Κριτική Τεύχος #07

Η μετανάστευση ως συνθήκη ύπαρξης στο Exit West του Mohsin Hamid

Το τέταρτο μυθιστόρημα του Mohsin Hamid, Exit West (Έξοδος Δύση), κινούμενο μεταξύ ρομάντζου και road novel, αποτυπώνει με μια ισχυρή δόση μαγικού ρεαλισμού στην τη  σύγχρονη μεταναστευτική συνθήκη. Εδώ με ενδιαφέρει το πώς το Exit West ενεργοποιεί την ενσυναίσθηση (και ηθική) των αναγνωστών αισθητοποιώντας συλλογικές εμπειρίες εκτοπισμού μέσα από το προσωπικό αρχείο συναισθημάτων των χαρακτήρων (απώλεια, έρωτας, επισφάλεια).

Exit west: a novel
Mohsin Hamid
Riverhead Books, 2017 | 231 σελ.

Υπό το φως της «Ευρώπης-Φρούριο» και του φθίνοντος οράματος της παγκοσμιοποίησης, ο πολλαπλασιασμός των εθνικιστικών και ρατσιστικών λόγων (βλ. τη ρητορική του Brexit ή των πολύ πρόσφατων ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ) προκαλεί την απειλητική συστολή των μεταναστευτικών πολιτικών. Το πολιτικό παρόν όπως διαμορφώθηκε από τις τελευταίες δεκαετίες του εικοστού αιώνα γέννησε διάφορα πολιτισμικά κείμενα σχετικά με την εμπειρία του εκτοπισμού, εκ των οποίων εδώ επιλέγω να επανεξετάσω το τέταρτο μυθιστόρημα του Μοσίν Χαμίντ (Mohsin Hamid), Exit West (Έξοδος Δύση), το οποίο δεν έχει γνωρίσει ακόμη ελληνική μετάφραση.[1]

Πρόκειται για ένα ιδιότυπο μυθιστόρημα κινούμενο μεταξύ ρομάντζου και «road novel» (στο μέτρο που ενέχει το στοιχείο της περιπλάνησης, αναζήτησης, και επισφαλούς περιπέτειας) με μια ισχυρή δόση μαγικού ρεαλισμού στην αποτύπωση της μεταναστευτικής εμπειρίας. Εδώ με ενδιαφέρει το πώς το Exit West ενεργοποιεί την ενσυναίσθηση (και ηθική) των αναγνωστών αισθητοποιώντας το συλλογικό βίωμα της μετανάστευσης μέσα από το προσωπικό αρχείο συναισθημάτων τον χαρακτήρων (απώλεια, έρωτας).[2]

Έχοντας ζήσει τα παιδικά του χρόνια στη Λαχόρη, την πρωτεύουσα του Πακιστάν, αλλά ανατραφείς σε μητροπόλεις της Δύσης (Λονδίνο, Σαν Φρανσίσκο) ο Χαμίντ είναι ο συγγραφέας μια σειράς μυθιστορημάτων και δημοσιογραφικών άρθρων γύρω από την απομυθοποίηση της ουσιοκρατικής αντίληψης της εθνικής ταυτότητας, προβάλλοντας την ιδιότητα του μετανάστη ως γενική συνθήκη του σήμερα. Δύο από τα πλέον δημοφιλέστερα μυθιστορήματα του, το Moth Smoke (Καπνός σκόρου), που εκτυλίσσεται στο Πακιστάν, και το The Reluctant Fundamentalist (Ο διστακτικός φονταμενταλιστής) κάνουν χρήση της μικρο-ιστορίας περιπλέκοντας και τον (νομιμοποιητικό) δημόσιο λόγο της Δύσης για τη «νέα αποικιοκρατία» στην Ανατολή και ανατρέποντας ειρωνικά το αντιθετικό πολιτισμικό δίπολο ως ερμηνεία των τρομοκρατικών επιθέσεων που σκίασαν τον εικοστό πρώτο αιώνα.

Το Exit West έμεινε για καιρό στις λίστες με τα ευπώλητα, συμπεριλήφθηκε στην τελική λίστα για το Man Booker Prize 2017 και προκάλεσε έντονο μιντιακό λόγο στην μετά-Τραμπ εποχή. Η θετική κριτική πρόσληψη έχει τη σημασία της· εδώ θα με απασχολήσει ο τρόπος με τον οποίο η κρυστάλλινη, και συχνά ειρωνική γραφή του αιχμαλώτισε τους δυτικούς αναγνώστες (εμού συμπεριλαμβανομένης) προβάλλοντας μια πολιτική θέση «από την πίσω πόρτα». Με άλλα λόγια πώς τα μπανάλ στοιχεία μιας ερωτικής ιστορίας (η οποία εσωκλείει το βίωμα της απώλειας, της αναγκαστικής απομάκρυνσης, και εν τέλει, την αβέβαια υπόσχεση μιας νέας ζωής), περισσότερο από το να εξανθρωπίζουν την μεταναστευτική συνθήκη, την αναδεικνύουν ως κοινό βίωμα των υποκειμένων του σήμερα.

Η αφήγηση ξεκινά σε μια εσκεμμένα αμφίσημη χώρα: «σε μια χώρα πρησμένη από πρόσφυγες αλλά ακόμα κατά βάση σε ειρήνη, η τουλάχιστον όχι ακόμη ανοιχτά σε πόλεμο, ένας νέος άντρας γνώρισε μία νέα γυναίκα σε μία αίθουσα» (σελ. 1). Η αβέβαιη ταυτότητα της χώρας θα μπορούσε να ταυτιστεί με τη Συρία, το Ιράκ, τη Λιβύη, ή το Πακιστάν, τη γενέτειρα του Hamid, και άλλες –η απροσδιοριστία εξυπηρετεί την αλληγορική λειτουργία της αφήγησης αλλά και τη δραστικότητα του κειμένου σε «δυτικούς» αναγνώστες. Η πρώτη φράση εισάγει και τους κεντρικούς ήρωες, τον Σαίντ και τη Νάντια, την ερωτική περιπέτεια των οποίων θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια. Ο Σαΐντ δουλεύει για μια διαφημιστική εταιρία· η Νάντια είναι ασφαλίστρια. Ο Σαΐντ είναι φανερά πιστός στις επιταγές της μουσουλμανικής πίστης· η Νάντια, παραβαίνοντας τους έμφυλους ρόλους της μουσουλμανικής κοινωνίας, μένει μόνη της, οδηγεί μηχανή και φορά πάντα ένα μαύρο ράσο «ώστε οι άντρες να μην τα βάζουν μαζί της» (σελ. 14). Και οι δύο είναι προσκολλημένοι στα smartphone τους, το προνομιακό πεδίο εκτύλιξης του φλερτ και το πρώτο που διαρρηγνύεται με το ξέσπασμα του πολέμου.

Όταν ο αιματηρός εμφύλιος αρχίζει, η εθνοφρουρά καταλαμβάνει την πόλη τρέποντάς την σε ένα εχθρικό και επικίνδυνο περιβάλλον, από το οποίο, ο Χαμίντ ξεδιαλέγει λίγες αιχμηρές σκηνές. Ξεχωρίζει η σκηνή των παιδιών που παίζουν ανέμελα ποδόσφαιρο με ένα ανθρώπινο κεφάλι (εικόνα πολύ πιο μακάβρια από τα παιδικά παιχνίδια με κάλυκες όπλων στη διάρκεια της κατοχής και του εμφυλίου, στα καθ᾽ ημάς). Εντούτοις, η καθημερινότητα του πρόσφατου έρωτα, τα ραντεβού στις πιο αντίξοες και αδιανόητες συνθήκες, το χουχούλιασμα κάτω από τις κουβέρτες όταν η παροχή ηλεκτρικού έχει σταματήσει ρίχνει το βάρος στο πως «το τέλος του κόσμου μπορεί να είναι άνετο (cosy) μερικές φορές» (σελ. 45). Εδώ δεν παρακολουθούμε έναν περιπετειώδη έρωτα αλλά την ασημαντότητα της μεταναστευτικής εμπειρίας, την οποία οι ήρωες αντιμετωπίζουν με εγκαρτέρηση, ανακαλύπτοντας την κοινή ευαισθησία (vulnerability) ως νέο στοιχείο ταυτότητας. Εδώ ο Χαμίντ, επιλέγει να τονίσει την δυνατότητα δράσης, τον ανάμεικτο με φόβο και ανασφάλεια ενθουσιασμό των ηρώων πριν την φυγή. Έτσι προβάλλονται τα κοινά χαρακτηριστικά των μειονοτικών περιθωριακών υποκειμένων με τα προνομιούχα στην μετακίνηση στρώματα και η εμπειρία της μετανάστευσης ανάγεται σε συνδετικό κρίκο.

Ο τρόπος με τον οποίο ο Σαΐντ και η Νάντια ταξιδεύουν στη Δύση είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρων· κι αυτό γιατί αποφεύγει μια πιθανή αισθητικοποίηση ή μελοδραματική αποτύπωση του ταξιδιού. Όταν πλέον η ζωή στη πόλη τους καθίσταται αφόρητη, οι ήρωες αναζητούν τις περίφημες πόρτες που οδηγούν σε διάφορες πλούσιες δυτικές χώρες. Αυτές οι μαύρες πόρτες, αν και δυσεύρετες, βρίσκονται παντού (σε σπίτια, δημόσιους χώρους, κρατικά κτίρια, φωλιές ζώων) και οδηγούν από το Λονδίνο, την Ελλάδα μέχρι το Ντουμπάι. Είναι αυτές οι μαγικές πύλες που δίνουν τη νότα μαγικού ρεαλισμού στην αφήγηση, αποτελώντας συνάμα ένα «βολικό» αφηγηματικό τέχνασμα για να αποφύγει ο Χαμίντ τον σκόπελο της περιγραφής του ταξιδιού. Με την «τηλεμεταφορική» σχεδόν διευθέτηση της απομάκρυνσης, βέβαια, υποσκιάζονται και οι θανατοπολιτικές στρατηγικές του εκτοπισμού.Έτσι, το αφηγηματικό σύμπαν καθίσταται κάπως πιο εύπεπτο και η έμφαση δίνεται στην περιγραφή της προσφυγικής εμπειρίας στην χώρα υποδοχής. Είναι αξιοσημείωτη η ακρίβεια στην αποτύπωση του προορισμού (κατ᾽ αντιδιαστολή με την απροσδιοριστία της χώρας προέλευσης). Ο Σαΐντ και η Νάντια περνούν από μια σκηνή στην Μύκονο, έπειτα από μια κατειλημμένη έπαυλη στην καρδιά του Λονδίνου, και καταλήγουν σε μια  προσωρινή/αυτοσχέδια πόλη στο Σαν Φρανσίσκο.

Σε καθένα από αυτούς τους τόπους είναι μάλλον ανεπιθύμητοι. Βάλλονται από τη μισαλοδοξία και ρητορική μίσους των ιθαγενών και ενίοτε απειλούνται από αποτυχημένες αστυνομικές επιθέσεις σκούπα (στο Λονδίνο). Και πάλι ο Χαμίντ ενδιαφέρεται να αποδώσει το πώς οι διεθνικές πραγματικότητες που υποδέχονται τον Σαίντ και η Νάντια αποτελούν το πλαίσιο για να (ξανα)φανταστούν οι δύο ήρωες τις ζωές τους με βάση την οικειότητα και τη μοιρασμένη επισφάλεια, παρά για το πώς βιώνουν την ετερότητα ή τη νοσταλγία. Οι δύο ήρωες γνωρίζουν πως η επιστροφή είναι αδύνατη κι έτσι περνούν τα βράδια, ανακαλύπτοντας ο ένας τον άλλον, κάνοντας σχέδια για μια νέα αρχή σε εξίσου αφιλόξενες «πατρίδες»: «αισθάνονταν πιο κοντά τα βράδια που έκαναν αυτά τα σχέδια, σαν να τους αποσπούσαν τα κρίσιμα γεγονότα από τις πιο πεζές πτυχές της ζωής, και κάποιες φορές […] θα σταματούσαν και θα κοιτούσαν ο ένας τον άλλον, σαν να θυμόντουσαν ο καθένας, ποιος ήταν ο άλλος» (σελ. 134).

Σχετικά με το αδύνατο του ανήκειν και την μυθοποίηση της επιστροφής στις ρίζες, σχετικό είναι το δοκίμιο του Σαλμάν Ρουσντί (Salman Rushdie) για το μυθιστόρημα Ο μάγος του Οζ (Frank L. Baum): «το πραγματικό μυστικό των κόκκινων παπουτσιών δεν είναι ότι «δεν υπάρχει μέρος σαν το σπίτι [τόπο καταγωγής]», αλλά ότι δεν υπάρχει πλέον τέτοιο μέρος όπως το σπίτι: εκτός, βέβαια, από τα σπίτια που δημιουργούμε […] τα οποία είναι οπουδήποτε και παντού, εκτός από εκεί απ΄ όπου που ξεκινήσαμε».[3] Ουσιαστικά, το Exit West μου φαίνεται διεισδυτικό και προφητικό στην αποτύπωση του «τέλους της νοσταλγίας» και της συλλογικής μεταναστευτικής συνθήκης. Οι διασπορικές κινήσεις, οι διεθνικές μητροπόλεις και οι ρευστές περιεφέρειες αποτελούν το παρόν και το μέλλον, όπου οι μειονοτικές και πλειοψηφικές ταυτότητες συγκρούονται και διαπλέκονται. Κινούμενος στο φαινομενικά εξατομικευμένο και κοινότοπο μικρο-επίπεδο μιας ερωτικής ιστορίας, εγγράφει το μεταναστευτικό βίωμα στην συλλογική συνείδηση ως επισφαλές ταξίδι αναζήτησης, και στη θέση του ανατολικού εξαιρετισμού (ο εκτοπισμός αφορά μόνο αυτούς) διεγείρει την ενσυναίσθηση (και όχι την ταύτιση). Κάποιος πιθανώς εδώ θα παρατηρούσε ότι δεν έχουν όλοι τις ίδιες δυνατότητες κινητικότητας (στρατόπεδα προσφύγων, hotspot, ghetto, vs. ο προνομιούχοι «κοσμοπολίτες» στις δυτικές κοινωνίες), αλλά ο Χαμίντ επιλέγει ένα σενάριο στη βάση του πιθανού. Οι «πλούσιες χώρες» όπως γράφει «θα εξακολουθούν να χτίζουν φράχτες, και να ισχυροποιούν τα σύνορά τους» επί ματαίω (σελ. 71). Γιατί «οι πόρτες δεν μπορούσαν να κλείσουν, και νέες πόρτες θα συνέχιζαν να ανοίγουν, και η άρνηση της συνύπαρξης θα απαιτούσε το ένα συμβαλλόμενο μέρος να πάψει να υπάρχει» (σελ. 164). Tην ίδια στιγμή περιγράφει πως οι κοινότητες μεταναστών θα πληθαίνουν, δημιουργώντας νέες πολιτισμικές πραγματικότητες και επιβιώνοντας στη βάση πολιτικής συμμετοχής και αλληλεγγύης.

Στα σημεία που ίσως ο Χαμίντ δίνει την εντυπώσει ότι ενστερνίζεται μια πανηγυρική ή απολιτική θεώρηση της ιδιότητας του μετανάστη, η γραφή του γίνεται απροσδόκητα σκοτεινή υπογραμμίζοντας την ηθική ευθύνη της απώλειας πίσω από την πράξη του εκτοπισμού: γράφει, «όταν μεταναστεύουμε, δολοφονούμε από τις ζωές μας αυτούς που αφήνουμε πίσω» (σελ. 94). Με το πρώτο πληθυντικό να γεννά συνειρμούς για το αντίκτυπο των διασπορικών ροών σ’ αυτούς που έμειναν πίσω, ο Χαμίντ ανατρέπει τις ηθικές βεβαιότητες των νομαδικών υποκειμένων του εικοστού-πρώτου αιώνα. Καθώς παίζει σε απροσδιόριστο φόντο αλλά εστιάζει στην μικρο-ιστορία, το Exit West υπερβαίνει την τοπικότητα και το δίπολο Ανατολή-Δύση, και γίνεται μια αλληγορία για το πώς σκεφτόμαστε, πράττουμε, και συμμετέχουμε ηθικο-πολιτικά στο παρόν και μέλλον.

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Βασιλική Καϊσίδου

Βασιλική Καϊσίδου

Η Βασιλική Καϊσίδου σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστημίο και ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές Νεοελληνικών στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Είναι υποψήφια διδάκτορας Νεοελληνικών Σπουδών στο πανεπιστήμιο του Birmingham. Ερευνά τη διαγενενεακή μνήμη του Ελληνικού εμφυλίου μέσα από την μεταπολιτευτική δημοσία ιστορία. Άρθρα της έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικά περιοδικά και κριτικές λογοτεχνίας σε διαφορους ιστοτοπους (bookpress, artic, diastixo).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε