Επίκαιρα Συνεντεύξεις Τεύχος #14 Πάμε αδιάβαστοι!

François Bégaudeau: «Οι εκλογές δεν χρησιμεύουν σε τίποτα»

«Καταλήξαμε να μπερδεύουμε τη σχετική ελευθερία έκφρασης που έχουμε στη χώρα μας με τη δημοκρατία, επειδή όταν ψηφίζουμε εκφραζόμαστε. Θεωρούμε ότι όπου υπάρχει ελευθερία έκφρασης, δυνατότητα έκφρασης, υπάρχει και δημοκρατία. Όμως η δημοκρατία δεν είναι καθόλου αυτό. Δημοκρατία είναι η δυνατότητα των ανθρώπων να δρουν επί της μοίρας τους.»

Κάθε τόσο η πρόσκληση στις κάλπες ξεσηκώνει τις ίδιες παρακινήσεις για «άσκηση του δημοκρατικού μας δικαιώματος», τις ίδιες διατυπώσεις περί «γιορτής της δημοκρατίας» και το ίδιο ξάφνιασμα για την αυξανόμενη αποχή που επιτηδευμένα γίνεται συνώνυμη της αδιαφορίας για την πολιτική. Η αυξητική δε τάση των παραπάνω είναι ευθέως ανάλογη με την άμβλυνση των διαφορών μεταξύ των κομματικών προγραμμάτων και με την έκπτωση του δημόσιου λόγου και διαλόγου. Τι να πεις;…

Ο Φρανσουά Μπεγκοντό έχει να πει! Για την ακρίβεια έχει να θυμίσει τι σημαίνει δημοκρατία και πόσο άσχετη είναι με την εκλογική διαδικασία, τι είναι πολιτική και τι παριστάνει ότι είναι, πόσο και εάν το ενδιαφέρον για την πολιτική σχετίζεται με τη μετακίνηση προς το εκλογικό τμήμα. Το πρόσφατο βιβλίο του Πώς να απασχοληθείς την Κυριακή των εκλογών δίνει λαβές και επιχειρήματα σε όσες και όσους νιώθουν ότι κάπως αλλιώς θα έπρεπε να γεμίσουν τις Κυριακές των εκλογών, και κυρίως βάζει μια τάξη σε όσα ήδη ξέρουμε αλλά -μυστηριωδώς πώς;- έχουμε ξεχάσει.  

Ελπίζουμε ότι η συνέντευξη που διαλέξαμε δεν θα σας μάθει τίποτα! Εμείς την είδαμε σαν ευκαιρία να φρεσκάρουμε μαζί τα βασικά, και να αρχίσουμε τη νέα χρονιά ανάλαφρα και με ανανεωμένη τη σκευή του γιατί η νέα χρονιά, από μόνη της, δεν θα φέρει τίποτα καλύτερο από την προηγούμενη. 

Ποιος είναι όμως ο Φρανσουά Μπεγκοντό; Πέρα από «μη προσηλυτιστής απέχων από τις εκλογές» όπως περιγράφει ο ίδιος τη θέση του, ο Μπεγκοντό είναι συγγραφέας, κριτικός κινηματογράφου και  σεναριογράφος. Τα βιβλία του ασκούν συχνά δριμεία κριτική στην αστική τάξη, είτε είναι καθολικής πίστης είτε αριστερών φρονημάτων. Γενικά, οι δημόσιες τοποθετήσεις του δεν περνούν απαρατήρητες. Για παράδειγμα, το δοκίμιό του Ιστορία της βλακείας σου [Histoire de ta bêtise], στο οποίο απευθύνεται ευθέως στους ψηφοφόρους του Μακρόν που αυτοπροσδιορίζονται προοδευτικοί, του στοίχισε τη θέση του ως κριτικός σινεμά στο περιοδικό Transfuge

Η γραφή του είναι μάλλον ιδιοσυγκρασιακή, γαλλοκεντρική, ίσως γι’ αυτό παραμένει αμετάφραστος. Στα ελληνικά, το μόνο βιβλίο του που κυκλοφορεί είναι το Ανάμεσα στους τοίχους, στο οποίο βασίστηκε η ομότιτλη ταινία του Λοράν Καντέ, βραβευμένη με τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες το 2008. Στην ταινία, ο Μπεγκοντό παίζει τον ρόλο του εαυτού του, δηλαδή ενός φιλολόγου σε ένα λύκειο κάποιου υποβαθμισμένου παρισινού προαστίου, που είναι αντιμέτωπος με τα προβλήματα της πολυπολιτισμικότητας της τάξης, τις ανισότητες, και τελικά το δομικό αδιέξοδο του γαλλικού εκπαιδευτικού συστήματος. Έχοντας έκτοτε εγκαταλείψει την εκπαίδευση, τάσσεται κατά του σχολικού θεσμού καθώς αυτός έχει στόχο να «επανανομιμοποιεί τις ταξικές ανισότητες», συναντώντας τη θέση του Iβάν Ίλιτς στο Deschooling Society για μια κοινωνία χωρίς σχολείο. 

Η συνέντευξη έγινε στο διαδικτυακό κανάλι Le Crayon στις 24/05/2022. Μεταγραφή από το βίντεο, επιμέλεια και μετάφραση από τα γαλλικά: Μυρτώ Ράις


Ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο του Φρανσουά Μπεγκοντό:

Με τόση προπαγάνδα ξεχάσαμε ότι δημοκρατία δεν είναι να έχεις τη δυνατότητα να εκφραστείς για μια κατάσταση, αλλά να έχεις τη δυνατότητα να δράσεις επ’ αυτής. Αν η απόδοση στα κράτη του τίτλου της δημοκρατικότητας περιλάμβανε στα κριτήριά της όχι μόνο την ελευθερία έκφρασης, αλλά και την πραγματική δυνατότητα των κατοίκων τους να αποφασίζουν για τη διανομή του πλούτου, τις μεθόδους της εντατικής κτηνοτροφίας, την άδεια κυκλοφορίας ενός φαρμάκου, την πώληση των ακτών σε κτηματομεσιτικές εταιρείες, τη διαχείριση των αυτοκινητόδρομων, τις τιμές των ενοικίων, αν περιλάμβανε στα κριτήριά της την πραγματική δυνατότητα των κατοίκων να αποφασίζουν για τη ζωή τους, για το κτήμα που είναι ποτισμένο στα φυτοφάρμακα και που απέχει εκατό μέτρα απ’ το σχολείο του παιδιού τους, για τα μαθήματα που διδάσκονται στο εν λόγω σχολείο, για την «αναδιάρθρωση» της εταιρείας όπου δουλεύουν, για τις τροφές που πουλάνε οι αλυσίδες των σούπερ-μάρκετ, για τον λογαριασμό του φυσικού αερίου, η Γαλλία δεν θα τον κέρδιζε. Καμία χώρα δεν θα τον κέρδιζε. (μτφ. Μυρτώ Ράις)



Πιστεύετε πως το μεγάλο ποσοστό αποχής στις εκλογές είναι πρόβλημα;

Θα έλεγα λίγο προκλητικά ότι εκπλήσσομαι που το ποσοστό είναι τόσο χαμηλό. Εκπλήσσομαι εδώ και πολύ καιρό με το ενδιαφέρον που προκαλούν οι εκλογές, ιδίως οι προεδρικές. Στη Γαλλία είναι το πιο δημοφιλές πολιτικό θέαμα. Τα ΜΜΕ εστιάζουν τόσο πολύ στις εκλογές, μας ταΐζουν εκλογές αδιάκοπα κατά την πενταετή προεδρική θητεία, που τελικά ο κόσμος καταλήγει να ενδιαφέρεται γι’ αυτές. Φυσικό είναι. Δεν παύει όμως να είναι περίεργο το γεγονός ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι συνεχίζουν να ψηφίζουν, ενώ στο βάθος νιώθουν ότι είναι άσκοπο, ότι θα τους τη φέρουν ούτως ή άλλως, ότι το όλο σύστημα είναι στημένο. Αυτό νιώθει η πλειοψηφία, κι ωστόσο δεν μεταφράζεται σε αποχή, της οποίας τα ποσοστά είναι κάπως παραπλανητικά. Για να μετρήσουμε την άποψη θα έπρεπε να δούμε πόσοι από το σύνολο του εκλογικού σώματος πηγαίνουν στις κάλπες, καθώς και πόσοι στο σύνολο του πληθυσμού είναι άνω των 18 ετών. Αυτό θα είχε πραγματικά μεγαλύτερο ενδιαφέρον, γιατί τώρα η αποχή υπολογίζεται με βάση των αριθμό των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους. Τότε θα βλέπαμε ότι ένας τεράστιος αριθμός ανθρώπων αδιαφορεί παντελώς για τις εκλογές, κάτι που κατά τη γνώμη μου είναι απόδειξη πολιτικής υγείας, και όχι πολιτικής κρίσης όπως λέγεται. Γιατί για μένα είναι υγιές να νιώθεις αμηχανία απέναντι στ’ αυτό το σύστημα. Δεν βλέπω πολιτική κρίση στο γεγονός ότι οι άνθρωποι, συμπεριλαμβανομένου και εμού, απέχουν όχι από αδιαφορία, αλλά από υψηλή εκτίμηση στην πολιτική. Και επειδή έχουν μια τόσο υψηλή εκτίμηση στην πολιτική, το άθλιο και ποταπό θέαμα των εκλογικών, ιδίως των προεδρικών, τους φαίνεται ανάξιό της.

Ξεκινάτε το βιβλίο σας παρατηρώντας ότι σήμερα είναι πιο σημαντική η γνώμη παρά η δράση. Οι εκλογές δεν είναι ακριβώς η στιγμή που υποδεικνύουμε τι θέλουμε, το οποίο θα μετατραπεί σε δράση;

Αντιπαραθέτω έκφραση και δράση, και νομίζω ότι στις αυτοαποκαλούμενες δημοκρατίες μας έχουμε ξεχάσει την ουσία της δημοκρατίας. Καταλήξαμε να μπερδεύουμε τη σχετική ελευθερία έκφρασης που έχουμε στη χώρα μας με τη δημοκρατία, επειδή όταν ψηφίζουμε εκφραζόμαστε. Θεωρούμε ότι όπου υπάρχει ελευθερία έκφρασης, δυνατότητα έκφρασης, υπάρχει και δημοκρατία. Όμως η δημοκρατία δεν είναι καθόλου αυτό. Δημοκρατία είναι η δυνατότητα των ανθρώπων να δρουν επί της μοίρας τους. Με τη στενή έννοια του όρου, δεν υπάρχει καθόλου δημοκρατία. Εγώ, για παράδειγμα, είμαι ένας μάλλον καλά ενσωματωμένος πολίτης, λευκός, στρέιτ, 50 χρόνων και ανήκω στη μεσοαστική τάξη, ίσως και στην ανώτερη μεσοαστική τάξη. Εδώ και 50 χρόνια, σχεδόν το σύνολο των πολιτικών αποφάσεων στη χώρα μου, στη χώρα στην οποία ανήκω, πάρθηκε χωρίς εμένα. Μεταρρυθμίσεις εφαρμόστηκαν, νόμοι ψηφίστηκαν, διατάγματα εκδόθηκαν από κυβερνήσεις που δεν ήταν της αρεσκείας μου. Το λέω αυτό με ένα είδος πολιτικής ανημποριάς η οποία συνίσταται στο ότι στο 95% των περιπτώσεων υφίσταμαι όσα συντελούνται πολιτικά.

Αυτό δεν είναι η δημοκρατία; Να αποφασίζει η πλειοψηφία και για όσους ενδεχομένως δεν είναι σύμφωνοι; 

Η δημοκρατία δεν έχει καμία σχέση με τη μπακαλική που λέει ότι ξαφνικά έχω δίκιο επειδή πήρα 51 ψήφους στους 100 αντί για 49. Μυστήρια λογική, ε; Είναι βέβαια γνωστή η φράση που χρησιμοποιούν οι φιλελεύθεροι για να υπερασπιστούν την ύπαρξή της: ναι, όντως το σύστημα δεν είναι το τέλειο, αλλά δεν έχουμε βρει κάτι καλύτερο. Δηλαδή η δημοκρατία είναι το χειρότερο σύστημα, εκτός από όλα τα άλλα που είναι χειρότερα. Η γνωστή αυτή ρητορική δείχνει καθαρά ότι είναι δύσκολο να υπερασπιστείς αυτό το σύστημα καταφατικά και θετικά, ακριβώς επειδή δεν πρόκειται για δημοκρατία με την ισχυρή έννοια του όρου. Το πλειοψηφικό σύστημα ισχύει από τη στιγμή που υπάρχει δημοκρατικό έλλειμμα. Επιπλέον, οι μειοψηφίες φέρουν επίσης αλήθειες που ποτέ δεν ακούγονται ακριβώς επειδή τις φέρουν μειοψηφίες. 

Γράφετε ότι «οι εκλογές υποβαθμίζουν την πολιτειότητα στην έκφραση, και η έκφραση αυτή δεν λέει τίποτα». Δεν χρειαζόμαστε εκλεγμένους εκπροσώπους;

Γράφω ότι η δημοκρατία δεν έχει σχέση με τη δυνατότητα που έχει κάποιος να εκφράζεται, εάν αυτό δεν ακολουθείται από πράξεις. Άρα δημοκρατία είναι η δυνατότητα δράσης. Και τελικά η εκλογική ψήφος δεν υποβαθμίζει απλώς την άσκηση της δημοκρατίας στην έκφραση, αλλά επιπλέον η έκφραση αυτή είναι και πολύ φτωχή, αφού αυτό που εκφέρω ψηφίζοντας είναι το όνομα ενός πολιτικού. Ψηφίζω κάποιον, ενίοτε μια λίστα ανθρώπων, μια λίστα ονομάτων, ενίοτε ένα μόνο όνομα, ψηφίζω ας πούμε Βαλερί Πεκρές. Τι εκφράζει το ότι ψήφισα Πεκρές; Πάντως όχι το πρόγραμμά της. Υπάρχουν πολλοί τρόποι να ψηφίσεις Πεκρές. Κάποιοι ψηφίζουν Πεκρές επειδή είναι γυναίκα -δεν είναι αναξιοπρεπές κίνητρο, και σίγουρα δεν είναι πιο ηλίθιο από το οποιοδήποτε άλλο-, ύστερα κάποιοι άλλοι θα πουν ότι την ψηφίζουν επειδή θέλει να διατηρήσει το όριο σύνταξης στα 62 -και τελικά το αυξάνει στα 65-, άλλοι επειδή έκανε λόγο για «απόσχιση», για «σεσσεσιονισμό» και δεν μοιάζει να την πολυενοχλεί η θεωρία της μεγάλης αντικατάστασης… Χίλιοι τρόποι υπάρχουν. Το ψηφοδέλτιό μου δεν μαρτυρά απολύτως τίποτα για τη διαδρομή των σκέψεών μου.

Μήπως λοιπόν θα έπρεπε να συντρίψουμε το σύστημα, να μην κάνουμε πια εκλογές, να μην έχουμε εκπροσώπους;

Αυτό το «να συντρίψουμε το σύστημα» είναι μια ρητορική που συγγενεύει με εκείνη του Juan Branco στο βιβλίο του Abattre l’ennemi [Να συντρίψουμε τον εχθρό], δική μου πάντως δεν είναι. Όταν μιλάω, προσπαθώ να το κάνω σοβαρά. Συντρίβω το σύστημα δεν σημαίνει τίποτα. Καταρχήν η έννοια του συστήματος είναι μια έννοια που δεν ξέρω να χειρίζομαι. Για μένα, υπάρχει μια κοινωνία, σε αυτή την κοινωνία υπάρχουν συσχετισμοί, υπάρχουν κυρίαρχοι και αυτοί έχουν το πάνω χέρι. Καλύτερα να προσδιορίζαμε τους κυρίαρχους. Ποιοι είναι; Για μένα, είναι η οικονομία, οι κεφαλαιοκράτες. Είμαι πολύ κλασικός σ’ αυτά! Υπάρχει λοιπόν μια κυρίαρχη, μια άρχουσα τάξη που έχει τα κλειδιά, τους μοχλούς, και πρέπει να δημιουργήσουμε έναν συσχετισμό δυνάμεων ώστε να μην μπορεί τόσο άνετα να καταστρέφει τις κοινωνικές σχέσεις, τους μηχανισμούς πρόνοιας και ασφάλειας, και ταυτόχρονα τη γη, τα έμβια όντα, τη βιοποικιλότητα. Να τι πρέπει να κάνουμε!

Κατά τη γνώμη σας, οι κεφαλαιοκράτες έχουν συμφέρον να παραμένει ως έχει το ισχύον εκλογικό σύστημα;

Αυτός είναι ο πυρήνας του βιβλίου μου. Να υπενθυμίσω σε όσους ίσως τους έχει ξεφύγει ή το έχουν ξεχάσει, ότι το σύστημα των εκλογών είναι δημιούργημα της αστικής τάξης, της άρχουσας τάξης, αυτή το ενορχήστρωσε, σίγουρα όχι για να οργανώσει την καθαίρεσή της. Αντίθετα, ο εκλογικός μηχανισμός έχει σχεδιαστεί για να διαιωνίσει την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων, να ξορκίσει την πολιτική και κυρίως να ξορκίσει τους ανατροπείς. Στόχος είναι να απορροφάται η ανατρεπτική δύναμη ορισμένων δρώντων μειοψηφιών, άρα να βυθίζονται, να διαλύονται σε μια γενικευμένη μαλθακότητα που ονομάζεται εκλογές και που περισσότερο αφοπλίζει παρά διεγείρει την πολιτική δράση. Ούτε συνιστά την εναρκτήρια στιγμή της, όπως, για παράδειγμα, πιστεύει σήμερα η αριστερά στην οποία είμαι φίλα προσκείμενος. Πιστεύει δηλαδή ότι οι προεδρικές εκλογές μπορεί να είναι η εναρκτήρια στιγμή μιας επόμενης στιγμής που θα είναι οι βουλευτικές εκλογές, οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια μερική νίκη ή τουλάχιστον σε ένα καλό αποτέλεσμα, το οποίο καλό αποτέλεσμα θα μεταφραστεί σε αληθινή πολιτική από τα κοινωνικά κινήματα, σε κοινωνική αντιπαράθεση. Εγώ δεν το πιστεύω καθόλου. Υπό το φως της ιστορίας των εκλογών, βλέπω ότι αντίθετα οι εκλογές έχουν μια τεράστια ικανότητα να εξουδετερώνουν τις πολιτικές δυνάμεις και να βρισκόμαστε μετά σαν τους μαλάκες. 

Αναφέρεστε στο βιβλίο σας στην ψήφο εν καταστάσει, αντιπαραθέτοντάς την με την εκλογική ψήφο. Μια ψήφος εν καταστάσει δεν μιλά εν τέλει στο συναίσθημά μας, στις παρορμήσεις μας, ενώ η εκλογική ψήφος μας δίνει τον χρόνο να σκεφτούμε τα πράγματα; Έχω κατά νου την εικόνα της Σοβιετικής Ένωσης, όπου ψήφιζαν με ανάταση χειρός και όποιος δεν σήκωνε το χέρι τον εκτελούσαν. 

Έχετε μια… ελαφρώς προκατειλημμένη εικόνα για τη Σοβιετική Ένωση, ένα καθεστώς που δεν θα υπερασπιστώ, αλλά για το οποίο αξίζει τον κόπο να διαβάσει κανείς λίγο προσεκτικότερα και μάλιστα από διαφορετικές σκοπιές. Αν στη Σοβιετική Ένωση των δεκαετιών ‘60 -‘70 συνέχιζαν να ψηφίζουν με ανάταση χειρός θα ήταν καλό σημάδι. Δεν νομίζω να υπήρχε καν πια ανάταση χειρός, εκτός ίσως από το Πολιτμπιρό, αλλά δεν είναι αυτό το θέμα μας. Δεν νομίζω ότι η εκλογική ψήφος είναι λιγότερο συναισθηματική. Ξέρουμε ποια είναι τα «κουμπιά» που κάνουν τους ανθρώπους να ψηφίζουν το τάδε ή το δείνα πρόσωπο. Σε γενικές γραμμές, λειτουργούν με το συναίσθημα, με το πάθος, βασίζονται σε κάποιες λέξεις-κλειδιά ή διαισθήσεις, ή στο «ψηφίζω όποιον μ’ αρέσει η φάτσα του», «μ’ αρέσει – δεν μ’ αρέσει». Στην πραγματικότητα, στην εκλογική ψήφο υπάρχει ακόμα πιο πολύ συναίσθημα, γιατί είσαι εκτός καταστάσεως, δεν συνδέεσαι με το πραγματικό, οπότε ενεργοποιείται το επιδερμικό, τα σωθικά, αφού σε καμία στιγμή η πραγματικότητα δεν παρεμβάλλεται στη διαδικασία σκέψης. Ενώ στην ψήφο εν καταστάσει το πραγματικό είναι παρόν. Οι εργάτες που ψηφίζουν για τη συνέχιση ή όχι μιας απεργίας, οφείλουν να γνωρίζουν καλά το θέμα, να ξέρουν τι τους περιμένει όσον αφορά την αποτοπικοποίηση, τη μείωση του προσωπικού, το «κοινωνικό πλάνο» -για να χρησιμοποιήσω την απίθανη αυτή αντίφαση του νεοφιλελεύθερου λεξιλογίου που μιλά για προστασία των θέσεων εργασίας όταν ανακοινώνει ομαδικές απολύσεις. Νομίζω λοιπόν ότι εν καταστάσει είσαι πιο ορθολογικός, όχι με την έννοια της εγκεφαλικότητας, αλλά με την έννοια της παρουσίας του πραγματικού. Αντίθετα, η εκλογική ψήφος, επειδή είναι αφηρημένη, αφήνει να κυριαρχήσουν τα απωθημένα επιδερμικά συναισθήματα, όπως για παράδειγμα το απωθημένο ρατσιστικό συναίσθημα. Γι’ αυτό και τα ρατσιστικά κόμματα νιώθουν άνετα μέσα στο εκλογικό σύστημα.

Στη σελίδα 23 του βιβλίου, γράφετε: «Το 2005, τα τρία γράμματα του Όχι στο Σχέδιο της Συνθήκης για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα μπορούσαν με την ίδια ευκολία να μεταφραστούν ως κάλεσμα για την προστασία του κοινωνικού μας συστήματος από τη φιλελεύθερη ΕΕ, αλλά και ως κάλεσμα για την απέλαση των αφρικανών μεταναστών. Το βράδυ των αποτελεσμάτων, με το Όχι πανηγύριζαν και εθνικιστές και κομμουνιστές. Αυτό δεν αποδεικνύει την ομοιότητα των άκρων που τόσο αρέσει στο ακραίο κέντρο.» Τι είναι το ακραίο κέντρο;

Νομίζω ότι ο όρος διαδόθηκε από τον Alain Deneault, αλλά δεν είναι δικός του, είναι ενός άλλου διανοούμενου, το όνομα του οποίου -ας με συγχωρέσει- μου διαφεύγει. Πρόκειται για ιδιοφυή σύλληψη. Ενίοτε οι διανοούμενοι κάνουν ιδιοφυείς σκέψεις, και αυτή είναι μια εξ αυτών. Είναι ιδιοφυής επειδή μας λέει ότι οι άνθρωποι που μονίμως μας καλούν να μιλάμε με αποχρώσεις, που μισούν τα άκρα επειδή τα άκρα είναι ακραία άρα δεν έχουν αρκετές αποχρώσεις, αυτοί οι άνθρωποι δεν έχουν καμία απόχρωση στον τρόπο που υποστηρίζουν τις δικές τους απόψεις. Για μένα, το κέντρο δεν είναι ο χώρος των αποχρώσεων. Το κέντρο είναι μια πολιτική θέση την οποία οι κεντρώοι υπερασπίζονται ριζοσπαστικά. Για παράδειγμα, είναι ριζικά υπέρ της ατομικής ιδιοκτησίας, είναι ριζικά κατά της κατάργησης του σχολείου, είναι ριζικά υπέρ της προσοδοφόρας ατομικής ιδιοκτησίας. Έχω τρία διαμερίσματα, ζω σε άλλο δικό μου διαμέρισμα, αλλά βγάζω λεφτά από τα τρία διαμερίσματά μου χωρίς να δουλεύω, το χρήμα παράγει χρήμα. Αυτό λέγεται προσοδοφόρα ιδιοκτησία. Οι κεντρώοι είναι υπέρ της, και δεν βάζουν ουδεμία απόχρωση σ’ αυτό. Είναι επίσης υπέρ της κληρονομιάς, και δεν βάζουν ουδεμία απόχρωση. Είναι ριζικά κατά του να ανήκουν τα εργοστάσια στους εργάτες, είναι ριζικά κατά στο να εγκαταλείψουμε το λεγόμενο σωφρονιστικό σύστημα και να αναζητήσουμε έναν άλλο τρόπο ρύθμισης της παραβατικότητας και της εγκληματικότητας της κοινωνίας. Αυτό είναι το ακραίο κέντρο. Είναι άνθρωποι απολύτως ριζοσπαστικοί ως προς τις θέσεις τους και ως προς την υπεράσπιση της συντηρητικής τάξης πραγμάτων. Αρκεί να δει κανείς τις μούρες τους όταν στα αριστερά τους υπάρχει κάποιος τύπου Μελανσόν, πώς ενεργοποιούνται οι προγονικοί αστικοί φόβοι, δηλαδή η επιστροφή των μπολσεβίκων. Το ακραίο κέντρο είναι ο χώρος των αστών. Αυτό προσπαθώ να δείξω στο βιβλίο μου.

Η Μαρίν Λεπέν ανήκει σ’ αυτόν;

Φυσικά.  Η Μαρίν Λεπέν μεγάλωσε σε συγκεκριμένο περιβάλλον, είναι αστή. Το γεγονός ότι όσοι την ψηφίζουν δεν είναι αστοί, είναι άλλο θέμα. Στο πολιτικό φαντασιακό της Μαρίν Λεπέν και των παρατρεχάμενών της, στο στρατόπεδο το οποίο εκπροσωπεί, δεν αμφισβητείται καθόλου η αστική τάξη πραγμάτων. Και όποιος λέει ότι το κοινωνικό της πρόγραμμα είναι αριστερό, είναι ή ηλίθιος ή αγύρτης. Αναδεικνύει, για παράδειγμα, την αγοραστική δύναμη. Η αγοραστική δύναμη δεν είναι καθόλου αριστερή έννοια. Ο πραγματικά αριστερός δεν θέλει να έχει ο κόσμος μεγαλύτερη αγοραστική δύναμη. Γιατί αγοράζω σημαίνει καταναλώνω, και καταναλώνω σημαίνει ρυπαίνω, και θα πρέπει να μειώσουμε την κατανάλωση. Προφανώς κι εγώ θέλω να τα βγάζει πέρα ο κόσμος, να έχει φαΐ να φάει, αλλά αυτό δεν είναι αριστερό πρόγραμμα. Δεν βάλλει κατά της δομής της παραγωγής, της κατανάλωσης και του συσχετισμού δυνάμεων. Να πάψουμε να λέμε ότι η Μαρίν Λεπέν έχει στο πρόγραμμά της κάποια σημεία που είναι αριστερά, είναι ψέμα. Αντίθετα, βλέπω ότι στο πρόγραμμά της δεν υπάρχει τίποτα απολύτως που να θέτει υπό αμφισβήτηση τον τρόπο οργάνωσης της κοινωνίας. Ανήκει άρα στο αστικό, στο συντηρητικό μπλοκ, όπως επίσης και ο Ερίκ Ζεμούρ στου οποίου το περιβάλλον, στους χρηματοδότες του, υπάρχουν μόνο αστοί, άνθρωποι με περιουσία, με χαρτοφυλάκιο. Όλα αυτά λοιπόν ανήκουν στο στρατόπεδο της αστικής τάξης, στο στρατόπεδο της ισχύουσας τάξης πραγμάτων, για την οποία είναι κεφαλαιώδες να να μην αμφισβητούνται τα θεμελιώδη. Το να είσαι αριστερός σημαίνει ότι αμφισβητείς τα θεμελιώδη. 

Δεν μπορείς να είσαι αστός και αριστερός;

Φυσικά μπορείς. Τέτοια είναι η δική μου περίπτωση. Όμως ο αριστερός αστός είναι λίγο λιγότερο αστός. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ένας αστός που σκέφτεται ενάντια στον εαυτό του. Εγώ, ως προς τα οικονομικά μου, είμαι αστός. Υπάρχει αντίφαση; Όχι. Τάσσομαι ενάντια στα άμεσα συμφέροντά μου, αλλά δεν τάσσομαι ενάντια στα θεμελιώδη μου συμφέροντα. Ποιο είναι το δικό μου συμφέρον; -γιατί θεωρώ ότι πάντα σκεφτόμαστε με βάση το συμφέρον μας κι εγώ ενεργώ για το συμφέρον μου και ελπίζω ότι όλοι κάνουν το ίδιο. Υπάρχει το στιγμιαίο συμφέρον: αν ο πλούτος αναδιανεμηθεί ίσα, θα χάσω χρήματα, άρα αυτό είναι ενάντια στα άμεσα συμφέροντά μου. Όμως το θεμελιώδες, το βαθύτερο συμφέρον μου είναι ότι θέλω πάρα πολύ να δω να γίνεται αυτή η αναδιανομή, αυτή η μεγάλη αναδιοργάνωση, και τότε ευχαρίστως αποχωρίζομαι κάποια πράγματα στο βαθμό που είναι η εγγύηση της αναδιοργάνωσης που θα μου φέρει χαρά. Πραγματικά, το θέλω πολύ αυτό. Στη ζυγαριά των συναισθημάτων μου ανάμεσα στην επιθυμία μου να διατηρήσω τη μικροϊδιοκτησία μου και στην πολιτική μου επιθυμία να συμμετάσχω πραγματικά σε ένα συλλογικό κίνημα για τη ριζική αναδιοργάνωση της κοινωνίας, η δεύτερη επιθυμία είναι ισχυρότερη.

Μία από τις λύσεις που δίνετε, αντί της παραδοσιακής εκλογικής διαδικασίας, είναι η επιτακτική εντολή. Πιστεύετε ότι κάτι τέτοιο είναι βιώσιμο;

Είμαι σίγουρος! Οι αποφάσεις που εκφράζονται μέσω της ψήφου, γίνονται αμέσως αποφάσεις δράσης, ακολουθούνται άμεσα από πράξεις, σε αντίθεση με την περίπτωση της εκλογικής ψήφου. Αντικειμενικά, για το 80% των ανθρώπων που εκφράζονται μέσω ψήφου, η ψήφος τους δεν θα ακολουθηθεί ποτέ από πράξεις. Στην επιτακτική εντολή, εκλέγεις κάποιον να κάνει κάτι πολύ συγκεκριμένο, και ή το κάνει μέσα σε ένα προαποφασισμένο χρονικό πλαίσιο, ή ξηλώνεται. Τόσο απλό. Για παράδειγμα, σε διορίζω να διαχειριστείς την κατάργηση της κληρονομιάς. Αν δεν το έχεις κάνει σε 6 μήνες, φεύγεις. Αυτή είναι η επιτακτική εντολή.

Πρέπει όμως και να υπάρξει συμφωνία μεταξύ των ανθρώπων.

Μα αυτό είναι η δημοκρατία: άνθρωποι που συγκεντρώνονται και συμφωνούν.

Στα 60 εκατομμύρια;

Ποτέ δεν προχώρησε έτσι. Οι κοινωνίες αποτελούνται από δρώσες μειοψηφίες. Αναστατώνονται, γίνονται τρελοί οι επιστήθιοι φίλοι της πλειοψηφικής δημοκρατίας όταν το ακούνε, αλλά έτσι είναι! Επιπλέον, εδώ και 200 χρόνια, και στη Γαλλία με ένταση τα τελευταία 5 χρόνια, στην εξουσία βρίσκεται μια δρώσα μειοψηφία, η αστική τάξη. Αριθμητικά είναι μειοψηφία, και η πλειοψηφία τη σιχαίνεται. Η μειοψηφία αυτή έχει μεγάλο πλούτο, πολλούς μοχλούς εξουσίας, μεγάλη εμπειρία στην εξουσία η οποία εγγυάται την τεχνογνωσία της στη διατήρηση της εξουσίας. Αυτή η δρώσα μειοψηφία έχει σήμερα την εξουσία. Προτείνω να πάρει στα χέρια της την τύχη της κοινωνίας μια άλλη δρώσα μειοψηφία.

Ποια; Αν δεν είναι η μειοψηφία των αστών, θα είναι το πλειοψηφούν υπόλοιπο τμήμα.

Είναι αλήθεια ότι πλειοψηφία της χώρας αποτελείται από μη αστούς, μόνο που όλοι αυτοί δεν συμφωνούν μεταξύ τους. Υπάρχουν φασιστικές δρώσες μειοψηφίες.

Εάν η ψήφος, ως έχει σήμερα, δεν χρησιμεύει, τι να κάνουμε αύριο για να διασφαλίσουμε ότι η φωνή εκείνου που ψηφίζει θα ακουστεί;

Νομίζω ότι στην πραγματικότητα, και έτσι κλείνω και το βιβλίο μου, δεν μπορούμε να συλλογιστούμε τη δημοκρατία ανεξάρτητα από το κοινωνικό σύστημα μέσα στο οποίο ζούμε. Γενικά, βάζουμε το κάρο μπροστά από το άλογο. Πρώτα στοχαζόμαστε τη μεταρρύθμιση του δημοκρατικού συστήματος, για να μπορέσουμε μετά να περάσουμε στη μεταρρύθμιση σε βάθος της κοινωνικής οργάνωσης. Ισχύει όμως το αντίθετο. Η κοινωνική μας οργάνωση είναι βαθιά άνιση και αντιδημοκρατική. Πλήθος ανθρώπων στους χώρους εργασίας τους υφίστανται πράγματα για τα οποία δεν έχουν ερωτηθεί και τα οποία δεν έχουν αποφασίσει… 

 


Βιβλιογραφία του François Bégaudeau

Στα γαλλικά, λογοτεχνία και δοκίμια (τα πιο πρόσφατα): 

Entre les murs, Éditions Verticales, 2006
En guerre, éditions Verticales, 2018
Histoire de ta bêtise, Fayard/Pauvert, 2019
Un enlèvement, éditions Verticales, 2020
Notre joie, Fayard/Pauvert, 2021
Ma cruauté, éditions Verticales, 2022
Comment s’occuper un dimanche d’élection, Divergences, 2022
L’Amour, éditions Verticales, 2023

Στα ελληνικά:

Ανάμεσα στους τοίχους, μετάφραση Μαριλένα Κοραντζάνη, εκδόσεις Μεταίχμιο, 2008


Τη μετάφραση της Μυρτώς Ράις επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Αναδημοσίευση

Το περιοδικό Μarginalia σε εξαιρετικές περιπτώσεις αναδημοσιεύει κείμενα ή αποσπάσματα κειμένων μετά από συνεννόηση με τους εκδότες/τις εκδότριες και τους/τις συγγραφείς ή μεταφράστριες/μεταφραστές τους.

Σχετικά με τον συντάκτη

Μυρτώ Ράις

Μετά από σπουδές θεατρολογίας και πολλά χρόνια ζωής στο Παρίσι, η Μυρτώ Ράις επιστρέφει στην Αθήνα όπου ασχολείται κυρίως με την πολιτιστική διαμεσολάβηση: σχεδιάζει και υλοποιεί δράσεις για εφήβους και ενήλικες, είναι συνδιοργανώτρια του Φεστιβάλ Λυκαβηττού, μεταφράζει κείμενα και βιβλία που θέλει να διαβαστούν, και πρόσφατα άνοιξε το Στούντιο, έναν ευρυ-χώρο εκτός «οικονομίας», στην Πλατεία Εξαρχείων.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε