Κριτική Τεύχος #02

Ο Καντ, ο Φουκώ και η … TINA

Εισαγωγή στην Ανθρωπολογία του Καντ
Μισέλ Φουκώ
μετάφραση: Πάνος Αγγελόπουλος
επιμέλεια, επίμετρο: Γιώργος Σαγκριώτης
Νήσος, 2017 | 128 σελ.

Η ελληνική έκδοση της «μικρής» διατριβής του Φουκώ

Με μία ευχάριστη εκδοτική έκπληξη από το φιλοσοφικό πεδίο ολοκληρώθηκε το 2017, καθώς η σειρά αναγνώσεις των εκδόσεων Νήσος προσέφερε στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό την αποκαλούμενη και «συμπληρωματική» ή «μικρή» διατριβή του Μισέλ Φουκώ [Foucault] με τίτλο Εισαγωγή στην Ανθρωπολογία του Καντ [Introduction à l’Anthropologie de Kant] σε μετάφραση του Πάνου Αγγελόπουλου και με επίμετρο του Γιώργου Σαγκριώτη. Πρόκειται για μία ευχάριστη έκπληξη, διότι το μικρό αυτό πόνημα έρχεται, από τη μία πλευρά, να καλύψει ένα βιβλιογραφικό κενό, καθώς ούτε η Εισαγωγή του Φουκώ ούτε η Ανθρωπολογία από πραγματολογική άποψη [Anthropologie in pragmatischer Hinsicht][1] του Καντ [Kant] είναι τα πλέον διαβασμένα ή σχολιασμένα κείμενα των δύο στοχαστών, και από την άλλη, έρχεται να προκαλέσει στρέφοντας την προσοχή στη σημασία του συγκεκριμένου κειμένου, κοντολογίς στην επικαιρότητά του. Επικαιρότητα την οποία ο Φουκώ συνόψισε προκλητικά: «Είμαστε όλοι μας νέο-καντιανοί».[2]

Δεδομένου ότι στο εξώφυλλο συνυπάρχουν δύο κύρια ονόματα με βαρύνουσα σημασία για τις θεωρητικές συζητήσεις και διαμάχες περί νεωτερικότητας και Διαφωτισμού, δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος ή αδιάφορος όποιος εξακολουθεί να αναρωτιέται πώς συνδέονται σε θεωρητικό –άρα, αναπόφευκτα και σε πρακτικό– επίπεδο η κριτική του Λόγου και η διερώτηση περί Ανθρώπου από τη χαραυγή της νεωτερικότητας έως το παρατεταμένο λυκόφως της: από τη μία πλευρά, εμφανίζεται ο «σεβάσμιος καθηγητής» Ιμμάνουελ Καντ, ο οποίος τηρώντας αυστηρά το ημερήσιο πρόγραμμα περιπάτου δεν βοήθησε απλώς τις νοικοκυρές του Καίνιγκσμπεργκ [Königsberg] να συγχρονίζουν τα ρολόγια τους,[3] αλλά διαδραμάτισε με τη σκέψη και το έργο του ανάλογο ρόλο για τη νεώτερη φιλοσοφία με εκείνον του Σωκράτη για την αρχαιοελληνική, ασκώντας κριτική στις αντιφάσεις και την αβεβαιότητα της παλαιάς Μεταφυσικής·[4] και, από την άλλη, ο «στρατευμένος καθηγητής» Μισέλ Φουκώ με το προκλητικά –πολύ πριν γίνει μόδα– ξυρισμένο κεφάλι, ο οποίος δεν αρκέστηκε απλώς να παίρνει τον λόγο από την έδρα «Κριτική των Συστημάτων της Σκέψης» στο πάνθεον της γαλλικής ακαδημαϊκής έρευνας, στο περιώνυμο Κολλέγιο της Γαλλίας [Collège de France],[5] αλλά διαδήλωνε δίπλα-δίπλα με συγγενείς ή αλληλέγγυους φυλακισμένων, μετανάστες, φοιτητές και εργάτες, για να πάρουν τον λόγο και να ασκήσουν κριτική στην κυρίαρχη σκέψη τα υποκείμενα που ετίθεντο στο περιθώριο της Τάξης του Λόγου.

Πριν γίνουμε πιο συγκεκριμένοι, αξίζει να σημειώσουμε και να επαινέσουμε εξαρχής την εξαιρετικά ρέουσα και ακριβή μετάφραση του Πάνου Αγγελόπουλου, η οποία αποδίδει τόσο το ύφος όσο και το γράμμα της φουκωικής γραφής σε ένα κείμενο που συνδυάζει την ακαδημαϊκή αυστηρότητα με το ποιητικό ύφος. Αν, μάλιστα, λάβουμε υπόψη ότι η μετάφραση συνοδεύεται και από το κατατοπιστικότατο επίμετρο του Γιώργου Σαγκριώτη, το οποίο συνοψίζει εξαιρετικά και εκθέτει κριτικά τα φιλοσοφικά ερωτήματα και το θεωρητικό διακύβευμα της Εισαγωγής του Φουκώ, τότε αντιλαμβάνεται κανείς γιατί η συγκεκριμένη έκδοση συνιστά μία «ευχάριστη εκδοτική έκπληξη».

Η εκδοτική ιστορία της «μικρής» διατριβής του Φουκώ

Έκπληξη εκδοτική, γιατί στην Ελλάδα του 2018 ένα ερώτημα ανακύπτει, σχεδόν αβίαστα θαρρεί κανείς: γιατί να διαβάσει κανείς σήμερα μία εισαγωγή που γράφτηκε πριν από 55 και πλέον χρόνια για ένα φιλοσοφικό κείμενο που εκδόθηκε πριν από 220 χρόνια; Όπως, άλλωστε, παρατηρεί ο Σαγκριώτης, «η ‘Εισαγωγή’ του Φουκώ στην Ανθρωπολογία του Καντ είναι ένα κείμενο αρκετά ασύμμετρο προς την παράδοση των καντιανών σπουδών σε διεθνές επίπεδο αλλά και φαινομενικά τουλάχιστον ασύμβατο με την εξέλιξη της φουκωικής σκέψης, πολύ δε περισσότερο με τον κύριο όγκο των φουκωικής έμπνευσης εγχειρημάτων στο πεδίο των κοινωνικών επιστημών».[6] Για να θέσουμε το ερώτημα με πιο «χυδαίους» όρους: αρκούν η «εμπορικότητα» του Φουκώ και η «εγκυρότητα» του Καντ, για να μπει κανείς στον κόπο να διαβάσει σήμερα το συγκεκριμένο κείμενο; Ακόμα πιο «χυδαία»: ποια είναι η χρησιμότητα της φιλοσοφίας εν μέσω μνημονίων και, μάλιστα, ποια είναι η επικαιρότητα ενός κειμένου που έμεινε για δεκαετίες όχι μόνο αμετάφραστο στα ελληνικά, αλλά και αδημοσίευτο στα γαλλικά;

Η εκδοτική ιστορία της Εισαγωγής μοιάζει να υπονομεύει a priori το ίδιο το εγχείρημα. Ας δούμε την ιστορία του φουκωικού κειμένου. Στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όποιος ήθελε να αποκτήσει διδακτορικό τίτλο στη Σορβόννη έπρεπε να καταθέσει δύο διατριβές: την κύρια και τη συμπληρωματική. Για την κύρια διατριβή του γάλλου στοχαστή δεν χρειάζεται να ειπωθούν πολλά. Ο τίτλος της και μόνο αρκεί για να κατανοήσουμε πώς και γιατί επισκίασε τη «μικρή»: Τρέλα και Παραλογισμός. Ιστορία της Τρέλας στην Κλασική Εποχή [Folie et déraison. Histoire de la folie à l’âge classique]· οι συνέπειές της σε επιστημολογικό, πολιτικό, ιστοριογραφικό και φιλοσοφικό επίπεδο πολυσυζητημένες και πολυεπίπεδες.[7] Ο Φουκώ, λοιπόν, στις 20 Μαΐου 1961 θα υποστηρίξει πρώτα τη μικρή διατριβή, η οποία αποτελείται από μία δική του μετάφραση στα γαλλικά του γερμανικού κειμένου της Ανθρωπολογίας του Καντ (1798), καθώς και από έναν εκτενή σχολιασμό (128 σελίδων) ως εισαγωγή.

Εντούτοις, όσο ζούσε ο Φουκώ δεν δημοσιεύτηκε πλήρως η Εισαγωγή του, παρά μόνο η μετάφραση της καντιανής Ανθρωπολογίας το 1964 μαζί με μία σύνοψη της Εισαγωγής, με τον τίτλο «Ιστορικό Σημείωμα» [Notice historique] και έκταση μόλις 4 σελίδων. Εκεί συνοψίζονται μόνο οι πρώτες 9 περίπου σελίδες της ελληνικής μετάφρασης και περιέχονται ιστορικού και φιλολογικού χαρακτήρα πληροφορίες για την Ανθρωπολογία του Καντ.[8]. Μία πρώτη μετάφρασή της στα αγγλικά κυκλοφόρησε στο διαδίκτυο μόλις το 2004 από την Μποβ [Bove].)) Ωστόσο, μία υποσημείωση στο τέλος αυτού του σημειώματος («οι σχέσεις της κριτικής σκέψης και του ανθρωπολογικού στοχασμού θα μελετηθούν σε ένα μεταγενέστερο έργο»)[9] μας αποκαλύπτει τη βαρύνουσα σημασία που είχε εκείνη την περίοδο για τη σκέψη του Φουκώ το περιεχόμενο και το κεντρικό ερώτημα της Εισαγωγής. Η ασυμμετρία της φουκωικής Εισαγωγής προς την παράδοση των καντιανών σπουδών, την οποία σημειώνει ο Σαγκριώτης, έγκειται στο ότι ο Φουκώ δεν επικεντρώνεται –ούτε περιορίζεται– στα κυρίαρχα ερωτήματα της καντιανής έρευνας που εκκινούν από και ενίοτε περιορίζονται αποκλειστικά στην καντιανή άρθρωση και εξέταση των τριών ερωτημάτων («τι μπορώ να γνωρίζω;»· «τι οφείλω να πράττω;»· «τι επιτρέπεται να ελπίζω;») της κριτικής φιλοσοφίας (Κριτική του Καθαρού Λόγου, 1781· Κριτική του Πρακτικού Λόγου, 1788· Κριτική της Κριτικής Δύναμης, 1790).[10]

Ο Καντ και η Ανθρωπολογία

Αντίθετα, ο Φουκώ στέκεται σε ένα καντιανό έργο που μόνο τις τελευταίες δεκαετίες έχει κινήσει το ενδιαφέρον των ερευνητών, παρά το ότι τα ίδια τα γεγονότα θα απαιτούσαν μία εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση.[11] Διότι ο Καντ δίδασκε στο χειμερινό εξάμηνο το μάθημα της Ανθρωπολογίας επί 25 χρόνια, από το 1772 μέχρι το 1796 που συνταξιοδοτήθηκε, και η επιτυχία των συγκεκριμένων διαλέξεων ήταν τόση, ώστε την παρακολουθούσαν επ’ αμοιβή 40 φοιτητές ετησίως κατά μέσο όρο, καθώς και πολλοί συνάδελφοί του. Μάλιστα, το 1798 ο φιλόσοφος εξέδωσε με τη μορφή εγχειριδίου τμήμα της 25χρονης διδασκαλίας του για την Ανθρωπολογία, το μόνο εγχειρίδιο που εξέδωσε εν ζωή.[12]

Εύλογα, προκύπτει το ερώτημα του τι ακριβώς είλκυσε τόσο πολύ τον Φουκώ στo να μεταφράσει και να σχολιάσει εκτενώς αυτό το εγχειρίδιο, συνδέοντας ερευνητικά την κριτική φιλοσοφία με την ανθρωπολογική έρευνα του Καντ με τέτοιο τρόπο που να τοποθετεί αναπόφευκτα την προβληματική της «μικρής» διατριβής «αρκετά μπροστά από την εποχή της».[13] Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Φουκώ υπήρξε ο πρώτος που έλαβε σοβαρά υπόψη του την καντιανή Ανθρωπολογία. Ήδη από το 1929, ο Χάιντεγκερ [Heidegger] με το έργο του Ο Καντ και το Πρόβλημα της Μεταφυσικής (Kant und das Problem der Metaphysik) έθετε την Ανθρωπολογία στο επίκεντρο της ερμηνείας του Καντ γύρω από το ζήτημα της ανθρώπινης περατότητας.[14] Όπως συνόψισε ο Φουκώ σε μία συνέντευξή του στον Μπαντιού [Badiou], «από τον Καντ και εφεξής, το άπειρο δεν είναι πλέον δεδομένο, υπάρχει μόνο το πεπερασμένο, και με αυτήν ακριβώς την έννοια η καντιανή κριτική κόμισε τη δυνατότητα – ή τον κίνδυνο – μιας ανθρωπολογίας».[15]

Καντ και Φουκώ: μία σχέση δια βίου μάθησης;

Η χαϊντεγκεριανή ερμηνεία του Καντ δεν ήταν άγνωστη στον Φουκώ, καθώς μεταφράστηκε στα γαλλικά το 1953, δηλαδή, αρκετά πριν τη «μικρή» διατριβή. Πρόκειται για τη χρονιά που ο Φουκώ διδάσκει στο Πανεπιστήμιο της Λιλ [Lille] και σε σεμινάριο της Εκόλ Νορμάλ [École Normale] Νίτσε [Nietzsche], Φρόυντ [Freud] και την… Ανθρωπολογία του Καντ.[16] Σίγουρα, πρόκειται για μία τριάδα στοχαστών, η σύσταση της οποίας προκαλεί ερωτηματικά και σύγχυση. Μόνο, όμως, σε όσους αγνοούν τα βασικά. Όπως, για παράδειγμα, ότι ο όρος «αρχαιολογία» που έμελλε να γίνει κεντρικός στον Φουκώ σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1960 είναι δάνειο από τον Καντ.[17] Η Εισαγωγή είναι η στιγμή που ο οφειλέτης στρέφει το δάνειο εναντίον του δανειστή, για να ξεπληρώσει το χρέος του: «επομένως, αν η αρχαιολογία του κειμένου μπορούσε να καταστεί δυνατή, δεν θα μας επέτρεπε άραγε να δούμε τη γέννηση ενός homo criticus, του οποίου η δομή θα διέφερε ουσιαστικά από τον άνθρωπο που προηγείται της Ανθρωπολογίας;».[18]

Αυτό είναι το φουκωικό ερώτημα γύρω από το οποίο δομείται η Εισαγωγή και απευθύνεται στον Καντ και σε όλους εμάς που παραμένουμε, συνειδητά ή ασυνείδητα, νέο-καντιανοί. Αν η αρχαιολογία είναι, κατά Καντ, η ιστορία αυτού που καθιστά αναγκαία μία μορφή σκέψης, τότε τι ανάγκασε τον Καντ των τριών Κριτικών να στραφεί στην έρευνα της εμπειρικής υποκειμενικότητας της Ανθρωπολογίας, συγκροτώντας «μία χιαστί αναλογία [που] μας επιτρέπει να δούμε μέσα στην Ανθρωπολογία το αρνητικό της Κριτικής»;[19] Πώς ο Καντ αναγκάστηκε να παραλείψει τη λήψη μέτρων προστασίας που να επιτρέπουν στη νεώτερη σκέψη να μην κάνει το πέρασμα από την κριτική περίσκεψη απέναντι στην «υπερβατολογική αυταπάτη» στην άκριτη φλυαρία μέσα από μία «ανθρωπολογική αυταπάτη»;[20]

Κοντολογίς, ποια «δομική αναγκαιότητα» τον άφησε να βγει για τον συνηθισμένο του απογευματινό περίπατο, ενώ είχε μετεγγράψει και αναγάγει τα τρία ερωτήματα της Κριτικής («τι μπορώ να γνωρίζω;»· «τι οφείλω να πράττω;»· «τι επιτρέπεται να ελπίζω;») στο ερώτημα της Λογικής : «Τι είναι ο Άνθρωπος;»[21]

Αυταπάτες και Κριτική: προβλήματα με τον ύπνο…

Αν η λειτουργία του ερωτήματος Τι είναι ο άνθρωπος; ήταν μέσω μιας «ανθρωπολογικο-κριτικής επανάληψης» να προσδώσει συνοχή στην «απελευθερωμένη γλώσσα μιας υπερβατολογικής φιλοσοφίας»,[22] η φουκωική αρχαιολογία του καντιανού κειμένου, όπως αρθρώνεται στην Εισαγωγή, καταδεικνύει ότι τελικά αυτή η λειτουργία δεν οδήγησε στη γέννηση του homo criticus ως διαφοράς από τον τύπο ανθρώπου που προηγείται του Διαφωτισμού και του κριτικού του προτάγματος, καθώς ο λόγος της φιλοσοφικής ανθρωπολογίας μονοπώλησε τη νεώτερη φιλοσοφία αφήνοντας άθικτη τη θέαση της υποκειμενικότητάς μας και άρα πρόδωσε την ίδια την κριτική λειτουργία.[23] Αντί να γεννηθεί ο άνθρωπος της κριτικής ως ένας νέος τύπος υποκειμενικότητας ριζικά διαφορετικής από εκείνον της προ-κριτικής θέασης, όπως προέτασσε ο ίδιος ο Καντ, επαναλαμβάνεται η καταβύθιση του ανθρώπου στον πλέον βαθύ ύπνο και της κριτικής στα πλέον ηχηρά χασμουρητά.[24]

Κατά Φουκώ, το ξύπνημα του Καντ από τον δογματικό ύπνο ήταν πρόσκαιρο: «Και να λοιπόν που σε αυτήν την Πτυχή η φιλοσοφία παραδόθηκε σε έναν νέο ύπνο· όχι σε αυτόν του Δογματισμού, αλλά της Ανθρωπολογίας».[25] Διότι τα ερωτήματα της Κριτικής αντικαταστάθηκαν από το ουσιοκρατικό ερώτημα της Ανθρωπολογίας, αντί να αναχθούν στο αφυπνιστικό ερώτημα του παρόντος ως το κατ’ εξοχήν ερώτημα της κριτικής· όχι της καντιανής, αλλά εκείνης που τη φέρνει στα όριά της δείχνοντας ότι τελικά ο Καντ παρέμενε μη-κριτικός και ανθρώπινος, πάρα πολύ ανθρώπινος, όταν δεν ρωτούσε Τι είναι Διαφωτισμός; αλλά Τι είναι ο άνθρωπος;· όταν, δηλαδή, αντί να στέκεται κριτικά απέναντι στο παρόν του υπάκουε τυφλά στους κανόνες της κυρίαρχης γραμματικής διαιωνίζοντας άκριτα μία «γραμματική αμφισημία».[26] Ο προσεκτικός αναγνώστης της ιστορίας της φιλοσοφίας θα αναγνωρίσει εδώ την κριτική του Νίτσε.[27]

Ο προσεκτικός αναγνώστης της ιστορίας του παρόντος θα αναγνωρίσει εδώ το κριτικό ερώτημα του σήμερα: πώς γίνεται ο εξ-ορθολογισμός να οδηγεί στην αποχαλίνωση της εξουσίας;[28] Πώς γίνεται, δηλαδή, η φιλοσοφική ανθρωπολογία να συνιστά συνθήκη δυνατότητας μιας πολιτικής ανθρωπομετρίας, η οποία μέσα από την πλήρη υπαγωγή του έμβιου όντος, του εργαζόμενου ατόμου, και του ομιλούντος υποκειμένου σε μία πλήρως μαθηματικοποιημένη και στατιστικοποιημένη αναλυτική της περατότητας με βάση το Άπειρο των αναγκών του Κεφαλαίου, περι-ορίζει την εργασία, τη ζωή και τη γλώσσα στον ασφυκτικό ορίζοντα του ΤΙΝΑ [Δεν Υπάρχει Εναλλακτική];[29] Πώς κατέστη οιονεί αναπόφευκτο να μπορεί να επιβιώσει μόνο ένας τύπος υποκειμενικότητας, ο homo economicus, με ορίζοντα και πρόσχημα την ασφάλεια και πώς κατέστη αναπόδραστη η εξόντωση του homo criticus δια του αντι-κειμενοποιητικού και εξ-ορθολογιστικού του περι-ορισμού σε ό,τι δεν διασαλεύει το ήδη υπάρχον μέσα από τον «απροσδιόριστο πόθο για ελευθερία»;[30] Πώς κατέστη δυνατή και εύλογη η de facto υπεράσπιση αυτού του νέου «εμπειρικο-υπερβατικού διπλού όντος», του οποίου «ο εαυτός είναι το ίδιο του το κεφάλαιο, όπου είναι παραγωγός για τον ίδιο τον εαυτό του, όπου είναι για τον εαυτό του η πηγή των εισοδημάτων [του]» και το οποίο συνίσταται στο ότι «δέχεται την πραγματικότητα»;[31] Μέσα από ποια πολιτική αμφισημία δρομολογείται η απόλυτη κυριαρχία ενός υποκειμένου που θέτει τον ίδιο του τον εαυτό ως αντικείμενο επιχειρηματικότητας μέσα στη σφαίρα παραγωγής και κατανάλωσης;

Ερωτήματα που σημειώνονται στο περιθώριο του κυρίαρχου λόγου, ο οποίος επιβάλλει την ασφυκτική σιωπή του «αδύνατου» ή του «παράλογου» σε όποια κριτική αρθρώνεται απέναντι στη μονοδιάστατη θετικιστική επιμονή του να μονολογεί με τεχνοκρατικούς και ρεαλιστικούς όρους. Ερωτήματα στα οποία ο ακόμα πιο προσεκτικός αναγνώστης τόσο της ιστορίας της φιλοσοφίας όσο και της ιστορίας του παρόντος δεν θα διστάσει να αναγνωρίσει ότι η συνθήκη δυνατότητας της εκφοράς τους είχε διατυπωθεί ως ριζοσπαστική κριτική του καπιταλιστικού λόγου γενικά και του Φώυερμπαχ [Feuerbach] ειδικά από την αριστερή πτέρυγα του εγελιανισμού δια χειρός Μαρξ [Marx], ακυρώνοντας το θεολογικό ερώτημα της Ανθρωπολογίας και μετατοπίζοντάς το στην κριτική του παρόντος: «η ανθρώπινη ουσία δεν είναι μία αφαίρεση εγκατεστημένη στο επιμέρους άτομο. Η πραγματικότητά της είναι το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων».[32]

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Θανάσης Λάγιος

Θανάσης Λάγιος

Ο Θανάσης Λάγιος είναι δρ. Φιλοσοφίας και υπεύθυνος της σειράς μικρόκοσμος (εκδόσεις Πλέθρον). Έχει συγγράψει βιβλία και έχει κάνει μεταφράσεις στο πεδίο της φιλοσοφίας και της κοινωνικής θεωρίας. Οι πιο πρόσφατες δημοσιεύσεις του: Θ. Λάγιος, Β. Λέκκα, Γ. Πανουτσόπουλος, Διάχυση Συνόρων, Χάραξη Σωμάτων, Σημεία Καταγραφής [Αθήνα: futura, 2016 και T. Lagios, V. Lekka, G. Panoutsopoulos, Borders, Bodies and Narratives of Crisis in Europe (New York: Palgrave Macmillan, 2018)] και Θ. Λάγιος, Περί φουκωφοβίας, Σχόλια γύρω από τις (αυτ)απάτες μιας «πολεμικής» (Αθήνα: futura, 2020).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε