Επίκαιρα Τεύχος #1

Οι γερμανικές εκλογές και το προσφυγικό ζήτημα: τα σημεία τομής

Στιγμιότυπο από την ταινία του Wim Wenders, Τα φτερά του έρωτα (Der Himmel über Berlin), 1987.

Μπορεί, ὅταν διαβάζετε αυτές τις αράδες, η Γερμανία να έχει πια νέα κυβέρνηση, μετά τις εκλογές του Σεπτέμβρη· μπορεί και όχι (ακόμα). Ωστόσο έχει σίγουρα δρομολογηθεί, μέσα από μια κάπως ταραχώδη πορεία, ο σχηματισμός μιας κυβέρνησης με καγκελάριο την Άνγκελα Μέρκελ και με τη συμμετοχή της Ένωσης του Χριστιανοδημοκρατικού (CDU) και του Χριστιανοκοινωνικού κόμματος (CSU) από την μια και του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος (SPD) από την άλλη. Το ακροδεξιό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (Alternative für Deutschland, AfD) θα βρεθεί στη θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης και θα αξιοποιήσει τα ειδικά προνόμια που αυτή συνεπάγεται στην επόμενη κοινοβουλευτική περίοδο. Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν η πιο αναμενόμενη μετά το αποτέλεσμα των εκλογών· αρχικά μάλιστα έμοιαζε μάλλον ή εντελώς απίθανη. Οι λόγοι που οδήγησαν σε αυτήν είναι, προφανώς, αρκετοί και διαφορετικοί. Ανάμεσά τους σημαντική θέση κατέχει το πολιτικό και οικονομικό ζήτημα της διαχείρισης σε εθνικό επίπεδο των προσφύγων που έφτασαν στη Γερμανία.

Εκλογές 2017: Τα κόμματα και ο λόγος τους[1]

Το προσφυγικό ζήτημα μονοπώλησε σχεδόν την προεκλογική συζήτηση. Η διαφοροποιητική και σαφής στάση του AfD κατόρθωσε να ορίσει τη συζήτηση και να γίνει το σημείο αναφοράς για την τοποθέτηση όλων των υπόλοιπων κομμάτων.

ΤοAfD ιδρύθηκε το 2013 ως μάλλον περιθωριακό κόμμα συντηρητικών καθηγητών που εναντιώνονταν στη συμμετοχή της Γερμανίας στην ευρωζώνη. Εξελίχθηκε όμως γρήγορα σε κόμμα διαμαρτυρίας με μαζική απεύθυνση. Και η εκλογική του άνοδος και η συμμετοχή στο ομοσπονδιακό κοινοβούλιο στις εκλογές του Σεπτέμβρη ήταν προβλέψιμες: οι εκλογές, αφενός, σε διάφορα κρατίδια κατά το προηγούμενο διάστημα σήμαναν την είσοδο του AfD σε αρκετά κρατιδιακά κοινοβούλια,[2] ενώ η κοινωνική ακροδεξιά με κύριο εκφραστή της το ισλαμοφοβικό κίνημα PEGIDA (Πατριώτες Ευρωπαίοι ενάντιοι στην ισλαμοποίηση της Εσπερίας), εκπροσώπησε πολιτικά το κίνημα, ιδίως την περίοδο 2013–2015, κάνοντας αισθητή την παρουσία της ιδίως σε πρώην ανατολικά κρατίδια, με προπύργιο την πόλη της Δρέσδης.

Το AfD, από το 4,7% της πρώτης εκλογικής της καθόδου το 2013, άγγιξε το 12,6% στις εκλογές του Σεπτέμβρη. Απέσπασε 1 εκατομμύριο ψηφοφόρους από το CDU, 470.000 από το SPD, 400.000 από το Die Linke και 40.000 από το FDP. Έλαβε κυρίως την υποστήριξη ανέργων (23%), εργατών (22%), και σε μικρότερο βαθμό ιδιωτικών υπαλλήλων (13%), ελεύθερων επαγγελματιών (12%), συνταξιούχων (11%) και δημοσίων υπαλλήλων (10%). Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι το 15% των μελών συνδικάτων και ενώσεων εργαζομένων ψήφισαν το AfD.

Βασικοί πυλώνες του προγράμματος του AfDείναι το κλείσιμο των συνόρων, η παραχώρηση ασύλου μόνο σε άτομα με επαγγελματική εξειδίκευση που ανταποκρίνεται στη άμεση ζήτηση της γερμανικής αγοράς εργασίας, η προώθηση μιας ευνοϊκής οικογενειακής πολιτικής με σκοπό την εξασφάλιση της διαιώνισης των «biodeutsch», των εξ αίματος Γερμανών δηλαδή, η καταπολέμηση του Ισλάμ και η κατάργηση του σχολικού μαθήματος για το Ισλάμ, η έξοδος από την Ευρωζώνη κι η επαναφορά του γερμανικού μάρκου. Θεωρεί την Ευρωπαϊκή Ένωση αποτυχημένη «κατασκευή χωρίς πρότυπο» και την πολιτική μηδενικών επιτοκίων της ΕΚΤ εξαιρετικά επικίνδυνη για τις καταθέσεις των γερμανών πολιτών. Προτείνει την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους μέσω της περικοπής εξόδων για το προσφυγικό.[3] Τα προγραμματικά αυτά στοιχεία σε συνδυασμό με συνθήματα που αναθεματίζουν την αδιαφανή και διεφθαρμένη πολιτική του κατεστημένου και υπόσχονται την πραγματική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη αποφάσεων, θυμίζουν αρκετά έντονα την προεκλογική εκστρατεία του Ντόναλντ Τραμπ. Οι ομοιότητες είναι αρκετά προφανείς για να ξεφύγουν από την προσοχή των γερμανικών μέσων ενημέρωσης, τα οποία συχνά τις έχουν σχολιάσει.[4]

Στον αντίποδα των εκλογικών αποτελεσμάτων του AfD, τα αποτελέσματα για τα δύο «λαϊκά κόμματα» (Volksparteien) ήταν από πολύ κακά έως συντριπτικά.

Το Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα (SPD), επιβεβαίωσε την καθοδική πορεία της τελευταίας οχταετίας και έφτασε το ιστορικό χαμηλό του με ποσοστό 20%. Η νεοφιλελεύθερη στροφή της ατζέντας Σρέντερ (1998–2005) δείχνει να έχει σφραγίσει αμετάκλητα το σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Η εκλογή Σουλτς στην προεδρία του κόμματος τον Μάρτιο του 2017 χαιρετίστηκε θερμά από την αριστερή πτέρυγα του SPD, θεωρούμενη ως στροφή που θα επανέφερε την κοινωνική ατζέντα του κόμματος, ύστερα από μια οκταετία εμβάθυνσης της νεοφιλελεύθερης ατζέντας υπό την προεδρία του Zίγκμουντ Γκάμπριελ. Οι προσδοκίες διαψεύστηκαν, με τον Σουλτς να μετατοπίζεται στη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας –και λόγω της ηγεμονίας του AfD– ολοένα περισσότερο προς τις θέσεις του γνωστού SPD των δύο τελευταίων δεκαετιών.

Το CDU/CSU, το κόμμα όπου συνενώνονται Χριστιανοδημοκράτες και Χριστονοκοινωνιστές σημείωσε επίσης σημαντικές απώλειες της τάξης του 8,6%, συγκεντρώνοντας 32,9%. Η απώλεια των ψήφων του ανάγεται κυρίως στη μετατόπιση σημαντικής μερίδας των ψηφοφόρων του προς το AfD και το Φιλελεύθερο Δημοκρατικό Κόμμα(FDP). Τη μετατόπιση των πρώτων προκάλεσε κατά τα λεγόμενα των ιδίων η διαχείριση των προσφυγικών ροών από τη Μέρκελ, που κατά τη γνώμη τους υποσκάπτει τα συμφέροντα των γερμανών πολιτών, και των δεύτερων τόσο η διαχείριση του προσφυγικού όσο και η εναπομείνασα κοινωνική πολιτική που συνεπάγεται μικρότερα κέρδη και φορολογικές ελαφρύνσεις για το γερμανικό κεφάλαιο.

Το FDP ήταν, μετά το AfD, το μόνο επί της ουσίας κόμμα που σημείωσε σημαντική άνοδο. Αποκλεισμένο από το ομοσπονδιακό Κοινοβούλιο κατά την περίοδο 2013–2017, ύστερα από το εκλογικό ποσοστό 4,7% στις εκλογές του 2013, επανήλθε με 10,7%. Τα διακριτικά του χαρακτηριστικά εντοπίζονται στον συνδυασμό νεοφιλελευθερισμού και δικαιωματισμού, προσαρμοσμένου στις ειδικές ανάγκες και ευκαιρίες που παρουσιάζονται για το γερμανικό κεφάλαιο σε μια εποχή με έντονη μεταναστευτική ροή προς την Ευρώπη και τη Γερμανία ειδικά. Το FDP τάσσεται έτσι υπέρ της κυριακάτικης δουλειάς, επιδιώκει να αρθούν όλοι οι φραγμοί που εμποδίζουν την πλήρη εργασιακή απορρύθμιση, επικροτεί τον οικονομικό ανταγωνισμό και την επικράτηση του ισχυρότερου υπό τον μανδύα της αξιοκρατίας, και ταυτόχρονα υποστηρίζει την ελευθερία προσδιορισμού, τον γάμο μεταξύ ομοφύλων και την υιοθέτηση παιδιών από ομόφυλα ζευγάρια.[5] Σε σχέση με τους πρόσφυγες το FDP από την μία υιοθετεί μια ρητορική που υποστηρίζει το δικαίωμα διατήρησης της πολιτισμικής φυσιογνωμίας εκ μέρους των προσφύγων, σε αντίθεση με το CSU, το οποίο προτείνει συνταγματική αναθεώρηση για τον αυστηρό καθορισμό της διαδικασίας εισαγωγής και ενσωμάτωσης των προσφύγων. Από την άλλη, επιμένει ιδιαίτερα στη διάκριση των ξένων, μη-πολιτών της ΕΕ, που θέλουν να ζήσουν στη Γερμανία, σε πολιτικούς πρόσφυγες, πρόσφυγες από εμπόλεμες ζώνες και οικονομικούς μετανάστες. Το κρίσιμο σημείο είναι η αναγνώριση προσωρινού καθεστώτος προστασίας και δικαιώματος παραμονής στη Γερμανία για τους πρόσφυγες από εμπόλεμες ζώνες· το δικαίωμα αυτό πρέπει να εκπίπτει με τη λήξη του πολέμου στη χώρα προέλευσης των προσφύγων.[6]

Ελαφρά εκλογική άνοδο σημείωσαν οι Πράσινοι και το «Κόμμα της Αριστεράς» (Die Linke). To τελευταίο είχε αποσπάσει στην πρώτη του εκλογική κάθοδο, το 2009, το 25% των ψήφων: οι ψηφοφόροι του προέρχονταν κυρίως από τα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας και από τον κόσμο της εργασίας και των ανέργων. Ξεκίνησε και καθιερώθηκε ως το φιλολαϊκό (ή λαϊκίστικο, ανάλογα με την οπτική γωνία) κόμμα, το οποίο αντιπάλευε την εργασιακή επισφάλεια που επέφερε η αναδιάρθρωση και η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων και της πολιτικής κοινωνική πρόνοιας (Ατζέντα 2010). Σε αυτή την προεκλογική περίοδο αγωνίστηκε με αρκετή έμφαση και συνέπεια ενάντια στο AfD, δεν κατάφερε όμως να συγκρατήσει αισθητά την προέλασή του και να μετατρέψει την οργή και το αίσθημα ανασφάλειας των ψηφοφόρων της ακροδεξιάς σε επιθυμία για συσπείρωση και αλληλεγγύη με τους από κοινού πληττόμενους.

Το «Κόμμα της Αριστεράς» παρουσίασε διακριτές θέσεις συγκριτικά με τα υπόλοιπα κόμματα τόσο στο προσφυγικό όσο και στα εργασιακά, στο κοινωνικό κράτος και στους εξοπλισμούς (ενάντια στο πλαφόν για τους πρόσφυγες, αύξηση του κατώτατου μισθού, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κατάργηση του νόμου για την περιστολή των κοινωνικών επιδομάτων στο πλαίσιο της Ατζέντα 2010, παύση των εξαγωγών όπλων). Δεν κατάφερε να προσελκύσει τους κυρίως πληττόμενους από τις πολιτικές των κυβερνήσεων συνασπισμού, ενώ απώλεσε σημαντικά προπύργιά του στην Ανατολική Γερμανία, κυρίως λόγω της επικράτησης του AfD. Αντ’ αυτού, αύξησε την εκλογική του επιρροή στη Δυτική Γερμανία. Ενώ σταδιακά οι δυνάμεις του κόμματος στα ανατολικά και τις αγροτικές περιοχές μειώνονται, στα αστικά κέντρα της Δυτικής Γερμανίας ενισχύονται σημαντικά. Η ενίσχυση αυτή εκφράζεται όχι μόνο στα ποσοστά εκλογικής επιρροής αλλά και στην αύξηση του αριθμού των μελών του κόμματος.

Η αποτυχία των διερευνητικών συνομιλιών μεταξύ CDU/CSU, FDP και Πράσινων για τον σχηματισμό κυβέρνησης

Αμέσως μετά τα αποτελέσματα των εκλογών, το SPD δήλωσε ότι δεν ήταν διατεθειμένο να διαπραγματευτεί με το CDU/CSU, για να σχηματίσουν ξανά μια κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού». Με δεδομένη την άρνηση αυτή, το CDU/CSU ξεκίνησε διερευνητικές συζητήσεις και διαπραγματεύσεις με το κόμμα των Πράσινων και το FDP. Αυτές οι διαπραγματεύσεις διακόπηκαν στις 22 Νοεμβρίου με πρωτοβουλία του αρχηγού του FDP, Κρίστιαν Λίντνερ, ο οποίος αιτιολόγησε την αποχώρηση του κόμματός του, τονίζοντας τα ακόλουθα δύο σημεία: την ένστασή τους στο ενδεχόμενο εισόδου 60.000 προσφύγων για την επανένωση με μέλη των οικογενειών τους, που βρίσκονται ήδη στη Γερμανία, και την παράταση ισχύος του «Solidaritätszuschlag», ενός ειδικού φόρου για την υποστήριξη των κρατιδίων της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, που είχε επιβληθεί αμέσως μετά την επανένωση των Γερμανιών. Στη σχετική συζήτηση που αναπτύχθηκε επισημάνθηκε ότι η προβολή των συγκεκριμένων λόγων είναι σε κάποιο βαθμό προσχηματική· είναι πιθανόν η ηγεσία του FDP να θεώρησε ότι το κόμμα ήταν αδύναμο να ανταποκριθεί στα κυβερνητικά καθήκοντα χωρίς να συνθλιβεί ανάμεσα στους Χριστιανοδημοκράτες και τους Πράσινους κατά την άσκηση της διακυβέρνησης. Σε κάθε περίπτωση, ωστόσο, οι δύο αιτίες που προβλήθηκαν για να δικαιολογήσουν την απόφαση αποχώρησης από τις διαπραγματεύσεις είναι ενδεικτικές για τη σύνθεση λόγων που επιχειρεί το FDP: από τη μία, η δυσκολία επιβολής ενός αμιγώς νεοφιλελεύθερου μέτρου και από την άλλη, η δυσκολία επιβολής ενός μέτρου που επικοινωνεί με την πολιτική ατζέντα και την ρητορική του AfD.

Ο δρόμος προς την νέα κυβέρνηση «μεγάλου συνασπισμού»

Μετά την αποτυχία των διαπραγματεύσεων μεταξύ CDU/CSU, Πράσινων και FDP η πίεση στο SPD να προχωρήσει σε συζητήσεις για τη δημιουργία κυβέρνησης μεγάλου συνασπισμού εντάθηκε και, τελικά, η ηγεσία του κόμματος την αποδέχτηκε.[7] Στις 8 με 11 Ιανουαρίου τα δύο μεγάλα γερμανικά κόμματα προέβησαν σε διερευνητικές συνομιλίες για τη διαμόρφωση της κοινής τους πλεύσης. Η ηγεσία του SPD ξεπέρασε τον πρώτο σκόπελο στη διαδικασία έναρξης διαπραγματεύσεων στις 21 Γενάρη, όταν το έκτακτο συνέδριο του κόμματος ενέκρινε τη σχετική πρόταση με μικρή πλειοψηφία. Θεωρείται μάλλον δεδομένο ότι η διαδικασία θα καταλήξει στο σχηματισμό κυβέρνησης. Το ρεύμα, ωστόσο, στο εσωτερικό του SPD δεν είναι ασήμαντο: η αριστερή πτέρυγα και ιδίως η κομματική νεολαία εξέφρασαν από την αρχή την εναντίωσή τους στο ενδεχόμενο συνέχισης του μεγάλου συνασπισμού, επισημαίνοντας τον κίνδυνο της περαιτέρω απαξίωσης του κόμματος από τον κόσμο, τον οποίο κάποτε αποζητούσε να εκπροσωπήσει. Η ηγεσία από την άλλη, επιμένει στην ανάγκη ανανέωσης της κυβερνητικής συνεργασίας ως μοναδική λύση για την άρση του αδιεξόδου, στο οποίο έχει περιέλθει η πολιτική στη χώρα, εκτιμώντας ότι, αν προβληθεί (για άλλη μια φορά) ως πολιτική δύναμη που αναλαμβάνει τις (κυβερνητικές) ευθύνες της, θα αποτρέψει την απομάκρυνση των υποστηρικτών της.

Στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων το SPD προώθησε τα κύρια αιτήματά του, την επιβολή ενιαίας ασφαλιστικής κάλυψης για όλους τους εργαζόμενους (ανεξαρτήτως αν πρόκειται για ασφαλισμένους των δημόσιων ταμείων ή ιδιωτικών ασφαλιστικών εταιρειών) και την συνακόλουθη αναλογική συνεισφορά όλων στην παροχή υπηρεσιών υγείας και περίθαλψης (Bürgerversicherung). Προώθησε, επίσης, την αύξηση των δαπανών για τη δημόσια παιδεία. Η πρόταση να αξιοποιηθούν 4 δισεκατομμύρια για την ανέγερση κοινωνικών κατοικιών αποσκοπεί να συγκρατήσει κάπως την αύξηση των τιμών στα ενοίκια, η οποία έχει προκύψει μεταξύ άλλων και εξαιτίας της κατάργησης 100.000 κοινωνικών κατοικιών τα τελευταία χρόνια. Δεν επαρκεί, ωστόσο, σε καμία περίπτωση για μια συνολική λύση των ελλείψεων στην αγορά στέγης και των υπέρογκων τιμών των ενοικίων. Σε ανάδραση με τη διαφαινόμενη συντηρητικοποίηση και τη δεξιά στροφή στη χώρα,  η καταρχήν συμφωνία προβλέπει την αύξηση της χρηματοδότησης της ΕΕ με προφανή σκοπό τον πλήρη έλεγχο του προϋπολογισμού και επομένως της πολιτικής της ΕΕ  – μια Γερμανία χωρίς ΕΕ δεν έχει καμία ελπίδα ανταγωνισμού με τις ΗΠΑ και την Κίνα ή ενίσχυσης του στρατού και της αστυνομίας για την εσωτερική και εξωτερική άμυνα και ασφάλεια. Και στα δύο ζητήματα, που έγιναν οι αιτίες ή οι αφορμές για να εγκαταλείψει το FDP τις συνομιλίες για τον σχηματισμό ενός κυβερνητικού συνασπισμού Συντηρητικών, Πράσινων και Φιλελεύθερων, υιοθετούνται από την καταρχήν συμφωνία μεταξύ CDU/CSU και SPD εντελώς συντηρητικές θέσεις, πολύ κοντά σε αυτές που ήθελε να επιβάλλει το FDP: o φόρος αλληλεγγύης προς τα κρατίδια της πρώην Ανατολικής Γερμανίας καταργείται σταδιακά μέχρι το 2020· για τους πρόσφυγες ορίζεται ετήσιο πλαφόν (118.000 ως 220.000 νέοι πρόσφυγες ετησίως) και περιορίζεται σε 1000 τον μήνα ο αριθμός των προσφύγων που επιτρέπεται να εισέλθουν στη χώρα για να ξαναβρούν τις ήδη εγκατεστημένες στη Γερμανία οικογένειές τους.[8]

Οι ρυθμίσεις για τον περιορισμό και τον έλεγχο της εισόδου προσφύγων και η γενική αποδοχή που βρίσκουν τέτοιες ρυθμίσεις είναι μια σαφής ένδειξη της γενικής δεξιάς στροφής που παγιώθηκε στη γερμανική κοινωνία με τις τελευταίες εκλογές. Αυτή η «δεξιά στροφή» αποτυπώνει μια ήδη υπαρκτή πραγματικότητα στον κοινωνικοπολιτικό συσχετισμό, η οποία στον πολιτικό λόγο βρίσκει μια σύνθετη έκφραση. Το συνειδησιακό βάρος του εθνικοσοσιαλιστικού παρελθόντος έχει εγκαθιδρύσει στην κυρίαρχη μεταπολεμική γερμανική πολιτική έναν πολιτικά ορθό λόγο με δεσμευτικό χαρακτήρα, ο οποίος, αν σε ορισμένες εκδοχές του είναι ευκταίος, σε άλλες αξιοποιεί τη γλωσσική εργαλειοθήκη του δικαιωματισμού και της δημοκρατίας, για να μυστικοποιήσει έναν, στην ουσία του, συντηρητικό λόγο. Η κρίση που προκάλεσε στην Ευρώπη η αυξημένη είσοδος προσφύγων και μεταναστών την τελευταία διετία (μέχρι η ΕΕ να σταματήσει σε μεγάλο βαθμό τις μετακινήσεις προσφύγων με τις συμφωνίες με την Τουρκία και την Λιβύη) έδειξε σε σημαντικό βαθμό τα όρια αυτού του πολιτικά ορθού λόγου. Ο «μέσος», επίσημος λόγος που διατυπώθηκε στην προεκλογική εκστρατεία και αρθρώνεται ακόμα αντιμετωπίζει τη μετανάστευση καθεαυτή ως γενικώς επιθυμητή: η Γερμανία ομολογουμένως αποτελεί χώρα υποδοχής μεταναστών και χρειάζεται νέο εργατικό δυναμικό για να καλύψει τις δημογραφικές της ανάγκες. Αναφέρεται ως «ενδεικτικό» ρεύμα μετανάστευσης αυτό της δεκαετίας του ενενήντα, το υψηλά εξειδικευμένο, προερχόμενο από την πρώην Γιουγκοσλαβία και τη Σοβιετική Ένωση. Αυτό που γίνεται αντιληπτό ως πρόβλημα, ειδικά αναφορικά με το ρεύμα του 2015 από τη Συρία, είναι ο υψηλός μέσος όρος ηλικίας, η χαμηλή εξειδίκευση των προσφύγων και η «αφέλεια» της Γερμανίας, που αφήνει ανοιχτά τα σύνορά της σε αντίθεση με τα υπόλοιπα ευρωπαϊκά κράτη.

Επί της ουσίας, ο παραπάνω λόγος αντιστοιχεί με σχετικά μεγάλη ακρίβεια στον λόγο και την προεκλογική τοποθέτηση του FDP και μερικώς του SPD, εκ μέρους της πολιτικής, καθώς και ευάριθμων thinktanks και οικονομολόγων.[9] Διακρίνεται από τον λόγο του CSU και του ρητά ακροδεξιού AfD ως προς την επιμελή επιδίωξη ενός υποτιθέμενου αποϊδεολογικοποιημένου πραγματισμού: δεν εντοπίζει το πρόβλημα στην πολιτισμική και θρησκευτική ετερότητα των προσφύγων, αλλά στην αδυναμία επαρκούς εκμετάλλευσης της εργατικής τους δύναμης, που οφείλεται στον αυξημένο μέσο όρο ηλικίας τους και στα κρατικά έξοδα που προϋποθέτει η εκμάθηση της γερμανικής και η επαγγελματική τους κατάρτιση για την είσοδό τους στην αγορά εργασίας. Ο μακροοικονομικός υπολογισμός των εξόδων του γερμανικού κράτους για τους πρόσφυγες οδηγεί, συνεπώς, στο ακόλουθο συμπέρασμα: απαιτείται η θέσπιση ενός μεταναστευτικού νόμου κατά το πρότυπο του Καναδά, ήτοι η αποκλειστική αποδοχή πολιτικών προσφύγων – μεμονομένων ατόμων και υψηλά εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, υπό τον συμπληρωματικό όρο της ικανότητας ταχείας εκμάθησης της γλώσσας, προς περιορισμό των δυνητικών κρατικών εξόδων, εξαιτίας της καθυστέρησης εισόδου στην αγορά εργασίας. Εάν μπορούσαμε να συνοψίσουμε σε ένα σλόγκαν την παραπάνω λογική, αυτό θα ήταν «ναι στην εκμετάλλευση της εργατικής δύναμης από όπου κι αν προέρχεται», δηλαδή μια λογική που στην πραγματικότητα αποτελεί τον απογυμνωμένο, ανεστραμμένο λόγο του (νεο)φιλελεύθερου δικαιωματισμού: η «ανοχή της διαφορετικότητας χάριν του πλουραλισμού και της ελευθερίας» ως η «ανοχή της διαφορετικότητας χάριν της αξιοποίησης του κεφαλαίου».

Η «πραγματιστική» αυτή τοποθέτηση αντιπαρατέθηκε στην «ανθρωπιστική», εμβληματική στιγμή της οποίας ήταν η επιλογή της Α. Μέρκελ να μην κλείσει τα σύνορα της χώρας στους πρόσφυγες τον Σεπτέμβρη του 2015, και επικοινωνεί άριστα με τη «(ξενο)φοβική/ρατσιστική» τοποθέτηση, όπως αυτή εκπροσωπείται ευρκινέστατα από το AfD. Αυτό το ιδιότυπο μείγμα πραγματισμού και ξενοφοβίας αποκρυσταλλώθηκε στις ομοσπονδιακές εκλογές του Σεπτέμβρη και εκφράζεται:

  • με τη μετατόπιση ψηφοφόρων από το κόμμα της Μέρκελ προς το FDP και το AfD,
  • με την επιλογή του FDP να διακόψει τις διερευνητικές συνομιλίες, μεταξύ άλλων επειδή ήταν ανυποχώρητο στο ζήτημα εισόδου 60.000 προσφύγων για την επανένωση με μέλη των οικογενειών τους και
  • με τη θέσπιση ανώτατου ορίου στην υποδοχή προσφύγων ως αποτέλεσμα των διερευνητικών συνομιλιών CDU/CSU και SPD.

Η στροφή μεγάλης μερίδας πολιτών από την «ανθρωπιστική» αντίληψη της άνευ όρων αποδοχής των προσφύγων στην «πραγματιστική» τοποθέτηση περί μετανάστευσης υψηλής εξειδίκευσης είναι αδιανόητη χωρίς τη διαμεσολαβητική επιρροή του ξενοφοβικού/ρατσιστικού λόγου του AfD, ακόμα κι όταν αυτή δεν εκφράστηκε με ευθεία υποστήριξη του ακροδεξιού κόμματος, και συνιστά την πεμπτουσία της «δεξιάς στροφής,» η οποία σφραγίζει το μετεκλογικό γερμανικό τοπίο.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δήμητρα Αλιφιεράκη

Δήμητρα Αλιφιεράκη

Η Δήμητρα Αλιφιεράκη είναι φιλόλογος και σπουδάζει φιλοσοφία στο Πολυτεχνείο του Βερολίνου.

Σχετικά με τον συντάκτη

Στέλιος Χρονόπουλος

Στέλιος Χρονόπουλος

Ο Στέλιος Χρονόπουλος είναι κλασικός φιλόλογος, αριστερόχειρας, με μητρική γλώσσα τα νέα ελληνικά. Διδάσκει αρχαία ελληνικά και λατινικά στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ της Γερμανίας. Έχει γράψει ένα βιβλίο για τις δραματικές λειτουργίες της σάτιρας στον Αριστοφάνη κι ετοιμάζει ένα για τις λεξικογραφικές δομές στο «Ονομαστικό» του Πολυδεύκη. Τα τελευταία χρόνια περιπλανιέται στα (πολλά) αδιέξοδα, τις λεωφόρους και τα σοκάκια των ψηφιακών ανθρωπιστικών σπουδών, με ολοένα και μεγαλύτερο ενθουσιασμό (ειδικά για τα αδιέξοδα).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε