Επίκαιρα Συνεντεύξεις Τεύχος #14

Επιστροφή στον Δαρβίνο

Η εξέλιξη μέσω της φυσικής επιλογής είναι μια από τις σημαντικότερες θεωρίες της επιστήμης, αλλά ορισμένοι επιστήμονες πιστεύουν ότι έχει παρερμηνευτεί. Ανάμεσά τους ο Γάλλος ζωολόγος Γκιγιόμ Λεκουάντρ, στο βιβλίο του οποίου «Προερχόμαστε (πραγματικά) από τον Δαρβίνο;» επανεξετάζεται η συμβολή του Άγγλου φυσιοδίφη και εξηγείται γιατί δεν είμαστε ακόμη αρκετά δαρβινιστές.

Η συνέντευξη που ακολουθεί δημοσιεύθηκε αρχικά στο Palabra Pública, περιοδικό του Πανεπιστημίου της Χιλής, (02/03/2023). Ο José Núñez γράφει και συζητά με τον Γάλλο ζωολόγο Γκιγιόμ Λεκουάντρ [Guillaume Lecointre]. Η μετάφραση στα ελληνικά είναι του Κώστα Φωτίου.[1]


Η ιστορία είναι γνωστή: μετά το πενταετές ταξίδι του με το Beagle -ένα βριγαντίνο του βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού- για να χαρτογραφήσει τις ακτές της Νότιας Αμερικής, ο Άγγλος φυσιοδίφης Κάρολος Δαρβίνος κατέληξε σε μια από τις σημαντικότερες θεωρίες της επιστήμης του 19ου αιώνα. Μετά την εκστρατεία του, πείστηκε για αυτό που ήταν τότε γνωστό ως μεταλλαγή των ειδών, δηλαδή για την ιδέα ότι τα είδη μπορούν να εξελίσσονται. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να εξηγήσει τον μηχανισμό.

Τον Οκτώβριο του 1838, μια τυχαία ανάγνωση ενός βιβλίου για τη δημογραφία τού έδωσε ένα στοιχείο. Στο βιβλίο του Essay on the Principle of Population (1789), ο Άγγλος οικονομολόγος Τόμας Ρόμπερτ Μάλθους υποστήριζε ότι οι άνθρωποι πολλαπλασιάζονται ταχύτερα από τους διατροφικούς τους πόρους. Ο Δαρβίνος εφάρμοσε αυτό το συμπέρασμα στον κόσμο των ζώων και των φυτών: αν υπάρχουν πολλά είδη και το καθένα έχει επιταχυνόμενη ικανότητα ανάπτυξης, τότε επικρατεί ένας αγώνας για επιβίωση σε ένα περιβάλλον με σπάνιους πόρους. Αυτό τον οδήγησε να διατυπώσει τη θεωρία του για την εξέλιξη μέσω της φυσικής επιλογής. Αν και κατάφερε να εδραιώσει μια επιστημονική συναίνεση για τη θεωρία της εξέλιξης ύστερα από τη δημοσίευση του διάσημου βιβλίου του Η καταγωγή των ειδών (1859), ο μηχανισμός της φυσικής επιλογής έγινε αποδεκτός μόλις τη δεκαετία του 1940 με την ανάπτυξη της συνθετικής θεωρίας της εξέλιξης, ενός μοντέλου που ενσωμάτωσε το εύρημα του Δαρβίνου σε γενετικούς μηχανισμούς.

Γιατί ήταν τόσο δύσκολο να γίνει αποδεκτή [η θεωρία του Δαρβίνου], αναρωτιέται ο αμερικανός παλαιοντολόγος Stephen Jay Gould στο From Darwin (1977); «Το μεγαλύτερο εμπόδιο στην αποδοχή της δεν έγκειται στην ύπαρξη οποιασδήποτε επιστημονικής δυσκολίας, αλλά μάλλον στο ριζοσπαστικό φιλοσοφικό περιεχόμενο του μηνύματος του Δαρβίνου, στο ότι αμφισβητούσε μια ολόκληρη σειρά βαθιά ριζωμένων δυτικών συμπεριφορών που δεν είμαστε ακόμη πρόθυμοι να εγκαταλείψουμε». Μεταξύ άλλων λόγων, ο Gould επισημαίνει ότι ο Δαρβίνος θα εφάρμοζε μια υλιστική φιλοσοφία στην ερμηνεία της φύσης, ασύμβατη με την ιδέα της θεότητας. Για τον λόγο αυτό πιστεύει ότι η εξέλιξη μέσω της φυσικής επιλογής «εξακολουθεί να είναι ευρέως παρεξηγημένη, να παραφράζεται και να εφαρμόζεται εσφαλμένα».

Guillaume Lecointre. ©E. Chatelain

Σήμερα, τον 21ο αιώνα, υπάρχουν κάποιοι που συμμερίζονται αυτή τη διάγνωση. Ένας από αυτούς είναι ο Γκιγιόμ Λεκουάντρ, καθηγητής στο Τμήμα Συστηματικής και Εξέλιξης του Εθνικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας της Γαλλίας και διδάκτωρ του Πανεπιστημίου Paris Diderot, ο οποίος το 2015 δημοσίευσε το βιβλίο Προερχόμαστε (πραγματικά) από τον Δαρβίνο; [¿Descendemos (realmente) de Darwin?], το οποίο επανεκδόθηκε στη Χιλή από τον εκδοτικό οίκο Editorial Universitaria (2022). Σε αυτό επανεξετάζει τη συμβολή του Άγγλου επιστήμονα και εξηγεί γιατί, κατά τη γνώμη του, δεν είμαστε ακόμη αρκετά δαρβινιστές. «Έχουμε τη φυσική επιλογή ως πιθανή εξήγηση των βιολογικών κανονικοτήτων σε όλα τα επίπεδα οργάνωσης, αλλά δεν τη χρησιμοποιούμε», λέει ο Lecointre, ο οποίος υπερασπίζεται επίσης την ιδέα ότι τα έμβια όντα δεν ακολουθούν ένα πρόγραμμα ή ένα οργανωτικό σχέδιο που υπαγορεύεται από τη «γενετική πληροφορία», όπως πίστευαν κατά τον 20ό αιώνα. Παρεμπιπτόντως, διερευνά τις προόδους της σημερινής βιολογίας που βασίζονται στην ενοποιητική αρχή της φυσικής επιλογής, ενός μηχανισμού που, σύμφωνα με τον ίδιο, αποτελεί περισσότερο πηγή κανονικοτήτων παρά εξήγηση της αλλαγής των ειδών. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο τίτλος του διάσημου έργου του Δαρβίνου μιλάει για «διατήρηση [preservation]» και όχι για «μεταλλαγή», «εξέλιξη» ή «αλλαγή» (σ.τ.μ.: Ο αρχικός τίτλος του έργου του Δαρβίνου ήταν On the Origin of Species by Means of Natural Selection, or the Preservation of Favoured Races in the Struggle for Life).

«Το βιβλίο μου γεννήθηκε από το χάσμα μεταξύ του τρόπου με τον οποίο διδάσκουμε την εξέλιξη και των πρόσφατων επιστημονικών εξελίξεων», εξηγεί ο Lecointre. Πάνω απ’ όλα, επειδή οι εξελίξεις αυτές συνεπάγονται την επιστροφή σε έναν αυθεντικό Δαρβίνο. Πρώτον, επαναφέρω την ιδέα ότι η φυσική επιλογή εξηγεί τη βραχυπρόθεσμη σταθερότητα (αν το περιβάλλον δεν αλλάζει), σε αντίθεση με ό,τι διδάσκεται στο σχολείο, όπου μαθαίνουμε ότι εξηγεί κυρίως την αλλαγή. Δεύτερον, τονίζω ότι η ιδέα του είδους είναι μια σύμβαση και όχι μια υλική πραγματικότητα. Είναι ένα όνομα που δίνεται σε μια υπόθεση συνεκτικής γενεαλογικής γραμμής.

Ποιες είναι οι ουσιοκρατίες και οι ιδεολογίες που βασίζονται σε μια λανθασμένη ερμηνεία του Δαρβίνου, τις οποίες το βιβλίο σας βοηθά να καταρρίψουμε;

Ο ουσιοκρατισμός του Λινναίου (Σουηδός φυσιοδίφης και επιστήμονας, ο οποίος θεωρείται ο πατέρας της σύγχρονης Ταξινομίας) αρνείται τη σημασία της ποικιλίας εντός του είδους. Το είδος έχει δημιουργηθεί από το χέρι του Θεού. Η εξέλιξη δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή σε αυτό το πλαίσιο, αλλά εξακολουθεί να είναι παρούσα στη γενική κουλτούρα, ιδίως στη θρησκευτική κουλτούρα. Δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι ο Δαρβίνος και η εξέλιξη απορρίπτονται από τους πιο συντηρητικούς. [Ομοίως], ο ρεαλισμός των ειδών του Ernst Mayr (ενός Γερμανού ζωολόγου και βιολόγου, γνωστού για τη συμβολή του στη συνθετική θεωρία της εξέλιξης), για παράδειγμα, συνεχίζει να δημιουργεί δυσκολίες. Ο Mayr ευνοούσε μια θεώρηση των ειδών σε στιγμιαίο χρόνο, στο παρόν. Εκεί έχουμε την ψευδαίσθηση ότι τα είδη είναι πραγματικά: για παράδειγμα, οι γάτες δεν αναπαράγονται με τους σκύλους. Ωστόσο, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τη ζωή χωρίς τη μακροπρόθεσμη ιστορία της. Αν λάβουμε υπόψη μας το μακροπρόθεσμο μέλλον, το είδος φαίνεται συμβατικό. Στο μακρινό παρελθόν, η γενεαλογία του σκύλου και της γάτας τελικά συγχωνεύτηκε. Ο κοινός πρόγονος δεν έμοιαζε ούτε με τη σημερινή γάτα ούτε με τον σημερινό σκύλο. Πρέπει να αποφασίσουμε τι όνομα θα του δώσουμε και από ποιο σημείο και μετά. Τότε είναι που το είδος εμφανίζεται σε εμάς ως σύμβαση, η οποία απελευθερώνει τη φύση από τα διανοητικά μας μοτίβα.

Η βιολογία του 21ου αιώνα είναι σε θέση να αναγνωρίσει την εξέλιξη μέσω της φυσικής επιλογής σε όλα τα επίπεδα της βιολογικής οργάνωσης, από τα γονίδια και τα κύτταρα μέχρι τις συμπεριφορές. Ποιες είναι οι συνέπειες αυτής της αλλαγής παραδείγματος για την κατανόηση του κόσμου και των έμβιων όντων; Με βάση ποια αρχή μπορούμε να πούμε ότι ένας οργανισμός είναι ζωντανός;

Η σύγχρονη βιολογία κινείται προς μια «διευρυμένη εξελικτική σύνθεση», στην οποία η εξέλιξη δεν αφορά πλέον τα γονίδια, αλλά τους οργανισμούς. Τα γονίδια δεν είναι «ελεγκτές», αλλά συνεργάτες, συνοδοιπόροι. Το περιβάλλον παρεμβαίνει στην έκφρασή τους. Δεν είναι πλέον οι «συμβολαιογράφοι» της μετάδοσης στην επόμενη γενιά, δεν διαθέτουν το μονοπώλιο αυτής της μετάδοσης. Παραδίδουμε πολύ περισσότερα από τα γονίδια: ένα μητρικό κυτταρόπλασμα, επιγενετικά σημάδια, συμπεριφορές και περιβαλλοντικές συνθήκες. Η εμβρυϊκή ανάπτυξη δεν είναι το ξεδίπλωμα ενός «προγράμματος», αλλά μια περιπετειώδης κατασκευή. Τα γονίδια δεν έχουν πλέον το μονοπώλιο της αιτιότητας στη βιολογία. Μια οντότητα είναι ζωντανή αν ακολουθεί την αρχή της φυσικής επιλογής, δηλαδή αν τα άτομά της διαφέρουν μεταξύ τους σε έναν κόσμο περιορισμών. [Επιπλέον], [σ]ύμφωνα με αυτή την αρχή, οι ιοί είναι μέρος του ζωντανού κόσμου.

Η τύχη, σύμφωνα με τον Σίγκμουντ Φρόιντ, είναι άξια να καθορίζει τη μοίρα μας. Ωστόσο, λέτε ότι τόσο για πρακτικούς όσο και για μεταφυσικούς λόγους, η αντίληψη της τάξης έχει προτιμηθεί από την αταξία, γι’ αυτό και οι βιολόγοι μιλούν για ένα «κύριο γονίδιο» ή ένα «γενετικό πρόγραμμα» προκειμένου να εξηγήσουν τις βιολογικές κανονικότητες. Πώς μπορούν αυτές οι συμβάσεις να εμποδίσουν την κρίση μας; Ποιο ρόλο παίζουν η τύχη και το περιβάλλον στα γονίδια, τα κύτταρα, τη συμπεριφορά;

Πρέπει να επιστρέψουμε στον λόγο ύπαρξης της βιολογίας. Στη φυσική και τη χημεία εξετάζουμε οντότητες, οι οποίες δεν είναι εξατομικευμένες. Ένα ηλεκτρόνιο δεν έχει όνομα, είναι «καθολικό». Ένα ηλεκτρόνιο δεν έχει ιστορία. Τα ηλεκτρόνια δεν διαφέρουν μεταξύ τους. Επομένως, στη φυσική και τη χημεία υπάρχουν νόμοι που εξηγούν μια τάξη, η οποία δεν εμποδίζεται από την ιστορία και τις ιδιοτροπίες της. Η τάξη είναι μία αιτία και περιγράφεται από νόμους. Στη βιολογία συμβαίνει το αντίθετο. Οι οντότητες εξατομικεύονται. Η γάτα σας ή το δέντρο σας μπορεί να έχουν ένα μικρό όνομα. Οι οντότητες έχουν ιστορία. Τα βιολογικά άτομα διαφέρουν μεταξύ τους. Δεν υπάρχουν δύο βιολογικά όντα που να είναι πανομοιότυπα. Διαφέρουν κατά τύχη, ατάκτως, επειδή είναι πολύπλοκα. Η βιολογία πρέπει να ξεκινήσει από την αταξία της παραλλαγής για να εξηγήσει την τάξη, την κανονικότητα και τη λειτουργικότητα. Από την αταξία της τυχαίας διακύμανσης, η φυσική επιλογή εξηγεί γιατί τα άτομα του ίδιου είδους είναι περισσότερο ή λιγότερο όμοια και γιατί είναι λειτουργικά. Όσα δεν ήταν, είναι νεκρά. Σε όλα τα επίπεδα όπου εμπλέκεται η τυχαία παραλλαγή, στο επίπεδο των γονιδίων, στο επίπεδο των κυττάρων, στο επίπεδο των ατόμων ενός είδους, η τάξη δεν αποτελεί εξηγητική αιτία. Είναι αυτό που πρέπει να εξηγήσει ο βιολόγος. Στη βιολογία δεν υπάρχουν νόμοι, διότι οι ιδιοτροπίες της ιστορίας καθιστούν κάθε άτομο μοναδικό. Τον τελευταίο αιώνα, η κατανόηση της βιολογίας έχει μολυνθεί από την Κυβερνητική, την επιστήμη της μετάδοσης της τάξης. Οι μεταφορές εννοιών όπως «γενετικό πρόγραμμα», «κύριο γονίδιο», «γονίδιο-αρχιτέκτονας», κάποια έννοια της «γενετικής πληροφορίας» και ούτω καθεξής, ακύρωσαν το ζεύγος τύχη/επιλογή.

Γιατί ο γενετικός αναγωγισμός είναι τόσο διαδεδομένη ιδέα και τι θα λέγατε σε όσους προσπαθούν να εξηγήσουν την ανθρώπινη συμπεριφορά με βάση τη δράση των γονιδίων;

Ο γενετικός αναγωγισμός είναι η πεποίθηση ότι όλα όσα εμφανίζει ένας οργανισμός (χρώμα τριχώματος, αριθμός δοντιών, διατροφή, συμπεριφορά, παραδόσεις, ακόμη και πολιτισμοί) μπορούν να εξηγηθούν από τη δράση των γονιδίων. Αυτό δεν είναι αλήθεια. Για να καταλάβουμε από πού προέρχεται η σύγχυση, πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ του συστατικού αναγωγισμού και του επεξηγηματικού αναγωγισμού. Ο συστατικός αναγωγισμός συνίσταται στην υπόθεση ότι οι οντότητες ενός ορισμένου επιπέδου αποτελούνται από τα μέρη των κατώτερων επιπέδων και επομένως εξαρτώνται από αυτά. Η ψυχική κατάσταση εξαρτάται από την κατάσταση των νευρώνων που αποτελούν το κεντρικό νευρικό σύστημα. Η απόδειξη αυτού είναι ότι αν ένα άτομο λάβει μια νευροτοξική ουσία, όπως το αλκοόλ, η ψυχική του κατάσταση αλλάζει. Ο επεξηγηματικός αναγωγισμός συνίσταται στη θέση ότι οι ιδιότητες των οντοτήτων ενός ορισμένου επιπέδου μπορούν να εξηγηθούν και να κατανοηθούν μόνο από τις ιδιότητες των οντοτήτων ενός χαμηλότερου επιπέδου. Παράδειγμα τέτοιου αναγωγισμού αποτελεί ο ισχυρισμός ότι η ψυχική κατάσταση που ονομάζεται αγάπη μπορεί να εξηγηθεί εξ ολοκλήρου από τη χημική κατάσταση των νευρώνων. Με βάση τα διαθέσιμα εργαλεία και τη γνώση, ο ισχυρισμός αυτός είναι καταχρηστικός, ακόμη και αν γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η κατάσταση της αγάπης εξαρτάται πράγματι από ουσίες. Στην επιστήμη, ο συστατικός αναγωγισμός είναι προφανής, αλλά δεν μπορεί πάντα να οδηγεί σε επεξηγηματικό αναγωγισμό.

Γιατί;

Όταν οι οντότητες ενός συγκεκριμένου επιπέδου ενοποιούνται μεταξύ τους, ο συντονισμός τους αναδεικνύει νέες ιδιότητες που μπορούν να εξηγηθούν μόνο από το σύνολο και όχι από οποιοδήποτε από τα συστατικά μέρη. Για να το θέσουμε απλά και κλασικά, οι ιδιότητες του όλου είναι περισσότερες από το άθροισμα των ιδιοτήτων των συστατικών του μερών. Αυτός είναι ένας από τους λόγους (αλλά όχι ο μόνος) για τους οποίους υπάρχουν επιστημονικοί κλάδοι. Χτίζονται γύρω από θεωρίες προσαρμοσμένες στο επίπεδο παρατήρησης της πραγματικότητας στο οποίο βρίσκονται. Η ανάδυση [emergence] εξηγεί γιατί η οικονομία και η κοινωνιολογία δεν μπορούν να αναχθούν στην ψυχολογία, γιατί η ψυχολογία δεν μπορεί να αναχθεί στη βιολογία: εν ολίγοις, οι οικονομικές και κοινωνικές σχέσεις και συμπεριφορές δεν μπορούν να εξηγηθούν εξ ολοκλήρου από τον έλεγχο των γονιδίων. Η κοινωνιοβιολογία της δεκαετίας του 1970, όπως εφαρμόστηκε στον άνθρωπο, δέχτηκε έντονη κριτική, ιδίως για τον γενετικό αναγωγισμό της, στην εποχή της επεξηγηματικής παντοδυναμίας, η οποία αποδιδόταν στα γονίδια. Επειδή οι άνθρωποι αισθάνονται άνετα με μεμονωμένες αιτίες, έχουμε μια φυσική τάση προς τον αναγωγισμό.

Μια δαρβινική ιατρική

Μέχρι πρόσφατα, η φυσική επιλογή δεν θεωρούνταν πηγή βιολογικών κανονικοτήτων. Για να εξηγηθεί γιατί τα άτομα παραμένουν ίδια με τον εαυτό τους ακόμη και όταν τα κύτταρά τους αλλάζουν, και γιατί μοιράζονται χαρακτηριστικά με τα μέλη του είδους τους, τα οποία είναι σταθερά με την πάροδο του χρόνου, χρησιμοποιήθηκε η μεταφορά του «γενετικού προγράμματος».

Σε τομείς όπως η ιατρική, η φυσιολογία, η μοριακή βιολογία ή η βιοχημεία, ο μηχανισμός της φυσικής επιλογής δεν χρησιμοποιήθηκε για την κατανόηση της έννοιας της μονιμότητας στην αλλαγή. «Στο τελευταίο τρίτο του 20ού αιώνα, τα πανεπιστήμια δίδασκαν ακόμη ότι όλα τα κύτταρα ενός οργανισμού είχαν το ίδιο “πρόγραμμα” και μάλιστα την ίδια “γενετική πληροφορία”», προειδοποιεί ο Lecointre. Σήμερα ωστόσο είναι γνωστό ότι τα κύτταρα παρουσιάζουν γενετικές παραλλαγές μέσα στο ίδιο βιολογικό σώμα. Τα χαρακτηριστικά της κληρονομικότητας και της μεταβλητότητας, που αποδίδονται εγγενώς στο είδος, τα μοιράζονται πλέον και τα κύτταρα, οπότε έχουν επίσης τη φυσική ικανότητα να επιλέγονται. Η φυσική επιλογή εισέρχεται έτσι στο σώμα, γεγονός που θα είχε σημαντικές επιπτώσεις στην κατανόηση ασθενειών όπως οι καρκινικοί όγκοι.

«Πρώτα απ’ όλα, είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι ένας καρκινικός όγκος έχει σημαντική γενετική ποικιλομορφία, μεγαλύτερη από όλη τη σωματική ποικιλομορφία οποιουδήποτε άλλου μέρους του σώματος», εξηγεί ο Γάλλος επιστήμονας. «Συνηθίζαμε να πιστεύουμε ότι για να θεραπεύσουμε έναν ασθενή, έπρεπε να εξαλείψουμε τα πολλαπλασιαστικά καρκινικά κύτταρα, δηλαδή αυτά που αναπτύσσονται ή πολλαπλασιάζονται. Εξού και οι επιθετικές αντικαρκινικές στρατηγικές, μέσω των οποίων χορηγούνταν τακτικά ισχυρές θεραπείες. Μερικές φορές αυτό οδηγούσε σε έξαρση μεταστάσεων που σκότωναν τον ασθενή. Οι μεταλλάξεις συμβαίνουν συνεχώς και όλοι μας φέρουμε αλληλόμορφα που μπορούν να προωθήσουν τον καρκίνο. Οι περιβαλλοντικές συνθήκες που προκαλούν καρκίνο δεν προκαλούν τόσο αυτές τις “μεταλλάξεις”, αλλά δρουν μάλλον αλλάζοντας το επιλεκτικό φίλτρο που διέπει την ισορροπία μεταξύ των παραλλαγών των σωματικών μας κυττάρων. Και είναι αυτή η αλλαγή που μπορεί να αποκαλύψει, κατά μία έννοια, την πολλαπλασιαστική συμπεριφορά.»

Πώς λοιπόν αυτό αλλάζει τον τρόπο με τον οποίο κατανοείται ο καρκίνος;

Αυτό που θεωρήθηκε ως συνέπεια (ο πολλαπλασιασμός) δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια προεπιλεγμένη κατάσταση, και αυτό που θεωρήθηκε ως αιτία (η παρουσία μιας μετάλλαξης-οδηγού σε ένα γονίδιο) δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια προδιάθεση που μπορεί να διοχετευθεί, αλλά δεν διοχετεύεται παρουσία επιλεκτικής αστάθειας ή ελλείμματος κυτταρικού διαλόγου -κατανοώντας ότι η επικοινωνία μεταξύ των κυττάρων σε έναν πολυκύτταρο οργανισμό είναι θεμελιώδης για τη λειτουργία του- ή επειδή αλλάζει το χημικό περιβάλλον των κυττάρων. Προσπαθώντας να εξαλείψουμε τα καρκινικά κύτταρα, δεν αποκαθίσταται ούτε ο διάλογος ούτε η επιλεκτική ισορροπία, η οποία ρυθμίζει τη δυνατότητα πολλαπλασιασμού των κυττάρων, όπως συμβαίνει με τα είδη σε ένα οικοσύστημα.

Ποιες συνέπειες θα πρέπει να έχει αυτό στη θεραπεία του καρκίνου;

Οι καλές θεραπείες δεν θα πρέπει να βασίζονται στην εξάλειψη, αλλά στην εξελικτική βιολογία. Η εξάλειψη οδηγεί τελικά σε έναν ανεξέλεγκτο όγκο επειδή αποτελείται μόνο από χημειοανθεκτικά κύτταρα, ενώ η εξελικτική θεραπεία, η λεγόμενη «προσαρμοστική θεραπεία», οδηγεί σε έναν σταθεροποιημένο όγκο στον οποίο συνυπάρχουν χημειοευαίσθητα με χημειοανθεκτικά κύτταρα. Οι θεραπείες του καρκίνου θα επανεξεταστούν λοιπόν σε βάθος με την εισαγωγή της φυσικής επιλογής ως αρχής κατανόησης των φαινομένων ενός οργανισμού.


Τη μετάφραση του Κώστα Φωτίου επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Αναδημοσίευση

Το περιοδικό Μarginalia σε εξαιρετικές περιπτώσεις αναδημοσιεύει κείμενα ή αποσπάσματα κειμένων μετά από συνεννόηση με τους εκδότες/τις εκδότριες και τους/τις συγγραφείς ή μεταφράστριες/μεταφραστές τους.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

Secured By miniOrange