Τεύχος #4 Επίμονος μοντέρνος Μάης

Ο Μάης και το εργοστάσιο: Η κριτική των σχέσεων παραγωγής

Η δημόσια συζήτηση για τις σχέσεις παραγωγής στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις (δηλαδή για τις σχέσεις που διατηρούν οι εργαζόμενοι μεταξύ τους, αλλά και με τα εργαλεία, τις μηχανές, τις υποδομές, τα κτίρια που χρησιμοποιούν για να παράγουν) είναι μια εξ ορισμού απαγορευμένη συζήτηση, εκ κατασκευής του κεφαλαιοκρατικού συστήματος. Απαγορευμένη, όχι δια νόμου βέβαια, αλλά μέσω της ιδεολογικής ισχύος της άρχουσας τάξης – και αν χρειαστεί και δια ροπάλου (κρατικού ου μην και ιδιωτικού). Αυτό δεν ισχύει μόνο για την επιχείρηση, για τον ίδιο τον χώρο όπου το κεφάλαιο παράγει και όπου οι εργαζόμενοι το παράγουν αυτό το ίδιο· δεν ισχύει μόνο για τον απόκρυφο τόπο της παραγωγής, που στο κατώφλι του είναι γραμμένο «No admittance except for business»· ισχύει για όλες τις βαθμίδες της αστικής κοινωνίας.

Χρειάζεται, λοιπόν, να βρισκόμαστε σε ιστορικά εξαιρετικές στιγμές ανόδου των δυνάμεων του κόσμου της εργασίας και αξιακής αμφισβήτησης του κόσμου του κεφαλαίου για να μπορεί να ανοίξει μια συζήτηση για τις σχέσεις παραγωγής. Το 1968 ήταν μια τέτοια στιγμή: μια παρατεταμένη ιστορική στιγμή που, όμως, περιελάμβανε και τα χρόνια που προηγήθηκαν και προετοίμαζαν την κοινωνική άνοιξη· ήταν τα χρόνια της αναγέννησης της μαρξιστικής θεωρίας, που έθετε μεταξύ άλλων και τα θεμελιώδη αντικαπιταλιστικά ερωτήματα πώς παράγουμε, γιατί και για ποιον· με δυο λέξεις: γιατί αυτές οι παραγωγικές σχέσεις και όχι άλλες; Τα ερωτήματα αυτά παρέμειναν ανοιχτά στη δημόσια συζήτηση για μερικά ακόμη χρόνια, έως ότου η επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού και του σοσιαλφιλελευθερισμού στο πρώτο μισό της δεκαετίας του 1980 τα εξοβελίσει, μετά από είκοσι πέντε χρόνια δημιουργικής ύπαρξης, πίσω στο χώρο της απαγορευμένης συζήτησης. Μέχρι την επόμενη φορά.

Η δημόσια συζήτηση για τις σχέσεις παραγωγής, για τα ερωτήματα πώς παράγουμε, γιατί και για ποιον, αναπτύχθηκε σε εστίες από τις οποίες υπήρξε στη συνέχεια διάχυση προς τα έξω. Οι εστίες αυτές βρίσκονταν κυρίως στην Γαλλία και την Ιταλία. Οι εργασίες του Λουί Αλτουσέρ [Louis Althusser] και των μαθητών του (ιδιαίτερα το Lire le Capital[1] ) άνοιξαν το θεωρητικό πεδίο που επέτρεψε σε σημαντικούς ερευνητές να παράγουν μεγάλο έργο·[2] προέρχονταν όλοι τους ή σχεδόν όλοι τους από πολιτικούς χώρους εκτός του κομμουνιστικού κόμματος (που ήταν αθεράπευτα προσκολλημένο στις θεωρίες της «Επιστημονικής-Τεχνικής Επανάστασης»[3] και της αντιστοιχίας/αναντιστοιχίας των παραγωγικών σχέσεων και των παραγωγικών δυνάμεων). Επρόκειτο λοιπόν για θεωρητική τομή στην παράδοση της τρίτης και της τέταρτης διεθνούς που είχαν αποκλείσει κάθε είδους αναφορά στις παραγωγικές σχέσεις. Ο Ρομπέρ Λινάρ [Robert Linhart] εξήγησε επαρκώς στο βιβλίο του Ο Λένιν, οι αγρότες, ο Ταίυλορ [Lenin, les paysans, Taylor], πώς ακόμη και ο ίδιος ο Λένιν (κατά μείζονα δε λόγο οι υπόλοιποι μπολσεβίκοι) δεν αντιλήφθηκαν (κάτι που μπορούμε να υποθέσουμε για τον Μπουχάριν, τον Τρότσκι και τον Στάλιν) ή θέλησαν να παρακάμψουν για ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα το ζήτημα των σχέσεων παραγωγής (κάτι που φαίνεται ότι ίσχυσε στην περίπτωση του Λένιν). Εξάλλου, η ίδια η θεωρία του ιμπεριαλισμού, που δεν αναφέρεται στις παραγωγικές σχέσεις, και έγινε ο ακρογωνιαίος θεωρητικός λίθος των κομμουνιστικών κομμάτων μετά τον Λένιν, ήταν αλλαγή θεωρητικού υποδείγματος σε σχέση με την προηγούμενη περίοδο του ορθόδοξου μαρξισμού του Κεφαλαίου του Μαρξ.

Αν μας ανάγκαζαν να γράψουμε στο πίσω μέρος ενός πακέτου τσιγάρων, από τα παλιά τετράγωνα πακέτα, τι μας έμαθε αυτή η σχολή σκέψης για τις σχέσεις παραγωγής θα ήταν ίσως τα εξής:

Μέσα στην άμεση διαδικασία καπιταλιστικής παραγωγής, εκεί όπου ο συλλογικός ή ατομικός κεφαλαιοκράτης συγκεντρώνει ως ιδιοκτησία του τους υλικούς και άυλους όρους της παραγωγής εμπορευμάτων και τους θέτει σε κίνηση μέσω της κατανάλωσης των μέσων παραγωγής και των εργασιακών ικανοτήτων των μισθωτών, εκεί συγκροτείται ένας συλλογικός εργάτης (συλλογικός επειδή διαθέτει εσωτερική οργάνωση προκειμένου να δρα σαν ένας άνθρωπος).

Συγκροτείται καταρχάς ως σύστημα θέσεων που καταλαμβάνουν οι παραγωγικοί εργαζόμενοι και από τις όποιες επιτελούνται εργασίες που σε συνδυασμό με την κατανάλωση μέσων παραγωγής παράγουν εμπορεύματα, δηλαδή αγαθά και υπηρεσίες που μπορούν να πωληθούν στην αγορά. Μέσα στην ίδια διαδικασία, ο συλλογικός εργάτης συγκροτείται και με έναν δεύτερο τρόπο, αποκτά μια ζωή που δεν μπορεί να ελέγξει απολύτως το κεφάλαιο: ο συλλογικός εργάτης συγκροτείται ως συλλογικότητα που συσσωρεύει καινούργιες γνώσεις και δεξιότητες, αναπτύσσει συνεργασίες των άμεσων παραγωγών μέσα στο όρια ή πέρα από τα όρια που θέτει το κεφάλαιο, σε χώρους μερικής αυτονομίας έναντι των αφεντικών. Ο συλλογικός εργάτης συγκροτείται επίσης και μέσα στο εκπαιδευτικό σύστημα ως δυνατότητα ένταξης του ατομικού εργάτη στον δεδομένο τύπο κοινωνικού συνδυασμού εργασίας (Baudelot & Establet 1971).

Σ’ αυτή τη δυνατότητα συμβάλλουν οι ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους γενικότερα (Αλτουσέρ),[4] με την εγχάραξη της ιδεολογίας που «αντιστοιχεί» στη θέση που καταλαμβάνουν οι φορείς της παραγωγής. Η αναπαραγωγή των εργασιακών ικανοτήτων (της εργατικής δύναμης) πραγματοποιείται και μέσα στους Ιδεολογικούς μηχανισμούς που δεν ανήκουν νομικά στο κράτος, μέσα στο «χώρο του ιδιωτικού», στην οικογένεια, τον «ιδιωτικό χώρο» και την καθημερινή ζωή, στις προσωπικές σχέσεις κλπ. Γι’ αυτό το λόγο η οικογένεια, οι προσωπικές σχέσεις, το σχολείο κλπ. δεν είναι τόποι ταξικής ουδετερότητας αλλά διαπερνώνται από ταξικούς ανταγωνισμούς· με ψευδώνυμο ή όχι.

Σε μικρή απόσταση από την Γαλλία, σε μια χώρα τόσο διαφορετική όσο και κοντινή, ο ιταλικός εργατισμός, πολιτικό ρεύμα που πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και βρήκε την θεωρητική του έκφραση στο έργο των Μάριο Τρόντι, Ρανιέρο Παντσιέρι, Αντόνιο Νέγκρι και άλλων,[5] επιχείρησε με αφετηρία το έργο του Μαρξ να συγκροτήσει μία θεωρητική βάση για την πολιτική του πρακτική μέσα στο εργοστάσια. Βασικό στοιχείο του εγχειρήματος αυτού ήταν η αντιστροφή της ιεράρχησης του διπόλου κεφαλαίου-εργασίας, έτσι ώστε η εργασία να εμφανίζεται πλέον όχι ως ένα εξάρτημα του κεφαλαίου, αλλά ως ένας ενεργητικός, αυτόνομος αντίπαλός του.

Με αυτή την αποστολή οι θεωρητικοί του εργατισμού ανέπτυξαν τη θέση της εμφάνισης, ήδη από τη δεκαετία του 1920, ενός καινούργιου τύπου εργάτη, τον οποίο ονόμασαν εργάτη-μάζα·[6] ενός εργάτη τον οποίο το κεφάλαιο καταδικάζει σε ανειδίκευτη, κατατεμαχισμένη, επαναληπτική και στοιχειώδη εργασία, και τον υποβιβάζει σε εξάρτημα της μηχανής μέσα στο σύγχρονο εργοστάσιο. Πρόκειται για τον ανειδίκευτο εργάτη που είναι ικανός για οποιασδήποτε μορφής εργασία εφ’ όσον αυτή τείνει να απαιτεί συνεχώς λιγότερη ειδίκευση. Η θεωρία του εργάτη-μάζα έφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση γύρω από την μετατροπή του ειδικευμένου εργάτη σε ανειδίκευτο. Πιο συγκεκριμένα, η βασική θέση του εργατισμού ήταν ότι η εκμηχάνιση τροποποιεί τη διαδικασία της εργασίας έτσι ώστε οι εργάτες δουλεύοντας στην αλυσίδα παραγωγής να χάνουν την ειδίκευσή τους, την τέχνη τους, τις τεχνικές τους γνώσεις, δηλαδή τα στοιχεία εκείνα που ήταν το κύριο όπλο τους απέναντι στο κεφάλαιο.

Η κίνηση αυτή της απο-ειδίκευσης πήρε την ιστορική μορφή του τεϊλορισμού και του φορντισμού: ο μεν τεϊλορισμός με στόχο την εντατικοποίηση της εργασίας κατατεμαχίζει την εργασία στο έπακρο, ενώ ο φορντισμός οργανώνει την κατατεμαχισμένη εργασία γύρω από μεταφορικές ταινίες (την “αλυσίδα” παραγωγής)· εισάγει στην εργασιακή διαδικασία μηχανές που αυξάνουν τον ρυθμό της εργασίας οργανώνοντας την έτσι ώστε να επιτευχθεί ο άριστος κατατεμαχισμός της. Σε κάθε περίπτωση, ο εργάτης χάνει τις γνώσεις του και τις δεξιότητες που ενδεχομένως έχει αναπτύξει μέσα στη δουλειά, και αυτές τις ιδιοποιείται το κεφάλαιο και τις ενσωματώνει στις μηχανές. Ταυτόχρονα η εργασία διαιρείται σε διανοητική και χειρωνακτική, εργασία διεύθυνσης και εργασία εκτέλεσης, και οι επιστήμες γίνονται αυτόνομη παραγωγική δύναμη που ελέγχεται από το κεφάλαιο. Ο τεϊλορισμός και ο φορντισμός εμφανίζονται έτσι σαν απόπειρα του κεφαλαίου (τέλεια πετυχημένη κατά τον εργατισμό) να απο-ειδικεύσει τον εργάτη, να καταστρέψει την αξία χρήσης της εργασιακής δύναμης με σκοπό την μετατροπή του συσχετισμού δυνάμεων προς όφελος του και την εξαγωγή επιπλέον υπεραξίας, κέρδους.

Οι θέσεις αυτές αναμφισβήτητα στηρίζονται στη μαρξιστική παράδοση: μπορεί να εντοπίσει κάποιος πολλές σελίδες του Μαρξ που δίνουν στις θέσεις αυτές τους τίτλους της εγκυρότητας τους. Τα θέματα με τα όποια ασχολήθηκαν οι παραπάνω αναλύσεις του εργατισμού βρίσκονται ήδη μέσα στο Κεφάλαιο, ιδιαίτερα στα κεφάλαια πάνω στη μανουφακτούρα και τη μεγάλη βιομηχανία (τέταρτο τμήμα πρώτου τόμου). Πράγματι, για τον Μαρξ, η βασική αρχή της οργάνωσης της εργασίας είναι, στην εποχή της μεγάλης βιομηχανίας, η συνεχής αντικατάσταση της εργασίας από μηχανικές λειτουργίες (λειτουργίες του συστήματος των μηχανών). Έτσι, ο εργάτης χάνει την ικανότητα να βάζει σε λειτουργία μόνος του τα εργαλεία της κοινωνικής εργασίας. Χάνει τη δεξιότητα της τέχνης του μια κι αυτή δεν αντιστοιχεί πια στο χαρακτήρα των μέσων παραγωγής. Μαζί με το εργαλείο περνάει από τον εργάτη στη μηχανή και η δεξιοτεχνία του χειρισμού του.

Σ’ αυτές τις κλασικές σελίδες του Μαρξ στηρίχθηκαν οι θέσεις του εργατισμού για τον εργάτη-μάζα και οι αναλύσεις της «ιστορικής απο-ειδίκευσης» του εργάτη από τον τεϊλορισμό και τον φορντισμό. Στο ίδιο όμως το Κεφάλαιο του Μαρξ, στο τέταρτο μέρος, και άλλου όμως, βρίσκουμε χωρία που από τυπική άποψη μπορούν να θεωρηθούν αλληλοσυγκρουόμενα και που στη πραγματικότητα αντανακλούν τις δυο πλευρές μιας αντιφατικής τάσης. Η μια πλευρά της αντίφασης είναι αυτή πάνω στην οποία στηρίχτηκαν οι αναλύσεις του εργατισμού για την εργασία. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά, την οποία αγνόησε ο ιταλικός εργατισμός σε αντίθεση με την γαλλική σχολή σκέψης για τις σχέσεις παραγωγής:

Η εφαρμογή των φυσικών επιστημών στην παραγωγή συνοδεύεται στη μεγάλη βιομηχανία από πρακτική πείρα συσσωρευμένη σε μεγάλη κλίμακα· και αυτή την πείρα την αποκτά μόνο ο συλλογικός εργάτης: η πείρα του συλλογικού εργάτη ανακαλύπτει και δείχνει πως να εφαρμοστούν με τον απλούστερο τρόπο οι τεχνολογικές γνώσεις και ποιες πρακτικές δυσκολίες πρέπει να ξεπεραστούν στην εφαρμογή της θεωρίας. Η συσσωρευμένη πείρα του συλλογικού εργάτη είναι μάλιστα όρος για την αύξηση της ταχύτητας της παραγωγής και επομένως της παραγωγικότητας. Επομένως, μέσα στις μονάδες παραγωγής, απ’ τη μια μεριά το κεφάλαιο ιδιοποιείται τις γνώσεις, τις πρακτικές γνώσεις, τις δεξιότητες του εργάτη, τον απο-ειδικεύει, χωρίζει τη διανοητική από τη χειρωνακτική εργασία, ορθώνει απέναντι του την επιστήμη σαν αυτόνομη παραγωγική δύναμη υλοποιημένη μέσα στο σύστημα των μηχανών, χωρίζει τις εργασίες διεύθυνσης από τις εργασίες εκτέλεσης, αλλά απ’ την άλλη μεριά και ταυτοχρόνως δημιουργεί τους όρους για τη συγκρότηση ενός συλλογικού εργάτη που ανανεώνει ακατάπαυστα τις γνώσεις του, τις πρακτικές του γνώσεις, αναπτύσσει καινούργιες πρακτικές και δεξιότητες, συσσωρεύει απέναντι στο κάθε τόσο ανανεωμένο σύστημα των μηχανών πρακτική πείρα χωρίς την οποία το σύστημα των μηχανών δεν μπορεί να λειτουργήσει. Το κεφάλαιο κάνει λοιπόν διαδοχικές προσπάθειες ιδιοποίησης των γνώσεων του συλλογικού εργάτη προτάσσοντας του ένα νέο σύστημα μηχανών και κάθε φορά ο συλλογικός εργάτης κατακτά καινούργια πρακτική πείρα· και η ύπαρξη ενός τέτοιου συλλογικού εργάτη είναι όρος της διαδικασίας παραγωγής.

Η έννοια του εργάτη-μάζα, σε αντίθεση με την μαρξική έννοια του συλλογικού εργάτη, ήταν λοιπόν το προϊόν μιας εκλεκτικής ανάγνωσης του Κεφαλαίου με την οποία ο εργατισμός προσπάθησε να ανοίξει το δρόμο σε μια κριτική της καπιταλιστικής οργάνωσης της εργασίας και κατέληξε στην κριτική της ίδιας της εργασίας. Εξαιτίας της εκλεκτικής του ανάγνωσης του Κεφαλαίου, και τελικά της ίδια της πραγματικότητας, μοιραία έφτασε πολύ γρήγορα στο σημείο να λανσάρει το σύνθημα της «άρνησης της εργασίας»· διότι εάν το κεφάλαιο είναι παντοδύναμο υποκείμενο που διαμορφώνει όποτε και όπως θέλει τα μέσα παραγωγής έτσι ώστε αυτά να μετατρέπουν τον εργάτη σε εργάτη-μάζα, σε υποχείριο του κεφαλαίου και εύπλαστη μάζα, η ενδεχόμενη παρέμβαση των εργαζομένων, των συνδικαλιστικών και των πολιτικών τους οργανώσεων στη συγκρότηση / ανασυγκρότηση της εργασιακής διαδικασίας χάνει το νόημά της: εάν όλη η εξουσία βρίσκεται στα χέρια του Κεφαλαίου, το μόνο που μας απομένει είναι να αρνηθούμε την εργασία, και μάλιστα στο όνομα της ανθρώπινης φύσης -εάν μπορείτε φανταστείτε στο όνομα τίνος άλλου πράγματος ή ηθικής αξίας μπορεί να θεμελιωθεί μια τέτοια άρνηση.

Αυτή είναι, επιγραμματικά, η παράδοση που μας άφησε η τρομερή εικοσαετία του 1960-1980 για το ερώτημα πώς παράγουμε, γιατί και για ποιον. Στη σημερινή συγκυρία ολόπλευρης κρίσης του καπιταλισμού, καθώς ταξιδεύουμε σε άγνωστα νερά, όπου όλες οι ζωές διακυβεύονται, όχι μόνο οι δικές μας, αλλά και της άρχουσας τάξης που δεν ξέρει πια πώς να ηγεμονεύει, πώς να κυβερνά δηλαδή στο όνομα του γενικού συμφέροντος, πρέπει να ξαναπιάσουμε, ατομικά είτε συλλογικά, το κομμένο νήμα αυτής της ξεχασμένης παράδοσης που ρωτάει Πώς παράγουμε, γιατί και για ποιον· γιατί το τέλος του ταξιδιού εξαρτάται από την απάντηση.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Ηλίας Ιωακείμογλου

Ηλίας Ιωακείμογλου

Ο Ηλίας Ιωακείμογλου αποφοίτησε από το ΕΜΠ το 1975 και από το Ινστιτούτο Διοίκησης Επιχειρήσεων (MΒΑ) του πανεπιστημίου της Grenoble το 1976. Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του περιοδικού μαρξιστικής πολιτικής και οικονομικής θεωρίας Θέσεις από το 1983. Εργάζεται ως οικονομικός αναλυτής για συνδικαλιστικούς φορείς των εργαζομένων και έχει δημοσιεύσει σειρά μελετών και βιβλίων για την οικονομική πολιτική, την αγορά εργασίας, και την κρίση του καπιταλισμού. Στον ημερήσιο οικονομικό τύπο δημοσίευσε περισσότερα από χίλια άρθρα οικονομικής πολιτικής. Κατά τα τελευταία έτη εργάζεται πάνω στο θέμα της κοινωνικής αναπαραγωγής ως επιμέρους διαδικασία του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε