καταλήγει σε υπερβολές. Είναι μία τίμια και πάντα τεκμηριωμένη συμπάθεια. Τέλος, ίσως χρειαζόταν μια πιο προσεκτική εξέταση των θέσεων του ΣΕΚΕ/ΚΚΕ, αλλά και πάλι πρόκειται για μια ελάσσονα αδυναμία.

Μια δεύτερη μεγάλη αρετή του βιβλίου, παράγωγο ως ένα βαθμό της νηφαλιότητας, είναι ότι ο συγγραφέας ενσωματώνει με ένα δημιουργικό και επαγγελματικό τρόπο την υπάρχουσα βιβλιογραφία, στηρίζεται σε αυτή και δουλεύει με αυτήν. Και αυτό δεν είναι αυτονόητο ούτε για έναν επαγγελματία ιστορικό με σπουδές στο αντικείμενο, πολύ δε περισσότερο για έναν μη επαγγελματία. Σε κάθε περίπτωση, η επιστήμη της ιστορίας έχει εξελιχθεί σε τέτοιο μεγάλο βαθμό στην Ελλάδα με την παραγωγή δεκάδων κομβικών μελετών ώστε κάθε ιστορικό θέμα να μπορεί να πλαισιώνεται σε πιο στέρεες βάσεις. Το ζήτημα λοιπόν δεν είναι να προσθέσει κανείς μία ή δύο παραπομπές από κάποιο βιβλίο, αλλά να συνομιλήσει με το πνεύμα, τα κριτήρια, τις ποιότητες της βιβλιογραφίας και ακόμη περισσότερο να ενσωματώσει με έναν πρωτότυπο τρόπο σε ένα δικό του σχήμα μέρος των υπαρχόντων συμπερασμάτων και μεθοδολογιών. Με άλλα λόγια, να προσθέσει το λιθαράκι στην πυραμίδα της γνώσης με έναν τέτοιο τρόπο που να φαίνεται ότι πάει τα πράγματα ένα βήμα παραπέρα.

Χαρακτηριστικά, μου έκανε εξαιρετικά θετική εντύπωση η μεθοδολογία που ακολουθεί ο συγγραφέας για να περιγράψει τη διαδικασία μετασχηματισμού του μιλλέτ των Ρωμιών σε ελληνικό έθνος. Δεν είναι ότι κατέχει το σύνολο της εκτεταμένης βιβλιογραφίας γύρω από την ιστορία των ελληνορθόδοξων μικρασιατικών κοινοτήτων, αλλά ότι έχει κατανοήσει και έχει εμπεδώσει τα κριτήρια αυτής της βιβλιογραφίας ώστε να συνθέσει με αυτοπεποίθηση και αυτοδύναμα μια πρωτότυπη και συνεκτική πρόταση. Ακόμη περισσότερο αυτό γίνεται εφικτό χωρίς μακρά θεωρητικολογία, χωρίς πολλά κουραστικά αποσπάσματα, απλά με την παράθεση επιχειρημάτων και τεκμηριωμένου λόγου.

Μια ακόμη μεγάλη αρετή του βιβλίου είναι ο απλός, ρέων και κατανοητός λόγος, με σχεδόν άψογη σύνταξη, χωρίς λεκτικές υπερβολές και πολλούς πομπώδεις επιθετικούς προσδιορισμούς. Επίσης, είναι χωρισμένο σε μικρά κεφάλαια, συνεκτικά στο εσωτερικό τους, αλλά και μεταξύ τους. Εντοπίζει κανείς μάλιστα μια μορφή λογοτεχνικής δραματουργίας στην ιστορική αφήγηση, καθώς ακολουθείται μια διαδρομή που θυμίζει λίγο τραγωδία. Βέβαια, το θέμα προσφέρεται, αλλά χρειάζεται και ο δεινός διαχειριστής του υλικού. Το κεφάλαιο με τίτλο Κάθαρση παραπέμπει ξεκάθαρα βέβαια σε μια τέτοια πρόσληψη. Συνεπώς, το βιβλίο διαβάζεται εύκολα και δεν κουράζει καθόλου, παρότι πραγματεύεται δύσκολα θέματα. Προσωπικά το διάβασα απνευστί και το απόλαυσα.

Ο Hobsbawm θέτει μια ακόμα πλευρά της συζήτησης για τη ρωσική ιστορία του εικοστού αιώνα, αυτή που αφορά όχι στο τι συνέβη, αλλά στο τι θα μπορούσε να συμβεί. Αυτές τις συζητήσεις μάλιστα τις χαρακτηρίζει ως τις πιο «φλέγουσες». Το ενδιαφέρον εδώ είναι ότι ο ιστορικός δεν απαξιώνει αυτή την «ανιστορική» ενδεχομενολογία, αλλά αποδέχεται το δικό του ρόλο εμπλοκής. Σκοπός του γράφει δεν είναι να δώσει τη δική του απάντηση σε αυτά τα ερωτήματα, αλλά να προσπαθήσει «να τα εντάξει μέσα στην οπτική της δουλειάς ενός ιστορικού». Σημαντική πάλι εδώ είναι η παρατήρηση του ιστορικού ότι πολλές φορές «το τι θα ήταν καλύτερο να γίνει» είναι «μία πρόταση που αφορά στις πολιτικές μας ιδέες και όχι στην ιστορία».

Ο Μικρούδης λοιπόν δεν διστάζει να αποτολμήσει κάτι ανάλογο για την περίπτωση της μικρασιατικής περιπέτειας. Επιλέγει να εμπλακεί στις πιο «φλέγουσες» εναλλακτικές διαδρομές της ιστορίας. Η βασική ιδέα είναι ότι «το ότι ένα σχέδιο τελικώς αποτυγχάνει, δεν σημαίνει απαραίτητα ότι ήταν εξαρχής καταδικασμένο, εν προκειμένω μάλιστα με τον βασικό σχεδιαστή του απόντα».

Εξετάζονται λοιπόν διάφορες εναλλακτικές για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η επιλογή της κατάληψης της Σμύρνης και ο σχεδιασμός του Βενιζέλου ήταν ορθός από πολλές απόψεις. Επίσης, εξετάζεται το πότε στράβωσαν τα πράγματα γιατί ακριβώς στην ιστορία το κρίσιμο είναι να εντοπίσεις και να αναδείξεις εκείνο το σημείο που καθόρισε τα πράγματα και οπότε μια εναλλακτική θα μπορούσε να τα είχε πάει αλλιώς. Το συμπέρασμα είναι πως το μόνο ασφαλές σημείο επιστροφής είναι το 1914, πριν την έναρξη του Α παγκοσμίου πολέμου που σίγουρα δεν ξεκίνησε με ελληνικές επιθυμίες. Σε κάθε περίπτωση όμως ένα καλύτερο στρατιωτικό σχέδιο και μια διαφορετική στρατηγική των κωνσταντινικών κυβερνήσεων απέναντι στο ενδεχόμενο να γεμίσει η Ελλάδα πρόσφυγες σίγουρα θα είχαν περιορίσει το μέγεθος της καταστροφής.

Η νηφαλιότητα του βιβλίου διακρίνεται και σε ένα άλλο σημείο που έχει ενδιαφέρον. Ο Μικρούδης καταπιάνεται με την περίπτωση του Πόντου εντάσσοντας τις εξελίξεις εκεί σε έναν παράλληλο πόλεμο. Στο βιβλίο μάλιστα οι σελίδες του κεφαλαίου αυτού έχουν ένα γκρίζο φόντο, πιθανόν για να δείξει τον εμβόλιμο χαρακτήρα του ποντιακού ζητήματος στην συνολική αφήγηση. Το σημείο όμως που θέλω να υπογραμμίσω είναι η ψύχραιμη διαπραγμάτευση της θεωρίας περί γενοκτονίας των ποντίων. Τονίζοντας το αδιαμφισβήτητο της συστηματικής εξόντωσης του ελληνικού πληθυσμού σημειώνει ότι πολλά χρόνια αργότερα θα επιχειρηθεί να αναγνωριστεί ως γενοκτονία, αντίστοιχη με αυτών των Αρμενίων, υπογραμμίζοντας την αποτυχία της προσπάθειας, αφού ελάχιστα κράτη την έχουν αναγνωρίσει. Αμφισβητεί με εύλογα επιχειρήματα τον αριθμό των θυμάτων που τα διάφορα διαβήματα ορίζουν ως 353.000 για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι περίπου ο αριθμός αυτός πρέπει να αγγίζει τις 100.000 υπογραμμίζοντας ότι ο αριθμός αυτός κάθε άλλο παρά αμελητέος είναι. Συγκρούεται λοιπόν με διαδεδομένες θεωρίες διογκωμένων αριθμών θυμάτων τονίζοντας ότι δεν χρειάζεται να παραφουσκώνουμε τους αριθμούς γιατί ακριβώς οι πραγματικοί αριθμοί των θυμάτων είναι ούτως ή αλλιώς πάρα πολύ μεγάλοι.

Σε μια νέα εποχή των άκρων που ζούμε για να χρησιμοποιήσω και πάλι τον Χομπσμπάουμ θέλει αρετή και τόλμη να διατηρεί κανείς την νηφαλιότητά του και να υποτάσσει στην αλήθεια οποιαδήποτε άλλη σκοπιμότητα. Την ίδια στιγμή, ο συγγραφέας, παρότι αποδομεί την κύρια επιχειρηματολογία ενός ολόκληρου κινήματος διεκδίκησης, αποφεύγει να εμπλακεί σε μια πιο συνολική κριτική στην ποντιακή βιβλιογραφία της γενοκτονίας επιλέγοντας και πάλι τον δρόμο της ιστοριογραφικής ψυχραιμίας. Εξετάζει με επαγγελματική υπευθυνότητα όλα τα επιχειρήματα που τίθενται στο αναγνωστικό διάβα του και εάν πειστεί από αυτά τα αποδέχεται. Για παράδειγμα, αποδέχεται μία άλλη ιδέα που συνιστά επίσης έναν άλλο βασικό πυρήνα της ποντιακής βιβλιογραφίας της γενοκτονίας, ότι δηλαδή το νεοτουρκικό κράτος είναι μια μορφή φασισμού, ένα είδος ολοκληρωτικού κράτους.

Επειδή όμως προσωπικά δεν επιλέγω πάντα αυτόν τον υποδειγματικό δρόμο της νηφαλιότητας που ειλικρινά θαυμάζω στον συγγραφέα, θα κάνω ένα γενικό ιστοριογραφικό σχόλιο για αυτήν την ποντιακή βιβλιογραφία της γενοκτονίας. Κατά την άποψή μου αντιγράφει τη μεθοδολογία της σύγχρονης ιστοριογραφίας του ολοκληρωτισμού, η οποία έχει ανανεωθεί με την υιοθέτηση του αναλυτικού εργαλείου του θύματος δημιουργώντας μια «ιστοριογραφία του θύματος», όπου πλέον δεν εξετάζονται, τα ενεργά υποκείμενα και οι δράσεις τους, αλλά τα υποκείμενα θύματα και τα τραυματικά ή μετατραυματικά βιώματά τους από τους κάθε είδους ολοκληρωτισμούς. Σε αυτήν την ιστοριογραφία τα θύματα του ναζιστικού ολοκληρωτισμού και ιδιαίτερα οι εβραίοι, ως τα κύρια θύματα του φασισμού, συγκροτούν το παράδειγμα και απέναντι σε αυτό το παράδειγμα στήνονται αναλογίες.

Πρόκειται ουσιαστικά για την σύγχρονη ιστοριογραφία της σημερινής φιλελεύθερης ταυτότητας, συστατικό θεμέλιο του σύγχρονου ευρωπαϊσμού και της Ευρώπης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μιας Ευρώπης όχι των πολιτών και των λαών, αλλά της Ευρώπης της ελεύθερης αγοράς και εν τέλει Φρούριο, όπως σημειώνει ο Gerard Delanty. (Delanty, 2016:331) Η ιστοριογραφία του ολοκληρωτισμού ουσιαστικά περιγράφει τα ιδεολογικά, αλλά και γεωεθνολογικά όρια της ευρωπαϊκότητας. Σε αυτήν την φιλελεύθερη, δημοκρατική πολιτισμένη Ευρώπη δεν μπορούν να συμμετέχουν ισότιμα οι θιασώτες του ολοκληρωτισμού. Ο ελληνικός εθνικισμός λοιπόν υιοθετεί τη ρητορική αυτή και προσφέρει στην ευρωπαϊκή ταυτότητα μία επιπρόσθετη εκδοχή του παραδείγματος. Οι Ευρωπαίοι Έλληνες παρουσιάζονται ως τα πολιτισμένα θύματα ενός αγνώστου στους υπόλοιπους Ευρωπαίους ολοκληρωτισμού που προέρχεται από ένα βάρβαρο μουσουλμανικό έθνος. Σε αυτήν την βιβλιογραφία δεν είναι τυχαία η υπερτόνιση της σχέσης του Κεμάλ με έναν διάσημο στην ευρύτερη ιστοριογραφία του ολοκληρωτισμού μεγάλο κακό, τον μπολσεβίκο Λένιν.

Έχοντας υπόψιν αυτήν την συζήτηση, η προσέγγιση του Μικρούδη αποτελεί μια λαμπρή περίπτωση ιστοριογραφικής ψυχραιμίας για έναν ακόμα λόγο. Ο συγγραφέας δεν διστάζει να περιγράψει τις φρικαλεότητες και τα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε ο ελληνικός στρατός, αλλά ταυτόχρονα δεν χάνει και το μέτρο. Είναι σαφές ότι η τουρκική πλευρά προέβη σε πολύ πιο άγρια εγκλήματα. Η στάση του ελληνικού στρατού προφανώς συνέβαλε σε αυτά, αλλά και πάλι όχι στο βαθμό μιας στενής σχέσης αιτίου-αιτιατού. Στην περίπτωση των τουρκικών εγκλημάτων υπήρχε πολύ περισσότερο η από τα πάνω συναίνεση. Χαρακτηριστικό παράδειγμα που αναφέρεται στο βιβλίο, η δολοφονία του μητροπολίτη Σμύρνης.

Ένα τελευταίο σχόλιο στην υπόθεση της αναψηλάφισης της δίκης των Έξι. Δέχεται με μια βεβαιότητα την επιχειρηματολογία του εγγονού Πρωτοπαπαδάκη και του Αρείου Πάγου καταφεύγοντας μάλιστα με μία σκληρή σε σχέση με το γενικότερο ύφος του βιβλίου διατύπωση απέναντι σε όσους διαφωνούν: «δεν υπάρχει κανένας σοβαρός ιστορικός που να διαφωνεί».

Νομίζω ότι στην περίπτωση αυτή η αναζήτηση της νηφάλιας και ψύχραιμης προσέγγισης οδήγησε τον συγγραφέα σε ένα σφάλμα. Όλο το βιβλίο και όλη η επιχειρηματολογία του υποδεικνύει το προφανές: τις τεράστιες πολιτικές και ατομικές ευθύνες του πολιτικού και στρατιωτικού προσωπικού που διαχειρίστηκε την υπόθεση της μικρασιατικής εκστρατείας, αλλά και της ήττας ειδικότερα. Η αναψηλάφιση της δίκης και η αποδοχή της είναι υποχώρηση απέναντι στις σημερινές οικονομικές και πολιτικές ελίτ της χώρας που τρομάζουν ότι στο παρελθόν της χώρας είχε υπάρξει μια τόσο σκληρή αντιμετώπιση τμήματός της με την κατηγορία της εθνικής προδοσίας.

Κλείνοντας θέλω να αναφέρω πόσο πολύ δυσκολεύτηκα να διαβάσω εκείνες τις γραμμές που περιέγραφαν αυτήν την τόσο άδικη σφαγή και καταστροφή εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων έχοντας στο νου μου ότι αγαπημένα οικογενειακά μου πρόσωπα βρίσκονταν εκεί. Η νηφαλιότητα του βιβλίου, το ύφος γραφής και η επαγγελματικότητα λειτούργησε θεραπευτικά κατά τη διαδικασία της ανάγνωσης γιατί ακριβώς δεν εκμεταλλεύτηκε αυτήν την μνημονική ευαισθησία για να καλλιεργήσει εθνικιστικό μίσος. Το βιβλίο αυτό, επειδή ακριβώς είναι αντικειμενικό και ψύχραιμο, συνιστά ένα πολύτιμο πολιτικό εργαλείο για αντιμετωπιστεί ο εθνικιστικός αντιτουρκισμός που ηγεμονεύει στη δεύτερη και ίσως τρίτη γενιά, ένας φανατισμός δεν έχει καμία σχέση με τον τρόπο που αντιμετώπιζαν οι άνθρωποι της πρώτης γενιάς τους Τούρκους. Οι άνθρωποι της πρώτης γενιάς πίστευαν στην ειρήνη και αγωνίστηκαν για αυτή, ενώ έτρεφαν ειλικρινή αγάπη για τον κόσμο και τους ανθρώπους που άφησαν πίσω τους.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Κώστας Παλούκης

Κώστας Παλούκης

Ο Κώστας Παλούκης είναι διδάκτορας νεότερης ιστορίας του Πανεπιστημίου Κρήτης. Από το 2003 μέχρι σημέρα έχει συμμετάσχει με δικά του κείμενα σε συλλογικούς τόμους και βιβλία, επιστημονικά και πολιτικά περιοδικά, εφημερίδες και διαδικτυακές σελίδες. Τα επιστημονικά του ενδιαφέροντα αφορούν την ιστορία του κομμουνιστικού και εργατικού κινήματος στην Ελλάδα, την ιστορία των λιμένων, κ.α.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε