Κριτική Τεύχος #8

Η φλέβα της γης: εξορύσσοντας την ιστορία

Το βιβλίο της Λήδας Παπαστεφανάκη, Η φλέβα της γης, φέρνει στο φως την ιστορία των μεταλλευτικών επιχειρήσεων στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα μέχρι και το πρώτο μισό του 20ου. Η ιστορικός τοποθετεί τις ελληνικές επιχειρήσεις στο ευρύτερο πλαίσιο της διεθνούς οικονομίας και αγοράς, συνθέτοντας μια υποδειγματική μελέτη στην οποία η οικονομική και κοινωνική ανάλυση ισορροπούν με σκοπό τη διερεύνηση και την κατανόηση ενός σημαντικού -και συχνά ιδεολογικά φορτισμένου - κλάδου της εθνικής παραγωγής.

Η φλέβα της γης
Λήδα Παπαστεφανάκη
Βιβλιόραμα, 2017 | 392 σελίδες

 

 

Το βιβλίο της Λήδας Παπαστεφανάκη, Η φλέβα της γης, ερευνά μια ιστορικά αχαρτογράφητη μέχρι σήμερα περιοχή, εκείνη της εκμετάλλευσης του ορυκτού πλούτου της χώρας, από τις απαρχές της ίδρυσης του ελληνικού κράτους και μέχρι το πρώτο μισό περίπου του 20ου αιώνα. Ως προς τη κεντρική θεματολογία αλλά και το χρονικό-γεωγραφικό εύρος της, η μελέτη συνεχίζει το παράδειγμα ερευνητικών έργων της δεκαετίας του 1980 και των αρχών της δεκαετίας του 1990, οι οποίες επιχείρησαν να ερευνήσουν σε εθνικό επίπεδο και σχετικά μακρό χρόνο τις προϋποθέσεις και τις συνθήκες υποδοχής του καπιταλισμού στην Ελλάδα, εστιάζοντας κυρίως στο φαινόμενο της εκβιομηχάνισης (αναφέρομαι κυρίως σε: Αγριαντώνη, Χρ. 1986, Οι απαρχές της εκβιομηχάνισης στην Ελλάδα τον 19ο αιώνα, Χατζηιωσήφ, Χρ. 1993, Η γηραιά σελήνη: Η βιομηχανία στην Ελλάδα 1830-1940). Παράλληλα, η συγγραφέας, μία από τους λίγους Έλληνες ιστορικούς που επιμένουν στην ιστορία της βιομηχανίας και της βιομηχανικής εργασίας, μπολιάζει το κεντρικό της θέμα με σύγχρονες αναζητήσεις, που εμπίπτουν στα ιδιαίτερα ερευνητικά ενδιαφέροντά της, όπως οι έμφυλες σχέσεις, η ιστορία της υγείας, η ιστορία των πόλεων ή, οριακά, ακόμη και η ιστορία των Εβραίων (στην περίπτωση των εβραϊκού ενδιαφέροντος μεταλλευτικών επιχειρήσεων της Χαλκιδικής).

Στα έξι κεφάλαια του βιβλίου γίνεται κατανοητό γιατί, παρά την περιθωριακή θέση του σε διεθνές επίπεδο, ο εξορυκτικός και μεταλλευτικός κλάδος υπήρξε πράγματι παράγοντας αλλαγής στη μικροκλίμακα της ελληνικής οικονομίας αλλά και της κοινωνίας. Πέρα από το αξιόλογο στατιστικό του αποτύπωμα στα εξαγωγικά εμπορικά δελτία και την προφανή σημασία του για την εθνική οικονομία, αποτέλεσε πεδίο έλξης εγχώριων και ξένων επενδυτικών κεφαλαίων·  έδωσε την ευκαιρία για εφαρμογή – έστω σε περιορισμένο εύρος – τεχνολογικών καινοτομιών· ώθησε στον εκσυγχρονισμό της νομοθετικής σκευής της χώρας· ευνόησε τη δημιουργία μιας έντονης σε παρουσία, παρά το μικρό μέγεθός της, ομάδας καταρτισμένων μηχανικών· πρόσφερε δουλειά σε χιλιάδες ανθρώπους, αλλάζοντας παράλληλα τη φυσιογνωμία των τοπικών κοινωνιών· αποτέλεσε προνομιακό χώρο μύησης των εργατών στη συλλογική δράση για τη διεκδίκηση ανθρώπινων συνθηκών εργασίας και ικανοποιητικής αμοιβής. Καθώς το εγχώριο ιστορικό παράδειγμα όχι μόνο διερευνάται με επάρκεια αλλά επιπλέον εντάσσεται με υποδειγματικό τρόπο στη μεγάλη εικόνα του διεθνούς ιστορικού πλαισίου, η μελέτη της Λήδας Παπαστεφανάκη συμβάλλει ουσιωδώς στον εμπλουτισμό της ελληνικής ιστοριογραφίας.

Η μελέτη διαρθρώνεται ως εξής: Στο πρώτο κεφάλαιο παρατίθεται το θεσμικό πλαίσιο της ίδρυσης, της οργάνωσης και λειτουργίας των μεταλλευτικών επιχειρήσεων. Εδώ εντάσσονται επίσης ζητήματα που αφορούν τις συνθήκες εργασίας, την υγεία, την ασφάλεια και την ασφάλιση των εργαζομένων. Στο δεύτερο κεφάλαιο παρουσιάζεται «η μετάβαση από τη “μεταλλευτική φρενίτιδα” του 19ου αιώνα στη συστηματική προμήθεια πρώτων υλών για τις ευρωπαϊκές βιομηχανίες». Η έρευνα εστιάζεται στην εκμετάλλευση τριών χαρακτηριστικών ορυκτών, του λιγνίτη, του λευκόλιθου και των σιδηρομεταλλευμάτων. Στο τρίτο κεφάλαιο η Παπαστεφανάκη μελετά την τεχνική εκπαίδευση με έμφαση στις σπουδές των μηχανικών μεταλλείων. Εδώ αξιοποιούνται πηγές, όπως τα αρχεία της Ėcole des Mines του Παρισιού. Στο τέταρτο και στο πέμπτο κεφάλαιο εξετάζονται οι όροι συγκρότησης της αγοράς εργασίας και η οργάνωση της εργασίας στα μεταλλεία αντίστοιχα. Στο έκτο και τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου αναφέρονται χαρακτηριστικά παραδείγματα της συλλογικής δράσης και των αγώνων των μεταλλωρύχων, όπως οι απεργίες στο Λαύριο (1896) και στη Σέριφο (1916). Η μελέτη πλαισιώνεται με τέσσερα παραρτήματα που παραθέτουν πληροφορίες για τις μεταλλευτικές-εξορυκτικές επιχειρήσεις, τα βιογραφικά στοιχεία των μεταλλειολόγων μηχανικών, καθώς και διαγράμματα σχετικά με την παραγωγή και εμπορία των ορυκτών υλών και πίνακες με ποσοτικά στοιχεία σχετικά με την αριθμητική δύναμη, την ηλικία και την καταγωγή των εργαζομένων σε συγκεκριμένες μεταλλευτικές επιχειρήσεις.

Ήδη από τις πρώτες σελίδες του βιβλίου γίνεται αντιληπτό ότι το εγχείρημα της αποτύπωσης της εγχώριας μεταλλευτικής ιστορίας για ενάμιση περίπου αιώνα δεν υπήρξε μια εύκολη υπόθεση. Τα μεταλλεία και τα ορυχεία στην Ελλάδα δεν ήταν μόνο γεωγραφικά διασκορπισμένα και επιχειρησιακά κατακερματισμένα σε πολλές μικρές, και σπανίως μεγάλες, επιχειρήσεις αλλά κυρίως ήταν αρχειακά ανεξιχνίαστα. Όπως μας πληροφορεί η συγγραφέας, δεν έχουν διασωθεί τα αρχεία των περισσότερων μεταλλευτικών επιχειρήσεων, ενώ ένα θεμελιακής σημασίας αρχείο, όπως αυτό της Γαλλικής Εταιρείας Μεταλλείων Λαυρίου, δεν έχει ακόμη αποδοθεί στην έρευνα!

Μια πρόσθετη δυσκολία συνιστά το γεγονός ότι οι συνθήκες λειτουργίας των ορυχείων δεν υπάγονταν στην κοινωνικά πιο ευαίσθητη – με τα όποια προβλήματά της – Υπηρεσία της Επιθεώρησης Εργασίας αλλά στην τεχνοκρατικής σύνθεσης Επιθεώρηση των Μεταλλείων, η οποία παρέθετε κυρίως στεγνά ποσοτικά στοιχεία σχετικά με την παραγωγή, την πώληση και την εμπορία των ορυκτών, τον αριθμό των εργαζομένων και τα εργατικά ατυχήματα. Ποιοτικές «λεπτομέρειες» σχετικά με την υγιεινή, τις συνθήκες εργασίας, τη διαβίωση των εργατών δεν απασχολούσαν τους μηχανικούς-υπαλλήλους της Επιθεώρησης των Μεταλλείων.

Η ιστορικός είχε, επομένως, να διαχειριστεί ένα ετερόκλητο, αποσπασματικό και άνισο, ανά διαφορετικές χρονικές περιόδους ή ανά γεωγραφικούς τόπους, υλικό προερχόμενο από διάφορους χώρους, όπως είναι τα κυβερνητικά αρχεία, οι προξενικές εκθέσεις ξένων χωρών, το ιστορικό αρχείο της Εθνικής Τράπεζας και πολλά άλλα. Με δεδομένη την «αχάριστη» φύση του διαθέσιμου αρχειακού υλικού, ο ρητά διατυπωμένος σκοπός της εισαγωγής «να ξεπεραστεί η πολυδιάσπαση του χώρου και του χρόνου» προσκόπτει σε εμφανείς αντικειμενικές δυσκολίες.

Ως ενοποιητική ύλη των ποικίλων και διαφορετικών αρχειακών ψηφίδων και ως βασικό μεθοδολογικό εργαλείο, η Παπαστεφανάκη επιλέγει την αναλυτική έννοια του καταμερισμού της εργασίας. Η εγχώρια μεταλλευτική δραστηριότητα εξετάζεται μέσα από το πρίσμα της εφαρμογής του καταμερισμού εργασίας σε τρία επίπεδα: το πρώτο αφορά τον διεθνή καταμερισμό εργασίας και την ένταξη των εθνικών επιχειρήσεων σε αυτόν, το δεύτερο τον εγχώριο καταμερισμό εργασίας και την ιεραρχική διάρθρωση των επιχειρήσεων εντός του και το τρίτο αφορά τον καταμερισμό εργασίας στο εσωτερικό της επιχείρησης. Η επιλογή αυτή προσδίδει σε ικανοποιητικό βαθμό συνεκτικότητα στην ιστορική αφήγηση, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει την παράλληλη εξέταση της ελληνικής περίπτωσης αφενός ως περιφερειακού τμήματος ενός ιστορικά διαμορφωμένου παγκοσμίου συστήματος και αφετέρου ως μέρους μιας εγχώριας πραγματικότητας με συγκεκριμένα ιστορικά χαρακτηριστικά.

Με την ιστορικοποιημένη παρουσίαση του χώρου των μεταλλείων «οι παθογένειες και οι ιδιαιτερότητες» του ελληνικού καπιταλισμού εκλογικεύονται και ερμηνεύονται, χωρίς, όπως δυστυχώς συχνά συνηθίζεται, να δαιμονοποιούνται. Για παράδειγμα, διαβάζουμε ότι η ευνοϊκή συγκυρία οδήγησε αρκετές φορές σε σημαντικές παρεμβάσεις εκσυγχρονισμού της εξορυκτικής και μεταλλευτικής διαδικασίας αλλά η αστάθεια της διεθνούς αγοράς δεν αποζημίωσε τους επενδυτές. Χαρακτηριστικά, επομένως, της «ελληνικής παθογένειας», όπως ο χαμηλός βαθμός εκσυγχρονισμού των επιχειρήσεων, η προτίμηση στις επιχειρήσεις εντάσεως εργασίας αντί κεφαλαίου, η κυκλικά υψηλή ανεργία και η υποαπασχόληση των εργαζομένων, διαπιστώνονται και στον μεταλλευτικό κλάδο αλλά ερμηνεύονται με γνώμονα την ισχύουσα διεθνή οικονομική πραγματικότητα και τις δυνατότητες των εγχωρίων επιχειρήσεων να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της.

Θα ήθελα να σταθώ σε μερικά – από τα πολλά – ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου με πρώτο την τεχνική εκπαίδευση. Έχει ήδη παρατηρηθεί ότι η φτωχή, ελλιπής και ανεπαρκής ελληνική τεχνική εκπαίδευση απηχεί τη γενικότερη αποτυχία της να συνδεθεί με την παραγωγή. Σε τριτοβάθμιο επίπεδο η έλλειψη αυτή αναπληρωνόταν με τη φοίτηση αρκετών Ελλήνων σε εξειδικευμένες σχολές του εξωτερικού, κυρίως σε Γαλλία, Βέλγιο και Γερμανία. Επισημαίνεται, άλλωστε, ότι ο «ζωτικός χώρος» των Ελλήνων μηχανικών δεν υπήρξε ποτέ αποκλειστικά η Ελλάδα αλλά ο ευρύτερος χώρος της Εγγύς Ανατολής. Εννοείται ότι σε πρωτοβάθμιο και δευτεροβάθμιο επίπεδο η εκπαίδευση καρκινοβατούσε. Ήταν εξάλλου αμφίβολο αν ο μεταλλευτικός χώρος, ταλανιζόμενος από την αστάθεια των αγορών, θα μπορούσε να εγγυηθεί σταθερή και ικανοποιητικά αμειβόμενη εργασία σε ένα καλά καταρτισμένο και εξειδικευμένο εργατικό προσωπικό.

Ενδιαφέρον, επίσης, παρουσιάζουν οι επιχειρηματικές και πολιτικές καριέρες κάποιων υψηλόβαθμων μηχανικών, όπως του Κωνσταντίνου Νέγρη που γίνεται πρόεδρος του Συνδέσμου Ελλήνων Βιομηχάνων (ΣΕΒ), του Φωκίωνος Νέγρη, υπουργού Οικονομικών, Εσωτερικών, Συγκοινωνίας και του Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, υπουργού Οικονομικών και ενός από τα εξιλαστήρια θύματα της δίκης των έξι μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Οι δυο τελευταίοι θα συνταχθούν με κόμματα πολιτικών που εκπροσωπούσαν την αυτόχθονα παλαιοελλαδίτικη ελίτ. Πρόκειται για τα κόμματα του Ζαΐμη και του Γούναρη, τα οποία ακολουθούσαν ως ένα βαθμό την παράδοση του Δηλιγιάννη υπερασπιζόμενα τις αυτόχθονες παραγωγικές τάξεις και τις παραδοσιακές αξίες της μικρής, πλην εντίμου, Ελλάδος. Η ενδεχόμενη σχέση μεταξύ των πολιτικών επιλογών των δυο μηχανικών-πολιτικών και της επαγγελματικής θέσης τους σε έναν εθνικό κλάδο παραγωγής με πραγματική και συμβολική σημασία δεν εξετάζεται στην παρούσα μελέτη. Διάσπαρτες, ωστόσο, αναφορές στο βιβλίο υποδεικνύουν ότι μια πιο συστηματική διερεύνηση της σχέσης του πολιτικού χώρου με τον συγκεκριμένο κλάδο θα παρουσίαζε μεγάλο ενδιαφέρον.

Ο κόσμος της εργασίας κατέχει κεντρική θέση στο βιβλίο. Με τη μελέτη της η Παπαστεφανάκη συνηγορεί στην παλαιότερη άποψη ότι κύριο εμπόδιο για την ανάπτυξη της βιομηχανίας και φυσικά των μεταλλείων δεν υπήρξε η έλλειψη εργατικού δυναμικού. Αντιθέτως, γύρω στα 1900, οι μαρτυρίες συγκλίνουν ότι η εργασία στα ορυχεία ήταν ιδιαίτερα φθηνή και αρκετά αξιόπιστη. Για παράδειγμα, η Μάνη και γενικότερα ο νομός Λακωνίας αποτέλεσε μια σταθερή δεξαμενή ανθρώπινου δυναμικού που ικανοποιούσε όχι μόνο τις εποχιακές ανάγκες των αγροτικών, κυρίως των σταφιδοπαραγωγικών, περιοχών αλλά και άλλους κλάδους της ελληνικής οικονομίας, όπως στην περίπτωσή μας τα μεταλλωρυχεία. Υποστηρίζεται μάλιστα ότι σταδιακά διαμορφώθηκε μια σταθερή εργατική δύναμη που ειδικεύτηκε στον κλάδο των μεταλλωρυχείων. Γύρω στα 1900 οι μεταλλωρύχοι άγγιζαν τις 10.000. Στο Λαύριο ή ακόμη και στη Σέριφο ιδρύθηκαν με εργοδοτική πρωτοβουλία οικισμοί και η διαβίωση του εργατικού πληθυσμού οργανώθηκε με βάση  πατερναλιστικά μοντέλα εργοδοσίας. Στις αρχές, ωστόσο, του 20ου αιώνα ο αριθμός των μεταλλωρύχων έβαινε μειούμενος και ομάδες εργατών συχνά αναγκάζονταν να μεταναστεύσουν σε διάφορα μέρη της χώρας προς αναζήτηση εργασίας.

Αν και ο μεταλλωρύχος είναι ένα κατεξοχήν ανδρικό επάγγελμα, αποτελεί ενδιαφέρουσα εξέλιξη ότι το ποσοστό των γυναικών εργατριών στο σύνολο του εργατικού δυναμικού που απασχολούνταν στα μεταλλωρυχεία, αυξήθηκε με την πάροδο του χρόνου (από 3 με 5% το 1910 σε 13% το 1936). Καθώς η σημασία των μεταλλωρυκτικών επιχειρήσεων έφθινε, επιλεγόταν η φθηνή γυναικεία εργασία για τη διαλογή και τον καθαρισμό των μεταλλευμάτων. Η συγγραφέας δεν παραλείπει, επίσης, να τονίσει τις έμφυλες διαφορές μεταξύ της ανδρικής και της γυναικείας εργασίας. Μια σημαντική διαφορά έγκειται στη διάρκεια του κύκλου εργασίας των δύο φύλων. Στην απογραφή του 1930, το 45% περίπου των ανδρών εργαζομένων στα μεταλλεία είναι άνω των 35, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τις γυναίκες εργάτριες, για τις οποίες προτεραιότητα πρέπει να είναι η οικογένεια και η μητρότητα, είναι περίπου 17%.

Η οργάνωση επίσης της εργασίας σε εθνοτοπικές ομάδες και υπερεργολαβίες, αποτελούν αρχαϊκά χαρακτηριστικά που συναντάμε σε όλους σχεδόν τους χώρους μίσθωσης της ανειδίκευτης εργασίας (γεωργία, βιομηχανία, δημόσια έργα, οικοδομές κλπ.). Η Παπαστεφανάκη συσχετίζει την παρουσία αυτών των χαρακτηριστικών με την πλημμελή τεχνικά εκμετάλλευση των επιχειρήσεων και, συνακόλουθα, με τα αυξημένα – αναλογικά με τον αριθμό των εργαζομένων σε αυτά – ατυχήματα στα ελληνικά μεταλλεία. Δυστυχώς, οι μαρτυρίες που αφορούν τις συνθήκες ζωής των μεταλλωρύχων είναι σπάνιες και δυσεύρετες· όταν όμως υπάρχουν, παρουσιάζουν εξαιρετικό ενδιαφέρον. Όπως η αυτοβιογραφική μαρτυρία-βιβλίο του Μανιάτη μεταλλωρύχου του Λαυρίου Βάσου Δασκαλάκη, Οι Ξεριζωμένοι. Διήγηση ενός χωριάτη, αλλά και τα διάφορα οδοιπορικά ή τα αφιερώματα του τύπου στις συνθήκες διαβίωσης των εργατών. Είναι κρίμα  που δεν υπάρχουν περισσότερες πηγές τέτοιου είδους.

Καθώς η μελέτη κλείνει με τους εργατικούς αγώνες των μεταλλωρύχων, αξίζει να σημειωθεί η νηφάλια προσέγγιση από μέρους της ιστορικού ενός ιδεολογικά φορτισμένου γεγονότος, όπως είναι η μεγάλη απεργία των μεταλλωρύχων της Σερίφου το 1916 και η αμφιλεγόμενη ανάμιξη του αναρχοσυνδικαλιστή Κωνσταντίνου Σπέρα. Η ιστορικός αντιμετωπίζει με καχυποψία τις γραπτές μαρτυρίες της εποχής, επισημαίνει τις αντιφάσεις τους και υποδεικνύει τις σκοπιμότητες που μπορεί να εξυπηρετεί η παραγωγή τους.

Καταληκτικά, θα ήθελα να επισημάνω τη σημασία του βιβλίου ειδικά σήμερα, καθώς ακόμη καλά κρατεί «ο μύθος των κρυμμένων θησαυρών» και «ο φετιχισμός του μεταλλεύματος» που, όπως παρατηρείται στην εισαγωγή του βιβλίου, καλλιεργήθηκε από τις πρώτες δεκαετίες του βίου του νεοελληνικού κράτους. Συχνά, συνειδητά λησμονείται ότι η σημαντική παρουσία μεταλλείων στην περιορισμένη γεωγραφικά οικονομία των πόλεων-κρατών της αρχαιότητας δεν έχει καμιά ομοιότητα με το παγκοσμιοποιημένο οικονομικό περιβάλλον που δημιούργησε η βιομηχανική επανάσταση και η αποικιοκρατία από τον 18ο αιώνα και εξής. Το βιβλίο της Λήδας Παπαστεφανάκη, προϊόν συστηματικής βιβλιογραφικής ενημέρωσης και κοπιαστικής ερευνητικής προσπάθειας, συμβάλλει στη διερεύνηση και διευκρίνιση ενός ιστορικού πεδίου με πολλαπλές αντηχήσεις. Ας ευχηθούμε να αποτελέσει εφαλτήριο για μια ανάλογη μελλοντική εργασία σχετικά με τις μεταλλευτικές επιχειρήσεις στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, βασικούς, άλλωστε, πυλώνες «του ελληνικού μεταπολεμικού θαύματος».


Το κείμενο επιμελήθηκε ο Στέλιος Χρονόπουλος.

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Σταυρούλα Βερράρου

Σταυρούλα Βερράρου

Η Σταυρούλα Βερράρου είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος του Πανεπιστημίου Κρήτης με ειδίκευση στη Νεώτερη Ιστορία. Εργάζεται ως εκπαιδευτικός στη Μέση Εκπαίδευση. Βιβλιοκριτικές της έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά Τα Ιστορικά και Μνήμων.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε