Επίκαιρα Τεύχος #12

Περί ανθρώπων, νυχτερίδων και θεών

Ο ιός ενώνει - και χωρίζει. Κριτική στην εξατομίκευση του κινδύνου
Ένα άντρας μιλάει με κάποιον άλλον άντρα από ένα άνοιγμα κινητού οδοφράγματος στη Wuhan, 8 Μαρτίου 2020 (BLOOMBERG)

Το παρόν κείμενο αποτελεί μετάφραση του άρθρου της Bini Adamczak “Von Menschen, Fledermäusen und Göttern”, που δημοσιεύτηκε στις 18/07/2020 στη γερμανική εφημερίδα neues deutschland. Θα κυκλοφορήσει στα τέλη του Αυγούστου σε μια συνοδευτική έκδοση για την καλλιτεχνική έκθεση Enttäuschung («Απογοήτευση»), η οποία θα είναι ανοιχτή για το κοινό από τις 29 Αυγούστου 2020 ως τις 14 Φεβρουαρίου 2021 στην Kunsthalle Osnabrück (γκαλερί Οσναμπρούκ) και θα έχει ως θέμα της τις απογοητεύσεις της καθημερινότητας.


Υποχονδρία ή αδιαφορία για τον άλλον; Ανευθυνότητα ή παράνοια; Aνάμεσα σε αυτούς τους δύο πόλους τοποθετούνται οι διαφορετικές στάσεις απέναντι στην πανδημία του κορονοϊού στη Γερμανία. Για το επόμενο μικρότερο ή μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Ο υπόγειος φόβος για ένα δεύτερο κύμα, όπως αυτό που βιώνεται ήδη στο Ιράν, στο Ισραήλ και εν μέρει και στις ΗΠΑ, αντανακλάται σε εντάσεις στην καθημερινή ζωή. Ποιος συναντά ποιον, πόσους συναντάς, τηρείς τις αποστάσεις; Χαιρετιέσαι με τα παπούτσια, τους αγκώνες ή με ένα φιλικό νεύμα; Κανονικά δεν θα έπρεπε να τίθενται αυτές οι ερωτήσεις. Η κατάσταση στην αντιμετώπιση της πανδημίας θα μπορούσε σήμερα να είναι σημαντικά καλύτερη. Το επιβεβαιώνει μια ματιά στη Νέα Ζηλανδία, στην Κεράλα, την Κούβα, την Νότια Κορέα, το Βιετνάμ, όπου ο ιός έχει εν μέρει εκλείψει εντελώς. Ωστόσο, ακριβώς εξαιτίας της απουσίας μια πολιτικής, δηλαδή συλλογικής, λύσης, ο πληθυσμός καλείται με ατομικούς υπολογισμούς ρίσκου του καθενός και της καθεμιάς να λύσει τη σύγκρουση μεταξύ των πολιτικών αποφάσεων για την υγεία και αυτών για την οικονομία. Ο Μισέλ Φουκό περιγράφει την κατάσταση αυτή ως νεοφιλελεύθερη κυβερνησιμότητα. Μια (στην περίπτωση αυτή βιοπολιτική) διακυβέρνηση μέσω της εξατομίκευσης.

Το φετίχ της οικονομίας

Το φιλελεύθερο σύνθημα, ωστόσο, «Ο καθένας πρέπει να φροντίσει για τον εαυτό του (και οι γυναίκες να αναλάβουν ευθύνη για τα παιδιά και τους αρρώστους)» δεν λειτουργεί σε συνθήκες πανδημίας. Γιατί η ατομική συμπεριφορά καθενός βάζει σε κίνδυνο όχι αποκλειστικά και μόνο ένα σώμα αλλά και άλλα, εξαιτίας της αλυσιδωτής μετάδοσης της λοίμωξης. Η μετάδοση του ιού υπενθυμίζει την απωθημένη γνώση ότι τα σώματα των θνητών όντων είναι αξεδιάλυτα συνδεδεμένα το ένα με το άλλο. Όχι μόνο μέσω της κυκλοφορίας χρήματος, προϊόντων και δεδομένων, αλλά και μέσω των τραχειών και των πνευμόνων τους, μέσω της κυκλοφορίας σταγονιδίων και ιών. Ο κορονοϊός έδειξε ότι μέσα σε λίγους μόνο μήνες όλοι οι άνθρωποι παντού στη γη έχουμε φτύσει από μια φορά ο ένας στο στόμα του άλλου. Και αυτό ισχύει όχι μόνο για τους ανθρώπους αλλά και για τις νυχτερίδες, τους παγκολίνους και τους θεούς: η πανδημία ξεκίνησε από μια υπαίθρια κρεαταγορά και γνώρισε τις πιο έντονες εξάρσεις τής μεταδοτικότητάς της σε σφαγεία[1] και ναούς.

Εκεί που η εξατομίκευση του ρίσκου δεν λειτουργεί, εμφανίζεται η απόπειρα κατασκευής ομάδων υψηλού κινδύνου. Αυτό είναι και το υπόβαθρο της χαλάρωσης των μέτρων προστασίας: φτάνει πια ο γενικός περιορισμός της ελευθερίας! Οι άρρωστοι πρέπει να φροντίσουν οι ίδιοι για τον εαυτό τους! Η επιτυχία αυτής της προσέγγισης φαίνεται στη Σουηδία. Μετά από πολλαπλά κρούσματα σε γηροκομεία και ιδρύματα περίθαλψης διαπιστώθηκε ότι δεν είναι δυνατόν να τεθούν σε αποκλεισμό οι άνθρωποι που χρειάζονται φροντίδα, γιατί έρχονται σε επαφή με το προσωπικό, το οποίο δεν βρίσκεται σε καραντίνα. Πέφτουμε από τα σύννεφα: τους ηλικιωμένους δεν τους φροντίζουν άλλοι ηλικιωμένοι!

Αλλά μήπως η αξίωση προστασίας της ζωής, ειδικά ανθρώπων που ανήκουν σε ομάδες κινδύνου, είναι ούτως ή άλλως υπερβολική; Μήπως είναι αναγκαίο ούτως ή άλλως να υπάρξουν περισσότερα θύματα μεταξύ των αδύναμων; Για χάρη των ισχυρότερων και στο όνομα της ελευθερίας; Ο Νταν Πάτρικ, αναπληρωτής κυβερνήτης του Τέξας, ήταν ένας από τους πρώτους που εξέφρασε ανοιχτά το ασυνείδητο του πνεύματος του καπιταλισμού: οι ηλικιωμένοι πρέπει να είναι έτοιμοι να κινδυνεύσουν να πεθάνουν για χάρη της οικονομίας και του εθνικού συμφέροντος. Στη Γερμανία ακολούθησαν στην ίδια γραμμή ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και ο Μπόρις Πάλμερ. Η προστασία των ηλικιωμένων και των αρρώστων πρέπει να σταθμιστεί σε σύγκριση με την προστασία της οικονομίας· στο πλαίσιο αυτό η απλή επιβίωση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως προτεραιότητα. Οι πολιτικοί αυτοί εκφράζουν τον καπιταλιστικό φετιχισμό για την οικονομία στην πιο καθαρή του μορφή: η οικονομία δεν υπηρετεί τη ζωή. Αντιθέτως, είναι η ζωή που πρέπει να υπηρετεί την οικονομία.

Η μερίδα του κεφαλαίου, που υποστηρίζει αυτή τη θέση, διαθέτει τους δικούς της υποψήφιους για την καγκελαρία, δεν υποστηρίζεται όμως από την τωρινή καγκελάριο· έχει μεγάλη επιρροή στη Γερμανία, αλλά περιορίζεται ακόμα από άλλες δυνάμεις. Σε άλλες περιοχές του κόσμου αυτή η μερίδα ορίζει άμεσα την πολιτική που ασκείται. Αυτός είναι, και ευτυχώς που είναι έτσι, ο λόγος για τον οποίο η Γερμανία δίνει παγκοσμίως μια καλή γενική εντύπωση. Ωστόσο, μόνο σε σύγκριση με την Μεγάλη Βρετανία, την Σουηδία, της ΗΠΑ και τη Βραζιλία μπορεί η εξέλιξη της πανδημίας στην Γερμανία να θεωρηθεί σχετικά επιτυχημένη. Μόνο 9100 νεκροί – εξαιρετική επίδοση! Με αντίπαλο τον Τραμπ, που πρότεινε ενέσεις χλωρίνης για την καταπολέμηση του ιού,  είναι μάλλον εύκολο να εμφανίζεσαι λογικός. Ο συγγραφέας Ίντι Σαμαράγιβα (Indi Samarajiva) εξέφρασε ωραία την αιτία που οι φιλελεύθεροι είναι ενθουσιασμένοι με την Μέρκελ: «She didn’t even mention bleach.» («Ούτε καν ανέφερε την χλωρίνη.»)

Ακόμα κι αν η αρχική νωθρότητα της ευρωγερμανικής πολιτικής δεν οφείλεται κατά κύριο λόγο στη ρατσιστική φαντασίωση ότι το ανώτερο σύστημα υγείας της Γερμανίας θα τα έβγαζε πέρα τάχα εύκολα με τα προβλήματα που στην Κίνα οδήγησαν σε λοκντάουν ολόκληρες βιομηχανικές περιοχές, αλλά στο ότι το βορειοδυτικό τμήμα του κόσμου δεν επηρεάστηκε από τις τελευταίες μεγάλες επιδημίες, περιμέναμε κάτι καλύτερο από τους ειδικούς και τις ειδικές του επιδημιολογικού Ινστιτούτου Ρόμπερτ Κοχ και Σία. Όταν όμως ξέσπασε ορμητικά η πανδημία στην Ιταλία και την Ισπανία, κάθε περαιτέρω αναμονή ήταν πλέον αμέλεια. Οι οικοσοσιαλίστριες Κρίστιαν Τσέλερ (Christian Zeller) και Βιρένα Κράιλινγκερ (Verena Kreilinger) το διαπίστωσαν ήδη τον Μάρτιο: ευρωπαϊκή αλληλεγγύη θα σήμαινε υπαγωγή των βιομηχανικών περιοχών της Ιταλίας που μαστίζονται περισσότερο από τον ιό σε ένα ουσιαστικό λοκντάουν – αντί για ένα όπου η επίσκεψη κηδειών ήταν απαγορευμένη, η εργασία όμως στα εργοστάσια υποχρεωτική· θα σήμαινε να κατανεμηθούν τα έξοδα που προκύπτουν από τις ανάγκες αντιμετώπισης της επιδημίας αναλογικά μεταξύ όλων των χωρών-μελών της Ένωσης. Όμως η ηγεμονική Γερμανία, που χρωστάει τον σημερινό της πλούτο στην κυρίαρχη θέση της εντός της ΕΕ, έμεινε ανένδοτα αρνητική στην πρόταση θέσπισης ευρω-ομολόγων. Το εθνικό συμφέρον έδειξε τα φριχτά του δόντια. H αλληλοκλοπή ιατροφαρμακευτικών προμηθειών εκ μέρους των εθνικών κυβερνήσεων ανήκει στις στιγμές της πανδημίας που σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να ξεχάσουμε.

Κοινωνική Απόσταση

Μια διαφορετική διαχείριση της πανδημίας στην Ευρώπη θα είχε βοηθήσει επίσης ανθρώπους σε άλλα μέρη του κόσμου, όπου, όπως στη Βραζιλία και την Ινδία, οι αριθμοί των νεκρών συνεχίζουν να αυξάνονται. Επί της ουσίας τα αστικά στρώματα που ταξιδεύουν πολύ ήταν αυτά που κυρίως μετέδωσαν με ταχύτητα αεροσκάφους τον ιό σε ολόκληρο τον πλανήτη. Αλλά ακόμα κι όταν η γερμανική πολιτική πήρε επιτέλους την απόφαση να λάβει μέτρα, το έκανε διστακτικά. Για εβδομάδες δίσταζε να επιβάλει δεσμευτικά το μέτρο της κάλυψης του στόματος – λες και αυτό θα προφύλασσε μόνο τις κινέζικες αναπνευστικές οδούς. Αντ’ αυτού διατυπώθηκαν απλώς αυστηρές υποδείξεις. Η φιλελεύθερη αξίωση θα ταίριαζε εξαίσια σε μια αναρχική κοινωνία. Ταιριάζει λιγότερο σε μια κοινωνία, η οποία κατά τα άλλα δεν διστάζει να περιορίζει τις ελευθερίες και να ασκεί σκληρή κρατική βία εναντίον ανθρώπων, για παράδειγμα, που πωλούν ναρκωτικά σε υπεύθυνους ενήλικες, με τα οποία αυτοί επιθυμούν αυτοδιάθετα να «φτιαχτούν» – χωρίς να θέτουν άλλους σε κίνδυνο.

Στα τέλη Απριλίου υπήρχε ακόμα δυνατότητα για μια άλλη πολιτική. Εάν είχαν τουλάχιστον επιβληθεί τα μέτρα προστασίας της εργασίας στις κρεατοβιομηχανίες, πιθανόν να αρκούσε μια μικρή παράταση του σχετικού λοκ-ντάουν ενάντια στην πίεση του κεφαλαίου. Μόνο μερικές εβδομάδες. Στη θέση του κυνικού υπολογισμού της ήπιας διάδοσης και των ελεγχόμενων θανάτων, θα μπορούσε να είχε προταχθεί ο στόχος συγκράτησης της  διάδοσης και της σταδιακής εξάλειψης του ιού. Ακόμα κι αν δεν φτάναμε σε πλήρη επίτευξη του στόχου, υποδεκαπλάσια κρούσματα θα είχαν κάνει εφικτό ένα εντελώς διαφορετικό καλοκαίρι.

Αντ’ αυτού επιλέχθηκε η επ’ αόριστον επέκταση της καθημερινής κατάστασης αβεβαιότητας. Αντ’ αυτού επιλέχθηκε η αναμονή του επόμενου κύματος και η επέλαση της οικονομικής κρίσης. Επιλέχθηκε η ημι-ιδιωτικοποίηση της υγείας, οι εκκλήσεις για ανάληψη ατομικής ευθύνης. Στην Αυστρία ήταν απαγορευμένη η συνάντηση με ανθρώπους εκτός οικογενειακού νοικοκυριού κατά τη διάρκεια του λοκ-ντάουν, στην Ολλανδία η υγειονομική υπηρεσία ζητούσε από τα «single» άτομα να ταχθούν στην υπηρεσία της καταπολέμησης της πανδημίας, αναζητώντας σταθερούς/-ες σεξουλικούς/-ες συντρόφους. Έτσι, η κοινωνική αποστασιοποίηση απαιτούσε μονογαμία και οικογένεια, ενόσω η επανεκκίνηση της μισθωτής εργασίας, το οικονομικό άγχος και τα κατ’ οίκον σχολικά μαθήματα κλιμακώνουν την πίεση. Κατά τη διάρκεια της καραντίνας, 7,5 τοις εκατό των θηλυκών μελών των νοικοκυριών και 10,5 τοις εκατό των παιδιών ήρθαν αντιμέτωπα με σωματική βία. Η μοναδική διέξοδος από αυτή τη φυλακή, η διέξοδος στη δημόσια ζωή, μετατοπίστηκε. Εκεί που αυτή ξαναρχίζει, δειλά και αδέξια, αναδεικνύει μεγεθυμένα τα μελανά σημεία που ήταν πάντοτε συστατικά στοιχεία του αστικού δημόσιου βίου: αποξένωση  και δυσπιστία. Εν ολίγοις, κοινωνική απόσταση. Ενόσω το εργασιακό άγχος, ο θόρυβος της κυκλοφοριακής κίνησης και η ρύπανση του αέρα εκ νέου αυξάνονται, είναι, ακριβώς, η δημόσια εγγύτητα που απαγορεύεται να επιστρέψει στις νησίδες, στις οποίες αναπτύσσεται ενάντια σε κάθε επιβολή και κανονικότητα. Η αναμονή διαρκεί, και θα διαρκέσει για καιρό, σύμφωνα με τις απαισιόδοξες προβλέψεις. Εάν υπάρχει σήμερα ένα σύμβολο γι’ αυτό που πάντα λείπει από την καπιταλιστική κοινωνία με τον ετεροσεξιστικό και ρατσιστικό τρόπο παραγωγής, αυτό είναι μια αγκαλιά μεταξύ ξένων.


Το κείμενο μετέφρασαν από τα γερμανικά στα ελληνικά η Δήμητρα Αλιφιεράκη και ο Στέλιος Χρονόπουλος.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Bini Adamczak

Bini Adamczak

Η Bini Adamczak (Μπίνι Αντάμτσακ) είναι ακτιβίστρια και συγγραφέας. Εργάζεται πάνω στο θέμα των επαναστάσεων, της πολιτικής θεωρίας και των έμφυλων σχέσεων. Το βιβλίο της Κομμουνισμός. Μια μικρή ιστορία για το πώς θα αλλάξουν όλα κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Νήσος. Πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο της Beziehungsweise Revolution. 1917, 1968 und kommende («Τρόπος Σχέσης Επανάσταση. 1917, 1968 και οι επερχόμενες», Suhrkamp) και το Der schönste Tag im Leben des Alexander Berkman («Η ομορφότερη μέρα της ζωής του Αλεξάντερ Μπέρκμαν», Edition Assemblage), ενώ το βιβλίο της Gestern Morgen. Über die Einsamkeit kommunistischer Gespenster und die Rekonstruktion der Zukunft («Χθες σήμερα. Για τη μοναξιά των κομμουνιστικών φαντασμάτων και την ανασυγκρότηση του μέλλοντος») θα εκδοθεί προσεχώς στα αγγλικά. Οι αναρτήσεις της είναι προσβάσιμες στο twitter και το instagram.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε