Κριτική

Για μια ιστορία του καπιταλισμού «στην πράξη»

Η Αυτοκρατορία του Βαμβακιού του Sven Beckert

Empire of Cotton. A Global History.
Sven Beckert
Εκδόσεις Alfred A. Knopf, Νέα Υόρκη, 2014 | 855 σελίδες

 

«Για μια στιγμή φαντάσου, αν μπορείς, έναν κόσμο χωρίς βαμβάκι. Ξυπνάς το πρωί σε ένα κρεβάτι κουκουλωμένος με γούνα ή άχυρα. Ντύνεσαι με μάλλινα ρούχα ή αν το επιτρέπει ο καιρός και η υγεία σου, με λινά ή ακόμα και μεταξένια ρούχα. Επειδή είναι δύσκολο να τα πλύνεις, και επειδή είναι ακριβά, ή είσαι εσύ αυτός που τα φτιάχνει, κουραστική δουλειά, τα αλλάζεις σπάνια. Αυτά μυρίζουν και σε ξύνουν. Κατά βάση είναι μονόχρωμα, από την στιγμή, που εκτός από το βαμβάκι, το μαλλί και τα άλλα φυσικά υφάσματα δεν βάφονται αρκετά εύκολα. Και εσύ βρίσκεσαι γύρω από πρόβατα: θα απαιτούνταν περίπου 7 δισεκατομμύρια πρόβατα για να παράξουν την ποσότητα μαλλιού που θα αντιστοιχούσε στην σημερινή παγκόσμια παραγωγή βαμβακιού. Αυτά τα 7 δισεκατομμύρια πρόβατα θα χρειάζονταν 700 εκατομμύρια εκτάρια γης για να τραφούν, δηλαδή περίπου 1.6 φορές της επιφάνειας των χωρών της σημερινής Ευρωπαϊκής Ένωσης».[1]


Με αυτόν τον λογισμό ο ιστορικός Sven Beckert στην μελέτη του Empire of Cotton, a Global History μας καλεί να σκεφτούμε την ύπαρξη του ανθρώπινου πολιτισμού χωρίς την καλλιέργεια του βαμβακιού, ενός φυτού το οποίο συνδέθηκε τόσο στενά με την καθημερινότητά μας, ώστε η ύπαρξή του να φαντάζει περίπου αυτονόητη σε έναν «δυτικό άνθρωπο» ή να περνά σχεδόν απαρατήρητη.[2] Παρότι η παραγωγή του βαμβακιού απασχόλησε ιδιαίτερα τους ιστορικούς ήδη από τον 19ο αιώνα -περίοδο που η βαμβακοβιομηχανία είχε αποκτήσει ήδη κεντρική θέση στις εθνικές οικονομίες- οι περισσότερες προσεγγίσεις θα αφορούσαν την μελέτη της ιστορίας της καλλιέργειας του βαμβακιού ή της βιομηχανίας της υφαντουργίας κυρίως σε τοπικό ή εθνικό επίπεδο.[3] Ο Sven Beckert, ακολουθώντας τους ιστορικούς που συγκρότησαν αρχικά στις ΗΠΑ από την δεκαετία του 1990 το πεδίο έρευνας της «παγκόσμιας οικονομικής ιστορίας» (global economic history), προχώρησε στην μελέτη της καλλιέργειας του βαμβακιού ανά τον κόσμο , στο ιστορικό πλαίσιο της εκβιομηχάνισης.[4] Το κεντρικό θέμα της μελέτης του Beckert, σε αντίθεση με ό, τι μας παραπέμπει ο τίτλος του βιβλίου, προκαλώντας μας ένα πρώτο ξάφνιασμα, δεν είναι η ιστορία του φυτού ή του ρουχισμού, αλλά η μελέτη της ιστορίας του καπιταλισμού στην πράξη και η αναζήτηση των κινητήριων δυνάμεων που διαμόρφωσαν την σύγχρονη οικονομία μέσα από την ιστορία ενός εμπορεύματος.

Το βιβλίο, εκδομένο ήδη σε πλήθος γλωσσών (γερμανικά, τούρκικα, ισπανικά, ιταλικά, κινέζικα, ολλανδικά κ.ά., ενώ από το 2019 υπό έκδοση στους καταλόγους των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης) και αναγνωρισμένο με πολλές διακρίσεις, ανάμεσα στις οποίες η συμπερίληψή του στα 10 πιο σημαντικά βιβλία για το 2015 από την εφημερίδα The New York Times και η συμμετοχή του στα Pulitzer, καθιερώθηκε ως έργο αναφοράς της παγκόσμιας οικονομικής ιστορίας, ενώ ταυτόχρονα διαβάστηκε κι από ένα μη ειδικό αναγνωστικό κοινό.[5] Πώς εξηγείται όμως αυτό το εκδοτικό ενδιαφέρον για ένα βιβλίο οικονομικής ιστορίας, του οποίου το μέγεθος (660 σελίδες) και το ειδικό θέμα φαινομενικά θα αποθάρρυνε τους αναγνώστες;

Ο Beckert προκαλεί εδώ ένα δεύτερο ξάφνιασμα στους αναγνώστες, το οποίο προκύπτει από την ευρεία αντίληψή του για την οικονομική ιστορία, καθώς δεν βασίστηκε στις κλειομετρικές μετρήσεις και σε εξαντλητικά ποσοτικά και μαθηματικά μοντέλα για τους δείκτες κίνησης της παραγωγής ή κατανάλωσης μεταξύ αυστηρών χωρικών και χρονολογικών ορίων. Ο ιστορικός, συνομιλώντας με την πλούσια διεθνή βιβλιογραφία για το θέμα αλλά προχωρώντας και στην έρευνα πρωτογενούς υλικού, επιδιώκει την ανασύνθεση της εικόνας του κόσμου του βαμβακιού, όπου η καλλιέργειά του, η κυκλοφορία, η επεξεργασία και η ιδιοκτησία των παραγόμενων προϊόντων τίθενται ως διαδικασίες που διαπλέκονται στα πλαίσια των μεταβαλλόμενων κοινωνικών και κρατικών δομών. Υπ’ αυτό το πρίσμα, εξετάζεται «η διαμόρφωση των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής σε παγκόσμιο επίπεδο που οδήγησε στην άνοδο και την πτώση της ευρωπαϊκής κυριαρχίας της αυτοκρατορίας, η μεγάλη απόκλιση μεταξύ εκβιομηχανισμένων και κρατών και όσων δεν ήταν, μεταξύ των αποικιοκρατικών κρατών και των αποικιοκρατούμενων, μεταξύ του «παγκόσμιου Βορρά» και του «παγκόσμιου Νότου».

De boomwol, Luik 1894- 1959, Amsterdam, Rijksmuseum

Ο Beckert, σε αντίθεση με μια σμιθιανή και νεοκλασική ερμηνεία της μοναδικής ευρωπαϊκής οικονομικής ανάπτυξης που πραγματοποιήθηκε τάχα ως αποτέλεσμα της «φυσικής» αυτοοργάνωσης της οικονομίας, της επιχειρηματικής ανταγωνιστικότητας, της επίδρασης της προτεσταντικής ηθικής, των παραδόσεων του Διαφωτισμού και της σημασίας των ιδιαίτερων κλιματολογικών και γεωγραφικών συνθηκών, θα στραφεί στο πώς τα ευρωπαϊκά κράτη ως φορείς εξουσίας και κεφαλαίου επιδίωξαν βίαια να σφυρηλατήσουν ένα σύνθετο παγκόσμιο σύστημα παραγωγής, κινητοποιώντας κεφάλαια, μηχανισμούς, δίκτυα, θεσμούς και την τεχνολογία.[6] Η πορεία διαμόρφωσης της κυριαρχίας των ευρωπαϊκών χωρών δεν ήταν ούτε προκαθορισμένη ούτε ανεξάρτητη από εκείνη του υπόλοιπου κόσμου, θα προέκυπτε περισσότερο ως αποτέλεσμα των εθνικών και διεθνικών κοινωνικών συγκρούσεων.

Το βιβλίο ξεκινά με την προϊστορία του βαμβακιού. Εκεί μαθαίνουμε μεταξύ άλλων ότι το βαμβάκι ως φυτικό είδος αριθμεί περίπου 10 εως 20 εκατομμύρια χρόνια ζωής, ενώ η καλλιέργειά του από τον άνθρωπο τοποθετείται πριν από την εποχή του χαλκού στην Ασία, σε τμήματα της Αφρικής και την Κεντρική και Νότια Αμερική. Για τους επόμενους αιώνες το βαμβάκι συνδυαστικά με άλλα φυτά θα καλλιεργούνταν σταθερά, ενώ τα στάδια επεξεργασίας του για την παραγωγή ρουχισμού θα πραγματοποιούνταν εντός των καταμερισμών εργασίας των ίδιων των νοικοκυριών, είτε και εντός των καταμερισμών εργασίας των επικρατειών συγκεκριμένων κέντρων διοίκησης, με σκοπό την αυτοκατανάλωση και την αυτάρκεια, αλλά και ως μορφή πληρωμής φόρων έγγειας ιδιοκτησίας.

Ακόμα και αν η παραγωγή βαμβακιού και ρουχισμού δεν λάμβανε αρχικά χώρα σε πλαίσιο εντατικοποιημένης εργασίας, ο Beckert υποστηρίζει, σε κοινή κατεύθυνση με τα συμπεράσματα των γνωστών ιστορικών της παγκόσμιας οικονομικής ιστορίας που μελέτησαν την οικονομική ανάπτυξη στην Ασία σε σύγκριση με την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη (βλ. Kenneth Pomeranz, Robert Allen, Parthasarathi), ότι κατά τα τέλη της δυναστείας των Ming στην Κίνα τον 17ο αιώνα και στην Ινδία το 1750, θα παράγονταν ποσότητες βαμβακιού αντίστοιχες με εκείνες των ΗΠΑ στην δεκαετία του 1850.[7] Ο γεωγραφικός καταμερισμός εργασίας για την αξιοποίηση των βέλτιστων περιβαλλοντικών συνθηκών στον ποταμό Yangze, ο ρόλος των νοικοκυριών, ο έμφυλος διαχωρισμός εργασίας στα στάδια της υφαντουργικής παραγωγής, η τεχνολογική καινοτομία στην Κίνα και την Ινδία και η χρήση νέων χειροκίνητων εργαλείων, όπως οι κύλινδροι καθαρισμού για τον διαχωρισμό των σπόρων (roller gin), ο περιστρεφόμενος τροχός (spinning wheel), νέα είδη αργαλειών κ.ά., ήταν ορισμένοι σημαίνοντες παράγοντες για την επίτευξη της οικονομικής ανάπτυξης και την αύξηση της παραγωγής βάμβακος στις περιοχές αυτές.

Ιδιαίτερα μετά τον 12ο αιώνα, παρότι το βαμβάκι ταξίδεψε μέσω των εμπόρων από την Κεντρική Αμερική στην Δυτική ακτή του Μεξικό και από την Ασία στην Αφρική και την Μεσόγειο, η καλλιέργεια και η επεξεργασία του παρέμεινεμικρής κλίμακας μέχρι τον 17ο-18ο αιώνα.[8] Οι ασιατικές χώρες, παρότι εξήγαγαν προς τη δύση περίτεχνα βαμβακερά υφάσματα και άλλα είδη πολυτελών προϊόντων, όπως πορσελάνες και μετάξι, δεν θα κατάφερναν να εξάγαγουν και τις μεθόδους παραγωγής τους, αντίθετα θα απαιτούνταν μια πολύ πιο ριζοσπαστική αναδιοργάνωση των ευρωπαϊκών οικονομιών και των κοινωνιών για να πραγματοποιηθεί η ανάπτυξη της βαμβακοβιομηχανίας, η οποία δεν θα αργούσε.[9]

Η κρίση της φεουδαλικής παραγωγής στην βορειοδυτική Ευρώπη μετά τον τριακονταετή πόλεμο και ιδιαίτερα στην Αγγλία, που εκφράστηκε με την αδυναμία αύξησης της παραγωγικότητας στην γεωργία και χειροτέρευση του επιπέδου διαβίωσης κατά τον 17ο και 18ο αιώνα, οδήγησε, σύμφωνα με μαρξιστές ιστορικούς όπως ο Eric Hobbsbawm, ο Robert Brenner και ο Cristopher Isett, σε καθοριστικές αλλαγές στον τρόπο και βαθμό εκμετάλλευσης της γης με στόχο την συσσώρευση πλούτου.[10] Η μετατροπή των δουλοπάροικων σε μισθωτούς αγρότες, η εμπορευματοποίηση της γης και η στροφή προς νέες εμπορικές καλλιέργειες (καλαμπόκι, πατάτες, καπνός) αποτέλεσαν διαδικασίες βάσει των οποίων έγινε δυνατή η βιομηχανική επανάσταση, αλλά επέτρεψαν επίσης στις ευρωπαϊκές δυνάμεις να επιβληθούν σε άλλες περιοχές του κόσμου μέσω μια νέας μορφής αποικιοκρατίας.[11]

Ο Beckert, χωρίς να αναμιχθεί στην ιστορική συζήτηση για την μετάβαση από τον «φεουδαλισμό» στον καπιταλισμό, θα συμφωνήσει με τους προαναφερθέντες ιστορικούς πως τον 17ο αιώνα συντελέστηκαν γεγονότα αποφασιστικής σημασίας για την διαμόρφωση της παγκόσμιας βαμβακοβιομηχανίας. Οι γνώσεις και οι εμπειρίες των υπερατλαντικών ταξιδιών των Ευρωπαίων θαλασσοπόρων και η πολεμική ναυσιπλοΐα, τα προβιομηχανικά εμπορικά κέντρα και δίκτυα, οι νέες μέθοδοι καλλιέργειας της γης, θα τίθονταν υπό τον έλεγχο των ευρωπαϊκών κρατών, τα οποία θα προχωρούσαν στην αναδιοργανώση των τρόπων παραγωγής και του καταμερισμού εργασίας, με στόχο την ολοένα βελτιστοποίηση της ικανότητας τους να συγκεντρώνουν πλούτη, πόρους και εξουσία. Αυτή η παρέμβαση των ευρωπαϊκών δυνάμεων θα αποδεικνυόταν και από το γεγονός ότι την ίδια περίπου περίοδο ιδρύθηκαν εθνικές εταιρείες σε χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Αμερικής με σκοπό τον μονοπωλιακό έλεγχο της κυκλοφορίας του βαμβακιού: το 1600 ιδρύθηκε η British East India Company από τους Βρετανούς, το 1602 ιδρύθηκε η Ολλανδική Εταιρεία Dutch Vereenigde Oost Indische Compagnie, η δανέζικη Εταιρεία Dansk Ostindiske Kompagni το 1616, ενώ αργότερα το 1664 ιδρύθηκε η γαλλική Compagnie des Indes Francaise.[12] Σε αυτό το σημείο ο Beckert τοποθετεί την αρχική και αποφασιστική προσπάθεια μετασχηματισμού του βαμβακιού από προϊόν που καλλιεργούνταν και επεξεργαζόταν με σκοπό κυρίως την κάλυψη αυτοκαταναλωτικών αναγκών σε προϊόν του σύγχρονου καπιταλισμού.

H ανάδυση της αυτοκρατορίας του βαμβακιού και ο πολεμικός καπιταλισμός

Η κυριαρχία των ευρωπαϊκών δυνάμεων στην παραγωγή και το εμπόριο βαμβακιού θα λάμβανε χώρα παράλληλα με το δουλεμπόριο, το εμπόριο του χρυσού και του ασημιού από την Αμερική και την Αφρική, τις καλλιέργειες νέων ποικιλιών (καπνός, ρύζι, κ.ά.). Ο Beckert, για να τονίσει αυτόν τον βίαιο και καταναγκαστικό χαρακτήρα που χαρακτήριζε τη διαδικασία της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής επέκτασης και της εμπορικής σύλληψης του κέρδους, έκανε λόγο για την διαμόρφωση ενός πολεμικού καπιταλισμού (war capitalism) σε αντίστιξη προς τον λεγόμενο εμπορικό ή μερκαντιλιστικό καπιταλισμό για την περιγραφή της ίδιας περιόδου. Πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία δεν είχαν θεμελιωθεί ακόμα οι θεσμικές συγκροτήσεις και το κράτος δικαίου, ενώ το κύριο χαρακτηριστικό της ήταν κατά τον συγγραφέα περισσότερο η ανάγκη προστασίας της ιδιοκτησίας, που προέκυπτε μέσω της απαλλοτριωτικής συσσώρευσης ή της συσσώρευσης μέσω της αφαίρεσης πόρων από άλλους κατά τον David Harvey, στον οποίο γίνεται και παραπομπή.[13]

Hine Lewis Wickes, Rhodes Mfg. Co., Lincolnton, N.C. Spinner. A moments glimpse of outer world said she was 10 years old. Been working over a year, Library of Congress, 1908.

Πιο συγκεκριμένα ο Beckert γράφει για την πορεία προς την εκβιομηχάνιση πως «η επέκταση των ευρωπαϊκών δικτύων του εμπορίου στην Ασία, την Αφρική και την Αμερική, δεν βασίστηκε πρωταρχικά στην προσφορά ανώτερων προϊόντων σε καλές τιμές, αλλά στην καθυπόταξη των αντιπάλων και στην εξαναγκαστική ευρωπαϊκή εμπορική παρουσία σε πολλά μέρη του κόσμου», και συνεχίζει σχολιάζοντας πως «ο πολεμικός καπιταλισμός βασίστηκε στην ικανότητα των πλούσιων και ισχυρών Ευρωπαίων να διαχωρίζουν τον κόσμο σε έναν εσωτερικό και έναν εξωτερικό κόσμο.»[14] Στην βάση αυτού του διαχωρισμού ο εσωτερικός κόσμος θα χαρακτηριζόταν από τους νόμους, θεσμούς, τις ιδιαίτερες παραδόσεις των εθνών κρατών που θα επιβάλλονταν. Ο εξωτερικός κόσμος από την άλλη, θα χαρακτηριζόταν από την ιμπεριαλιστική κυριαρχία, την επέκταση των εποικισμών, την εξόντωση των ιθαγενικών πληθυσμών, την δουλεία και την κυριαρχία ιδιωτών καπιταλιστών σε απέραντες εκτάσεις γης, οι οποίοι παρότι σε απόσταση, βρίσκονταν υπό την εποπτεία των ευρωπαϊκών κρατών. Η δουλεία, η αποικιακή κυριαρχία, το στρατιωτικοποιημένο εμπόριο και οι απαλλοτριώσεις γης ήταν το γόνιμο έδαφος πάνω στο οποίο ένα νέο είδος καπιταλισμού θα ανέκυπτε.[15]

Στην παραπάνω διχοτομική διάκριση που επιχειρεί ο Beckert για την περιγραφή του 18ου αιώνα, του αιώνα της γενικής οικονομικής επιτάχυνσης και του προβαδίσματος του καπιταλισμού και της τάσης ενοποίησης της διασκορπισμένης παραγωγής, κατά τον Fernand Braudel, θα μπορούσαμε να διακρίνουμε την ερμηνευτική προσέγγιση του συγγραφέα.[16] Η απαρχή της αυτοκρατορίας του βαμβακιού που τοποθετείται από τα τέλη του 18ου αιώνα, ιδιαίτερα μετά τους Ναπολεόντειους πολέμους μέχρι και το 1861, την περίοδο δηλαδή της πρώτης βιομηχανικής επανάστασης, κατέστη δυνατή χάρη στην ικανότητα των κυρίαρχων ευρωπαϊκών αστικών τάξεων με πρωπορεύουσα εκείνη της Αγγλίας, να κινητοποιήσουν τεράστιες εργασιακές δυνάμεις σε παγκόσμια κλίμακα γύρω από μια συγκεκριμένη βιομηχανία, οργανώνοντας για τον σκοπό αυτό την αγροτική, την μεταπρατική παραγωγή και τους νέους εμπορικούς δρόμους. Ωστόσο, η ανάδυση της αυτοκρατορίας του βαμβακιού, είτε αφορούσε χώρες και περιοχές, στις οποίες καλλιεργούνταν προβιομηχανικά, είτε σε χώρες όπου η καλλιέργεια του επιβλήθηκε από εποίκους (Ακτή Ελεφαντοστού, Κογκό, Μοζαμβίκη κ.ά.), δεν θα ακολουθούσε μια προδιαγεγραμμένη πορεία αλλά θα μεσολαβούνταν από τις εκβάσεις των εσωτερικών και των εξωτερικών κοινωνικών ανταγωνισμών.

Το ερμηνευτικό σχήμα που ακολουθεί o Beckert επικοινωνεί με τις θεωρίες εξάρτησης και την ανάλυση του παγκόσμιου συστήματος κατά τους Immanuel Wallerstein, Giovanni Arrighi, Gunder Frank και άλλους. Αυτές οι θεωρίες μελέτησαν την σχέση του βιομηχανικού «κέντρου» και της αναπτυσσόμενης «περιφέρειας», μια σχέση που θεματοποιήθηκε στην ευρωπαϊκή ιστοριογραφία ήδη τις δεκαετίες του 1960 και 1970. Διακρίνουν ανάμεσα σε παγκόσμιο Βορρά και παγκόσμιο Νότο, προκειμένου να περιγράψουν την άνιση ανάπτυξη και την αναζήτηση, εκ μέρους των ευρωπαϊκών κρατών, σταθερής και φτηνής εργασίας στις αποικίες, μπροστά στη διαμόρφωση ενός παγκόσμιου καταμερισμού εργασίας.[17] Ωστόσο, η αυτοκρατορία του βαμβακιού κατά τον συγγραφέα δεν βασίστηκε αποκλειστικά στην εκμετάλλευση των αποικιών από την Αγγλία και τα υπόλοιπα βιομηχανικά ευρωπαϊκά κράτη των περιφερειακών ή ημιπεριφερειακών χωρών. H επεξεργασία του βαμβακιού αποτέλεσε και μια από τις πιο σημαντικές βιομηχανίες μανιφακτούρας της Βορειοδυτικής Ευρώπης.[18] Έτσι, ο Beckert εστιάζει αναλυτικά σε κάθε στάδιο και διαδρομή που ακολουθούσε το βαμβάκι, από τους αγρότες και τους δούλους στις φυτείες της περιφέρειας, στους άντρες, τις γυναίκες και τα παιδιά που εργάζονταν στα υφαντουργικά εργοστάσια των βιομηχανικών κέντρων και τους εμπόρους, τους ραντιέρηδες και επιχειρηματίες των μητροπόλεων και της υπαίθρου.

 

Η πληθώρα των κοινωνικών αντιθέσεων και η αξιοποίηση διαφορετικών μορφών εργασίας στο πλαίσιο της παραγωγής και κυκλοφορίας του βαμβακιού αποδίδονται από τον Beckert με ιδιαίτερα παραστατικό τρόπο στην περιγραφή του τοπίου του Λίβερπουλ, «την πρωτεύουσα του βαμβακιού του 19ου αιώνα, ένα από τα πιο αξιοσημείωτα σταυροδρόμια του παγκόσμιου εμπορίου, όπου οι έμποροι του Λίβερπουλ είχαν συγκεντρώσει έναν πρωτοφανή πλούτο και επιρροή, εξαιτίας της σύνδεσης του αναδυόμενου ευρωπαϊκού βιομηχανικού συμπλέγματος με μια ολοένα και περισσότερο πολεμική και επεκτεινόμενη ενδοχώρα (hinterland). Οι ευφυείς έμποροι του Λίβερπουλ βασίστηκαν στην ικανότητα τους να συνδυάζουν αντιθετικά στοιχεία που συχνά κατανοούνται ως ανταγωνιστικά: η μισθωτή εργασία και η δουλεία, η εκβιομηχάνιση και η αποβιομηχάνιση, το ελεύθερο εμπόριο και η αυτοκρατορία, η βία και τα συμβόλαια.»[19] Το Λίβερπουλ, όπου έμποροι εισήγαγαν ανεπεξέργαστο βαμβάκι, ναύλωναν τα επεξεργασμένα υφάσματα και χρηματοδοτούσαν την καλλιέργεια και την βιομηχανία του, ήταν ο τόπος προέλασης του βιομηχανικού καπιταλισμού και της συνάντησής του με τον πολεμικό καπιταλισμό.

 

Η εκβιομηχάνιση της αυτοκρατορίας του βαμβακιού

Και η Ιερουσαλήμ χτίστηκε εδώ,
ανάμεσα σε αυτούς τους σκοτεινούς Σατανικούς Μύλους;
[20]

Ο Beckert, τόσο στο 6ο κεφάλαιο με τον τίτλο «Ο βιομηχανικός καπιταλισμός παίρνει προβάδισμα» (Industrial Capitalism Takes Wing) όσο και στο 7ο «Κινητοποιώντας την βιομηχανική εργασία» (Mobilizing Industrial Labor), τονίζει την σημασία της βιομηχανικής επανάστασης και της ανάπτυξης της βιομηχανικής τεχνολογίας στα μέσα του 19ου αιώνα κυρίως στην Βορειοδυτική Ευρώπη και της βαμβακοβιομηχανίας ως σημαίνοντος παραδείγματός της.[21] Αυτή η επιτυχία και υπεροχή της Αγγλίας, της κύριας παραγωγού των μηχανικών μύλων, θα αποδεικνύονταν από την τάση ολοένα και μεγαλύτερης μαζικοποίησης του εργατικού δυναμικού στα υφαντουργικά εργοστάσια: στην Μεγάλη Βρετανία του 1861 δούλευαν 446.000 εργάτες κι εργάτριες στη βαμβακοβιομηχανία, στη Γερμανία του 1800 περίπου 59,700, στη Γαλλία του 1860 περίπου 200.000, στην Ελβετία του 1827 περίπου 62.400, στις ΗΠΑ υπολογίζονται στους 122.000, στη Ρωσία στους 150.000 το 1860.[22] Ωστόσο, η πρόοδος υπό τη μορφή της ορθολογικής οργάνωσης της παραγωγής και της εισαγωγής νέων τεχνολογιών, που οδήγησε μαζί με την αύξηση του εργατικού δυναμικού και στην αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας, σήμανε επίσης κατά τον συγγραφέα και την επιδείνωση των όρων ζωής των εργαζόμενων στις βιομηχανικές πόλεις, την αβεβαιότητα και την ανεργία. Οι ατμοκίνητοι μηχανικοί μύλοι των υφαντουργικών εργοστασίων οδηγούσαν εκτός από την αύξηση της μάζας των παραγόμενων προϊόντων και σε μια πρωτοφανή και επικίνδυνη εντατικοποίηση της εκμετάλλευσης, σε άντρες, γυναίκες και παιδιά.

Sanborn Alphonso, Panoramic view of the cotton mills at Manchester, 1903, Library of Congress.

 

Αναφορικά με την ανάπτυξη του καπιταλισμού το πρώτο μισό του 19ου αιώνα, ο Beckert υποστηρίζει πως το κρίσιμο στοιχείο δεν ήταν ο βαθμός ομογενοποίησής του, αλλά η ποικιλία των μορφών του, που περιελάμβανε ένα ευρύ φάσμα διαφορετικών βαθμών εκβιομηχάνισης και επομένως καθεστώτων εργασίας.[23] Υπό αυτό το πρίσμα εξετάζεται η δουλεία ως ένα σύστημα εκμετάλλευσης πάνω στο οποίο βασίστηκε η σύγχρονη οικονομική ανάπτυξη και δεν λειτούργησε ανταγωνιστικά στα πλαίσια της “φιλελεύθερης οικονομίας”. Σε αυτήν την κατεύθυνση, ο συγγραφέας επιδιώκει να διευρύνει τα όρια του ορισμού της έννοιας της «ελεύθερης μισθωτής εργασίας» εξετάζοντας είτε τα καθεστώτα της νομικά μη αναγνωρισμένης και απλήρωτης εργασίας, όπως της γυναικείας εργασίας εντός του νοικοκυριού ή εντός των εργοστασίων,[24] της μαθητείας και της παιδικής εργασίας στις φυτείες και τα εργοστάσια, είτε τις μορφές των εξαναγκασμών που συνεπαγόταν η ίδια η μισθωτή εργασία, με την κλιμακούμενη τάση συμπίεσης του κόστους της εργατικής δύναμης των προλεταριοποιημένων αγροτών και των «εργολαβικών» εργαζόμενων στους συνεταιρισμούς αγροτών.[25]

Η «παγκοσμιοποίηση» της αυτοκρατορίας στην εποχή του ιμπεριαλισμού

Η δεύτερη φάση της αυτοκρατορίας του βαμβακιού περιοδολογείται από την δεκαετία του 1860, από την λήξη δηλαδή του εμφυλίου και την κρίση στην παραγωγή βαμβακιού στον αμερικάνικο Νότο, μέχρι και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Πλέον, τα κέρδη των εθνικών βαμβακοβιομηχανιών των ευρωπαϊκών κρατών καταλάμβαναν σημαντικό ποσοστό των εσόδων του εκάστοτε εθνικού πλούτου, ενώ η εμπορευματοποίηση και η προοδευτική μηχανοποίηση της παραγωγής στον παγκόσμιο Νότο κέρδιζε έδαφος, σηματοδοτώντας την ανάδειξη νέων ανταγωνιστικών δυνάμεων (Ιαπωνία, Ρωσία, Ινδία, Βραζιλία, Οθωμανική Αυτοκρατορία κ.ά.). Γι’ αυτήν την περίοδο ο Beckert έγραφε πως δύο ομάδες θα έπαιζαν κεντρικό ρόλο: «οι εργάτες στην Ευρώπη και την Βόρεια Αμερική» από τη μια και «οι επίδοξοι καπιταλιστές στον Παγκόσμιο Νότο» από την άλλη, «που θα συνέβαλλαν ανεξάρτητα αν και αμοιβαία στην διαδικασία της εθνικοποίησης και της ενίσχυσης των κρατών.»[26] Έτσι, προσεγγίζοντας με μεγάλη ευαισθησία τόσο τους αγώνες των εργατών και εργατριών της υφαντουργικής βιομηχανίας που απέκτησαν καθοριστική θέση και ρόλο στο ευρωπαϊκό εργατικό και σοσιαλιστικό κίνημα, όσο και τους αγρότες του παγκόσμιου Νότου που βίωσαν την βία της εμπορευματοποίησης της γεωργίας και της εκβιομηχάνισης της υπαίθρου, ο συγγραφέας επικοινωνεί ιστοριογραφικά με το πεδίο της Νέας Ιστορίας της Παγκόσμιας Εργασίας (Marcel Van Der Linden, Andreas Eckert, Susan Zimmermann κ.α.) και τις subaltern σπουδές.[27] Οι κοινωνικές συγκρούσεις στην περιφέρεια δεν αποτελούν απλώς ένα συμπληρωματικό κεφάλαιο στην εξιστόρηση της εποποιίας της ευρωπαϊκής αυτοκρατορίας του βαμβακιού. Αντίθετα, οι κοινωνικοί ανταγωνισμοί στην περιφέρεια παρουσιάζουν αυτοτέλεια και δεν ευθυγραμμίζονται πάντοτε με τις οικονομικές και κοινωνικές εξελίξεις στην κεντρική Ευρώπη. Αναπτύσσουν δικές τους δυναμικές, καθορίζοντας σε σημαντικό βαθμό την πορεία της βιομηχανίας και του παγκόσμιου καπιταλισμού.

 

Hine Lewis Wickes, 6:15 P.M., Going home from the Arkwright Mills, Spartenberg, S.C. Location: Spartanburg, South Carolina, May 1912, Library of
Congress.

To Liverpool, από «πρωτεύουσα» του βαμβακιού και σύμβολο της ευρωπαϊκής πρωτοκαθεδρίας στην βαμβακοβιομηχανία, αποτέλεσε, σύμφωνα με το τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου με τίτλο Το πλέξιμο, και το πλεκτό, ένας επίλογος (The Weave and Weft) τον τόπο όπου έλαβε χώρα η αρχή του τέλους της ευρωπαϊκής κυριαρχίας. Όταν, τον Δεκέμβρη του 1963, τα έπιπλα του Χρηματιστηρίου Βάμβακα θα έμπαιναν σε δημοπρασία, ενώ τον προηγούμενο χρόνο είχε προηγηθεί η πώληση του ίδιου του κτιρίου του Χρηματιστηρίου, η άλλοτε κυρίαρχη βρετανική υφαντουργική βιομηχανία εκπροσωπούσε πλέον μόλις το 2,8% των παγκόσμιων εξαγωγών βαμβακερών ρούχων.[28] Το βιβλίο του Beckert κλείνει με το μεγάλο ζήτημα της αποβιομηχάνισης της βορειοδυτικής Ευρώπης και της αποεδαφικοποίησης της βιομηχανικής παραγωγής, της ερημοποίησης των υφαντουργικών εργοστασίων πάνω στα οποία φτιάχτηκαν ολόκληρες πόλεις (στη Μασαχουσέτη, το Λάνκασιρ, το Μάντσεστερ, το Wiesenthal στο Μέλανα Δρυμό, στην Καταλονία κ.ά.) και της μετατροπής πολλών από αυτές σε μουσεία και εκθεσιακούς χώρους, με την ταυτόχρονη μεταφορά των παραγωγικών εργασιών στον «Παγκόσμιο Νότο», με σκοπό την εκμετάλλευση της φτηνής εργατικής δύναμης από τις πολυεθνικές εμπορικές αλυσίδες βάμβακος, σε ένα πολιτικό περιβάλλον ευνοϊκό για το κεφάλαιο, χωρίς τους περιορισμούς των εργατικών ρυθμίσεων που κατακτήθηκαν στον 20ο αιώνα.

Συμπερασματικά, ένα από τα στοιχεία της Αυτοκρατορίας του Βαμβακιού που σχολιάστηκαν ιδιαίτερα ήταν η επιδίωξή του βιβλίου -πράγμα που ισχύει και για άλλες μελέτες, όπως τo βιβλίο River of Dark Dreams (2013) του Walter Johnson και το The Half has Never Been Told, Slavery and the Making of American Capitalism (2016) του Edward Baptist- να ξανανοίξει την ιστορική συζήτηση σχετικά με τον ρόλο της δουλείας στην σύγχρονη οικονομική ανάπτυξη των ΗΠΑ.[29] Ο Beckert, τόσο με το συγκεκριμένο βιβλίο όσο και με την υπόλοιπη εργογραφία του επιδιώκει να επανασυστήσει την οικονομική ιστορία, που πριν αφαιρεθεί από τα προγράμματα σπουδών των ιστορικών τμημάτων μπορούσε να ρίχνει φως σε σειρά σύγχρονων παγκόσμιων προβλημάτων και κλιμακούμενων κοινωνικών, οικονομικών και φυλετικών ανισοτήτων. Αυτή η μεθοδολογική κατεύθυνση υποδεικνύεται και από την χρήση της έννοιας του καπιταλισμού από τον συγγραφέα, ενός όρου απωθημένου από την ιστοριογραφία ως γενικευτικού, ο οποίος όμως μετά την διεθνή οικονομική κρίση του 2008 έγινε ξανά επίκαιρος εντός κι εκτός αμερικανικών πανεπιστημίων.[30] Ωστόσο, αυτό που καθιστά ιδιαίτερα σημαντική την μελέτη του Beckert είναι η κριτική σύνθεση των ειδικών μελετών σχετικά με το βαμβάκι, από την ιστορία της γεωργίας και της τεχνολογίας, ως την ιστορία των θεσμών και την κοινωνική ανθρωπολογία, σε μια προσπάθεια συγγραφής μιας μεγάλης ζωντανής αφήγησης χωρίς απλουστεύσεις για την αναζήτηση των «μεγάλων γιατί» της ενοποίησης και του κατακερματισμού του κόσμου μας.


Το κείμενο επιμελήθηκαν η Κλεονίκη Αλεξοπούλου και η Δήμητρα Αλιφιεράκη.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δαμιανός Κομματάς

Ο Δαμιανός-Φώτιος Κομματάς σπούδασε στο τμήμα Ιστορίας Aρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης και συνεχίζει στο Ρέθυμνο τις μεταπτυχιακές του σπουδές στην Σύγχρονη Ευρωπαϊκή και Ελληνική Ιστορία, αναπτύσσοντας τα ενδιαφέροντά του γύρω από θέματα οικονομικής και κοινωνικής ιστορίας.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε