Κριτική Τεύχος #11

Η Βραζιλία μεταξύ κρίσης και πολιτικής παλινδρόμησης

Υπάρχει κάτι στο Brazil Apart που υπερβαίνει τα όρια της Βραζιλίας. Η αριστοτεχνική επισκόπηση της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της χώρας από τον Άντερσον θέτει τον αναγνώστη, με τρόπο απλό αλλά ουσιώδη, απέναντι σε μια σειρά από στρατηγικά ερωτήματα για τα κοινωνικά κινήματα και την πολιτική αριστερά παγκοσμίως· την επισφαλή ισορροπία μεταξύ κομφορμισμού και πολιτικού ρεαλισμού, τα υπέρ και τα κατά της χαρισματικής ηγεσίας, τους κινδύνους που ελλοχεύουν σε κάθε συμβιβασμό μεταξύ μιας άμεσης αλλά επιφανειακής διευθέτησης πιεστικών κοινωνικών αναγκών, από τη μία πλευρά, και μακρόσυρτων δομικών μετασχηματισμών, από την άλλη.

Brazil Apart:1964–2019
Perry Anderson
Verso, London; New York, 2019

Η άρνηση του Ζάιρ Μπολσονάρο να αναγνωρίσει τον κίνδυνο που συνιστά η πανδημία και η κινητοποίηση των οπαδών του ενάντια στα μέτρα περιορισμού έστρεψαν για μια ακόμη φορά τα φώτα της δημοσιότητας στη Βραζιλία και τον εκκεντρικό της πρόεδρο. Την ώρα που οι εκσκαφείς στο νεκροταφείο της Βίλα Φορμόσα στο Σάο Πάολο δούλευαν υπερωριακά εν αναμονή μιας δραματικής αύξησης των θυμάτων, ο Μπολσονάρο καθαίρεσε τον υπουργό υγείας της χώρας και επιδόθηκε σε μια άνευ προηγουμένου αντιπαράθεση με τους τοπικούς κυβερνήτες, οι οποίοι ζητούσαν την εφαρμογή μιας δέσμης ισχυρότερων μέτρων για την αντιμετώπιση της πανδημίας. Τέτοια ήταν η επιπολαιότητά του, ως προς τη διαχείριση της κρίσης, που στις αρχές Απριλίου διακινούνταν στο διαδίκτυο ακόμη και φήμες για βελούδινο πραξικόπημα από πλευράς των ενόπλων δυνάμεων προκειμένου να μην χαθεί ο έλεγχος της κατάστασης. Για τους επικριτές τους στις τάξεις της αντιπολίτευσης αλλά και κάποιους πραγματιστές στους κόλπους του δικού του στρατοπέδου, η σημερινή του αβελτηρία προβλημάτισε αλλά δεν εξέπληξε. Κατά την πολυετή σταδιοδρομία του στην πολιτική ο Μπολσονάρο έχει διακριθεί για την πλήρη ανικανότητά του να αρθρώσει σοβαρό και συνεπή λόγο πάνω σε φλέγοντα ζητήματα, ενώ έχει αλλάξει κομματικό φορέα περισσότερες από εννέα φορές. Το μόνο διαχρονικό του γνώρισμα είναι ο ανεπιτήδευτος και αντιδραστικός αυταρχισμός του. Θιασώτης της στρατιωτικής δικτατορίας, που κυβέρνησε την χώρα την περίοδο 1964–1985 και αποτυχημένος πραξικοπηματίας ο ίδιος, ο Βραζιλιάνος πρόεδρος έχει προκαλέσει πολλάκις σάλο με τα σεξιστικά, ρατσιστικά, ομοφοβικά και συνωμοσιολογικά του σχόλια. Γεγονός που μας φέρνει ευθύς αμέσως αντιμέτωπους με τα ακόλουθα ερωτήματα.

Πως είναι δυνατόν ένας άνθρωπος αυτού του προφίλ να προεδρεύει σήμερα της μεγαλύτερης χώρας της Νοτίου Αμερικής, μέχρι πρόσφατα μιας αναδυόμενης παγκόσμιας δύναμης και μιας χώρας ορόσημο για τις προοδευτικές δυνάμεις της ηπείρου στο γύρισμα του αιώνα; Ποια είναι η δομή του βραζιλιάνικου πολιτικού συστήματος και ποιες οι κοινωνικές αντιθέσεις που επέτρεψαν σε ένα τόσο αντιδραστικό πολιτικό ρεύμα όχι μόνο να αναδυθεί αλλά και να κυριαρχήσει στην πολιτική ζωή της χώρας;

Αναζητώντας απαντήσεις προσφεύγουμε στο τελευταίο έργο του Πέρι Άντερσον, Brazil Apart: 1964-2019, το οποίο κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Verso τον Σεπτέμβριο του 2019. Το βιβλίο αποτελεί, επί της ουσίας, μια συλλογή επιμέρους άρθρων του συγγραφέα, δημοσιευμένα στο London Review of Books μεταξύ Νοεμβρίου 1994 και Φεβρουαρίου 2019. Τα συμπιλήματα αυτού του είδους συνήθως στερούνται εσωτερικής συνοχής και άρα ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Αυτό όμως δεν ισχύει επ’ ουδενί στην συγκεκριμένη περίπτωση. Ακολουθώντας την επιχειρηματολογία την οποία αναπτύσει ο Άντερσον σε διαφορετικά χρονικά σημεία, ο αναγνώστης έχει την δυνατότητα να αξιολογήσει καλύτερα την ορθότητα των επιμέρους προβλέψεων και διαγνώσεων, που εκτίθενται, αλλά και να αφουγκραστεί την κυρίαρχη αίσθηση ή, αν θέλετε, την πολιτική ατμόσφαιρα που χαρακτήριζε την κάθε περίοδο.

Η μετα-δικτατορική συναίνεση

Όπως συνηθίζεται στα περισσότερα έργα αναφοράς για την σύγχρονη πολιτική ιστορία της Βραζιλίας, το σημείο αφετηρίας του Άντερσον είναι η καθοδηγούμενη διαδικασία μετάβασης στη δημοκρατία, που έλαβε χώρα στα μέσα της δεκαετίας του ‘80. Ο στρατός όχι μόνο εξασφάλισε πλήρη ασυλία αλλά διασφάλισε ότι οι υφιστάμενες δομές εξουσίας δεν θα αμφισβητούνταν στα πλαίσια της σταδιακής διαδικασίας εκδημοκρατισμού που έλαβε χώρα· ο πολιτικός ριζοσπαστισμός έπρεπε να οριοθετηθεί και οι λαϊκές μάζες να παραμείνουν στο περιθώριο.[1]

Η κυριαρχία κεντρώων και, ως επί το πλείστων, ιδεολογικά άμορφων πολιτικών σχηματισμών από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 μέχρι το 2000 αποτελεί σαφή έκφραση αυτής της δυναμικής. Το ίδιο ισχύει και για την πολιτική διαδρομή του Φερνάντο Ενρίκε Καρντόσο, προέδρου της Βραζιλίας την περίοδο 1995–2000 και πατριάρχη του εκσυγχρονιστικού milieu της χώρας. Επιφανής ακαδημαϊκός και κομμουνιστής στην νεότητά του, ο Καρντόσο εξελέγη γερουσιαστής το 1986 με το ψηφοδέλτιο του PMDB, ενώ δύο χρόνια αργότερα αποχώρησε από το κόμμα προκειμένου να ενταχθεί στο νέο-ιδρυθέν PSDB.[2] Έχοντας πλέον μετακινηθεί πολιτικά προς τον ευρω-σοσιαλισμό, αντιλαμβανόταν την νέα του πολιτική στέγη ως δυνητικό αντίστοιχο του γαλλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος, ως μια μεταρρυθμιστική δύναμη ικανή να συγκεράσει τα συμφέροντα ενός επιθετικά αναδυόμενου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού με τις εξισωτικές αρχές της σοσιαλδημοκρατίας. Σε βάθος χρόνου αυτός ο στόχος ήταν ανέφικτος. Κατά τη διάρκεια της θητείας του, ο Καρντόσο, όπως και πλήθος ομοϊδεάτες του στην Ευρώπη, εφάρμοσε μια σειρά από πολιτικές που ήταν περισσότερο σοσιαλφιλελεύθερης παρά σοσιαλδημοκρατικής φύσης  (π.χ. εκτενείς ιδιωτικοποιήσεις, απορρύθμιση της αγοράς κ.λπ.). Παρ’ όλα αυτά, η συγκράτηση του υπερπληθωρισμού και η εφαρμογή μέτρων ενάντια στην ακραία φτώχεια και τον αναλφαβητισμό του επέτρεψαν να κερδίσει μια σειρά από εμβληματικές νίκες με αντίπαλο τον Λούλα στις προεδρικές εκλογές του 1994 και του 1998 και να εδραιώσει το εκσυγχρονιστικό του προφίλ.

Υπό μία έννοια, ο Καρντόσο ήταν όντως εκσυγχρονιστής ή, τουλάχιστον, προσπάθησε να είναι. Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του επιχείρησε να περιορίσει την ενδημική διαφθορά και να βελτιώσει την ποιότητα των δημόσιων υπηρεσιών. Κινήσεις οι οποίες, προϊόντος του χρόνου, εξασθένισαν τα πελατειακά δίκτυα αλλά και τον έλεγχο που ασκούσε επί του κρατικού μηχανισμού η ολιγαρχία της βόρειο-ανατολικής Βραζιλίας. Ο Άντερσον δεν αγνοεί τη σημασία αυτών των δυναμικών αλλά τις προσεγγίζει κριτικά. Η οικονομική ορθοδοξία που ακολούθησε ο Καρντόσο κατά την οκταετή παραμονή του στον προεδρικό θώκο επέτεινε την εξάρτηση της χώρας από τους μηχανισμούς του Washington Consensus[3] και, εν τέλει, οδήγησε σε εκρηκτική άνοδο της ανεργίας και ενίσχυση της κρίσης εκπροσώπησης που σοβούσε από το 1998, όταν και η Βραζιλία μπήκε σε τροχιά οικονομικής ύφεσης. Αντιστοίχως, η αναδιοργάνωση του κρατικού μηχανισμού, που επιχείρησε, αποσκοπούσε στην διαμόρφωση ενός «ευνοϊκότερου» περιβάλλοντος για τις οικονομικές δραστηριότητες του κεφαλαίου και της μεσαίας τάξης παρά στο ξεδίπλωμα μιας διαδικασίας ευρύτερων κοινωνικό-οικονομικών και πολιτικών μετασχηματισμών. Με απλά λόγια, ο εκσυγχρονισμός του ήταν οριοθετημένος εντός των ορίων της φιλελεύθερης οικονομικής ορθοδοξίας και του μετά-δικτατορικού κοινωνικού συμβολαίου. Η παρατήρηση αυτή σχετίζεται όχι μόνο με το περιεχόμενο των πολιτικών που εφάρμοσε αλλά και τον τρόπο με τον οποίο άσκησε πολιτική, δηλαδή την εξάρτησή του από τα μεγάλα μηντιακά συγκροτήματα, τις αδιαφανείς συμφωνίες στο Κογκρέσο, την απουσία οργανωμένης κοινωνικής βάσης και την εμπέδωση αρμονικών σχέσεων με τα δίκτυα εξουσίας του «βαθέος κράτους» (π.χ. η συμμαχία του με το PFL, ένα κόμμα που διέθετε ισχυρούς δεσμούς με το στρατιωτικό καθεστώς).[4]

Ο Λούλα ντα Σίλβα και η άνοδος του PT

Από την άποψη αυτή είναι πειστική η διαπίστωση του Άντερσον ότι το κατεστημένο της Βραζιλίας βρήκε στο πρόσωπο του Φερνάντο Ενρίκε – όπως συνηθίζεται να αποκαλείται στη Βραζιλία ο Καρντόσο – έναν άνδρα που «θα μπορούσε να λειτουργήσει αξιόπιστα ως φράγμα ενάντια στον Λούλα», δηλαδή ως φράγμα ενάντια στη ριζοσπαστικοποίηση και οποιαδήποτε αξιόλογη αμφισβήτηση του στάτους κβο. Ωστόσο, από το σημείο αυτό και μετά η αφήγηση του Άντερσον γίνεται λιγότερο ξεκάθαρη και πιο περίπλοκη. Συνταγματικές προϋποθέσεις και μια μάλλον ταραχώδης δεύτερη θητεία εμπόδισαν τον Καρντόσο να διεκδικήσει το χρίσμα στις προεδρικές εκλογές του 2002 και άνοιξαν τον δρόμο για την συντριπτική νίκη του Λούλα εναντίον του Χοσέ Σέρρα, ο οποίος ήταν επίσης μέλος του PSDB και Υπουργός Υγεία από το 1998 ως το 2002.

Από πολλές απόψεις ο Λούλα ντα Σίλβα ήταν ακριβώς το αντίθετο από τον προκάτοχό του. Καταγόταν από μια πολύ φτωχή οικογένεια από την ενδοχώρα της νοτιοανατολικής Βραζιλίας, δεν είχε ακαδημαϊκή μόρφωση, και ήταν για χρόνια συνδικαλιστής σε συνδικάτα της χαλυβουργίας προτού ανέβει στην ιεραρχία του PT. Από μόνη της, η διαδρομή αυτή αρκούσε για να τον διαχωρίσει από το πολιτικό κατεστημένο της Μπραζίλια, γεγονός που σε συνδυασμό με το επικοινωνιακό του χάρισμα τού επέτρεψε να κερδίσει το φαντασιακό μεγάλων τμημάτων της εργατικής τάξης, των μικροαστών στρωμάτων αλλά και όσων εργάζονταν στην παραοικονομία. Θα ήταν λάθος, ωστόσο, να θεωρήσει κανείς ότι η προσωπική του διαδρομή του σηματοδοτεί γραμμικά και μια ροπή του ιδίου προς τον πολιτικό ριζοσπαστισμό. Ο Άντερσον είναι αρκούντως προσεκτικός ώστε να αποφύγει ένα τέτοιο λάθος.

Εκμεταλλευόμενος το κύμα αυξήσεων στις τιμές των πρώτων υλών κατά το μεγαλύτερο μέρος της δεκαετίας του 2000, ο Λούλα υλοποίησε μια σειρά από κοινωνικά και οικονομικά προγράμματα με μεγάλη απήχηση, όπως το Fome Zero (Μηδέν Πείνα), το Bolsa Familia και το PAC (Πρόγραμμα Επιτάχυνσης της Ανάπτυξης). Οι πρωτοβουλίες αυτές βοήθησαν εκατομμύρια Βραζιλιάνους να εξέλθουν της φτώχειας, μείωσαν δραστικά τις κοινωνικές ανισότητες και υποβοήθησαν την γρήγορη οικονομική ανάπτυξη της χώρας. Μέσα σε ένα διάστημα οκτώ χρόνων, η Βραζιλία μεταμορφώθηκε από μεγάλη αλλά γεωπολιτικά ασήμαντη χώρα σε ηγετική περιφερειακή δύναμη με παγκόσμιες φιλοδοξίες. Όπως κι αν το δει κανείς αυτό είναι ένα τεράστιο επίτευγμα, το οποίο εν πολλοις ερμηνεύει και την σταθερή δημοτικότητα που απολαμβάνει  ο Λούλα μέχρι και σήμερα. Ερμηνεύει επίσης την αμφιθυμία που χαρακτηρίζει την οπτική του Άντερσον ως προς την προσωπικότητα και τη θητεία του Λούλα.. Για τους povão, τις πλατιές μάζες των Βραζιλιάνων φτωχών, η προεδρία του Λούλα άνοιξε έναν νέο ορίζοντα προσδοκιών τόσο με συμβολικούς όσο και με υλικούς όρους. Αυτό δύσκολα μπορείς κανείς να το αρνηθεί. Εξίσου δύσκολα, ωστόσο, μπορεί κανείς να παραβλέψει ότι σε πολλά ζητήματα η ατζέντα του Λούλα ακολουθούσε εκείνη του προκατόχου του.

Πολλές από τις πρωτοβουλίες του Λούλα, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που αναφέρθηκαν παραπάνω, στηρίζονται σε προγράμματα τα οποία είχε εισάγει πρώτος ο Καρντόζο. Το ίδιο ισχύει και για τη συνολική του προσέγγιση στην οικονομία και την αναπτυξιακή πολιτική. Η κυριαρχία του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου δεν αμφισβητήθηκε πότε, το εργατικό δίκαιο παρέμεινε σε γενικές γραμμές το ίδιο, η εισοδηματική πολιτική παρέμεινε καθηλωμένη στα δόγματα της φιλελεύθερης οικονομικής ορθοδοξίας. Ο Λούλα δεν πειραματίστηκε ποτέ ούτε με ετερόδοξες προσεγγίσεις στο πεδίο της οικονομίας ούτε με διαδικασίες κοινωνικής κινητοποίησης από τα κάτω όπως έκαναν οι κυβερνήσεις του Τσάβες, του Κορρέα ή ακόμα και των Κίρχνερ στην Αργεντινή. Η μόνη εμφανής διαφοροποίησή του σε σχέση με τις εμπεδωμένες ορίζουσες της βραζιλιάνικης πολιτικης σκηνής ήταν η εξωτερική του πολιτική. Αντίθετα από όλους τους προκατόχους του, ο Λούλα οραματίστηκε τη Βραζιλία ως ανεξάρτητη δύναμη στη διεθνή σκηνή και όχι απλώς ως προνομιακό συνομιλητή για την εφαρμογή της περιφερειακής στρατηγικής των ΗΠΑ. Αυτή η αλλαγή ήταν σημαντική για την ανάδυση ενός πολυπολικού κόσμου προς το τέλος της δεκαετίας του 2000 (π.χ. BRICS) και στη δημιουργία μηχανισμών περιφερειακής ενοποίησης που ήταν ανταγωνιστικοί προς τα συμφέροντα των ΗΠΑ (π.χ. UNASUR).

Ωστόσο, το πλέον επικαθοριστικό γνώρισμα της θητείας του Λούλα, εκείνο που επί της ουσίας ορίζει σήμερα την πολιτική του κληρονομιά, ήταν η στάση του απέναντι στον παραδεδομένο τρόπο άσκησης της πολιτικής στη χώρα. Ως ηγέτης αυτού που ο Άντερσον περιγράφει ως «το πρώτο –και ακόμα το μόνο– μοντέρνο πολιτικό κόμμα της Βραζιλίας»[5] δηλαδή ενός πραγματικά μαζικού κόμματος «το οποίο ήταν κάτι περισσότερο από ένα άθροισμα τοπικών αξιωματούχων και των υποτελών τους»,[6], ο Λούλα είχε την ικανότητα να συνδυάσει την εφαρμογή  μεταρρυθμίσεων από τα πάνω με την ενεργό κινητοποίηση της εκλογικής του βάσης από τα κάτω προκειμένου να ενισχυθούν οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, να αποκτήσουν τα λαϊκά στρώματα μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και να αμφισβητηθούν τα βαθιά ριζωμένα δίκτυα πατρωνίας πάνω στα οποία στηριζόταν η δύναμη της «παραδοσιακής» πολιτικής ελίτ. Στην πράξη, ωστόσο, κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ. Οι ερμηνείες που δίνει ο Άντερσον για αυτό στηρίζονται σε δύο βασικά επιχειρήματα: το ένα εστιάζει στη θεσμική οργάνωση του πολιτικού συστήματος και το άλλο στην ίδια την πολιτική στρατηγική του Λούλα.

Το σύνταγμα της Βραζιλίας δίνει τόσες εξουσίες στον πρόεδρο, ώστε σε συνδυασμό με τον έντονα ομοσπονδιακό του χαρακτήρα, να διαμορφώνει ένα ασθενές και εξαιρετικά πολυδιασπασμένο κομματικό σύστημα. Στο πλαίσιο αυτό, ο έλεγχος του Κογκρέσσου εξαρτάται από περίπλοκες, παρασκηνιακές και συνήθως εντελώς καιροσκοπικές συμφωνίες είτε με τα δύο μεγάλα κόμματα του κατεστημένου (δηλαδή με το PMDB και το PSDB) ή με το πλήθος των μικρών κομματικών σχηματισμών που εκπροσωπούν επιμέρους συμφέροντα και τοπικά συστήματα εξουσίας. Προσπαθώντας να αποφύγει τις πολιτικές συνέπειες που θα είχε ένας συνασπισμός με τα δύο μεγάλα κόμματα, ο Λούλα επέλεξε αρχικώς μια ευρεία συμμαχία με τα μικρότερα. Ωστόσο, αυτό ήταν εφικτό μόνο στο βαθμό που οι ελάσσονες εταίροι θα αποκόμιζαν συγκεκριμένα ανταλλάγματα· με άλλα λόγια, διαφθορά. Το PT εξασφάλιζε πλειοψηφίες στο Κογκρέσο μέσα από ένα σύνθετο σύστημα μυστικών πληρωμών, το οποίο έγινε γνωστό ως mensalão. Η αποκάλυψη αυτού του συστήματος απομείωσε το πολιτικό κεφάλαιο του κόμματος και το έφερε κατευθείαν στα χέρια του αντιπάλου του, του PMDB.  Αντί να αμφισβητήσει την κατεστημένη τάξη πραγμάτων, το PT σύντομα αναλώθηκε από αυτήν, καθώς μπήκε σε μια διαδικασία γρήγορης ιδεολογικο-πολιτικής παραμόρφωσης. Πρώην εξόριστοι και αντάρτες, όπως ο Ντιρσέου και ο Ζενουίνου, έγιναν μεσάζοντες για τις πληρωμές από μαύρα ταμεία και με τη λήξη της δεύτερης θητείας του Λούλα, πάνω από το 25% των μελών του Κογκρέσου και στα δύο σώματα βρέθηκε είτε να έχει καταδικαστεί για εγκληματικές πράξεις είτε να αντιμετωπίζει σχετικές κατηγορίες.

Οι θεσμικοί περιορισμοί και τα συνταγματικά δεδομένα δεν ήταν ο μόνος λόγος για τον οποίο τα πράγματα έλαβαν αυτήν την τροπή. Ο Λούλα, στηριζόμενος στην εκρηκτική οικονομική ανάπτυξη της δεκαετίας του 2000, θεώρησε ότι έχει την ευκαιρία να επιφέρει  σημαντικές και άμεσες βελτιώσεις στη ζωή εκατομμυρίων ανθρώπων χωρίς να αμφισβητήσει τις ισορροπίες δυνάμεων πάνω στις οποίες στηριζόταν το πολιτικό σύστημα. Άδραξε αυτήν την ευκαιρία, αλλά οι συνθήκες που την είχαν δημιουργήσει ήταν εντελώς συγκυριακές και τα κέρδη που προέκυψαν για την κοινωνία μάλλον εφήμερα. Όταν η παγκόσμια οικονομική κρίση έπληξε τη Βραζιλία, το PT δεν ήταν πια στην ακμή του, χτυπημένο από μια σειρά σκάνδαλα, με την ιδεολογική του αίγλη να έχει περιοριστεί και την κάποτε δυναμική και ζωντανή κοινωνική του βάση σε κατάσταση πλήρους αδράνειας.

Από την Ρούσεφ στον Μπολσονάρο

Αυτές ήταν οι συνθήκες μέσα στις οποίες η Ντίλμα Ρούσεφ ανήλθε στην προεδρία στις αρχές του 2011. Επιχειρώντας να μετριάσει τις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης και να διαφυλάξει τις κοινωνικές κατακτήσεις της προηγούμενης περιόδου, ακολούθησε μια ριζοσπαστικότερη εκδοχή μεταρρυθμισμού σε σύγκριση με εκείνη του προκατόχου της. Ο Άντερσον, συμπλέοντας με την σχετική επιχειρηματολογία του Αντρέ Σίνγκερ, αναγνωρίζει σε αυτή δύο βασικά γνωρίσματα: α) έμφαση στην εγχώρια παραγωγή και β) ενδυνάμωση του θεσμικού πλαισίου της χώρας. Το πρώτο υποδήλωνε μια κατεύθυνση ενεργητικής παρέμβασης του κράτους στην οικονομία προκειμένου να ενισχυθεί η εγχώρια βιομηχανία και να περιοριστεί η ισχύς του τραπεζικού κεφαλαίου. Το δεύτερο μια προσπάθεια αποδυνάμωσης των πελατειακών δικτύων και αντιμετώπισης της ενδημικής διαφθοράς.

Σε συνδυασμό, οι κινήσεις αυτές προκάλεσαν την κατάρρευση της entente, που είχε επιτύχει ο Λούλα με τα παραδοσιακά κέντρα εξουσίας και οδήγησαν σε έναν μακροπερίοδο πόλεμο φθοράς απέναντι στην ίδια και την κυβέρνησή της.  Ως εκ τούτου, όταν ξεκίνησε η δεύτερη θητεία της (2014–2016), η Ρούσεφ είχε όχι μόνο υπαναχωρήσει από την αρχική της στρατηγική αλλά είχε οδηγηθεί πλήρως σε μια νέο-φιλελεύθερη αναδίπλωση, η οποία υπέσκαψε τα κοινωνικά της ερείσματα.[7] Η πτώση της ήταν πλέον θέμα χρόνου.

Στο σημείο αυτό η επιχειρηματολογία του Άντερσον απομακρύνεται από εκείνη του Σίνγκερ και πολλών άλλων εντός της βραζιλιάνικης αριστεράς, οι οποίοι χρεώνουν στην Ρούσεφ όχι μόνο την πολιτική της αναδίπλωση αλλά και μια σειρά από ολέθρια πολιτικά λάθη στη διαχείριση της διαδικασίας αποπομπής της· πρώτα και κύρια την απροθυμία της να εισακούσει τον Λούλα και να προσεταιριστεί τον Εντουάρντο Κούνια,[8] προβεβλημένο στέλεχος του PMDB και πρόεδρο της Βουλής των Αντιπροσώπων. Μια παρασκηνιακή συμφωνία αυτού του είδους θα εκτόνωνε βραχυπρόσθεσμα τις πιέσεις αλλά θα έδινε τη χαριστική βολή στην αξιοπιστία του PT. Ούτε ή ίδια, ούτε η ηγεσία του κόμματος ήταν διατιθέμενοι να αποδεχτούν ένα τόσο υψηλό τίμημα.

Εξίσου επιεικής εμφανίζεται ο Άντερσον και ως προς τους χειρισμούς της Ρούσεφ στο πεδίο της οικονομίας. Η ραγδαία μείωση της τιμής των πρώτων υλών καθιστούσε αδύνατη την οικονομική διαχείριση που χαρακτήρισε την περίοδο Λούλα, ενώ η παραμόρφωση του PT –βασική όψη της οποίας ήταν η αυτονόμηση της κομματικής ηγεσίας από τη βάση και η σταδιακή της ενσωμάτωση στους μηχανισμούς του πολιτικού κατεστημένου– ακύρωσε κάθε δυνατότητα αριστερόστροφης μετατόπισης, είτε μέσω μιας δυναμικής πολιτικής παρέμβασης από τα πάνω είτε μέσω κινητοποίησης του λαϊκού παράγοντα από τα κάτω. Υπό αυτό το πρίσμα, η εν πολλοίς μοιραία νεοφιλελεύθερη μεταστροφή της ήταν κατά βάσει απότοκο «δομικών» περιορισμών και όχι πολιτικής κακοδιαχείρισης ή έλλειψης σθένους.[9] Εάν στη θέση της βρισκόταν ο Λούλα –με όλο το χάρισμα και το πολιτικό κεφάλαιο που διαθέτει– όταν ξέσπασε το σκάνδαλο του Λάβα Ζάτο, μπορεί να υποτεθεί ότι η σύγκρουση θα ήταν πιο αμφίρροπη, παραμένει όμως εξαιρετικά αμφίβολο εάν το τελικό αποτέλεσμα θα ήταν διαφορετικό.

«Λάβα Ζάτο» ήταν η κωδική ονομασία μιας δικαστικής έρευνας περί υπεξαίρεσης, ξεπλύματος χρήματος και πολιτικής διαφθοράς με επίκεντρο την Πετρομπράς, την ημι-κρατική εταιρία πετρελαίου τη Βραζιλίας. Πρωταγωνιστής στην διερεύνηση της υπόθεσης ήταν ο Σέρχιο Μόρο, ένας πολιτικά φιλόδοξος δικαστικός που αργότερα διατέλεσε υπουργός δικαιοσύνης στην κυβέρνηση Μπολσονάρο. Διαθέτοντας τη στήριξη μεγάλων μηντιακών συγκροτημάτων, όπως ο όμιλος Γκλόμπο, και παραγόντων με σημαντικά συμφέροντα στην υπόθεση, ο Μόρο κατόρθωσε να μετατρέψει την έρευνα στο μεγαλύτερο πολιτικό σκάνδαλο στην ιστορία της χώρας, ανοίγοντας έτσι το δρόμο για την καθαίρεση της Ρούσεφ και την προφυλάκιση του Λούλα.[10]

Σε αυτό το τοξικό περιβάλλον οικονομικής ύφεσης και ενδημικής πολιτικής διαφθοράς, πλατιά τμήματα των povão και της μεσαίας τάξης ανέπτυξαν ένα αίσθημα φόβου και αποπροσανατολισμού ως προς την πορεία της χώρας και το βιοτικό του επίπεδο. Προϊόντος του χρόνου, το αίσθημα αυτό μετασχηματίστηκε σε μια ιδιότυπη μορφή ηθικού πανικού ή κατά τα λόγια του Άντερσον «μια απέλπιδα επιθυμία για σταθερότητα».[11] Η μετεωρική άνοδος του Μπολσονάρο από τα πίσω έδρανα της Βουλής των Αντιπροσώπων στην προεδρία της χώρας είναι σύμπτωμα αυτής της δυναμικής. Ο ιδιοσυγκρασιακός αυταρχισμός του και η απόλυτη περιφρόνησή του για οτιδήποτε προσιδιάζει στην πολιτική ορθότητα του επέτρεψαν να οικοδομήσει το προφίλ ενός ισχυρού πολιτικού άνδρα, ικανού να υπερκεράσει τους κάθε λογής καθωσπρεπισμούς και να επαναφέρει τη χώρα σε τάξη.

Το αίτημα αυτό για άνευ όρων επιβολή μιας οποιασδήποτε «σταθερότητας», το οποίο εξέφρασε ο Μπολσονάρο, είναι από μόνο του ένα ιδιαιτέρως επικίνδυνο φαινόμενο· μια σαφής ένδειξη εκφυλισμού των δημοκρατικών θεσμών. Παρ’ όλα αυτά, αυτό που το καθιστά πραγματικά αντιδραστικό στις σημερινές συνθήκες είναι οι λανθάνοντες μετασχηματισμοί του πολιτικού συστήματος εντός των οποίων διαμορφώθηκε και κατάφερε να επικρατήσει. Σύμφωνα με τον Άντερσον, ο μακράν πιο σημαντικός από αυτούς είναι η «πολιτική αποκατάσταση και επανένταξη του στρατού στο πολιτικό σύστημα».[12] Εκμεταλλευόμενη την υποχώρηση του PT, η στρατιωτική ηγεσία της χώρας όχι απλώς συνέβαλε στον εξοβελισμό του Λούλα αλλά διασφάλισε και θέσεις κλειδιά στην κυβέρνηση Μπολσονάρο· μια από τις πλέον «στρατιωτικοποιημένες» διοικήσεις σε παγκόσμιο επίπεδο.[13]

Για τον Άντερσον, η ευθύνη για αυτή την τόσο δυναμική επανεμφάνιση των δομών του βαθέος-κράτους βαρύνει αποκλειστικά και μόνο το PT.  Θέση η οποία τεκμαίρεται στη βάση α) της ενσωμάτωσης του κόμματος στα παραδοσιακά δίκτυα εξουσίας διαμέσου μιας διαδικασίας, κατ’ όνομα της διαφθοράς, η οποία προκάλεσε ανήκεστο βλάβη στην αξιοπιστία του πολιτικού προσωπικού της χώρας και β) στις επιλογές του Λούλα αναφορικά με τη διαχείριση της MINUSTAH, της Αποστολής Σταθεροποίησης των Ηνωμένων Εθνών που αναπτύχθηκε στην Αϊτή το 2004 μετά την, καθοδηγούμενη από τις ΗΠΑ, ανατροπή του δημοκρατικά εκλεγμένου προέδρου της χώρας Ζαν-Μπετράντ Αριστίντ. Υπό την επίβλεψη του Λούλα ο βραζιλιάνικος στρατός ανέλαβε την διοίκηση των δυνάμεων της MINUSTAH, υλοποίησε ένα ευρύ πρόγραμμα εκσυγχρονισμού και γαλουχήθηκε εκ νέου στα καθήκοντα της πολιτικής διοίκησης. Με άλλα λόγια, έμαθε να λειτουργεί ως σκιώδης κυβέρνηση. Εξίσου καθοριστική υπήρξε και η επιλογή της Ρούσεφ να αναθέσει στον στρατό μεγάλο κομμάτι της αστυνόμευσης για το Μουντιάλ του 2014. Η κίνηση αυτή, η σημασία της οποίας υποεκτιμάται από τον Άντερσον, νομιμοποίησε την παρουσία του στρατού στα αστικά κέντρα και προσέδωσε σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο την στρατιωτική ηγεσία της χώρας.[14]  Ως εκ τούτου, όταν το PT καθηλώθηκε στη δίνη του σκανδάλου Λάβα Ζάτο ήταν η ώρα των στρατηγών να αδράξουν την ευκαιρία.

Υπό αυτήν την έννοια, τα όσα διαδραματίζονται σήμερα στην Βραζιλία αποτελούν έκφανση μιας διαδικασίας αντιδραστικής επανεπικύρωσης της κυριαρχίας του παραδοσιακού μπλοκ εξουσίας, υπό την σκέπη ενός ιδεολογικά και οργανωτικά ανερμάτιστου ακρο-δεξιού πολιτικού ρεύματος, παρά δυναμική ανάδειξης ενός νέο-φασιστικού καθεστώτος. Εάν ο Μπολσονάρο καθαιρεθεί, υπό το βάρος της ανικανότητάς του, η προεδρία θα περιέλθει στα χέρια του σημερινού αντιπροέδρου της χώρας, στρατηγού Χαμίλτον Μόρο. Εξέλιξη που σύμφωνα με τον Άντερσον θα σηματοδοτούσε «την πλέον ιδανική ολοκλήρωση της παραβολής με τα γεγονότα του 1964».[15] Σήμερα η προοπτική αυτή εμφανίζεται ως κάτι περισσότερο από μια απλή πιθανότητα. Στις 25 Απριλίου, ο Σέρχιο Μόρο παραιτήθηκε από την κυβέρνηση επικαλούμενος την απόφαση του Μπολσονάρο να καθαιρέσει τον αρχηγό της ομοσπονδιακής αστυνομίας. Κίνηση η οποία έγινε ευρέως αντιληπτή ως παρέμβαση στην εν εξελίξει έρευνα για την δολοφονία της ακτιβίστριας και δημοτικής συμβούλου Μαριέλ Φράνκο, στην οποία φέρεται να εμπλέκονται συγγενικά πρόσωπα του προέδρου.[16] Πόσο μακριά θα φτάσει η εν λόγω έρευνα και τι αντιθέσεις καταδεικνύει η παραίτηση του Μόρο είναι δύσκολο να εκτιμήσει κανείς. Φαίνεται, όμως, ότι με την αριστερά σε πλήρη αποδιοργάνωση η διαφαινόμενη ήττα του Μπολσονάρο θα οδηγήσει σε περαιτέρω ενίσχυση και αυτονόμηση των κέντρων εξουσίας που βρίσκονται εκτός του πολιτικού συστήματος, με την στενή έννοια του όρου. Η μέτα-δημοκρατική συνθήκη, δηλαδή η προοδευτική απίσχναση των εθνικών δημοκρατικών θεσμών υπό την πολύ-επίπεδη πίεση του παγκοσμιοποιημένου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, μπορεί έτσι να συναντηθεί με την προ-δημοκρατική, δηλαδή τους μηχανισμούς του βαθέος-κράτους, μετατρέποντας τη βραζιλιάνικη δημοκρατία σε φύλλο συκής.

Η Βραζιλία ως παράδειγμα και ως μεταφορά

Τούτου δοθέντος, είμαστε της γνώμης ότι υπάρχει κάτι στο Brazil Apart που υπερβαίνει τα όρια της Βραζιλίας. Η αριστοτεχνική επισκόπηση της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της χώρας από τον Άντερσον θέτει τον αναγνώστη, με τρόπο απλό αλλά ουσιώδη, απέναντι σε μια σειρά από στρατηγικά ερωτήματα για τα κοινωνικά κινήματα και την πολιτική αριστερά παγκοσμίως· την επισφαλή ισορροπία μεταξύ κομφορμισμού και πολιτικού ρεαλισμού, τα υπέρ και τα κατά της χαρισματικής ηγεσίας, τους κινδύνους που ελλοχεύουν σε κάθε συμβιβασμό μεταξύ μιας άμεσης αλλά επιφανειακής διευθέτησης πιεστικών κοινωνικών αναγκών, από τη μία πλευρά, και μακρόσυρτων δομικών μετασχηματισμών, από την άλλη.

Τα σημεία αυτά αποτελούν πεδία έντονης πολιτικής αντιπαράθεσης και πρέπει να προσεγγίζονται με ιδιαίτερη προσοχή. Αυτό εξηγεί, εν πολλοίς, και την εγκράτεια που επιδεικνύει ο Άντερσον στα καταληκτικά του σχόλια αναφορικά με τον Λούλα και τη θητεία του. Ο τελευταίος, ισχυρίζεται ο συγγραφέας, «εξακολουθεί να είναι το σημαντικότερο πολιτικό κεφάλαιο» που διαθέτει  το PT, «υπό τον κίνδυνο, όμως, να αποτελεί πλέον ένα εξίσου σημαντικό βαρίδι».[17]  Ο Λούλα εξακολουθεί να χαίρει απαράμιλλης δημοφιλίας, τόσο εντός όσο και εκτός του κόμματός του, λόγω των απτών αποτελεσμάτων που κατόρθωσε να επιτύχει ως προς τις ευκαιρίες, τα δικαιώματα και την ποιότητα ζωής των υποτελών τάξεων. Ετούτο, παρ’ όλα αυτά, κατέστη εφικτό στη βάση μιας στρατηγικής «συνεννόησης» με τα παραδοσιακά δίκτυα εξουσίας· ένα είδος modus vivendi, που δεν μπορούσε παρά να αποκλείει μακροπρόθεσμες δομικές μεταρρυθμίσεις.

Ήταν απαραίτητο αυτό, θα αναρωτηθεί κανείς; Δεν υπήρχε εναλλακτική πορεία, μια διαφορετική μέθοδος επίτευξης των ίδιων στόχων; Αυτές είναι υποθέσεις που δεν μπορούν να απαντηθούν καταφατικά. Εάν ο Λούλα και το PT είχαν προκρίνει μια στρατηγική σύγκρουσης με το στάτους κβο είναι ιδιαίτερα πιθανό η Βραζιλία να είχε ξοδέψει τα χρόνια της εκρηκτικής ανόδου των τιμών των πρώτων υλών καθηλωμένη σε μια πολιτική κρίση.  Αντιστοίχως, παρότι είναι αδιαμφισβήτητο ότι ο Λούλα έσφαλε επιλέγοντας να μην κινητοποιήσει την κοινωνική βάση του PT προς υποστήριξη βαθύτερων μεταρρυθμίσεων στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, το εργατικό δίκαιο και το αναπτυξιακό μοντέλο της χώρας, είναι αρκούντως επισφαλές να υποστηρίξει κανείς ότι κάτι τέτοιο θα άλλαζε το τελικό αποτέλεσμα. Οι πρόσφατες εξελίξεις στην Βολιβία και το Εκουαδόρ είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτικές, ως προς αυτό. Ακόμη και στη Βενεζουέλα, τη χώρα που εφάρμοσε τις πλέον φιλόδοξες κοινωνικές μεταρρυθμίσεις κατά τη δεκαετία του 2000, η κοινωνικό-οικονομική κατάσταση είναι σήμερα ιδιαίτερα δυσχερής. Το PSUV είναι φυσικά ακόμη στην εξουσία, με τίμημα, όμως, μιας διαρκώς εντεινόμενη πόλωση, ένα δυσλειτουργικό κοινοβουλευτικό σύστημα και μια κυβέρνηση με ισχυρή παρουσία του στρατού.

Σημαίνει αυτό ότι μεταξύ των κινδύνων του πολιτικού ριζοσπαστισμού και των αδιεξόδων ενός «αδύναμου» μεταρρυθμισμού δεν βρίσκεται τίποτε άλλο πέραν από έναν ενάρετο «ισχυρό» μεταρρυθμισμό; Σίγουρα όχι. Σημαίνει, όμως, ότι οι ευκαιρίες και οι άμεσες κοινωνικές ανάγκες δεν ακολουθούν απαραίτητα ούτε το πολιτικό φαντασιακό ούτε τη στρατηγική της αριστεράς.  Για όσες και όσους θέτουν εαυτούς στην υπηρεσία μιας άλλης, δικαιότερης κοινωνίας ο δρόμος παραμένει πάντοτε, εν πολλοίς, άγνωστος και η ιστορία ένας ημιτελής μονάχα οδηγός. Υπό αυτή την έννοια, το καταληκτικό σχόλιο του Άντερσον στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου έχει μια ιδιαίτερη σημασία: «Η Αριστέρα έχει πάντοτε την τάση να κάνει προβλέψεις στη βάση των δικών της προτιμήσεων. Θα ήταν λάθος να περιμένει κανείς η ήττα να διορθώσει αφ’ εαυτής τα λάθη της προϊόντος του χρόνου».[18]


Το κείμενο μετέφρασαν από τα αγγλικά και επιμελήθηκαν ο Άγγελος Κοντογιάννης-Μάνδρος και ο Στέλιος Χρονόπουλος.

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Άγγελος Κοντογιάννης-Μάνδρος

Άγγελος Κοντογιάννης-Μάνδρος

Ο Άγγελος Κοντογιάννης-Μάνδρος είναι διδάκτορας πολιτικής επιστήμης με εξειδίκευση στους τομείς της συγκριτικής πολιτικής και της εκλογικής κοινωνιολογίας. Σημαντικό κομμάτι της δουλειάς του εδράζεται και στο πεδίο της κοινωνικής ψυχολογίας με έμφαση στη Θεωρία των Κοινωνικών Αναπαραστάσεων.

Σχετικά με τον συντάκτη

Beatriz Santos

Beatriz Santos

H Beatriz Santos είναι νομικός, κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου στο Εργατικό Δίκαιο από το Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο και υποψήφια διδάκτορας Θεωρίας και Φιλοσοφίας του Δικαίου στο ίδιο πανεπιστήμιο. Από τα τέλη του 2019 είναι μέλος της ερευνητικής ομάδας του Εργαστηρίου Διεπιστημονικών Μελετών, Κριτική και Καπιταλισμός (LEICC) με έδρα το Ρίο ενώ παράλληλα εργάζεται ως νομικός σύμβουλος και δικηγόρος συνδικαλιστικών οργανώσεων και εργατικών σωματείων.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε