Επίκαιρα Τεύχος #11

Η ευρωπαϊκή κρίση του κορωνοϊού

«Andrà tutto bene» του Pietro Luca Cassarino.

Ο Michael Roberts είναι μαρξιστής οικονομολόγος και συγγραφέας του βιβλίου The Long Depression: Marxism and the Global Crisis of Capitalism και αρθρογραφεί τακτικά ακολουθώντας τις εξελίξεις στο μπλογκ του Τhe Next Recession. Το κείμενο που ακολουθεί δημοσιεύτηκε με τίτλο The euro’s corona crisis στις 19 Απριλίου στο μπλογκ αυτό. Την μετάφραση από τα αγγλικά έκανε ο Γιώργος Ηλιάδης.


Την ερχόμενη Πέμπτη 23 Απριλίου θα πραγματοποιηθεί μια τηλεδιάσκεψη των αρχηγών της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να συζητήσουν ακόμα μια φορά για το πώς να ενεργήσουν σχετικά με την πανδημία του κορωνοϊού και το επερχόμενο lockdown της παραγωγής στην ευρωπαϊκή επικράτεια. Συγκεκριμένα, τίθεται το αμφιλεγόμενο ερώτημα του πώς θα βοηθηθούν τα κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως η Ιταλία και η Ισπανία τα οποία χτυπήθηκαν σκληρότερα από την πανδημία.  (Ακολουθούν τα τελευταία  στοιχεία όπως συγκεντρώθηκαν από τον Τζον Ρος (John Ross)).

Την περασμένη εβδομάδα, ύστερα από τρεις ημέρες και δύο νύχτες τηλεδιάσκεψης, οι υπουργοί οικονομικών της Ευρωζώνης ψηλάφισαν τον δρόμο τους προς μία επείγουσα απάντηση για την πανδημία του Covid-19. Οι PIGS (Portugal, Italy, Greece, Spain) είχαν υψηλές προσδοκίες με απαίτηση να μοιραστούν τα κράτη της Ευρωζώνης το βάρος της κρίσης με ένα κοινά εκδιδόμενο χρεωστικό εργαλείο, γνωστό ως κορωνο-ομόλογο. Οι FANGS (Finland, Austria, Netherlands, Germany) ή «frugal four» (φειδωλοί τέσσερις) τους χτύπησαν κάτω από τη ζώνη, προτείνοντας κάθε μέλος της νομισματικής ένωσης να σηκώσει το βάρος των χρεών μόνο του.

Ο Ολλανδός υπουργός οικονομικών Βόπκε Χέκστρα (Wopke Hoekstra) έπαιξε τον κακό μπάτσο. Αρνήθηκε ένα «κοινό ομόλογο» εγγυημένο από όλα τα κράτη, ισχυριζόμενος πως ήταν λάθος της Ιταλίας να έχει τόσο υψηλό δημόσιο χρέος που έκανε αδύνατο να πληρώσει για την πανδημία από μόνη της. Δεν εμπιστευόταν τις «σπάταλες» δαπάνες της Ιταλίας και των ομοίων  της. Αυτό απηχούσε την ανάλγητη στάση του Eurogroup εναντίον της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της λεγόμενης «ευρωπαϊκής κρίσης χρέους» του 2012–15.

Τα κράτη του Νότου, στηριζόμενα από την Γαλλία, διαμαρτυρήθηκαν πως η στάση του Ολλανδού υπουργού στρέφεται εναντίον της σύνολης ιδέας του Ευρωπαϊκού εγχειρήματος, που υποτίθεται σχεδιάστηκε για να φέρει τα εμπόλεμα Ευρωπαϊκά έθνη σε ένα ομοιογενές και αρμονικό σύνολο. «Δεν αφήνουμε κανέναν πίσω», διακήρυξε στην εναρκτήρια ομιλία της στο Ευρωπαϊκό κοινοβούλιο στις αρχές του 2020 η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν (Ursula von der Leyen). «Χρειάζεται να επανεφεύρουμε την δύναμη της συν-εργασίας», δήλωσε στο Παγκόσμιο Οικονομικό Forum στο Davos τρεις μήνες νωρίτερα, «που βασίζεται στην δικαιοσύνη και τον αμοιβαίο σεβασμό. Αυτό είναι που ονομάζω ’’γεωπολιτική των κοινών συμφερόντων’’. Αυτό αντιπροσωπεύει η Ευρώπη.»

Αυτά τα ωραία λόγια εξανεμίστηκαν στην συνεδρίαση των υπουργών οικονομικών. Στο τέλος, τα αδύναμα κράτη του Νότου συνθηκολόγησαν με τους «φειδωλούς τέσσερις», καθώς δεν είχαν εναλλακτική. Ο Mario Centeno, o Πορτογάλος υπουργός οικονομικών και νυν Mr. Euro, προχώρησε σε έναν συμβιβασμό αργά τη νύχτα. «Στο τέλος της ημέρας, ή μάλλον, στο τέλος της τρίτης ημέρας» ανακοίνωσε, «αυτό που έχει περισσότερη σημασία είναι ότι ανταποκριθήκαμε στην πρόκληση.»

Αλλά ο «συμβιβασμός» αποτυγχάνει οικτρά να σώσει τον ιταλικό καπιταλισμό από το χάλι του. Οι υπουργοί οικονομικών συμφώνησαν σε ένα πακέτο 500 δισεκατομμυρίων ευρώ για την ανακούφιση από την κρίση. Θα δημιουργηθεί ένα πιστωτικό όριο από τον ΕΜΣ (Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας) (έως 240 δισεκατομμύρια ευρώ), το οποίο, αν και υπόκειται μόνο σε δευτερεύουσες προϋποθέσεις, θα περιοριστεί στην κάλυψη «άμεσων και έμμεσων» δαπανών υγείας. Όμως αυτό το πιστωτικό όριο πιθανότατα δεν θα χρησιμοποιηθεί από την Ιταλία, που ήδη επιβαρύνεται από ένα θεόρατο δημόσιο χρέος (που ξεπερνά μόνο η Ελλάδα).

Θα υπάρξει ένα πρόγραμμα της ΕΕ για τη χορήγηση φθηνών δανείων στα κράτη μέλη χωρίς όρους για την υποστήριξη της εργασίας μειωμένου ωραρίου (short-time work), το οποίο ονομάζεται SURE (Υποστήριξη για τον μετριασμό των κινδύνων ανεργίας σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης). Αυτό θα επιτρέψει στην ΕΕ να δανειστεί από τις αγορές και να μεταβιβάσει τα κεφάλαια στα κράτη μέλη. Αλλά αυτό είναι απλώς ένα βραχυπρόθεσμο μέτρο. Επιπλέον, θα υπάρχουν εγγυήσεις δανείων για εταιρείες από την Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων.

Και η ΕΚΤ αγοράζει πλέον κρατικά ομόλογα σε μεγάλη κλίμακα στο πλαίσιο του PEPP (Pandemic Emergency Purchase Programme). Έτσι, το πρόγραμμα PEPP διασφαλίζει ότι η ιταλική κυβέρνηση μπορεί να συνεχίσει να αναχρηματοδοτεί τον εαυτό της με πολύ χαμηλό κόστος κατά τη διάρκεια της κρίσης του κορωνοϊού.

Αλλά όλα αυτά είναι βραχυπρόθεσμα μέτρα και αφήνουν την Ιταλία επιβαρυμένη με ακόμη περισσότερο χρέος. Η Ελλάδα αντιμετώπισε την ίδια μεταχείριση στην κρίση του ευρώ και τώρα έχει τόσο μεγάλο χρέος που δεν θα μπορέσει ποτέ να το ξεπληρώσει αυτόν τον αιώνα, ενώ ο τόκος για το χρέος αυτό τρώει τα διαθέσιμα φορολογικά έσοδα που απαιτούνται για την παροχή δημόσιων υπηρεσιών και επενδύσεων.

Ο Γάλλος Πρόεδρος Μακρόν (Macron) θρήνησε για την απόφαση των ευρωπαίων υπουργών οικονομικών. Προειδοποίησε ότι η ΕΕ βρίσκεται σε κίνδυνο κατάρρευσης εκτός κι αν υιοθετήσει με θέρμη μια πολιτική «οικονομική αλληλεγγύης». Η λύση του ήταν ένα κοινό ταμείο αποκατάστασης από τον ιό το οποίο «θα μπορούσε να διανείμει ένα κοινό χρέος με κοινή εγγύηση» για την χρηματοδότηση των κρατών μελών σύμφωνα με τις ανάγκες τους και όχι σύμφωνα με το μέγεθος των οικονομιών τους. «Δεν μπορείς να έχεις μια ενιαία αγορά όπου κάποιοι θυσιάζονται», πρόσθεσε. «Δεν είναι πλέον δυνατό… να έχουμε χρηματοδότηση που δεν θα αντιστοιχεί αμοιβαία στις δαπάνες που αναλαμβάνουμε στην μάχη κατά του Covid-19 και που θα έχουμε για την οικονομική ανάκαμψη». Ναι, γνωρίζει ότι αυτό ήταν «against all dogmas, but that’s the way it is». Εννοούσε γενικά μέτρα νεοκλασικής λιτότητας.

Ο Μακρόν ανακάλεσε το «κολοσσιαίο, μοιραίο λάθος» της Γαλλίας που απαίτησε αποζημιώσεις από την Γερμανία μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, το οποίο πυροδότησε την λαϊκιστική Γερμανική αντίδραση καθώς και την επακόλουθη καταστροφή. «Είναι το λάθος που δεν κάναμε στο τέλος του δεύτερου παγκοσμίου πολέμου», είπε. «Το σχέδιο Μάρσαλ, που ο κόσμος εξακολουθεί να το συζητά σήμερα… το ονομάζουμε ‘helicopter money’ και λέμε, ‘πρέπει να ξεχάσουμε το παρελθόν, να κάνουμε μια νέα αρχή και να κοιτάξουμε το μέλλον’».

Εδώ ο Μακρόν απηχεί την κριτική στάση του Τζον Μέιναρντ Κέινς (John Maynard Keynes) στην διάσημη κριτική του στην απαίτηση αποζημιώσεων που επέβαλε η Γαλλία, η Βρετανία και οι ΗΠΑ στην Γερμανία μετά τον πρώτο παγκόσμιο. Ο Κέινς κάλεσε προς ένα Σχέδιο για την Αποκατάσταση της Ευρωπαϊκής Πιστοληπτικής ικανότητας σύμφωνα με το οποίο η Γερμανία θα μπορούσε να εκδώσει ομόλογα και τα πρώην εχθρικά κράτη θα εγγυόνταν τα Γερμανικά ομόλογα αυστηρά και από κοινού, σε ορισμένες αναλογίες. Αυτή η κεϋνσιανή λύση  είναι κατ΄ουσίαν αυτή που προτείνεται τώρα με τα ευρωπαϊκά κορωνο-ομόλογα, για χρηματοδότηση και εγγύηση από όλα τα κράτη μέλη.

Αλλά ακόμα και αν τα κορωνο-ομόλογα μπορούσαν να θεσπιστούν, θα ήταν αυτό αρκετό ή ακόμα και η σωστή «λύση» για την μαζική ύφεση που τώρα πλήττει την Ιταλία και όλα τα πιο αδύναμα κράτη της ΕΕ; Όπως σχολίασε ο δεξιός Ιταλός «λαϊκιστής» Ματέο Σαλβίνι (Matteo Salvini): «Δεν εμπιστεύομαι τα δάνεια που προέρχονται από την ΕΕ. Δεν θέλω να ζητήσω χρήματα από τους τοκογλύφους του Βερολίνου ή των Βρυξελλών… η Ιταλία έχει δώσει και συνεχίζει να δίνει δισεκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο στην ΕΕ και αξίζει όλη την απαραίτητη υποστήριξη, αλλά όχι μέσω διεφθαρμένων μηχανισμών που θα υποθηκεύσουν το μέλλον της χώρας».

Η Ιταλία έχει μια τεράστια επιβάρυνση δημόσιου χρέους, όχι επειδή η κυβέρνηση έχει εμπλακεί σε άσκοπες δαπάνες. Αντιθέτως, η κυβέρνηση έχει υιοθετήσει μόνιμη λιτότητα, με ετήσια πλεονάσματα φορολογικών εσόδων έναντι δαπανών (εξαιρώντας τόκους χρέους) για 24 από τα τελευταία 25 χρόνια!

Αυτή η λιτότητα σήμανε την κατάρρευση των κοινωνικών υπηρεσιών, την υποβάθμιση του συστήματος υγείας, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ανταποκριθεί στην πανδημία, και συνέβαλε στην τρομερά μικρή ανάπτυξη στην παραγωγικότητα και τις επενδύσεις για πάνω από δύο δεκαετίες. Ως αποτέλεσμα, η στήριξη της Ιταλικής κυβέρνησης κατά την πανδημία θα είναι ελάχιστη. Η άμεση οικονομική παρόρμηση για την Γερμανία (στην μορφή της επιπρόσθετης κυβερνητικής δαπάνης για ιατρικό εξοπλισμό, της εργασίας μειωμένου ωραρίου, της επιχορήγησης μικρών και μεσαίων εταιρειών, κ.λπ.) ισοδυναμεί με περίπου το 7 τοις εκατό της οικονομικής απόδοσης το 2020, σε σύγκριση με το μόλις 0.9%  της Ιταλίας.

Η ιταλική οικονομία βρέθηκε σε μόνιμη κρίση, αλλά οι οικονομικές επιπτώσεις του σοκ που προκάλεσε ο κορωνοϊός επιδείνωσαν την κατάστασή της. Μόνη της η Ιταλία δεν θα είναι σε θέση να επαναφέρει την οικονομία της μετά το lockdown. Σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις του ΔΝΤ, κανένας στην Ευρώπη δεν θα έχει υψηλότερες ακαθάριστες ανάγκες χρηματοδότησης (ληξιπρόθεσμο χρέος και έλλειμμα προϋπολογισμού) από την Ιταλία.

Το μόνο που θα μπορούσε να επιτύχει ένα κορωνο-ομόλογο είναι να ξελασπώσει τα οικονομικά της Ιταλίας για την περίοδο της ύφεσης, αλλά όχι να προσφέρει μια μόνιμη λύση για την αποκατάσταση της οικονομίας, της εργασίας και των επενδύσεων. Μετά την ύφεση, το δημόσιο χρέος της Ιταλίας θα είναι ακόμα υψηλότερο από το 130% του AΕΠ που είναι τώρα. Το ΔΝΤ αναμένει το ετήσιο πρωτογενές πλεόνασμα των δημόσιων οικονομικών να μετατραπεί σε ένα 5% του ελλείμματος του ΑΕΠ, ενώ το χρέος στο ΑΕΠ να ανέβει στο 155%. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το επιτόκιο που απαιτείται από αυτούς που ετοιμάζονται να αγοράσουν ιταλικά κυβερνητικά ομόλογα αυξάνεται, ειδικά σε σχέση με την Γερμανία, όπου ο τόκος είναι στην ουσία αρνητικός.

Στην πραγματικότητα ο ιταλικός καπιταλισμός (σαν αυτόν της Ελλάδας) είναι απλώς πολύ αδύναμος για να ανατρέψει την κατάσταση.

Η απόδοση του 10ετούς ιταλικού κρατικού ομολόγου.

Σκοπεύω σε μια μελλοντική δημοσίευσηνα επιστρέψω στην ατέρμονη τραγωδία της Ελλάδας και στις προοπτικές της εν μέσω της κρίσης του κορωνοϊού. Αλλά γιατί ο ιταλικός καπιταλισμός είναι τόσο ανίσχυρος; Και ακριβέστερα, γιατί η συμμετοχή της Ιταλίας στην Ευρωζώνη δεν παρήγαγε μια δυνατότερη ιταλική οικονομία; Η απάντηση βρίσκεται στην φύση της καπιταλιστικής συσσώρευσης. Η ένωση διαφόρων εθνών-κρατών σε μια οικονομική και νομισματική οντότητα θέτει τεράστια προβλήματα για τον καπιταλισμό. Ιστορικά, αυτό έχει επιτευχθεί μόνο μέσω στρατιωτικής κατάκτησης ή εμφυλίου πολέμου (η ομοσπονδιακή ένωση των ΗΠΑ επιτεύχθηκε κατά αυτόν τον τρόπο από την στρατιωτική ήττα των νοτίων κρατών).

Ο καπιταλισμός είναι ένα οικονομικό σύστημα που συνδυάζει εργασία και κεφάλαιο, αλλά ανισότιμα. Οι κεντρομόλες δυνάμεις του συνδυασμού συσσώρευσης και εμπορίου είναι συχνά πολύ περισσότερο από αντισταθμιζόμενες από τις φυγόκεντρες δυνάμεις της ανάπτυξης και των άνισων ροών της αξίας. Δεν υπάρχει τάση ισορροπίας στους κύκλους του εμπορίου και της παραγωγής στα πλαίσια του καπιταλισμού. Έτσι οι φορολογικές, μισθολογικές ή τιμολογικές  προσαρμογές δεν πρόκειται να αποκαταστήσουν την ισορροπία και σε κάθε περίπτωση πρέπει μάλλον να είναι τόσο τεράστιες ώστε να είναι κοινωνικά αδύνατες χωρίς την λύση της νομισματικής ένωσης.

Όταν σχεδιάστηκε το Ευρώ, ο στόχος ήταν να επιφέρει μια σύγκλιση και ενοποίηση των ευρωπαϊκών κρατών μέσω της νομισματικής ένωσης. Αλλά οι αρχηγοί της Ευρώπης έθεσαν κριτήρια συγχώνευσης για την συμμετοχή στο ευρώ που ήταν αποκλειστικά νομισματικά (επιτόκια και πληθωρισμός) και δημοσιονομικά (ελλείμματα προϋπολογισμού και χρέη). Δεν υπήρχαν κριτήρια συγχώνευσης για τα επίπεδα παραγωγικότητας, την ανάπτυξη του ΑΕΠ, τις επενδύσεις ή την απασχόληση. Γιατί; Διότι αυτές είναι περιοχές της ελεύθερης κίνησης του κεφαλαίου (και της εργασίας) στις οποίες η καπιταλιστική παραγωγή πρέπει να αφεθεί ελεύθερη από παρεμβάσεις ή κρατική καθοδήγηση. Στο τέλος, το εγχείρημα της ΕΕ είναι ένα καπιταλιστικό εγχείρημα.

Όπως έχω εξηγήσει σε παλαιότερερς δημοσιεύσεις, η μαρξιστική θεωρία του διεθνούς εμπορίου είναι βασισμένη στον νόμο της αξίας. Στην Ευρωζώνη, η Γερμανία έχει υψηλότερη οργανική σύνθεση κεφαλαίου (OCC) από την Ιταλία, διότι είναι πιο ανεπτυγμένη τεχνολογικά. Κατ’ ακολουθία σε κάθε συναλλαγή μεταξύ των δύο, η αξία θα μεταφέρεται από την Ιταλία στη Γερμανία. Η Ιταλία θα μπορούσε να το αντισταθμίσει αυξάνοντας την κλίμακα της παραγωγής επί των εξαγωγών της στη Γερμανία προκειμένου να καταφέρει ένα εμπορικό πλεόνασμα ως προς την Γερμανία. Αυτό κάνει η Κίνα. Αλλά η Ιταλία δεν είναι αρκετά μεγάλη ώστε να κάνει το ίδιο. Έτσι μεταφέρει αξία στην Γερμανία και παρουσιάζει ένα έλλειμμα στο συνολικό εμπόριο με την Γερμανία.

Εν μέσω αυτής της κατάστασης, η Γερμανία κερδίζει εντός της Ευρωζώνης σε βάρος της Ιταλίας. Όλα τα υπόλοιπα κράτη μέλη δεν μπορούν να κλιμακώσουν την παραγωγή τους ώστε να ξεπεράσουν την Γερμανία, έτσι η άνιση συναλλαγή επιτοκίζεται εγκάρσια στην Ευρώπη. Επιπλέον, η Γερμανία παρουσιάζει ένα εμπορικό πλεόνασμα σε σχέση με κράτη εκτός της ΟΝΕ, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει για να επενδύσει περισσότερο κεφάλαιο στο εξωτερικό μέσα στις ελλειμματικές χώρες της Οικονομικής Νομισματικής Ένωσης.

Αυτό εξηγεί γιατί οι χώρες του πυρήνα της ΟΝΕ έχουν παρεκκλίνει από την περιφέρεια ήδη από τον σχηματισμό της Ευρωζώνης. Με ενιαίο νόμισμα, οι αξιακές διαφορές μεταξύ των πιο αδύναμων κρατών (με χαμηλότερη οργανική σύνθεση κεφαλαίου) και των δυνατότερων (υψηλότερη OCC) έγιναν εμφανείς, δίχως καμία επιλογή για επανόρθωση μέσω της υποβάθμισης του εκάστοτε εθνικού νομίσματος ή μέσα από την κλιμάκωση της παραγωγής. Έτσι οι πιο αδύναμες καπιταλιστικές οικονομίες (στην νότια Ευρώπη) έχασαν μέσα στο ευρώ έδαφος που παραχώρησαν στις ισχυρότερες (στον Βορρά).

Το Γαλλο-Γερμανικό κεφάλαιο επεκτάθηκε στον Νότο και την Ανατολή για να εκμεταλλευτεί την εκεί φθηνή εργασία, εξάγοντας παράλληλα έξω από τον ευρωπαϊκό χώρο, με ένα σχετικώς ανταγωνιστικό συνάλλαγμα. Τα πιο αδύναμα κράτη της ΟΝΕ ανέπτυξαν εμπορικά ελλείμματα με τις βόρειες χώρες και πλημμύρισαν με βόρειο κεφάλαιο που δημιούργησε ιδιοκτησία και οικονομικές εκρήξεις (booms) σε αντιδιαστολή με την ανάπτυξη στους παραγωγικούς τομείς του Βορρά. Έτσι η Γερμανική αποδοτικότητα αυξήθηκε υπό την σκέπη του ευρώ ενώ της Γαλλίας και της περιφέρειας μειώθηκε.

Μια πρόσφατη δημοσίευση επιβεβαιώνει αυτήν την εξήγηση του γιατί υπάρχει απόκλιση και όχι σύγκλιση, εντός της Ευρωζώνης:

Η κρισιμότητα της ανάπτυξης που βασίζεται στις εξαγωγές στις κεντρικές χώρες και στην ανάπτυξη που οδηγείται από το χρέος στην περιφέρεια της Ευρωζώνης μπορεί να εντοπιστεί ήδη στις διαφορές των τεχνολογικών δυνατοτήτων και στην ίδια την απόδοση… η μακροοικονομική απόκλιση μεταξύ κεντρικών και περιφερειακών χωρών οδηγείται από την συνύπαρξη δύο διαφορετικών αναπτυξιακών τροχιών (μοντέλα καθοδηγούμενα από της εξαγωγές και μοντέλα καθοδηγούμενα από την ζήτηση), τα οποία με τη σειρά τους μπορούν να εντοπιστούν πίσω σε μια ‘’δομική πόλωση’’ όσον αφορά τους όρους των τεχνολογικών δυνατοτήτων.

Οι συγγραφείς καταλήγουν ότι «λαμβάνοντας υπόψη τον κεντρικό ρόλο των τεχνολογικών δυνατοτήτων για την εκτίμηση των (μελλοντικών) οικονομικών εξελίξεων, τα αποτελέσματα μας δείχνουν ότι δεν μπορεί κανείς να περιμένει την υλοποίηση μιας φυσικής συγχωνευτικής διαδικασίας στην Ευρωζώνη. Είναι επίσης φανερό ότι η προσέγγιση «one-size-fits-all» της δημοσιονομικής αναδιάρθρωσης στις προσβεβλημένες από την κρίση χώρες της περιφέρειας από το το 2010 και έπειτα ήταν καταδικασμένη να αποτύχει θεαματικά… Η δημοσιονομική λιτότητα είναι αντίθετη στην αποκατάσταση ισχυρών παραγωγικών τομέων στην Ευρωζώνη. Αφού η δομική πόλωση πυροδοτεί την μακροοικονομική απόκλιση, πρέπει όντως να αναμένεται η τελική αποσάθρωση της Ευρωζώνης, αν το ‘lock-in’ της βιομηχανικής εξειδίκευσης μεταξύ των κεντρικών και των περιφερειακών χωρών δεν σπάσει από στοχευμένες πολιτικές παρεμβάσεις.

Η Ιταλική οικονομία έχει έναν προβληματικό τραπεζικό τομέα, ο οποίος είναι υπερβολικά μεγάλος, διαθέτει πολλούς κακούς δανεισμούς και έχει στοιχίσει στους φορολογούμενους πολλά δισεκατομμύρια τα τελευταία χρόνια ως αποτέλεσμα των επαναλαμβανόμενων κρατικών bail-outs. Eπικρατεί μια ισχνή ανάπτυξη της παραγωγικότητας και μια επιδείνωση της πόλωσης μεταξύ της νότιας και βόρειας Ιταλίας. Απέχοντας πολύ από την παροχή νέων ευκαιριών για την επέκταση του ιταλικού κεφαλαίου, η Ευρωζώνη κράτησε την ιταλική οικονομία σε μια ημι-μόνιμη κρίση βραδείας καύσης. Ενώ την ίδια στιγμή η γερμανική οικονομία μεγάλωσε κατά έναν μέσο όρο της τάξης του 2.0% σε πραγματικούς όρους και η ευρωπαϊκή επικράτεια κατά ένα 1.4% ετησίως μέσα στο 2010-2019, η αληθινή ανάπτυξη του ΑΕΠ στην Ιταλία ήταν μόνο 0.2% την ίδια περίοδο.

Eνώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ (σε νομισματικές ισοτιμίες αγοραστικής δύναμης) στην Ιταλία το 1999 ήταν ακόμα γύρω στα 1000 πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, 20 χρόνια αργότερα – ακριβώς πριν την έναρξη της κρίσης του covid- έπεσε σχεδόν 4000 κάτω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η Γερμανία, από την άλλη, όπου τα κατά κεφαλήν εισοδήματα ήταν ήδη ελαφρώς υψηλότερα από ότι στην Ιταλία όταν εντάχθηκε στο ευρώ, συνέχισε να μειώνει την διαφορά κατά την ίδια περίοδο, με αποτέλεσμα την αύξηση του χάσματος του κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Η Ιταλία είχε χάσει δύο δεκαετίες από την οικονομική της ανάπτυξη ήδη πριν από την κρίση του κορωνοϊού.

Όντως, τα κοινά κορωνο-ομόλογα, τα τόσο αγαπητά στους Κεϋνσιανούς και μετα-Κεϋνσιανούς, είναι μια φτωχή απάντηση σε αυτήν την κρίση. Αυτό που χρειάζεται είναι μια μαζική αύξηση στον Ευρωπαϊκό προϋπολογισμό από το τρέχον γελοία χαμηλό ποσοστό του 1% του Ευρωπαϊκού ΑΕΠ στο 20%,  μαζί με εναρμονισμένα φορολογικά μέτρα προκειμένου να λάβει τέλος ο «αγώνας προς τον πάτο» στην ολοένα και χαμηλότερη φορολόγηση των επιχειρήσεων, στον οποίο και πρωτοστατεί η Ιρλανδία. Ένας τέτοιος προϋπολογισμός θα  μπορούσε να εκκινήσει τον σχεδιασμό επενδύσεων, εργασίας και κοινωνικών υπηρεσιών σε μεγάλη κλίμακα ώστε να επωφεληθούν όλοι στην ΕΕ. Θα χρειαζόταν να χρηματοδοτηθεί ένα σχέδιο Μάρσαλ για την Ευρώπη, για το οποίο μιλά ο Μακρόν, αλλά στο οποίο οι μεγάλες άχρηστες τράπεζες της ΕΕ θα ελέγχονταν κρατικά, μαζί με την δημόσια ιδιοκτησία των μεγάλων τομέων της παραγωγικής βιομηχανίας. Έτσι θα μπορούσε να τεθεί η βάση για μια αληθινή ομοσπονδία “Ηνωμένες Πολιτείες της Ευρώπης”, μέσα στην οποία η περιφέρεια θα μπορούσε να αναπτυχθεί με την βοήθεια του κέντρου.

Χωρίς αυτό, η πανδημία του κορωνοϊού έχει την δυνατότητα να προκαλέσει μια μη αναστρέψιμη διάλυση της υπάρχουσας νομισματικής ένωσης. Οι κεντρικές χώρες της Ευρωζώνης δεν είναι έτοιμες να επιτύχουν μια πλήρη δημοσιονομική ένωση και την αναδιανομή των πόρων προκειμένου να αυξηθεί η παραγωγικότητα και η εργασία στην περιφέρεια. Σε κάθε περίπτωση, πλήρης και αρμονική ανάπτυξη που να οδηγεί σε κατάσταση σύγκλισης δεν είναι δυνατή κάτω από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Αντιθέτως, η εμπειρία της ΟΝΕ είναι αυτή της απόκλισης.

Οι λαοί της νότιας Ευρώπης πρόκειται μάλλον να υπομείνουν κι άλλα χρόνια λιτότητας προκειμένου να ξεχρεώσουν τα χρέη στον Βορρά. Ακόμα και έτσι, το μέλλον του ευρώ πρόκειται να κριθεί, όχι από τους λαϊκιστές των πιο αδύναμων κρατών, αλλά από τις θέσεις που θα πλειοψηφήσουν μεταξύ των στρατηγών του κεφαλαίου στις δυνατότερες οικονομίες. Οι κυβερνήσεις της νότιας Ευρώπης ίσως τελικά αποφασίσουν να απομακρυνθούν από το συνάφι της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Ελλάδας κ.λπ. και να σχηματίσουν ένα δυνατό «NorEuro» γύρω από τις Γερμανία, Αυστρία, Benelux και Πολωνία. Δεν είναι να απορεί κανείς που ο Μακρόν ανησυχεί σοβαρά.


Το κείμενο της μετάφρασης επιμελήθηκε η Κλεονική Αλεξοπούλου.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Avatar

Αναδημοσίευση

Το περιοδικό Μarginalia σε εξαιρετικές περιπτώσεις αναδημοσιεύει κείμενα ή αποσπάσματα κειμένων μετά από συνεννόηση με τους εκδότες/τις εκδότριες και τους/τις συγγραφείς ή μεταφράστριες/μεταφραστές τους.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε