Συνεντεύξεις Τεύχος #12 Βιβλιοπολιτική

Η πανδημία στον χώρο του βιβλίου

Φωτογραφία της Αναστασίας Δεληγιάννη

Ο κλάδος του βιβλίου, που βρισκόταν ήδη σε κρίση, ήταν ένας από αυτούς που επηρεάστηκαν ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού, με το κλείσιμο των βιβλιοπωλείων, αλλά και το νέο σκηνικό που δημιουργήθηκε με τις ηλεκτρονικές πωλήσεις και τα ψηφιακά βιβλία. Έτσι, μιλήσαμε με τον Ανεξάρτητο Σύλλογο Εκδοτών Βιβλίου (ΑΣΕΒ) και με το Σωματείο Υπαλλήλων Βιβλίου Χάρτου και Ψηφιακών Μέσων Αττικής (ΣΥΒΧΨΑ)  για την κατάσταση στον χώρο του βιβλίου πριν και κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού λόγω της πανδημίας, αλλά και για το πώς βλέπουν να διαμορφώνεται το μέλλον στον κλάδο τους. 


ΑΣΕΒ

Μπορείτε να μας πείτε ποια ήταν η κατάσταση στο χώρο του βιβλίου την αμέσως προηγούμενη της πανδημίας περίοδο; Ποια ήταν τα κύρια προβλήματα του κλάδου σας; Ποια από τα χρόνια προβλήματα του κλάδου οξύνθηκαν και ποια νέα προβλήματα δημιούργησε η κρίση;

Η εμφάνιση της πανδημίας εξελίσσεται σε ερμηνευτικό αντικλείδι για κάθε χρονίζον πρόβλημα σχεδόν σε όλους τους κλάδους. Στον κλάδο του βιβλίου τα προβλήματα πριν και κατά την εν εξελίξει πανδημία παραμένουν ίδια, αλλά η όξυνσή τους τώρα μας κάνει να εξωραΐζουμε  το παρελθόν. Η κατάσταση στην αγορά του βιβλίου είχε και έχει ως κύρια χαρακτηριστικά, όσα περιγράφαμε πριν από ένα χρόνο στην αρχική μας επιστολή για τη δημιουργία του Συλλόγου: «Μεγέθυνση 4-5 εκδοτικών οίκων, κυρίως μέσω των σχολικών βοηθημάτων και παρωχημένης θεματολογίας μυθιστορημάτων, εις βάρος όλων των υπολοίπων εκδοτών που περιορίζονται σε μια διαρκή προσπάθεια φασματικής επιβίωσης. Ραγδαία συρρίκνωση του αριθμού των βιβλιοπωλείων εις βάρος σημείων πώλησης που διατηρούν μικρό απόθεμα τίτλων από τους 4-5 οίκους. Δευτερογενής εμπορευματοποίηση του οικο-συστήματος -κριτική και παρουσιάσεις, προβολή στα βιβλιοπωλεία, βραβεία κλπ». Έτσι οι αναγνώστες συναντούν στα βιβλιοπωλεία ένα διαρκώς ανανεούμενο απόθεμα ομοειδών τίτλων που λανσάρουν μιμούμενοι ο ένας τον άλλον οι υπερ-παραγωγικοί ευάριθμοι εκδότες. Επίσης, η διόγκωση της άχρηστης σε γενικές γραμμές αγοράς των παρα-σχολικών βιβλίων (βοηθήματα, λυσάρια κλπ.) αποτρέπει από νωρίς τη δημιουργία νέων αναγνωστών, δημιουργεί την ψευδαίσθηση δημιουργίας ατομικής βιβλιοθήκης και επιβαρύνει υπέρμετρα το κονδύλι αγοράς βιβλίων.   

Από την άλλη δεν είναι αμελητέες οι ευθύνες των περισσότερων βιβλιοπωλείων που υπέκυψαν στο απόφθεγμα: «εγώ πληρώνω το νοίκι πουλώντας την …», και αδιαφόρησαν για την δημιουργία ενός σταθερού αριθμού πελατών που θα τους στήριζαν μακροπρόθεσμα. Η ευκολία της «κούτας» βιβλίων που περιέχει τις επιλογές  των εκδοτών έχει μεταβάλει τον μέσο βιβλιοπώλη σε αιχμάλωτο συνδρομητή σύντομης ζωής εκδοτικών προϊόντων που καταλαμβάνουν τον συνήθως περιορισμένο χώρο του, εξορίζοντας την πολυφωνία και ένα πιθανό πλεονέκτημα έναντι του ανταγωνισμού του. 

Η ρίζα των προβλημάτων βρίσκεται αλλού, στην κοινωνική απαξίωση της ανάγνωσης ως τρόπου ψυχαγωγίας και παιδείας, στην αμήχανη σχέση της συντριπτικής πλειοψηφίας με τα βιβλία, αλλά πλέον και με τις εφημερίδες και τα περιοδικά.  Εδώ βρίσκονται οι ευθύνες όλων των παραγόντων της ανάγνωσης που επιδιώκουμε να προσαρμοστούμε στο επόμενο χαμηλό σκαλί των προτιμήσεων του κοινού.  

Υπάρχουν οι άμεσες, εμφανείς επιπτώσεις στην αγορά του βιβλίου κατά τους τελευταίους μήνες, και, παρόλο που άνοιξαν τα βιβλιοπωλεία (πότε οι βιβλιοθήκες;), το άμεσο μέλλον παραμένει ασαφές, με τους περισσότερους παράγοντες να είναι απαισιόδοξοι. Δεν γνωρίζουμε σε ποιες άλλες  χώρες απουσιάζουν ασφαλή στατιστικά διαχρονικά στοιχεία για το βιβλίο και την ανάγνωση.  Κατά καιρούς εμφανίζονται κάποιες έρευνες που στηρίζονται σε δημοσκοπικά ευρήματα που μάλλον συσκοτίζουν την εικόνα. Κανείς δεν ξέρει το συνολικό μέγεθος της αγοράς –80, 130, 170 εκατομμύρια ή κάποιος άλλος αριθμός, ποιες είναι οι πωλήσεις των τίτλων κατά μέσο όρο, ή ανά κατηγορία, πόσα αντίτυπα πουλάνε τα λεγόμενα ευπώλητα– και είναι ενδεικτικό πως κανείς δεν επιδιώκει να αναλάβει η Στατιστική υπηρεσία να σχεδιάσει την έρευνα και την δημοσίευση των σχετικών στοιχείων.  Είναι άγνωστος ο αριθμός των αληθινών βιβλιοπωλείων –180, 350 ή 700– και δεν έχουμε καν σταθερά κριτήρια τι ορίζεται ως βιβλιοπωλείο. Ομοίως δεν έχουμε στοιχεία για την αύξηση των online αγορών, πέρα των εντυπώσεων που ο καθένας μας έχει αποκομίσει. 

Πιστεύετε ότι το ηλεκτρονικό βιβλίο θα αποτελέσει κάποια πιο μαζική κατεύθυνση για τον χώρο σας; Εκτιμάτε ότι οι ηλεκτρονικές πωλήσεις και τα ηλεκτρονικά βιβλιοπωλεία θα κερδίσουν έδαφος σε σχέση με τα παραδοσιακά μετά από αυτήν την κριση;

Κατά την γνώμη μας είναι λανθασμένη η συχνά επαναλαμβανόμενη άποψη πως το έντυπο και το ψηφιακό βιβλίο διαφέρουν μόνο στη μορφή.  Διαφέρουν και σε αρκετά άλλα, και μάλιστα βασικά, χαρακτηριστικά. Πρώτο, εξοστρακίζουν τον μεσολαβητή που λέγεται ανεξάρτητο βιβλιοπωλείο, δίνοντας την ευκαιρία σε μεγάλες πλατφόρμες να κατακτήσουν το σύνολο της σχετικής αγοράς. Δεύτερο, φαίνεται πως το ψηφιακό βιβλίο θα μεταβληθεί σε συνδρομητική υπηρεσία, με τους μεγάλους διεθνώς παίκτες να προσφέρουν καταλόγους αναρίθμητων τίτλων, ένα είδος Netflix για αναγνώστες, με τις σημαντικές για το περιεχόμενο συνταγές που αυτό θα συνεπάγεται. Τρίτο, και πιο άμεσο, το ψηφιακό βιβλίο καταναλώνεται συνήθως την στιγμή της αγοράς του, είτε για τις πληροφορίες που εμπεριέχει, είτε για άμεση ψυχαγωγία. Δεν είναι αμελητέες αυτές οι διαφορές, και μάλλον δυσοίωνες για τους μικρούς και μεσαίους εκδότες που πειραματίζονται με πιο απαιτητικά κείμενα. Προς το παρόν, είναι βέβαιο πως θα αυξηθεί η προσφορά ψηφιακών τίτλων κυρίως μέσω των ιστοσελίδων των εκδοτών, αλλά είναι άγνωστο ποια θα είναι η τύχη τους, χωρίς συστηματική προώθηση της ψηφιακής αγοράς από μεγάλους παίκτες πρόθυμους να επενδύσουν και να χάσουν χρήματα. 

Είναι βέβαιο πως η ανάπτυξη του ηλεκτρονικού εμπορίου το πρόσφατο διάστημα θα έχει συνέχεια, το ερώτημα είναι αν θα βοηθήσει την πολυφωνία και την εμπορία βιβλίων σε τοπική κλίμακα, ή θα ενισχύσει τα δυο-τρία καταστήματα που μέχρι στιγμής κατέχουν πανελλαδικά την αγορά. Μόνο μεγάλης κλίμακας συνεργασίες και κοινή πλατφόρμα πωλήσεων μεταξύ των πολλών ανεξάρτητων βιβλιοπωλείων που εξυπηρετούν τις κοινότητές τους θα μπορούσαν να επιτρέψουν την είσοδο αυτών των μονάδων στο ηλεκτρονικό εμπόριο. 

Πώς έχετε  σταθεί τόσο εσείς όσο και οι άλλοι σύνδεσμοι εκδοτών απέναντι στην κρίση; Θα θέλαμε επίσης ένα σχόλιο ακριβώς για την πολλαπλότητα και τον πολυκερματισμό των συλλογικών εκφράσεων των εκδοτών.

Υπάρχει διάχυτη η εντύπωση πως οι εκδότες είναι διασπασμένοι σε διάφορα σωματεία και αυτό υπονομεύει την αποτελεσματικότητα των δράσεών τους. Αν και η εντύπωση δεν απέχει από την πραγματικότητα, υπάρχουν και άλλα στοιχεία που συνήθως παραβλέπονται, και τα οποία μας οδήγησαν να ιδρύσουμε ένα νέο σύλλογο ανεξάρτητων εκδοτών που απευθύνονται στους αναγνώστες. Κατ’ αρχάς υπάρχουν δύο σύνδεσμοι, ένας στην Αθήνα και ένας στην Θεσσαλονίκη,  που έχουν μηδενική δραστηριότητα πέρα των ετήσιων εκθέσεων και παζαριών βιβλίου, μια έντιμη, αλλά χωρίς άλλες προεκτάσεις, εμπορική δραστηριότητα.  Υπάρχει ένας σύλλογος που εκπροσωπεί τους εκδότες συγγραμμάτων, με απολύτως κορπορατιστικό πρόγραμμα συνεργασίας με το υπουργείο Παιδείας και άρα τελείως αδιάφορος για την ελεύθερη αγορά του βιβλίου.  Πριν από λίγα χρόνια ιδρύθηκε σύλλογος που προγραμματικά δήλωσε πως εκπροσωπεί συμφέροντα των μεγάλων εκδοτών που διαφέρουν από εκείνα των πολλών, γι’ αυτό και αποκλείει με καταστατική διάταξη όσους δεν έχουν μισό εκατομμύριο κύκλο εργασιών.  Επανεμφανίστηκε ως εξάρτημα των δύο παραπάνω συλλόγων παλαιότερος σύλλογος, που αφού περιέπεσε σε ανυποληψία λόγω λανθασμένων προσωπικών πολιτικών κατέληξε χωρίς μέλη και με διορισμένο ΔΣ να συνυπογράφει όσα απαιτεί η ένωση των μεγάλων εκδοτών.  Πρέπει να προστεθεί πως στην διαμόρφωση του σημερινού τοπίου έχει ενεργό συμμετοχή και ένας ξένος προς αυτά οργανισμός συλλογικής διαχείρισης, ο οποίος πρόσφατα διατύπωσε αιτήματα ως εκπρόσωπος των συλλόγων εκδοτών και συγγραφέων, προφανώς επειδή προνομιακά χρηματοδοτεί μερικούς από αυτούς.

Κανείς από τους παραπάνω δεν διατυπώνει, πολύ περισσότερο δεν διεκδικεί, λύσεις που θα στήριζαν τη μεγάλη πλειοψηφία των ανεξάρτητων μικρών και μεσαίων, πλην παραγωγικών, εκδοτών. Προχωρήσαμε στην ίδρυση του συλλόγου μας, επειδή έχουμε τελείως διαφορετική προσέγγιση στα προβλήματα του κλάδου και έχουμε πλήρη διαφωνία με τον τρόπο που πορεύτηκαν οι παραπάνω σύλλογοι τα τελευταία χρόνια. 

Πώς κρίνετε τα μέτρα της κυβέρνησης που αφορούν τη στήριξη του κλάδου σας; Πώς βλέπετε την επόμενη μέρα για τον κλάδο σας;

Στις 13 Απριλίου, ο Ανεξάρτητος Σύλλογος Εκδοτών Βιβλίου πρότεινε τρία άμεσα μέτρα για την αντιμετώπιση της σημερινής κατάστασης. Τα παραθέτουμε και εδώ, γιατί παραμένουν αιτήματα που ζητούν ικανοποίηση. 

«Μόνη παρηγορία στη ζοφερή κατάσταση στην οποία περιέρχεται μέρα με τη μέρα ο κλάδος του βιβλίου είναι μια κάπως νεφελώδης, αστήρικτη ελπίδα να μην επανέλθουμε στην προηγούμενη κατάσταση, όταν επιτραπεί η επιστροφή στην κανονικότητα. Στη χώρα και στη σημερινή συγκυρία, έχουμε το παράδοξο  πλεονέκτημα, θλιβερό γενικώς, να λείπουν στοιχειώδεις υποδομές και καθιερωμένες πρακτικές άλλων χωρών, και επομένως να υπάρχει χώρος για άμεσες και αποτελεσματικές παρεμβάσεις από την Πολιτεία. Η οικονομική στήριξη όλων των συντελεστών του κλάδου, και κυρίως των εκδοτών που έχουν την κομβική θέση σε όλη την αλυσίδα, είναι προϋπόθεση για να αναληφθούν οι δράσεις που συνήθως επαναλαμβάνονται ως προσδοκίες από όλες τις πλευρές. Η κοινότητα των αναγνωστών, που μέχρι σήμερα μόνη της στήριζε την εκδοτική αγορά, δεν έχει πια τους πόρους  για να συμβάλει στην επιβίωση των εκδοτών, συγγραφέων και βιβλιοπωλών.    

Αυτή την περίοδο μόνο δύο πηγές οικονομικής στήριξης υπάρχουν, το δημόσιο ταμείο και ο χρηματοπιστωτικός τομέας, και απαιτείται η παρέμβαση της Πολιτείας για να αντληθούν οι απαραίτητοι πόροι από αμφότερες. Δύο πολιτικές αποφάσεις αρκούν, μία μείζων, και  πολλές δεκαετίες καθυστερημένη, είναι η ανασύσταση των ανά την χώρα βιβλιοθηκών, η δεύτερη, απλούστερη, είναι η εφαρμογή του 6% ΦΠΑ κατά την παραγωγή και μηδενικού ποσοστού κατά την πώληση. Για την δεύτερη απαιτείται μια υπογραφή, όπως έγινε προ ημερών για τα είδη ατομικής υγιεινής. Για την πρώτη απαιτείται η διάθεση ενός μικρού κονδυλίου — 100 βιβλιοθήκες μπορούν να προμηθεύονται κάθε χρόνο 5.000 τίτλους η κάθε μια, μέσης τιμής 12 ευρώ,  εάν τους διατεθεί το ποσόν των 6 εκατομμυρίων.  

Η εμπλοκή του χρηματοπιστωτικού τομέα σε όλα τα προγράμματα στήριξης αποτελεί  πανευρωπαϊκή κατεύθυνση και είναι πλέον υποχρεωτικός όρος. Στη χώρα μας, μέχρι σήμερα οι τράπεζες αρνούνται να χρησιμοποιήσουν το πρόγραμμα εγγυοδοσίας [financial guarantee] που αποτελεί το κύριο εργαλείο παροχής ρευστότητας σε όλες τις ανακοινώσεις των πανευρωπαϊκών φορέων (π.χ., της Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας Εκδοτών) και έχουν καταλήξει στο αστήρικτο συμπέρασμα πως ο κλάδος μας είναι υψηλού κινδύνου. Και εδώ η παρέμβαση της Πολιτείας είναι αναγκαία, πρώτον για να τους πληροφορήσει πως οι εκδοτικές επιχειρήσεις δεν είναι μόνο εκείνες των «γυαλιστερών» περιοδικών   που βάρεσαν κανόνι, αλλά εκατοντάδες μικροί και μεσαίοι, συνετοί στην διαχείριση, εκδοτικοί οίκοι, και κυρίως για να τους πείσει πως η επιβίωση των επιχειρήσεων πολιτισμού είναι κεντρική της πολιτική απόφαση. 

Ο Σύλλογός μας πιστεύει πως οι δυσκολίες, που μετατρέπονται σταδιακά σε απειλές για την ύπαρξή μας, υποβόσκουν εδώ και πολύ καιρό. Είναι γνωστές σε όλους τους παράγοντες της αγοράς του βιβλίου και είναι καιρός με ειλικρίνεια να συζητήσουμε, αν οι παραπάνω προτάσεις μπορούν να γίνουν κοινά αιτήματα του κλάδου. Οι πρωτοφανείς συνθήκες μας υποχρεώνουν να επινοήσουμε νέα οράματα, ας βρεθούμε, όσοι περισσότεροι, από την σωστή πλευρά της ιστορίας».

Με ενδιαφέρον παρατηρούμε πως το θέμα των βιβλιοθηκών επαναλαμβάνεται και από άλλους συλλόγους που στο παρελθόν έχουν υπονομεύσει ανάλογες προσπάθειες. Η χώρα μας πρέπει να αποκτήσει μερικές δεκάδες μεγάλων βιβλιοθηκών, οι οποίες θα απορροφούν την τρέχουσα παραγωγή και μέσω παραρτημάτων να εξυπηρετούν το σύνολο των πολιτών. 

Η ανάταξη της αγοράς του βιβλίου στην χώρα μας απαιτεί πολύ περισσότερα από τα προηγούμενα. Απαιτεί μια δέσμη ρυθμίσεων, θεσμών, αντιπροσωπευτικών οργάνων και έντιμων παραγόντων που θα διαχειριστούν ικανούς προϋπολογισμούς υπέρ της συστηματικής προστασίας του βιβλίου και των παραγόντων του. Για τη χώρα μας αυτά φαίνονται πρωτοφανή, αλλά η εποχή των αποσπασματικών παρεμβάσεων έχει οριστικά παρέλθει για εμάς, αν και αρέσει σε αρκετούς που κρίνουν και δρουν ιδιοτελώς.


ΣΥΒΧΨΑ

Μπορείτε να μας πείτε ποια ήταν η κατάσταση στο χώρο του βιβλίου την αμέσως προηγούμενη της πανδημίας περίοδο; Ποια ήταν τα κύρια προβλήματα του κλάδου σας;

Ο χώρος του βιβλίου είχε ήδη πληγεί σοβαρά στη δεκαετία της προηγούμενης οικονομικής κρίσης. Πολλά μικρά μαγαζιά έκλεισαν, οίκοι με χρόνια ιστορίας διαλύθηκαν (π.χ. στα ξενόγλωσσα βιβλία), πολλές απολύσεις και μείωση εργαζομένων στον κλάδο, απληρωσιά και μεγάλες καθυστερήσεις καταβολής μισθών, μη πληρωμένες υπερωρίες, ένταση της εργοδοτικής αυθαιρεσίας στους χώρους δουλειάς. Δεν έχουμε πλήρη στοιχεία γιατί δυστυχώς δεν βρίσκονται εύκολα, αλλά εκτιμούμε ότι οι εργαζόμενοι/ες στον κλάδο μας μειώθηκαν σοβαρά, ίσως και στο 60% της προ κρίσης εποχής. Και φυσικά μεγάλο μέρος του μεριδίου της αγοράς κατέλαβαν πλέον τα μεγάλα πολυκαταστήματα ψηφιακών μέσων, βιβλίων και άλλων προϊόντων πιέζοντας πλέον ασφυκτικά τα μικρότερα «μαγαζιά», κυρίως επειδή συμπιέζουν υπέρμετρα το εργατικό κόστος δίνοντας μισθούς πείνας (κατώτατος, υποκατώτατος όσο ίσχυε κλπ.), όχι σταθερή δουλειά, αλλά συμβάσεις ορισμένου χρόνου και κυλιόμενες σε συνθήκες εργασιακής γαλέρας με μεγάλη εντατικοποίηση, σπαστά ωράρια, επιδίωξη για δουλειά και Κυριακές κλπ. Αυτή ήταν η κατάσταση ήδη πριν την έλευση της πρόσφατης πανδημίας.  

Ποια από τα χρόνια προβλήματα του κλάδου οξύνθηκαν και ποια νέα προβλήματα δημιούργησε η κρίση;

Ο κλάδος του βιβλίου είχε παρόμοια χρόνια προβλήματα με όλους τους εργασιακούς κλάδους. Η λιτότητα που άρχισε ήδη από τη δεκαετία του 2000 δημιουργούσε πίεση στους μισθούς μας, ενώ φαινόμενα απληρωσιάς και απολύσεων λόγω κάποιων «κανονιών» που βάρεσαν εκδότες λόγω αλόγιστου υπερδανεισμού στα χρόνια της «ευμάρειας» επηρέασαν ένα σημαντικό κομμάτι εργαζομένων, όχι μόνο στις συγκεκριμένες επιχειρήσεις αλλά και σε άλλες συνεργαζόμενες με αυτές στο χώρο της τυπογραφίας και της βιβλιοδεσίας. Η νικηφόρα μάχη θέσπισης πανελλαδικής κλαδικής ΣΣΕ στο χώρο του βιβλίου το 2004 και η ανανέωσή της συνεχώς μέχρις ότου διαλύθηκε πλέον από τις μνημονιακές πολιτικές, ήταν σημαντικές στιγμές για τον κλάδο μας και την κατοχύρωση των εργατικών δικαιωμάτων και συμφερόντων. Μέσω αυτής της μάχης αυξήθηκε και η συμμετοχή συναδέλφων/ισσων στο Σύλλογό μας αφού απέδειξε την ανάγκη και τη σημασία της ύπαρξής του για την οργανωμένη διεκδίκηση και πάλη των εργαζομένων του κλάδου μας. Όλα τα παραπάνω προβλήματα προφανώς οξύνθηκαν με την κρίση του 2008-’09 και ειδικά μετά το 2010. Και προφανώς πλέον, με την κατάργηση ισχύος των ΣΣΕ στην περίοδο των μνημονίων, οι όποιες κατακτήσεις μας μπήκαν στον πάγο και θεσμικά παράλληλα με την επίθεση των εργοδοτών στο μισθό, τη δουλειά και τις εργασιακές σχέσεις μας.

Ποιες οι προκλήσεις για τον κλάδο σας εν μέσω της κρίσης; 

Προφανώς, οι προκλήσεις δεν είναι κάτι «ενιαίο» για τον κλάδο. Άλλες είναι οι προκλήσεις μες την κρίση από τη σκοπιά των εργοδοτών (μείωση των ζημιών, αύξηση της κερδοφορίας και του τζίρου, μείωση εργατικού κόστους, αλλαγή εργασιακών σχέσεων, κατοχύρωση κλίματος υποταγής στους χώρους δουλειάς κλπ.) και άλλες από την σκοπιά των εργαζομένων. Για εμάς, βασικές προκλήσεις είναι:

  • η υπεράσπιση του δικαιώματός μας στη δουλειά κόντρα στις απολύσεις, και μάλιστα σε δουλειά με μόνιμους και σταθερούς όρους εργασίας κόντρα στην ελαστικοποίηση και τις κυλιόμενες συμβάσεις
  • η υπεράσπιση του μισθού ώστε να είναι σε επαρκές ύψος με βάση τις σύγχρονες ανάγκες διαβίωσής μας, χωρίς πληρωμή με «κουπόνια» και άλλες μορφές μη χρηματικής «αμοιβής»
  • η κατοχύρωση ενός ανθρώπινου κλίματος στους χώρους εργασίας, χωρίς περιστατικά εργοδοτικής αυθαιρεσίας, εκφοβισμό και πιέσεις, χωρίς εξοντωτικούς ρυθμούς εργασίας     
  • η κατοχύρωση των παραπάνω όρων για την εργασία μας σε μία νέα συλλογική σύμβαση

Μέσο για την διεκδίκηση για όλα αυτά είναι προφανώς ο συλλογικός αγώνας που όλες και όλοι οι εργαζόμενοι/ες του κλάδου πρέπει να εντείνουμε από κοινού. Για αυτό, μέσα και από αυτό το φιλόξενο βήμα καλούμε όλες και όλους τους συναδέλφους/ισσες να οργανωθούν στο σύλλογό μας, όπως και στον αντίστοιχο αδελφό σύλλογο στη Θεσσαλονίκη. Και φυσικά, χαιρετίζουμε και τις σημαντικές απόπειρες οργάνωσης επιχειρησιακών σωματείων σε χώρους μεγάλης συγκέντρωσης εργαζομένων του κλάδου μας (π.χ. το πρόσφατα ιδρυθέν κλαδικό σωματείο των Public), προσπάθειες με τις οποίες βρισκόμαστε σε αγωνιστική συμπόρευση.

Ποιες οι αντιδράσεις εκδοτών και βιβλιοπωλών (χονδρικής-λιανικής) στην μείωση του τζίρου τους και πως επηρεάζουν τους εργαζομένους; Τι κινήσεις έχει κάνει το σωματείο σας;

Οι αντιδράσεις των εργοδοτών είναι κλασικές: μείωση μισθών, καθυστερήσεις πληρωμών, απολύσεις και πίεση στους χώρους δουλειάς για εντατικοποίηση των ρυθμών εργασίας. Η δικαιολογία πάντα ίδια: «η περίοδος είναι δύσκολη για όλους μας», «η κρίση που όλοι πρέπει να βάλουμε πλάτη» κλπ. Δεν βάλαμε όμως όλοι την ίδια πλάτη και δεν είχαμε τα ίδια μερίδια στα κέρδη στην περίοδο που οι πωλήσεις ήταν καλύτερες…Για αυτό και δεν σκοπεύουμε να αναλάβουμε για άλλη μία φορά το βασικό μέρος των ζημιών εμείς. Και για αυτό προσπαθούμε να κάνουμε συντονισμένες κινήσεις για τη διεκδίκηση αυξήσεων στους μισθούς και νέας ΣΣΕ, ήδη κάναμε μία σχετικά επιτυχημένη κλαδική απεργία το 2014 και στις 1/11 του 2018 μία σημαντική διακλαδική απεργία οργανωμένη από τα κάτω, από τη βάση κάποιων πρωτοβάθμιων εργατικών σωματείων. Προετοιμάζαμε μια νέα διακλαδική απεργία στις 19/3 για να εντείνουμε την κοινή πάλη μας για αυξήσεις στους μισθούς και κατοχύρωση ΣΣΕ, αλλά μας πρόλαβαν τα γεγονότα της επιδημίας και επιλέξαμε να τη μεταφέρουμε σε κάποια επόμενη ημερομηνία στο επόμενο διάστημα. Πέρα από τις κεντρικές μάχες, έχουμε δώσει πολλές «μικρές» σημαντικές μάχες κόντρα σε απολύσεις και εργοδοτική αυθαιρεσία σε συγκεκριμένους χώρους δουλειάς, με στήριξη των συναδέλφων και παραστάσεις διαμαρτυρίας έξω από τα αντίστοιχα «μαγαζιά», με δημοσιοποίηση των περιστατικών (και στους πελάτες των αντίστοιχων «μαγαζιών» ώστε να ενταθεί η πίεση στα αφεντικά) και αξιοποιώντας κάθε άλλο πρόσφορο μέσο (Επιθεώρηση Εργασίας κλπ.).      

Πως κρίνετε τα μέτρα της κυβέρνησης που σας αφορούν ως εργαζομένους, αλλά και συνδικαλιστές;

Τα μέτρα της κυβέρνησης δεν ήταν απλώς ανεπαρκή για τον κόσμο της εργασίας, αλλά και αντιδραστικά σε μεγάλο βαθμό, προωθώντας αντεργατικές ρυθμίσεις που ήταν ήδη στα σχέδια κυβερνήσεων και ΕΕ για την ελαστικοποίηση της εργασίας και τη μείωση του εργατικού κόστους κι άλλο. Άλλωστε τα περισσότερα από αυτά ήταν κυρίως δωράκια στα αφεντικά (μείωση ενοικίων στο 60%, αναστολές συμβάσεων και πληρωμής φορολογικών και ασφαλιστικών εισφορών, δυνατότητα εκ περιτροπής εργασίας και τηλεργασίας κλπ.). Για εμάς, η προσωρινή προστασία από απολύσεις (εφόσον οι επιχειρήσεις ενταχθούν βέβαια στα μέτρα) δεν αντισταθμίζει την πραγματική μείωση εισοδήματος όσων βγήκαν σε αναστολή (και ουσιαστικά θα πληρωθούν τον κατώτατο μισθό και όχι ό,τι λάμβαναν πριν) ή σε εκ περιτροπής εργασία (οπότε ο μισθός θα μειωθεί στο 50%), ούτε φυσικά την απώλεια αδειών για όσους/ες εξαναγκάστηκαν να πάρουν τέτοιες (πόσο μάλλον αν ήταν και άνευ αποδοχών σε κάποιες περιπτώσεις!). Και φυσικά η καθιέρωση της εκ περιτροπής εργασίας και της τηλεργασίας είναι προφανές πλέον ότι ήρθαν για να μείνουν και όχι ως «έκτακτα μέτρα» όπως διατυμπάνιζε στην αρχή ο υπουργός της απάτης του «Σκοιλ Ελικικου» Βρούτσης. Τέλος, όλα τα παραπάνω δίνονται στους εργοδότες την ίδια στιγμή που δεν τηρούνται στους χώρους δουλειάς αυστηρά μέτρα υγιεινής και ασφάλειας, όπως προβλέπεται, και κανένας δημόσιος φορέας φυσικά δεν ελέγχει αν αυτό τηρείται. Τα μέτρα, λοιπόν, ήταν ελάχιστα για την εξασφάλιση ενός minimum επιπέδου εισοδήματος κάτω από τους σημερινούς μισθούς και τις υπαρκτές ανάγκες και ταυτόχρονα λειτουργούν σαφώς ως δούρειος ίππος για την περαιτέρω απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων προωθώντας κατευθύνσεις που σχεδιάζονται χρόνια αξιοποιώντας την «κατάσταση έκτακτης ανάγκης» της πανδημίας. 

O ΣΥΒΧΨΑ είναι ένα από τα μάχιμα πρωτοβάθμια σωματεία, πώς αντιλαμβάνεται τις συνδικαλιστικές κινητοποιήσεις εν μέσω καραντίνας;

Ο ΣΥΒΧΨΑ έχει συνείδηση της κατάστασης που ζούμε, τόσο από υγειονομική όσο και από οικονομική-εργασιακή σκοπιά. Αντιλαμβανόμαστε ότι τα αναγκαία μέτρα φυσικής και κοινωνικής αποστασιοποίησης ήταν ένα μέσο για την επιβράδυνση της διασποράς του ιού στην κοινωνία. Και ως τέτοιο το εφαρμόσαμε για λόγους κοινωνικής ενσυναίσθησης και αλληλεγγύης στους συναδέλφους/ισσες μας και γενικότερα στους συνανθρώπους μας, ειδικά αυτούς που ανήκουν σε ευπαθείς ομάδες. Το εφαρμόσαμε συνειδητά μαζί με τη μεγάλη πλειοψηφία των εργαζομένων όχι επειδή μας το επέβαλε ο Χαρδαλιάς με το γνωστό τσαμπουκαλίδικο ύφος ή κανείς άλλος από πάνω, αλλά επειδή ξέρουμε ότι μόνο ο λαός ο ίδιος μπορεί να σώσει το λαό, μόνο με συνειδητή κινητοποίηση όλων μπορούμε να αντιμετωπίζουμε ως κοινωνία τέτοια γεγονότα. Επιλέξαμε να διευκολύνουμε όσο μπορούμε έτσι την καθημερινή πάλη άλλων εργαζομένων σε κλάδους που βρέθηκαν στην πρώτη «γραμμή του πυρός» αυτό τον καιρό (υγειονομικό προσωπικό, ντελιβεράδες, εργαζόμενοι/ες σε σούπερ μάρκετ κλπ.). Κλάδοι που κατοχύρωσαν ξανά ύστερα από χρόνια την σημασία και την αξιοπρέπεια της εργασίας, που έφεραν ξανά στο προσκήνιο με άλλους όρους κοινωνικής νομιμοποίησης το σύνθημα που λέει ότι χωρίς όλους/ες εμάς γρανάζι δεν γυρνά…Και την ίδια στιγμή βέβαια είμαστε σε διαρκή εγρήγορση σε όλη αυτή την περίοδο για να παρακολουθούμε, να αποκαλύπτουμε και να ενημερώνουμε για τις εξελίξεις στους χώρους εργασίας. Τα αφεντικά δεν μπήκαν σε «καραντίνα», αλλά κινήθηκαν όπως τους επιβάλει το ταξικό συμφέρον τους μες την κρίση. Ούτε και η κυβέρνηση μπήκε σε καραντίνα, πήρε αντεργατικά μέτρα, ψήφισε νόμους σε αντιλαϊκή κατεύθυνση, ενώ ετοιμάζεται να ψηφίσει πολλούς ακόμη μέχρι τα τέλη Ιούλη. Έτσι κινούμαστε κι εμείς και θα συνεχίσουμε για την υπεράσπιση των εργατικών συμφερόντων και δικαιωμάτων. Η πορεία της Πρωτομαγιάς με τη συγκέντρωση στα Χαυτεία των πρωτοβάθμιων σωματείων και των άλλων κοινωνικών και πολιτικών συλλογικοτήτων, όπου πορευτήκαμε τηρώντας όλα τα αναγκαία μέτρα υγειονομικής προστασίας, ήταν η αρχή της επανεμφάνισής μας στο δρόμο. Μία επανεμφάνιση πιο αναγκαία από ποτέ δεδομένης της αντεργατικής καταιγίδας που ήδη έχει αρχίσει και θα ενταθεί λόγω της επερχόμενης μεγάλης ύφεσης και κρίσης. Ο ΣΥΒΧΨΑ, όπως και πολλά ακόμη σωματεία που κινούνται σε μαχητική ταξική κατεύθυνση, βρίσκεται στον αντίποδα του συνδικαλισμού που πρεσβεύει η συνδικαλιστική γραφειοκρατία της ΓΣΕΕ. Πρόκειται για έναν συνδικαλισμό της υποταγής στους εργοδότες και στο κράτος και είναι μακριά από τις ανάγκες και τα συμφέροντα των εργαζομένων. Αυτό φάνηκε τόσο στην περίοδο των μνημονίων, με αποκορύφωμα τη στάση της ηγεσίας της ΓΣΕΕ στο δημοψήφισμα, αλλά και σε όλη την περίοδο της καραντίνας και της πανδημίας που συνεχίζεται, όπου η ΓΣΕΕ είναι εξαφανισμένη. Για πολλά χρόνια το μόνο ενδιαφέρον των συνδικαλιστικών «ηγεσιών» είναι η παραμονή στις καρέκλες τους.  

Τι θεωρείτε πως θα συμβεί στον κλάδο μετά την καραντίνα, ποιες συνθήκες θεωρείτε πως θα επικρατούν;

Είναι σαφές ότι έρχεται μεγάλη επίθεση των αφεντικών για να μειώσουν τις ζημιές και να προστατεύσουν τα κέρδη τους στο επόμενο διάστημα. Η επερχόμενη ύφεση και κρίση θα διαμορφώσει ένα νέο εφιαλτικό τοπίο για τους εργαζόμενους/ες, και μάλιστα μετά από μία δεκαετία κρίσης, λιτότητας, ανεργίας, μείωσης μισθών και καταστρατήγησης των εργατικών δικαιωμάτων και συμφερόντων που βαραίνει στις πλάτες μας. Δεν σκοπεύουμε να κάτσουμε με σταυρωμένα χέρια για να μας καλέσουν να πληρώσουμε πάλι το μάρμαρο της επερχόμενης κρίσης. Δεν σκοπεύουμε να αφήσουμε να εφαρμοστεί όλο το αντεργατικό πλαίσιο για τη νέα μείωση του «εργατικού κόστους» και την πλήρη απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων. Δεν σκοπεύουμε να σκύψουμε το κεφάλι και «να βάλουμε πλάτη» στο νέο γύρο εργοδοτικών αυθαιρεσιών. Η οργή μας ξεχειλίζει μετά από δέκα χρόνια μνημονίων, λιτότητας και ανεργίας. Στα νέα μνημόνια που είναι προφανές ότι μας ετοιμάζουν οι κυβερνήσεις και η ΕΕ, αλλά και στη νέα επίθεση των αφεντικών του κλάδου μας θα βρεθούμε απέναντι! Κανένας μόνος και καμία μόνη απέναντι στη νέα κρίση που έρχεται! Οργανώνουμε συλλογικά τον αγώνα μας για την ανατροπή όλων αυτών, για τη διεκδίκηση των αναγκών και των δικαιωμάτων μας.


Το κείμενο επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης


 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Χρίστος Μάης

Χρίστος Μάης

Ο Χρίστος Μάης είναι υποψήφιος διδάκτορας πολιτισμικής ιστορίας και σπουδών βιβλίου. Έχει συνεργαστεί με τις εκδόσεις «Προλεταριακή Σημαία» και «Εκτός των Τειχών», κυρίως ως μεταφραστής, και έχει αρθρογραφήσει σε διάφορα έντυπα (Προλεταριακή
Σημαία, Αντίθεση, Πριν, Δρόμος της Αριστεράς, Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου και Έρευνας, Σύγχρονα Θέματα, ΥΦΕΝ) και ιστολόγια, μεταξύ άλλων και για θέματα βιβλίου.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε