Τεύχος #07 200 Χρόνια Μαρξ

Ο Μαρξ του Ντανιέλ Μπενσαΐντ – ο Μαρξ της Εποχής μας

 

Στο κείμενο που ακολουθεί, ο Darren Roso παρουσιάζει όψεις της συμβολής του Ντανιέλ Μπενσαΐντ (1946-2010) στη μαρξιστική συζήτηση του τελευταίου τρίτου του εικοστού αιώνα. Μερικές από τις βασικές έννοιες στις οποίες μας εισάγει είναι η ασυγχρονία (contretemps) και η ασυμφωνία των χρόνων (discordance of times). Κατά τον Μπενσαΐντ, η καινοτομία του Μαρξ συνίσταται κυρίως στην τριπλή κριτική υπέρβαση της αστικής φιλοσοφίας της προόδου, της πολιτικής οικονομίας και του επιστημονικού θετικισμού.


Αφιερωμένο στη Σοφί Μπενσαΐντ: «Στράτευση, βεβαίως, αλλά και πένθος: πένθος και στράτευση».

Ο Ντανιέλ Μπενσαΐντ υπήρξε χωρίς αμφιβολία ο πιο δημιουργικός και πρωτοπόρος μαρξιστής της περιόδου που ακολούθησε το 1968. Κατά την περίοδο αυτή, υπήρξε ο μοναδικός σχεδόν στρατευμένος θεωρητικός [του μαρξισμού] που κατάφερε να συνδυάσει τη βαθιά θεωρητική παρέμβαση με τη διαφωτιστική αισθητική μορφή για τους σκοπούς του πολιτικού αγώνα. Μεγαλύτερα θεωρητικά του επιτεύγματα αποτέλεσαν τα βιβλία του Η Ασυμφωνία των Χρόνων (The Discordance of Times) και το Ο Μαρξ της Εποχής μας (Marx, l’intempestif / Marx for our times, ελληνική μετάφραση του Γ. Καυκιά από τις εκδόσεις Τόπος). Ο Μπενσαΐντ μελετά τον Μαρξ για πάνω από δύο δεκαετίες. Τα βιβλία αυτά είναι το αποτέλεσμα αυτής της μελέτης, της ενασχόλησης και με άλλα θεωρητικά ρεύματα και της απόπειρας του Μπενσαϊντ να επεξεργαστεί μια στρατευμένη εκδοχή της πολιτικής, ικανής να ανατρέψει την πολιτική εξουσία της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Ο Μπενσαΐντ ήταν θεωρητικά τολμηρός και πολιτικά επαναστατικός, προσπάθησε, δηλαδή, να ανανεώσει τα διανοητικά θεμέλια του πολιτικού του ρεύματος, ταυτόχρονα με την παρέμβασή του στη στρατευμένη πολιτική, προκειμένου να τη [συν]διαμορφώσει.

Θα χρειαστεί καιρός για να επεξεργαστούμε το θεωρητικό του έργο πλήρως, και να αξιολογήσουμε ικανοποιητικά την ερμηνευτική του συμβολή και την πρωτοτυπία του. Σε αυτό το σύντομο άρθρο, θα σκιαγραφήσω τα βασικά σημεία της συνεισφοράς του, ειδικά σε ό,τι αφορά τον τρόπο που ερμήνευσε τον Μαρξ, δεδομένου ότι η επεξεργασία αυτή της συνεισφοράς του θα οδηγήσει στην εξαγωγή των πιο παραγωγικών συμπερασμάτων για την επανεπινόηση της πολιτικής.

Στοχασμός για τον Χρόνο ενάντια στο ρεύμα

Η ανάγνωση νεκρών συγγραφέων πάντοτε ενέχει μια διασταύρωση νοημάτων. Διαφορετικοί νοηματικοί ορίζοντες αλληλοϋφαίνονται –το συγκείμενο, δηλαδή, εντός του οποίου παρήχθη το κείμενο και η υποκειμενική συγκρότηση της αναγνώστριας. Τα κείμενα κείνται προσμένοντας μια αναγνώστρια, ενώ η τελευταία κομίζει στο ίδιο κείμενο συγκεκριμένες πολιτικές εμπειρίες, πολιτισμικές κληρονομιές και κοινωνικές πραγματικότητες. Έτσι, δημιουργείται χώρος για ερμηνεία. Η ερμηνεία του Μαρξ από τον Μπενσαΐντ θα πρέπει να προσεγγιστεί κατ’ αυτόν τον τρόπο. Η ερμηνεία του είναι συνδεδεμένη με τις προκλήσεις της νεοφιλελεύθερης στροφής και της κατάρρευσης των καθεστώτων του ανατολικού μπλοκ, με την κουλτούρα του γαλλικού τροτσκισμού, τις σύγχρονες παρεμβάσεις στη ριζοσπαστική φιλοσοφία και τις δυνατότητες πολιτικής παρέμβασης που δημιουργήθηκαν. Ο Μπενσαΐντ ήταν ένας μελετητής του Μαρξ που στεκόταν στο κατώφλι των ορίων της εποχής του.

Η κεντρική έννοια που κόμισε ο Μπενσαΐντ για να ερμηνεύσει τον Μαρξ ήταν η αυτή της ασυγχρονίας (contretemps). Σε ένα πρώτο επίπεδο, ο όρος από μόνος του έχει ένα συγκεκριμένο πολιτικό νόημα. Εισάγεται για να εξηγήσει την αναγκαιότητα του να αδράχνει κανείς συγκεκριμένες πολιτικές ευκαιρίες σε συνθήκες ξεσηκωμού και αγώνων· η χαμένη ευκαιρία είναι ηττημένη ευκαιρία και απαιτούνται χρόνια, εάν όχι δεκαετίες, για να υπάρξει ξανά κάποια νίκη. Ακόμα και τότε, είναι απαραίτητο να δουλεύουμε μέσα στα διαταραγμένα στρώματα που έχουν δημιουργήσει οι συσσωρευμένες ήττες του παρελθόντος προκειμένου να αποκτήσουμε εποπτεία των νέων δυνατοτήτων. Όταν οι καταστάσεις επικαθορίζονται από μεγάλες πολιτικές ήττες, υπάρχει ανάγκη να ταχθεί κανείς ενάντια στο ρεύμα, με τρόπο παράκαιρο (untimely)[1]. Είναι σε αυτό το σημείο που το πολιτικό νόημα της ασυγχρονίας αποκτά υλική υπόσταση: σχετίζεται ιδιαιτέρως με την πολιτική ιστορία του ίδιου του Μπενσαΐντ.

Αυτό το πολιτικό νόημα αποτελεί το κλειδί για να καταλάβουμε πώς ο Μπενσαΐντ ερμηνεύει τον Μαρξ. Ο όρος «ασυγχρονία» εμφανίζεται στην πραγματικότητα στην έκδοση του Κεφαλαίου από τον Roy, συνεπώς δεν είναι ξένος προς το ίδιο το κείμενο του Μαρξ ή προς τη θεωρία του. Ο Μαρξ γράφει για τον τρόπο που μια μακρά σειρά περασμένων, κληρονομημένων δεινών είναι ταυτόσημα με την τωρινή κατάσταση, διαμορφώνοντας νέες εξελίξεις που αναδύονται από τα διάκενά της. Οι νεκροί κυριεύουν τους ζωντανούς· οι εφιάλτες του παρελθόντος εξακολουθούν να βαραίνουν το νου εκείνων που συνεχίζουν να μετασχηματίζουν την ιστορία. Αυτές οι πραγματικότητες παράγουν πολιτικές και κοινωνικές σχέσεις που ξεδιπλώνονται σε ασυγχρονίες.

Μιλώντας σχηματικά, ο Μαρξ μπορεί να διαβαστεί με δύο τρόπους: από την μία μέσα από την έννοια της αντιστοιχίας (correspondence) -σκεφτείτε τη μεταφορά της «βάσης» και του «εποικοδομήματος»- και από την άλλη μέσα από το πρόβλημα της ασυγχρονίας, μέσα από την ασυμφωνία των χρονικοτήτων (discordance of temporalities). Η πρώτη  μεταφορά, αυτή της βάσης και του εποικοδομήματος, δίνει τη θέση της στην προβληματική της ασυγχρονίας, επειδή η τελευταία υπογραμμίζει την κατανόηση της ανισομερούς σχέσης ανάμεσα στην υλική παραγωγή και τις καλλιτεχνικές, θεωρητικές και πολιτικές σχέσεις: πρόκειται για διαφορετικές μορφές παραγωγής που δεν αναπτύσσονται με την ίδια ταχύτητα· υπάρχει ειδικός ρυθμός σε κάθε σφαίρα. Ενώ ο Πρόλογος του 1859 επιμένει στην αντιστοιχία (correspondence) και τη σύμπτωση (adequacy)[2] της «βάσης» και του «εποικοδομήματος», η έννοια της ασυγχρονίας δίνει έμφαση στην ετερογενή φύση των χρονικοτήτων που επενεργούν μέσω κάθε σφαίρας. Μετατοπίζει τη σκοπιά στη διάρθρωση της καθεμιάς από αυτές τις μορφές παρά στην αντιστοιχία τους. Εδώ, εκφράζεται μια ασυγχρονία των χρονικοτήτων. Στον βαθμό που η μεταφορά για τη βάση και το εποικοδόμημα ευσταθεί, δεν θα πρέπει να υπαγορευτεί η αντιστοιχία ανάμεσα στο εποικοδόμημα και στη βάση με έναν πρόχειρο ντετερμινιστικό τρόπο, αλλά να γίνει κατανοητό ότι εντός της κάθε σφαίρας υπάρχει μια δέσμη δυνατοτήτων, καθεμία από τις οποίες μπορεί να αναπτυχθεί ανεξάρτητα από τις άλλες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια μη γραμμική αναπαράσταση της ιστορικής εξέλιξης. Με κλασικούς όρους, μια τέτοια ανάγνωση του Μαρξ αναπτύσσει την έννοια της ανισομερούς και συνδυασμένης ανάπτυξης του Τρότσκι.

Η κριτική της αστικής ιδεολογίας της προόδου και ο ιστορικισμός

Σε ποια συμπεράσματα καταλήγει ο Μπενσαΐντ μέσα από την ερμηνεία του για τον Μαρξ; Αντιλήφθηκε το Κεφάλαιο ως ένα έργο που αναπτύσσει μια «νέα αναπαράσταση της ιστορίας και μια εννοιολογική οργάνωση του χρόνου ως κοινωνικής σχέσης: κύκλοι και περιστροφές, ρυθμοί και κρίσεις, στρατηγικές στιγμές και απρόοπτα (contretemps)».[3] Έτσι, ο Μπενσαΐντ διαβλέπει στον Μαρξ μια σφοδρή αποδόμηση της παλιάς φιλοσοφίας της προόδου, τόσο στην κοινή, λαϊκή της όσο και στην αστική της εκδοχή.  Η στάση του αυτή τάσσεται ενάντια στις απλοποιημένες προσεγγίσεις του μαρξισμού μέσα στο εργατικό κίνημα, που είχαν υιοθετήσει μια «ιστορικιστική» θεώρηση για τον επαναστατικό μετασχηματισμό της κοινωνίας, θεωρώντας ότι ο μετασχηματισμός αυτός θα ακολουθούσε μια σωρευτική και συνεχή διαδικασία μέχρις ότου η τελική νίκη δικαιώσει την Ένωση των Δικαίων. Ο Μαρξ, ωστόσο, δεν προβαίνει σε μία καθαρά αφηρημένη και αρνητική αποδόμηση της φιλοσοφίας της ιστορίας. Υπάρχει ένα θεωρητικό κέρδος που προκύπτει  από αυτήν την αποδόμηση: ο Μαρξ παράγει την κριτική του φετιχισμού του εμπορεύματος, η οποία διασταυρώνεται με μία σκέψη που διερευνά ασταμάτητα το ζήτημα της πολιτικής ανατροπής της υπάρχουσας τάξης.

Ο Μπενσαΐντ δεν ήταν σε καμία περίπτωση ο πρώτος στην ιστορία των μαρξιστικών θεωριών που στοχάστηκε για τη χρονικότητα. Με την ευρεία έννοια οι Ερνστ Μπλοχ, Γκέοργκ Λούκατς, Καρλ Κορς, είχαν επεξεργαστεί πρωτοποριακές προσεγγίσεις για το θέμα του χρόνου, οι οποίες περιλάμβαναν και την αποδόμηση των φιλοσοφιών της ιστορίας που αναφέρθηκαν παραπάνω.  Οι συμβολές τους ωστόσο ήταν περισσότερο ή λιγότερο αποσπασματικές. Στη γαλλική συζήτηση, το Είναι και Μηδέν του Σαρτρ ανέλαβε να στοχαστεί την έννοια του χρόνου υπό την επιρροή του Χούσερλ και του Χάιντεγκερ· ο Αλτουσέρ και οι φοιτητές του ανέλαβαν την κριτική των γραμμικών αναπαραστάσεων της ιστορίας, κριτική που έλαβε προσωρινή μορφή στο Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο και λειτούργησε ως υπόγεια και εσωτερική κριτική του επίσημου σταλινισμού και του Κομμουνιστικού Κόμματος  Γαλλίας. Ο Νίκος Πουλαντζάς στο Κράτος, Εξουσία, Σοσιαλισμός εξέτασε τον τρόπο με τον οποίο το καπιταλιστικό κράτος οργανώνει τον ορίζοντα της χρονικότητας και της ιστορικότητας. Από τους εκτός του επίσημου μαρξιστικού κανόνα στοχαστές, όπως ο Ντελέζ και ο Φουκώ, ίχνη και χαρακτηριστικά μιας σκέψης για τη χρονικότητα είναι επίσης αισθητά παρόντα. Επιπλέον, τα έργα Τα φαντάσματα του Μαρξ του Ντερριντά και Η φιλοσοφία του Μαρξ του Μπαλιμπάρ, τα οποία προετοίμασαν το έδαφος για την έκδοση των έργων του Μπενσαΐντ Η Ασυγχρονία των Χρόνων και Ο Μαρξ της Εποχής μας, διερεύνησαν, το καθένα, το πρόβλημα του χρόνου και της ιστορίας. Σε τι συνίσταται λοιπόν η ειδική συνεισφορά της ερμηνείας του Μαρξ από τον Μπενσαΐντ;

Στη θέση ενός σαρωτικού ισχυρισμού που θα υπερέβαινε τα όρια αυτού του μικρού κειμένου, αξίζει ίσως να παρουσιάσουμε μια λεπτή θεωρητική αντιπαράθεση, με βάση τις σημειώσεις του Μπενσαΐντ για το έργο του Μπαλιμπάρ Η Φιλοσοφία του Μαρξ. Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Μπενσαΐντ είχε γράψει τις σημειώσεις του με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του Μπαλιμπάρ το 1993. Αυτό σημαίνει ότι ο Μπενσαΐντ διατύπωνε τις δικές του θέσεις σε αλληλεπίδραση με εκείνες του Μπαλιμπάρ, σε μία στιγμή όπου μπορούσε να αναπτύξει περαιτέρω τις ιδέες του, προτού να τις εκθέσει στα μείζονα έργα του για τον Μαρξ. Ο Μπαλιμπάρ έθεσε ουσιαστικές ερωτήσεις για μια σύγχρονη επανανάγνωση του Μαρξ: για τη σχεσιακή οντολογία που αφορά το υποκείμενο, για το πρόβλημα της ιδεολογίας και του φετιχισμού, και για τον χρόνο και την πρόοδο. Ο Μπενσαΐντ εξερεύνησε πολλά από αυτά τα θέματα στο Ο Μαρξ της Εποχής μας· θα σταθώ όμως τώρα μόνο στον χρόνο και την πρόοδο.

Σύμφωνα με τον Μπαλιμπάρ, «η ιδέα της προοδευτικής εξέλιξης στον Μαρξ είναι αχώριστη από τη θέση για την  ορθολογικότητα της ιστορίας».[4] Ο Μπενσαΐντ φαίνεται ότι συμφωνούσε με αυτήν την παρατήρηση. Διαφωνούσε όμως με το πώς ο Μπαλιμπάρ ενέτασσε την παρατήρηση αυτή στην  «προβληματική της παγκόσμιας ιστορίας, με την οποία ο Μαρξ έκλεισε λογαριασμούς με ξεκάθαρο τρόπο από την Αγία Οικογένεια και τη Γερμανική Ιδεολογία κι εξής, προκειμένου να εφεύρει «έναν άλλον τρόπο να γράφει ιστορία», μια άλλη, δηλαδή, εννοιολόγηση της χρονικότητας και της μη-συγχρονικότητας».[5] Πρόκειται εδώ για μια ένταση που υπάρχει εντός ενός κοινού πρότζεκτ. Καθώς ο Μπαλιμπάρ και ο Μπενσαΐντ έρχονται αντιμέτωποι με το πρόβλημα του χρόνου και της προόδου, ο πρώτος διαπιστώνει ότι ο Μαρξ υποτάσσει την ιστορία σε έναν προκαθορισμένο τελολογικό στόχο.[6] Φυσικά, ο Μπαλιμπάρ βλέπει ότι αυτή η τελολογική θεώρηση συνυπάρχει με μια έννοια διαδικασίας φτιαγμένης από υλικούς ανταγωνισμούς σε δράση εντός της ιστορίας, που δεν υπακούουν στις επιταγές ενός προκαθορισμένου ιστορικού σχεδίου. Η ύπαρξη, όμως, μιας τέτοιας τελολογικής θεώρησης είναι ύποπτη κι οδηγεί σε αντίφαση. Ο Μπενσαΐντ σχολιάζει συγκεκριμένα αποσπάσματα του Μπαλιμπάρ, σχόλια που εμφανίζονται ξανά στο Ο Μαρξ της Εποχής μας:

Αφού τού έχει αποδώσει μια εξελικτική και προοδευτική αντίληψη για την καθολική ιστορία, ο Μπαλιμπάρ παραθέτει τα τελευταία γραπτά του Μαρξ σχετικά με τη Ρωσία ως «μια απρόσμενη αντιστροφή κατάστασης υπό την πίεση ενός ζητήματος που ήρθε απ’ έξω». «Ο οικονομισμός του Μαρξ γέννησε έτσι, κατά τα λεγόμενά του, το αντίθετό του: «ένα σύνολο αντιεξελικτικών υποθέσεων». Αυτή η αντίληψη περί μιας καθυστερημένης αντιστροφής, τόσο απόλυτης όσο και θεαματικής, δεν είναι καθόλου αληθοφανής.[7]

Η κριτική επερώτηση εκ μέρους του Μπενσαΐντ σήμαινε την απόρριψη της θέσης του Μπαλιμπάρ περί μιας τρίτης φάσης της διαλεκτικής στον Μαρξ, καθώς και την ύπαρξη ενός κατοπτρικού ζεύγους αντιθέτων σε δράση εντός της θεωρίας ανάμεσα στον οικονομισμό και το αντιεξελικτικιστικό του αντίθετο. Η απόρριψη αυτή οφείλεται σε δύο λόγους: ο ένας αφορά την «πρόοδο» και τον «αναλυτικό μαρξισμό» κι ο άλλος τη νέα ορθολογικότητα του Μαρξ.

Πρώτον, ο Μπεσαΐντ απέρριψε τη σύλληψη της ιστορίας ως ένα αφηρημένο, τελολογικό ξετύλιγμα της προόδου. Δεν απέρριψε όμως το γίγνεσθαι-καθολικό της ιστορίας. Συχνά, οι αστάθμητες πολιτικές αναμετρήσεις αποτελούν τους καθοριστικούς παράγοντες αυτού του καθολικού γίγνεσθαι· και δεν πρόκειται επουδενί για μια υπόθεση οικονομικού ντετερμινισμού. Αυτό συνυπήρξε με τον τον πειρασμό να ακολουθήσει ο Μαρξ εξελικτικιστικές θεωρίες του 19ου αιώνα και εκφράστηκε σε εξελικτικιστικές γενικεύσεις σε κείμενα όπως στον Πρόλογο του 1859. Η συγκεκριμένη αυτή συζήτηση οδήγησε σε μία περαιτέρω ανάπτυξη μιας διαμάχης προσανατολισμένης στον αναλυτικό μαρξισμό, που αποκρυσταλλώθηκε στα δοκίμια και τα κεφάλαια του Ο Μαρξ της Εποχής μας. Ο Μπενσαΐντ αντιμετώπισε την [ταυτόχρονη] έμφαση του Μπαλιμπάρ στις ενικότητες της ιστορίας [αφενός] και το ενοποιημένο μέτρο της προόδου [αφετέρου] ως μη υποστηρίξιμη αντίφαση. Θέτει το πρόβλημα του τρόπου μέτρησης της προόδου και «προτείνει τη συνέχιση της συζήτησης και, συγκεκριμένα, την αναμέτρηση με τις θέσεις του Γκ. Κόεν (G. Cohen) για τη θεωρία της ιστορίας του Μαρξ». Η δυσκολία είναι υπαρκτή, επειδή, κατά την άποψη του Μπενσαΐντ, ο Μαρξ προσπάθησε να «απαλλαγούμε από την αφαίρεση της καθολικής ιστορίας (του «μετέωρου γενικού»), χωρίς να πέσουμε στο δίχως νόημα χάος των απόλυτων ιδιαιτεροτήτων (αυτών «που δεν συμβαίνει παρά μία φορά») ή να προσφύγουμε στο ατού της προόδου».[8]

Γιατί παίζει ρόλο αυτό; Με τι συνέπειες; Το επιχείρημα εξετάζει το νόημα της πολιτικής προόδου, στον βαθμό που αφορά την κοινωνική εξέλιξη καθεαυτή. Ποιος είναι αυτός που κρίνει, και με τι μέτρο, ότι έχει συντελεστεί ένα βήμα μπροστά στην διαδικασία της πολιτικής προόδου; Οι ιστορικές αφηγήσεις της προόδου και το χάος των απόλυτων ενικοτήτων δεν απαντούν αυτά τα ερωτήματα. Η έννοια της πολιτικής νίκης δεν μπορεί να αποσπαστεί από τη χρονικότητά της, δεδομένου ότι οι νίκες του σήμερα μπορούν να γίνουν ήττες του αύριο, και το αντίστροφο. Δεν υπάρχει σταθερή κλίμακα και μέτρο βάσει των οποίων να μπορούν να αξιολογηθούν τα πολιτικά ζητήματα –το έργο Ο Μαρξ της Εποχής μας μπορεί να διαβαστεί ως προσπάθεια να αντεπεξέλθει κανείς σε αυτήν την πραγματικότητα στο επίπεδο της θεωρίας. Η πεποίθηση ότι υπάρχουν σταθερές κλίμακες για την πολιτική αποδυναμώνει τη θεωρητική κατανόηση της ιστορίας καθώς και τον πολιτικό προσανατολισμό, επειδή, μεταξύ άλλων, δεν είναι σε θέση να αναμετρηθεί με την αντιφατική φύση των εκάστοτε πολιτικών νικών ή με το νόημα των ηττών και των καταστροφών· τελικά, συνοψίζει τον εαυτό της στην πολιτική απραξία.

Το δεύτερο σημείο σχετίζεται με το περιεχόμενο του συγκεκριμένου τρόπου σκέψης του Μαρξ. Ο Μπαλιμπάρ διευρύνει τη συζήτηση προς μια ερμηνεία της νέας «ορθολογικότητας» του Μαρξ και, με αυτήν την κίνηση, συμπληρώνει την προσπάθεια του Μπενσαΐντ, όταν γράφει:

Ο Μαρξ προσέφευγε ολοένα και λιγότερο σε προϋπάρχοντα μοντέλα εξήγησης και οικοδομούσε ολοένα και περισσότερο μια  ορθολογικότητα χωρίς προηγούμενο ουσιαστικά. Αυτή η ορθολογικότητα δεν είναι ούτε της μηχανικής ούτε της φυσιολογίας ή της βιολογικής εξέλιξης, ούτε μιας τυπικής θεωρίας της σύγκρουσης ή της στρατηγικής, μολονότι μπορεί σε διάφορες περιπτώσεις να προσφύγει σ’ αυτές. Η πάλη των τάξεων, με την ασταμάτητη αλλαγή των συνθηκών και των μορφών της, είναι η ίδια το δικό της μοντέλο.[9]

Στην εν λόγω παρουσίαση, η αντίληψη μιας ομοιογενούς, γραμμικής, παγκόσμιας Ιστορίας «ξορκίζεται από την έννοια μιας ιστορίας «που βρίθει διακλαδώσεων», τη σημασία της οποίας αναγνωρίζει ο Μπαλιμπάρ. Μπορούμε να πούμε ότι τόσο ο Μπενσαΐντ όσο κι ο Μπαλιμπάρ συμμετείχαν μαζί σε ένα ερευνητικό σχέδιο με θέμα τη θεώρηση της πρωτοτυπίας του Μαρξ, δηλαδή στην προσπάθεια να παρουσιάσουν τη «χωρίς προηγούμενο» ορθολογικότητα του Μαρξ. Για τον Μπενσαΐντ, αυτή η καινοτομία διαμορφώθηκε μέσα από μια συμπύκνωση των κριτικών: την κριτική του ιστορικού λόγου, την κριτική της πολιτικής οικονομίας και την κριτική του επιστημονικού θετικισμού. Αυτή η συμπύκνωση των τριών κριτικών αποτελεί τον πιο παραγωγικό τόπο για να αναζητήσει κανείς την ειδική συνεισφορά του Μπενσαΐντ στον στοχασμό για τον Μαρξ. Παρακάτω, θα παρουσιάσω σύντομα τη συμπύκνωση των τριών κριτικών.

Η συμπύκνωση των κριτικών

Η συζήτηση γύρω από τις τομές και τις συνέχειες στη σκέψη του Μαρξ δεν θα σταματήσει: με περισσότερη ή λιγότερη ακρίβεια, κάθε συγγραφέας υιοθετεί τον δικό του τρόπο ανάγνωσης των τομών και των συνεχειών στη σκέψη του Μαρξ. Παρότι ο Μπενσαΐντ κρατά αποστάσεις από την αλτουσεριανή έννοια της «επιστημολογικής τομής», δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα, διότι θεωρεί επαναστατικό τον τρόπο με τον οποίο γράφει ιστορία ο Μαρξ: βλέπει να συντελείται τομή με τους θεωρησιακούς φιλοσόφους της Ιστορίας στα πρώιμα γραπτά του, εντούτοις, τα εννοιολογικά εργαλεία του νέου τρόπου γραφής ανακοινώνονται στα Grundrisse και συστηματοποιούνται στο Κεφάλαιο, συνιστώντας μια «βροντή που δεν ακούγεται»[10], επειδή παρήγαγε «έναν τρόπο θεωρητικού στοχασμού που ανατρέπει την ιδέα, ακριβώς, της επιστήμης» (Maurice Blanchot). Παρά ταύτα, ο Μπενσαΐντ αντιλαμβάνεται τη σκέψη του Μαρξ ως κριτική θεωρία του κοινωνικού αγώνα. Πρόκειται για νέο αντικείμενο της θεωρίας που προβλέπει την καινοτομία του θεωρητικού του περιεχομένου. Η εννοιολογική επανάσταση προϋποθέτει, συνεπώς, ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα κριτικών.

Το βιβλίο Ο Μαρξ της Εποχής μας οργανώνεται κατά μήκος αυτού του τριμερούς προγράμματος κριτικής, εμπλέκοντας τον «Ιστορικό Λόγο», τον «Κοινωνιολογικό Λόγο» και τον «επιστημονικό θετικισμό». Το πρόγραμμα είναι αχανές, στην ουσία όμως καταλήγει στο ότι τα έργα του Μαρξ –από τα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα 1844 ως την Κριτική του Προγράμματος της Γκότα είναι απ’ άκρη σ’ άκρη κριτικά· η ίδια όμως η έννοια της κριτικής υφίσταται αλλαγές, ανάλογα με τα θεωρητικά και πολιτικά αντικείμενα για τα οποία στοχάζεται, και παράγει η ίδια νέα θεωρητικά αντικείμενα. Συνιστά μια θεωρητική κατασκευή που εκφράζει τις συγκεκριμένες λειτουργίες του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ενώ συνιστά, επίσης, μια κριτική εξέταση των πολιτικών κι επαναστατικών κινημάτων για την κοινωνική χειραφέτηση. Η ίδια η κριτική όμως βασίζεται σε έναν λόγο (discourse) που συνδύασε με ιδιαίτερο τρόπο την «αγγλική» επιστήμη -τις λεγόμενες σκληρές επιστήμες- με τη «γερμανική» επιστήμη, που σήμαινε ότι ο νέος επιστημονικός τρόπος ήταν ικανός να αντιμετωπίζει και να κατανοεί τη φετιχοποιημένη και πραγμοποιημένη επιφανειακή δομή της καπιταλιστικής κοινωνίας προκειμένου να τη μετασχηματίσει.

O συγκεκριμένος χαρακτήρας της κομμουνιστικής χειραφέτησης

O Mπενσαΐντ ήταν στοχαστής της χειραφέτησης. Η δυσκολία της χειραφέτησης παραμένει συνυφασμένη με την ανάγκη να είναι συγκεκριμένη: χειραφέτηση από τι; Με ποιες πολιτικές μορφές; Έχει χαρακτηριστεί συχνά στοχαστής της πολιτικής στρατηγικής, και ενώ αυτός είναι ακριβής τίτλος, το θεμελιώδες ερώτημα αφορά την κατά Μπενσαΐντ έννοια της ιδιαιτερότητας, του συγκεκριμένου χαρακτήρα των χειραφετητικών μορφών. Αν ο Μαρξ τόνιζε από την πρώτη κιόλας γραμμή του Κεφαλαίου ότι το αντικείμενο της έρευνάς του ήταν οι κοινωνίες στις οποίες κυριαρχεί ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής, τότε για τον Μπενσαΐντ μπορούμε να πούμε ότι ο κομμουνισμός είναι η συγκεκριμένη πολιτική μορφή που παίρνουν οι αγώνες ενάντια στην κυριαρχία του καπιταλισμού, μέσα στους οποίους «καινούρια ζωή βλασταίνει και ανθίζει». Αυτή η αντίληψη του κομμουνισμού αντλεί από τον Χάινριχ Χάινε: «Ο κομμουνισμός είναι το κρυφό όνομα του θαυμαστού εκείνου αντιπάλου, που παρατάσσει την κυριαρχία του προλεταριάτου με όλες της τις συνέπειες ενάντια στο σημερινό αστικό καθεστώς».[11] O κομμουνισμός είναι η υπαρκτή και συγκεκριμένη μορφή κίνησης που προσπαθεί να καταργήσει την παρούσα κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, που συνεπάγεται συσσώρευση ηττών και σφοδρών αποτυχιών κι ελπιδοφόρα νέα ξεκινήματα.

Η ιδέα αυτή συχνά ξεχνιέται ή υποτιμάται, παραμένει ωστόσο θεμελιώδες στοιχείο της αντίληψης του Μαρξ για τον κοινωνικό μετασχηματισμό. Ο Μπενσαΐντ υπογράμμιζε συχνά πως η αντίθεση, η διαφορά ανάμεσα στις αστικές επαναστάσεις του παρελθόντος και τη σοσιαλιστική επανάσταση είναι ασυμβίβαστη, αγεφύρωτη, στον βαθμό που αυτές εμφορούνται από αντιτιθέμενες στοχεύσεις και πολιτικά καθήκοντα. Η αγεφύρωτη αυτή διαφορά αναδύεται από τα θεωρητικά και πολιτικά του γραπτά και μπορεί να γίνει αντιληπτή ως η διαφορά ανάμεσα στη Γαλλική Επανάσταση και την Παρισινή Κομμούνα. Ο ασύμβατος χαρακτήρας αυτών των δύο πολιτικών και κοινωνικών διαδικασιών λειτουργεί ως αρμός ανάμεσα στην ερμηνεία του των θεωρητικών έργων του Μαρξ και την αντίληψή του για την παρεμβατική πολιτική, εννοούμενη ως στρατηγική παρέμβαση στις συγκεκριμένες μορφές χειραφέτησης από τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής και τα πολλαπλά στρώματα καταπιέσεων που είναι συνυφασμένες με αυτόν.


Τη μετάφραση από τα αγγλικά έκαναν η Δήμητρα Αλιφιεράκη και ο Δημήτρης Κουσουρής· την επιμέλεια του κειμένου της μετάφρασης έκανε ο Στέλιος Χρονόπουλος.

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Darren Roso

Ο Darren Roso έχει συγγράψει μία υπό έκδοση διανοητική βιογραφία του Ντανιέλ Μπενσαΐντ με τίτλο "Daniel Bensaïd: From the Actuality of Revolution to the Melancholic Wager" (Brill 2019), καθώς κι ένα σχετικό κεφάλαιο στο υπό έκδοση "Handbook of Marxism and Post-Marxism" (Routledge 2019).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

Secured By miniOrange