Επίκαιρα Τεύχος #12

Πατριαρχία, αστυνομία, δημόσιο πανεπιστήμιο

Βρισκόμαστε, όπως στον Μεσοπόλεμο, σε ένα κρίσιμο και κομβικό σημείο επανακωδικοποίησης της πατριαρχίας, με αποτέλεσμα την εισαγωγή όλο και πιο αυταρχικών μέτρων που πλήττουν καίρια την έννοια της Δημοκρατίας.
Στιγμιότυπο από την ελληνική ταινία βωβού κινηματογράφου «Κοινωνική σαπίλα» (1932)

Στο συγκεκριμένο κείμενο θα προσπαθήσω να αναδείξω ότι το σημαίνον ζητούμενο δεν είναι το σε ποια αρχή θα λογοδοτεί η αστυνομία εντός των Πανεπιστημίων, αλλά, πρωτίστως, ότι βρισκόμαστε, όπως στον Μεσοπόλεμο, σε ένα κρίσιμο και κομβικό σημείο επανακωδικοποίησης της πατριαρχίας. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την εισαγωγή όλο και πιο αυταρχικών μέτρων που πλήττουν καίρια την έννοια της Δημοκρατίας, ταξινομώντας τη ζωή σε ανώτερη και κατώτερη, εκτείνοντας μια απάνθρωπη εξουσία με την εφαρμογή νεοφιλελεύθερων πολιτικών στο όνομα της τάξης και της ασφάλειας. 

Για αυτόν τον σκοπό, το παρόν άρθρο διαιρείται σε τρεις ενότητες. Στην πρώτη, γίνεται μια σύντομη αναφορά στο τι  νοείται με τον όρο «πατριαρχία». Στη δεύτερη, εξετάζεται συνοπτικά στο όνομα ποιας ασφάλειας αναφέρεται η δημιουργία της Αστυνομίας, ξεκινώντας από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και φτάνοντας στον Μεσοπόλεμο, όπου από κομματικό εργαλείο μετατρέπεται φαινομενικά σε ένα μέρος της επιστημονικής διαδικασίας επίτευξης της ηθικής εξυγίανσης, ως φυσικής εξέλιξης των ευρωπαϊκών κοινωνιών, με στόχο την πρόοδο. Στην τρίτη και τελευταία ενότητα, αναλύεται ο τρόπος με τον οποίο επιδιώκεται η υποταγή του λαού στις μέρες μας, μέσω μιας φαινομενικά αντικειμενικής εξελικτικής κίνησης, με στόχο την ασφάλεια. Η στοχοθεσία αυτή συντελείται με όλο και πιο απάνθρωπα μέσα, με πραγματικό σκοπό την υποτέλεια των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων στις ανάγκες του καπιταλισμού, ενώ η εφαρμογή δράσεων δικαίου (δημόσια παιδεία, δημόσια υγεία κοκ.) καθίστανται ένα επικίνδυνο και εγγενές εχθρικό περιβάλλον για την (ύστερη) νεωτερικότητα, προκαλώντας μια εξαναγκαστική συσσώρευση φτώχειας, πολώσεων, ανέχειας, βίας και καταστολής με κύριο αποδέκτη τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.

Πατριαρχία

Το δίκαιο, μας θυμίζει ο Μισέλ Φουκώ, δεν «αποτέλεσε απλά ένα όπλο που το χειρίζονταν επιδέξια οι μονάρχες υπήρξε για το μοναρχικό σύστημα ο τρόπος έκφρασής του και το σχήμα κάτω από το οποίο έγινε αποδεκτή η άσκηση της εξουσίας».[1] Το δίκαιο λοιπόν αποτέλεσε και όπλο του βιοϊατρικού λόγου των νεωτερικών χρόνων, όσον αφορά την απόλυτη ταξινόμηση της ζωής σε ανώτερη και κατώτερη, ενός λόγου που επιτάσσει ότι το δικαίωμα της εξουσίας αφενός ανήκει στην ανώτερη ζωή και αφετέρου αντιλαμβάνεται το στίγμα της φτώχειας, της βίας, της εγκληματικότητας, της εξάρτησης, της ασθένειας και του βίαιου θανάτου, ως εγγενές χαρακτηριστικό της κατώτερης ζωής. 

Ή τουλάχιστον έτσι ήθελε να καταλήγει ο κυρίαρχος, πατριαρχικός, ευρωπαϊκός βιοϊατρικός λόγος, στις αρχές του 19ου αιώνα, μελετώντας εκατοντάδες φυλές και σκελετούς των «πρωτόγονων» πληθυσμών στις αποικίες, αλλά και των πληθυσμών στα άσυλα εντός των ευρωπαϊκών κοινωνιών, αποδίδοντας σε αυτό το ανθρώπινο μορφολογικά υπο-είδος «χαρακτηριστικά», όπως ανυπακοή, απουσία έμφυλων-ταξικών ορίων, υπέρμετρη σεξουαλικότητα, πάθος και εξάρτηση από τη μητέρα,[2] χαρακτηριστικά δηλαδή μιας ενστικτώδους, ζωώδους ζωής και ενός μητριαρχικού βίου. 

Αυτή είναι η περίοδος που ο Τόμας Μάλθους (Thomas Malthus, 1766-1834), παρότι θα δημοσιεύσει τα έργα του την ίδια περίοδο με τους Νικολά ντε Κοντορσέ (Marie-Jean-Antoine-Nicolas Caritat, Marquis de Condorcet, 1743-1794) και Ουίλιαμ Γκόντγουιν (William Godwin, 1756-1836), οι οποίοι κατέληγαν στο όραμα για μια κοινωνία στην οποία όλο και περισσότερα κομμάτια του πληθυσμού θα έχουν πρόσβαση στην παροχή αγαθών, θα αναζητήσει στη δεύτερη έκδοση του έργου του (1803)[3] τα «τεχνικά μέσα» προς τον περιορισμό της αναπαραγωγής των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, αφού στην ουσία δεν υπήρχε θέση για αυτό το ανθρώπινο υπο-είδος στην αναδιανομή του πλούτου.[4] 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, μετά την Άνοιξη των Λαών (1848), ο Γάλλος ψυχίατρος Μπενεντίκτ Ογκουστάν Μορέλ (Bénédict Augustin Morel, 1809-1873), στο βιβλίο του Traité de dégénérescences physiques, intellectuelles et morales de l’ espéce humaine, το 1857, θα αναπτύξει τη θεωρία περί εκφυλισμού. Η θεωρία του εκφυλισμού, όπως τη διατύπωσε ο Μορέλ,[5] εν συντομία αναφερόταν στη νοσηρή απόκλιση, σωματική και ηθική, από ένα αρχέτυπο ανθρώπου,[6] κάτι που σήμαινε ότι προϋπάρχει ένα ικανό ανθρώπινο υπο-είδος, το οποίο εντόπιζε κυρίως ανάμεσα στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Πρόκειται δηλαδή για το ον εκείνο, το οποίο έχει μια εγγενή προδιάθεση προς την ηθική παράνοια, την παραβατικότητα, τη βία, την υπέρμετρη σεξουαλικότητα, την ασθένεια και τη βίαιη θνητότητα, που κινείται κάτω από το βάρος της λιβιδινικής, ενστικτώδους βούλησής του και όχι με βάση τη συνείδησή του, με αποτέλεσμα να διάγει έναν ανήθικο βίο και να παραμένει στον χώρο της φτώχειας, της εξαθλίωσης, της άγνοιας, της βίας, της αυτοχειρίας, της παράνοιας, της ασθένειας και της θνητότητας. 

Μια τέτοια θεωρία, που ουσιαστικά απέδιδε τη δυνατότητα γνώσης και εξουσίας στο ισχυρό ον, αφού είναι το μόνο ικανό ον για εξέλιξη και πρόοδο, με αποτέλεσμα τόσο η γνώση όσο και η εξουσία να μπορούν να αναπτυχθούν μόνο κάτω από την υποκειμενικότητά του, υπήρξε αναμφίβολα απαραίτητη για την ανάπτυξη του καπιταλισμού. Αυτή η ερμηνεία ήταν σημαντική, ιδιαίτερα την περίοδο μετά την Α΄ Διεθνή (1864), την έκδοση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου (1867) από τον Καρλ Μαρξ, την Παρισινή Κομμούνα (1871), την απήχηση του αναρχισμού και τη σταδιακή εξάπλωση του κομμουνισμού στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο εξάλλου, το 1876 ο Ιταλός εγκληματολόγος Τσέζαρε Λομπρόζο (Cesare Lombroso, 1835-1909) θα αναφερθεί στον γεννημένο εγκληματία, ως εκείνο το ον που παραμένει στο στάδιο του πρωτογονισμού, δίνοντας τον όρο του αταβισμού, όρος που ουσιαστικά σήμαινε ότι ο γεννημένος εγκληματίας ήταν ο ηθικά παρανοϊκός, κάτι που άλλωστε καθίσταται εμφανές από τους ειδικούς στις μελέτες τους ανάμεσα στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Μια τέτοια ερμηνεία επέβαλε μια σειρά από μέτρα, αφού οριζόταν ουσιαστικά ότι ένα έθνος μπορούσε να εισέλθει στην ευρωπαϊκή εξέλιξη και πρόοδο μόνο σαν κυρίαρχο έθνος, εξαιτίας της άφιξής του εκθηλυμένου εχθρού, ο οποίος πάντα προερχόταν από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. 

Υπό αυτές τις συνθήκες, μέσα από έναν λόγο γύρω από την παιδική και τη νεανική παράνοια, όπως και την εγκληματικότητα, δημιουργούνται διάφορα κέντρα μελέτης. Ανάμεσα σε αυτά τα ιδρύματα συγκαταλέγεται και αυτό του Αλφρέντ Μπινέ (Alfred Binet (1857-1911), ο οποίος ανέλαβε, ως αντιπρόεδρος το 1901 και στη συνέχεια ως πρόεδρος στη Γαλλία, τη  Societé libre pour l’ ètude psychologique de l’ enfant (Κέντρο Ερευνών για τη μελέτη της ψυχολογίας της Παιδικής Ηλικίας), η οποία είχε δημιουργηθεί το 1899 από τον παιδαγωγό Φερντινάντ Μπισόν (Ferdinand Buisson (1841-1932). Ο Μπινέ μας ενδιαφέρει ιδιαιτέρως, καθώς οι μελέτες του θα καταλήξουν στην ανάπτυξη μιας κλίμακας μέτρησης για την παιδική, την εφηβική και τη νεανική νοημοσύνη, αλλά, κυρίως, θα προτείνει την ταυτότητα του ανώμαλου παιδιού. Για τον Μπινέ, όπως και για τον κυρίαρχο παιδαγωγικό, ψυχιατρικό, εγκληματολογικό και ψυχαναλυτικό λόγο της εποχής, τα μαθησιακά προβλήματα αποτελούσαν απόρροια μιας ρήξης με την ανθρώπινη, κανονική, πολιτισμένη, ευρωπαϊκή φύση, με αποτέλεσμα την ανάγκη της μελέτης «των μη φυσιολογικών παιδιών».[7]

Την ίδια περίοδο, και συγκεκριμένα το 1891, ο Ιταλός εγκληματολόγος Σκίπιο Σίγκελε (Scipio Sighele, 1868-1913) με το La Folla Deliquente,[8] αλλά και ο Gustave le Bon με το Psychologie des Foules (1895) θα καταλήξουν στο συμπέρασμα ότι ο πληθυσμός μετατρεπόταν σε μάζα, κάτω από την επιρροή των λιβιδινικών ενστίκτων, ταυτίζοντας με αυτόν τον τρόπο οποιαδήποτε εξέγερση, είτε εργατική, είτε πολιτική, με μια ψυχική εκδήλωση παράνοιας και εγκληματικότητας του εκθηλυμένου όχλου. Η εξουσία έτσι ανήκει αποκλειστικά στον έναν αντιπρόσωπο-κάτοχό της, όπως τον μονάρχη ή μια ηγεμονική ομάδα «είτε κοινοβουλευτικά είτε αριστίνδην διαμορφωμένη […]»,[9] ενώ η φτώχεια, η άγνοια, η εξαθλίωση, η ασθένεια και ο θάνατος δεν είναι παρά απόρροια της εκθηλυμένης, ανώμαλης, ενστικτώδους ζωής, ενάντια της οποίας το κράτος μπορεί να ασκήσει βία. Μέσα σε αυτή τη βιοϊατρική νοηματική επεξήγηση που εισέρχεται και στην ελληνική πραγματικότητα, δημιουργείται η αστυνομία από το κράτος.

Αστυνομία

Το 1893, ο Δημήτρης Μπαϊρακτάρης, ως Διευθυντής της αστυνομίας, αναλαμβάνει, από τον Χαρίλαο Τρικούπη,  την κάθαρση της συνοικίας του Ψυρρή. Περιοχή που, θυμίζω, μαζί με το Θησείο, το Γκάζι, το Γεράνι, τη Βάθεια, το Μεταξουργείο, αποτελούσαν μια πραγματική κόλαση της ανθρώπινης φτώχειας,[10] κάτω από την ομπρέλα της ηθικής εξυγίανσης από την ανθρώπινη εγκληματικότητα. Στην ουσία, αναλαμβάνει την εκκαθάριση της εκθηλυμένης ζωής που ενοχλούσε το καθεστώς, ενώ παράλληλα αναπαρήγαγε τον αστικό μύθο περί της εγκληματικότητας αυτής της ζωής. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι το κύριο μέλημα του Μπαϊρακτάρη είναι το κλείσιμο των χαρτοπαιγνίων. Μάλιστα, ο Μπαϊρακτάρης, υπό τον Ν. 2609/1892, θα χρησιμοποιήσει τις στρατιωτικές δυνάμεις με στόχο την πάταξη των χαρτοπαιγνίων,[11] μιας και η χαρτοπαιξία, υπό το πρίσμα του κυρίαρχου βιοϊατρικού λόγου, ταυτιζόταν με την πρακτική του εκφυλισμένου πληθυσμού, κάτι που σήμαινε ότι οι «έχοντες το πάθος της χαρτοπαιξίας συχνά καταφεύγουν εις το έγκλημα ή την αυτοκτονίαν», ενώ «εκ των χαρτοπαικτών δε προέρχονται οι πλείστοι των καταχραστών, κλεπτών, εκβιαστών, σωματεμπόρων και λοιπών εγκληματιών».[12] Την ίδια περίοδο, η αστυνομία οδηγεί με τη βία γυναίκες, παιδιά και άντρες που εντοπίζει στους δρόμους και  τα εργοστάσια για εργασία στον Ναύσταθμο.[13]

Φυσικά, ο αστυνομικός οργανισμός στην Ελλάδα δημιουργήθηκε το 1829, επί Ιωάννη Καποδίστρια. Πιο συγκεκριμένα, η δημοτική αστυνομία δημιουργείται με Βασιλικό Διάταγμα στις 31 Δεκεμβρίου 1836 (21 Ιανουαρίου 1837). Στο άρθρο 32 του διατάγματος ορίζεται ότι: σκοπός της αστυνομίας ήταν να «μην επιτρέπωσιν υποπλοκάς και να επαγρυπνώσι ιδίως την άπορον τάξιν των κατοίκων». Κάτι που συνίστατο, για παράδειγμα, στο ότι οι κοινές γυναίκες απαγορευόταν να περιφέρονται στους δημόσιους περιπάτους. Στην πραγματικότητα, ο αστυνομικός οργανισμός έρχεται να αντιμετωπίσει τα εξαθλιωμένα στρώματα, τα οποία, μετά την αποτυχία της ανακατανομής των εθνικών γαιών, λόγω κερδοσκοπίας, είχαν μεταφραστεί σε έναν κόσμο «πεινασμένων, εξαθλιωμένων, απογυμνωμένων και ξυπόλητων ανθρώπων, αναπήρων, χηρών και ορφανών […] ανδρών, γυναικών και παιδιών», χωρίς στέγη και δουλειά, οι οποίοι περιφέρονταν στους δρόμους της πρωτεύουσας.[14] 

Τα επόμενα χρόνια η αστυνομία θα χρησιμοποιηθεί ως μέσο καταστολής των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γεώργιος Ασπρέας, το έργο του οποίου επαναδημοσιευόταν στο περιοδικό Αστυνομικά Χρονικά τη δεκαετία του 1950, γράφοντας την ιστορία της αστυνομίας πόλεων, θα ισχυριστεί ότι δεν υπήρχε εγκληματικότητα τη συγκεκριμένη περίοδο, κάτι που είχε ως αποτέλεσμα να χρησιμοποιείται η αστυνομία για τον εξαναγκασμό του πληθυσμού στις κομματικές ανάγκες. Περαιτέρω, ο Ασπρέας, αναφερόμενος στον οργανισμό της αστυνομίας, δέχεται ότι από το 1860 έως και το 1882 ο οργανισμός αυτός είχε μετατραπεί σε ξεκάθαρο κομματικό όργανο. Ο πληθυσμός, προκειμένου να προστατευτεί από αυτή την αδικία, ξεκίνησε να οπλίζεται και να επιτίθεται με σφαίρες και μαχαιριές στους κλητήρες της αστυνομίας, ενώ η περιοχή του Ψυρρή, η οποία είχε δημιουργηθεί το 1835 από ενδεείς, αστέγους και πεινασμένους, γίνεται απρόσιτη για την αστυνομία, κάτι που εξηγεί και το ξεκαθάρισμα του 1893. Παράλληλα, η αστυνομία συλλαμβάνει τους ανθρώπους που περιπλανιούνται, αναγκάζοντάς τους να εργαστούν «εις τον Ναύσταθμο και τα λατομεία, στην καθαριότητα των δρόμων».[15] Η βία μάλιστα θα είναι τέτοια, που ο τότε Αστυνομικός Διευθυντής, Νικόλαος Αρχιμανδρίτης, θα καταλήξει ότι η αστυνομία ως σώμα από την απαρχή της μέχρι το 1920 λειτουργούσε εντελώς καταχρηστικά, προς όφελος της κυριαρχούσας τάξης.[16]

Η δεκαετία του 1920-1930, παρόλα αυτά, κάτω από το βάρος της επίκλησης της ευγονικής, έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί αφορά την επανακωδικοποίηση του πατριαρχικού καθεστώτος αλήθειας, που εισάγει την έννοια του ανώμαλου άλλου ανάμεσα στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, όσο και τη δημιουργία της αστυνομίας, κάτω από την καθοδήγηση πλέον ενός επιστημονικού καθεστώτος αλήθειας περί της ανθρώπινης βίας και του εγκληματία, όπως αυτό διαμορφώθηκε από τον κυρίαρχο βιοϊατρικό λόγο της εποχής. 

Ειδικότερα, το 1918 δημιουργείται η Αστυνομία Πόλεων (1370/1918) από την κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου,[17] αν και στην Αθήνα θεμελιώνεται το 1925,[18] με στόχο την πάταξη της «ανομίας», κυρίως ανάμεσα σε αυτά τα κατώτερα κοινωνικά λιβιδινικά στρώματα. Την ίδια χρονιά οργανώνεται το πρώτο Διεθνές Συνέδριο Ευγονικής, στο οποίο συμμετέχουν 300 σύνεδροι από τις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Στο συνέδριο συμμετείχαν οι πρόεδροι των πανεπιστημίων Harvard, Stanford, πρωθυπουργοί όπως ο Winston Churchill. Το 1920, ο Γερμανός ποινικολόγος Karl Binding (1841-1920) και ο Γερμανός καθηγητής ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Freiburg και ειδικός στην εγκληματολογία Alfred Hoche (1865-1943) εκδίδουν το έργο Die Freigabeder Vernichtung Iebensunwerten Lebensεξουσιοδότηση της εξόντωσης της ζωής που είναι ανάξια να βιωθεί), το οποίο αναφέρεται στο δικαίωμα του κράτους να προχωρά στη λύτρωση, με τη δημιουργία μιας τριμελούς επιτροπής, αποτελούμενης από ένα γιατρό, έναν ψυχίατρο και έναν δικαστικό.[19] Στην πραγματικότητα βέβαια αναπαράγεται το πατριαρχικό καθεστώς που ήθελε να υπογραμμίσει μέσα από αυτή την εκθηλυμένη, ανώμαλη, λιβιδινική ζωή, την αναγκαιότητα για μέτρα ευγονικής, με στόχο το δικαίωμα στη ζωή, στην πρόοδο και την εξέλιξη, που πρέπει πάντα να γίνει υπό το πρίσμα των πατριαρχικών ευρωπαϊκών αξιών. Πρόκειται για την αρχή του ευ ζην, την οποία και ο κυρίαρχος ελληνικός βιοϊατρικός λόγος υιοθέτησε, πίσω από τις εκκλήσεις ψυχικής και σωματικής υγιεινής για τη διάσωση της ζωής. 

Έτσι, μέσα σε αυτό το επιστημονικό πλαίσιο, την ίδια περίοδο που για πρώτη φορά θα ξεσπάσουν στην Ελλάδα πολιτικές απεργίες,[20] δηλαδή απεργίες με πολιτικά αιτήματα, θα ιδρυθεί, όχι τυχαία, το καλοκαίρι του 1919 στην Κέρκυρα από τους Άγγλους η πρώτη Σχολή Αστυνομίας Πόλεων. Σχολή στην οποία οι πρώτοι σπουδαστές, όπως μας διαφωτίζει ο ιστορικός Δημήτρης Μπαχάρας, από το 1919 μέχρι το έτος της αποφοίτησής τους, το 1923, θα διδάσκονταν ειδικά μαθήματα «εκπαίδευσης στην παρακολούθηση κομμουνιστών».[21] 

Μία δεκαετία αργότερα, ο Κωσταντίνος Γαρδίκας, θεμελιωτής της εγκληματολογίας στην Ελλάδα, θα εξηγήσει, αναφερόμενος στον Σίγκελε, ότι η συγκρότηση του όχλου δεν σημαίνει απλώς συνάθροιση πολλών ατόμων μαζί, αλλά κυρίως τη δημιουργία μιας μαζικής ψυχολογίας. Μιας ψυχολογίας η οποία συνδεόταν είτε μέσω καταγωγής, είτε μέσω αγωγής, είτε μέσω επαγγέλματος, καταλήγοντας ότι αυτή η ψυχολογία συναντιόταν στην τάξη των χειρωνακτών.[22] Εγκληματίας γινόταν, για τον Γαρδίκα, μόνο όποιος είχε μια συγκεκριμένη ταξική προέλευση και πολιτικές πεποιθήσεις, παρότι ο ίδιος αποδέχεται ότι οι απεργίες τη δεκαετία του 1920 ήταν αποτέλεσμα της φτώχειας και της ανέχειας, μετά τον Πόλεμο του 1914-1918. Κάτι τέτοιο όμως δεν θα τον κάνει να καταλήξει ότι την ταυτότητα του εγκληματία δεν την προσδιορίζουν εγγενή στοιχεία, αλλά η ταυτότητα ενός καθεστώτος που κατασκευάζει και αναπαράγει τον εγκληματία. Σύμφωνα με τον Γαρδίκα, αντικείμενο της εγκληματολογίας είναι ο εγκληματίας. Αυτό θα τον οδηγήσει στη διαπίστωση ότι το 85-90% των καταδίκων ανήκε στην τάξη των φτωχών[23] και άρα αυτή ήταν η τάξη εναντίον της οποίας η αστυνομία έπρεπε να στραφεί, όποτε η πρώτη τολμούσε να επαναστατήσει. 

Μια τέτοια ερμηνεία κάνει ξεκάθαρο το που καλείτο να στραφεί επιτακτικά η αστυνομία, ενώ η επίπτωση των αντιλήψεων του Γαρδίκα ήταν τεράστια. Αρκεί να σκεφτούμε ότι το 1919 συστήθηκε στο πρώτο «Κεντρικό Γραφείο Εγκληματολογικής Σημάνσεως». Το 1925 μετονομάστηκε σε «Κεντρικό Γραφείο Εγκληματολογικών Αναζητήσεων (ΚΓΕΑ)» και τέλος, το 1929 ΚΓΕΑ μετονομάστηκε σε «Διεύθυνση Εγκληματολογικών Υπηρεσιών (ΔΕΥ)», όπου κύριος οργανωτής των εργαστηρίων του ΔΕΥ ήταν ο Γαρδίκας, ο οποίος διοίκησε τη υπηρεσία επί 36 χρόνια.[24]

Την ίδια περίοδο, ο Αμερικανός οικονομολόγος, στατιστικολόγος, Έρβινγκ Φίσερ (Irving Fisher, 1867-1947) κατέληγε στο ότι «Η ευγονική […] αντιπροσωπεύει την υψηλότερη μορφή πατριωτισμού και ανθρωπισμού». Με την αναγκαστική στείρωση θα μειωνόταν τόσο η επιβάρυνση των φόρων, όπως επίσης και το πλήθος των παραβατικών και ελαττωματικών ανθρώπων, ενώ, πάντα σύμφωνα με τον Φίσερ, «τέτοια μέτρα θα αυξήσουν επίσης τις προφυλάξεις κατά εγκλημάτων που διαπράττονται εναντίον των προσώπων μας ή της περιουσίας».[25] Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα, όπως έχω αναφέρει αλλού,(Δ. Τζανάκη, Τους ανθρώπους τους «θανατώνουν» όταν εκθηλύνονται ψυχικά, Marginalia, 12 (2020) [ανακτήθηκε Δεκέμβριος 2020]· Δ. Τζανάκη, «Μια αναδρομική ανάγνωση δώδεκα εργατικών ατυχημάτων ‘τραυματικής υστερίας’: Μια επικίνδυνη ερμηνεία περί της εκθηλυμένης/υστερικής ζωής από τον Α’ Παγκόσμιο στο 2020», ό.π., σ. 83-113· Δ. Τζανάκη, «Ψυχοπάθειαι εν τω Σχολείω (1903-1934)», Θέματα Ιστορίας της Εκπαίδευσης. Περιοδική Έκδοση της Ελληνικής Εταιρείας Ιστορικών της Εκπαίδευσης, 19-20 (2019-2020), σ. 68-107⋅) τις αναγκαστικές στειρώσεις της ψυχικά εκθηλυμένης ζωής, που θα ξεκινήσουν στις ΗΠΑ, το 1924, επίσημα. Αυτό όμως που ουσιαστικά συντελείται τη συγκεκριμένη περίοδο είναι η κυριάρχηση ενός αστικού πατριαρχικού δυτικοευρωπαϊκού βιοϊατρικού λόγου, εντός του οποίου η αστυνομία έρχεται να αντιπροσωπεύσει την εφαρμογή του Δικαίου του Οιδίποδα.

 Όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, το 1926, δημιουργείται το τμήμα Ηθών της Αστυνομίας Πόλεων, με στόχο τη διασφάλιση του δόγματος του πατριαρχικού ευρωπαϊκού πολιτισμού, παράλληλα με μια σειρά από μετρήσεις στα σχολεία με στόχο τον εντοπισμό των ανώμαλων παιδιών. Η πατριαρχική λογική είναι εμφανής, η αστυνομία ως εκπρόσωπος του κράτους καλείται πλέον να τιθασεύσει με επιστημονικό τρόπο τη λιβιδινική, θηλυπρεπή, ενστικτώδη ζωή του «όχλου», ιδιαίτερα μετά το 1930, ενώ ο κυρίαρχος βιοϊατρικός λόγος κατασκευάζει την ανώμαλη ζωή που, εξαιτίας της εγγενούς αιώνιας ψυχικής του παιδικότητας, παραμένει στον χώρο του ανώμαλου βίου, και επομένως το υπο-είδος αυτό κατέχει την κατώτερη θέση τόσο εξελικτικά, όσο και κοινωνικά. 

Έτσι έγινε και την περίοδο κατά την οποία το εργατικό κίνημα δυναμώνει και με την ένταξη σε αυτό των προσφύγων της Μικράς Ασίας. Αυτή η ερμηνεία φάνηκε χρήσιμη την περίοδο που το ΚΚΕ είχε ισχυρή παρουσία στην Κοκκινιά, περιοχή εξάλλου στην οποία θα υπάρξουν δολοφονίες σε προεκλογικές συγκεντρώσεις δημοτικών εκλογών το 1932.[26] Μάλιστα, η αστυνομία θα ζητήσει τη βοήθεια του Στρατιωτικού Επόπτη Πειραιώς για την περίπτωση της Κοκκινιάς, με αποτέλεσμα να οργανώνονται στρατιωτικές περίπολοι στους δρόμους, μέχρι και την ημέρα διεξαγωγής των δημοτικών εκλογών. Αυτά αναδεικνύουν με φανερό τρόπο, ότι το καθεστώς είχε ιδιαίτερα πιεστεί από την απήχηση του κομμουνισμού που πρόσφερε απλόχερα λόγους για τη δυνατότητα του λαού για αυτοδιαχείριση, ανάμεσα στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. 

Παράλληλα, το 1927, δημιουργείται στο Υπουργείο Παιδείας τετραμελής επιτροπή, με στόχο την καταπολέμηση του κομμουνισμού στα σχολεία,[27] εγκαινιάζοντας έτσι και θεσμικά ένα νομοθετικό αντικομμουνιστικό πλαίσιο που κορυφώνεται με τον Ν. 4229/1929 «Περί των μέτρων ασφαλείας του κοινωνικού καθεστώτος και προστασίας των ελευθεριών των πολιτών» που προκρίνεται με πληθώρα συλλήψεων και εξοριών πολιτικών προσώπων,[28] ενώ δημοσιεύσεις κατέληγαν ότι «μόνον η δικτατορία ενός ανωτέρου ανθρώπου μπορεί να σώση ένα λαό που κατρακύλισε στη διαφθορά».[29] Στο ίδιο πλαίσιο, θα ληφθούν μια σειρά από μέτρα που στόχευαν στην ελάττωση της αναπαραγωγής των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, όπως αυτό διατυπώθηκε από τον υγιεινολόγο και σύμβουλο του Ελευθέριου Βενιζέλου, Απόστολο Δοξιάδη, (1874-1942), διευθυντή του Πατριωτικού Ιδρύματος από το 1924 έως το 1932.[30] 

Από την άλλη, όπως εντοπίζει η Νένη Πανουργιά, η απεργία των καπνεργατών στη Θεσσαλονίκη (1936), που μέτρησε δώδεκα νεκρούς διαδηλωτές και τριάντα δύο σοβαρά τραυματίες, ανέδειξε «τα μέσα που είναι διατεθειμένο να μετέλθει το φιλελεύθερο κράτος για να παραμείνει στην εξουσία».[31] Έναν πατριαρχικό, αυθαίρετο και αυταρχικό λόγο, που θα κληρονομήσει το δικτατορικό καθεστώς που επιβλήθηκε στις 4 Αυγούστου 1936. Ο Μεταξάς, αφενός, θα δώσει ιδιαίτερο βάρος στα σύμβολα της πατριαρχίας («Πατρίς, Θρησκεία, Οικογένεια») και, αφετέρου, ο Γ΄ Ελληνικός Πολιτισμός έρχεται να αποδομήσει τη μαρξιστική ερμηνεία ως ψευδαίσθηση, θεσπίζοντας την καθιέρωση οκτάωρης εργάσιμης ημέρας, ένα κρατικό σύστημα συντάξεων και υγειονομικής περίθαλψης,[32] διαμορφώνοντας ένα ολόκληρο αφήγημα γύρω από το ψυχικό νόσημα του λιβιδινικού κομμουνιστή/τριας, οι οποίοι καθοδηγούνταν από το κόμμα με αποτέλεσμα να εγκαταλείπουν τις οικογένειες τους. Σκοπός του καθεστώτος, με τη χρήση της αστυνομίας, ήταν πλέον η ταξινόμηση των πολιτών «σύμφωνα με τα κοινωνικά φρονήματά»[33] τους και ουσιαστικά ο αποκλεισμός όλων των αντιφρονούντων.[34] Με τον τρόπο αυτό, παραγόταν «θα μπορούσε να πει κανείς, ένα πολιτικό DNA»,[35] σύμφωνα με τον όρο της Νένης Πανουργιά, το οποίο μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου δημιούργησε μια μακρά ιστορία διώξεων, βασανισμών, εξορίας και κατάχρησης της κρατικής εξουσίας.

Όσον αφορά την ελληνική πραγματικότητα, η εξυγίανση της κοινωνίας από το στίγμα αυτού του «πολιτικού DNA», θα μπορούσαμε να πούμε ότι επιτεύχθηκε, τουλάχιστον επιφανειακά, το 1974, όταν η Νέα Δημοκρατία με την κυβέρνηση του Κωσταντίνου Καραμανλή νομιμοποίησε το Κομμουνιστικό Κόμμα, που είχε τεθεί εκτός νόμου το 1946. Περαιτέρω, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ, το 1981, με τον Ανδρέα Παπανδρέου, κατήργησε τους φακέλους των πολιτικών φρονημάτων, ενώ οι φάκελοι αποτεφρώθηκαν στην υψικάμινο της Χαλυβουργικής στον Ασπρόπυργο το 1989,[36] κάνοντας αδύνατη την καταγραφή της ιστορίας που αυτοί οι φάκελοι θα μπορούσαν να αφηγηθούν, αποδίδοντας το μερίδιο ευθύνης που αντιστοιχούσε σε αυτή την καταστολή. 

Από την άλλη, το αφήγημα του ψυχικού νοσήματος, όπως και της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, τα οποία κατέληγαν στην ατομική ευθύνη, παρέμειναν ως μια ερμηνεία που επιμένει να αναζητά τον εκθηλυμένο άλλο ως την αιτία της ασθένειας, της φτώχειας, της επαιτείας, της αλητείας, της παρέκκλισης, της αυτοκτονίας, της ασθένειας και της θνητότητας, επιτρέποντας την άρθρωση της αστυνόμευσης μεταξύ «ζωής και βίου»,[37] παρά την αναγκαιότητα της προστασίας της ανθρώπινης ζωής. Η πολιτική ηγεσία, έτσι, θα στραφεί στην εισαγωγή μιας σειράς νόμων εναντίον των αφροδισίων νοσημάτων, ενώ η επιδημία του AIDS, που εμφανίστηκε το 1980-1981, γρήγορα αναγνωρίστηκε ως η νόσος των ομοφυλοφίλων, των «ηρωινομανών» και των «Αϊτινών», δίνοντας ακριβώς υπογείως, για μια ακόμη φορά, την αδιάψευστη διαβεβαίωση ότι για την ήττα του ευρωπαϊκού πολιτισμού ευθύνεται η ανεξέλεγκτη λιβιδινική επιθυμία της εκθηλυμένης ζωής, που όχι τυχαία εντοπιζόταν κατά κύριο λόγο ανάμεσα στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα των ομοφυλόφιλων. Εξού και οι διενέργεια αστυνομικών επιχειρήσεων, όπως η «Αρετή». Επί της ουσίας οι επιχειρήσεις αυτές συνίσταντο σε διώξεις, παρενοχλήσεις και ξυλοδαρμούς των ομοφυλοφίλων σε περιοχές όπως το Πεδίο του Άρεως και το Ζάππειο. Αντίστοιχες επιχειρήσεις-σκούπα λάμβαναν χώρα σε περιοχές όπως τα Εξάρχεια. Την ίδια περίοδο, στην περιοχή γύρω από το Πολυτεχνείο δημιουργήθηκε μια ανοιχτή πιάτσα ναρκωτικών, κατάσταση που επιδεινώθηκε μετά τα γεγονότα του 2008, ενώ το φαινόμενο επεκτάθηκε και σε διάφορες άλλες περιοχές, όπως στην κεντρική Πανεπιστημιούπολη του ΑΠΘ.[38] Έτσι, διαμορφώνεται σταδιακά ένα τοπίο που για μια ακόμη φορά η φτώχεια, η εξάρτηση, η εξαθλίωση, η ανεργία, η βία, η εγκληματικότητα, η ασθένεια και ο βίαιος θάνατος αποδίδονται στον βίο του εσωτερικού λιβιδινικού εχθρού και όχι στη ζωή που εξαθλιώνεται από  μια αυταρχική (νέο) φιλελεύθερη εξουσία. 

Δημόσιο πανεπιστήμιο

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, αυτό που διακυβεύεται σήμερα γύρω από την ύπαρξη της αστυνομίας στο Δημόσιο Πανεπιστήμιο δεν είναι απλώς το ότι στην περίπτωση της εισαγωγής αστυνομίας στα Πανεπιστήμια καταργείται αυτοδικαίως και πλήρως το αυτοδιοίκητο του Πανεπιστημίου.[39] Πιο απειλητικά, επανακωδικοποιείται η έννοια μιας πατριαρχικής αντίληψης, μέσα από την πρόσληψη της αστυνόμευσης ως μιας αναγκαιότητας. Η αντίληψη αυτή ταξινομεί τις ζωές σε ψυχικά και σωματικά υγιείς και σε ψυχικά και σωματικά ευάλωτες, ανίκανες για διακυβέρνηση. Πρόκειται δηλαδή για μια πατριαρχική ερμηνεία που εγκλωβίζει όλο και περισσότερο τις ευάλωτες ζωές και θέτει την ερμηνεία του ίδιου του λαού εντός των ορίων μιας πατριαρχικής εξουσίας που ζητά με κάθε μέσο την υποτέλειά του. Όπως μας εξηγεί ο Γάλλος φιλόσοφος «[…] η εξουσία δεν είναι θεσμός, ούτε δομή, δεν είναι μια συγκεκριμένη δύναμη που κατέχουν μερικοί: είναι το όνομα που δίνουμε σε μια πολυσύνθετη κατάσταση σε μια δεδομένη κοινωνία».[40] 

Η περίοδος μιας τέτοιας επανακωδικοποίησης δεν είναι τυχαία. Όπως μάς εξηγούν ο Γιώργος Σουβλής και η Παναγιώτα Γούναρη στο άρθρο τους, «State and Universities in Greece, 1974-2018», μεταξύ 2010 και 2018 έχουν θεσπιστεί δώδεκα γύροι αυξήσεων φόρου, περικοπών δαπανών και μεταρρυθμίσεις, οι οποίες κατά καιρούς πυροδότησαν τοπικές ταραχές και διαδηλώσεις σε εθνικό επίπεδο.[41] Στο πλαίσιο αυτό, οι κρατικές δαπάνες για τη δημόσια εκπαίδευση στην Ελλάδα μειώθηκε κατά 40 τοις εκατό, ενώ όπως το άρθρο επισημαίνει, η αναδιάρθρωση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση δεν περιορίζεται στη Νότια Ευρώπη, αλλά είναι η κορυφή του παγόβουνου στο σημερινό ευρωπαϊκό τοπίο, όπου βρίσκεται η τριτοβάθμια εκπαίδευση, που μεταρρυθμίζεται σύμφωνα με τα νεοφιλελεύθερα πρότυπα που επιβάλλουν οι κυβερνήσεις.[42] Κάτι που ακριβώς οδηγεί, όπως υπογραμμίζει η Σοφία Βιδάλη, στο πρόσφατο άρθρο της «Εγκληματικότητα και αστυνόμευση στα ΑΕΙ: “αλήθειες” και “ψέματα”», σε μια σειρά από κυβερνητικές πρωτοβουλίες «που έχουν ως άξονα ιδίως τη σύνδεση του πανεπιστημίου με την αγορά και επομένως, την υποβάθμιση κάθε θεσμού που δεν έχει οικονομικό αντίκρισμα».[43] 

Σε μια περίοδο, επομένως, που η αναδιάρθρωση συνίσταται ακριβώς στο να σχηματιστεί η τριτοβάθμια εκπαίδευση με βάση τα νεοφιλελεύθερα πρότυπα, δεν είναι τυχαία η πρόταση δημιουργίας αστυνομίας εντός των δημόσιων Πανεπιστημίων, με υποτιθέμενο στόχο την αντιμετώπιση της ανομίας, ως αποτέλεσμα αυτών των «εσωτερικών εχθρών» της υγιούς επαναστατικής κοινότητας και κοινωνίας, δημιουργώντας για μια ακόμη φορά τον ηθικό πανικό εναντίον του ανήθικου άλλου. Οι στατιστικές δεν αναδεικνύουν επ’ ουδενί μια ανομία εντός της πανεπιστημιακής κοινότητας,[44] σε αντίθεση με μια κοινωνία που αντιμετωπίζει μια τεράστια ύφεση. Σε μια περίοδο που είναι έκδηλες «η αύξηση των ανισοτήτων, η κοινωνία του 1/3 με την πλειοψηφία σε επισφάλεια, η διάβρωση της δημοκρατίας, η κλιματική κρίση, είναι η παρακαταθήκη των 30 χρόνων κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού»,[45] η μεταπολιτευτική ελληνική ιστορία, συνοδεύεται, όχι τυχαία με εκκλήσεις προς το κράτος να αναλάβει τη διακυβέρνηση του ανεξέλεγκτου «όχλου», των αγανακτισμένων, των εκθηλυμένων που στρέφονται εναντίον του ευρωπαϊκού οράματος, με στόχο πάντα την πρόοδο και την εξέλιξη, με κάθε δυνατό μέσο. 

Ως εκ τούτου, η χρήση της αστυνομίας στις μέρες μας, δηλαδή σε μια περίοδο που η κοινωνική αδικία και η ανισότητα γίνονται καθημερινότητα, δεν είναι τυχαία. Η αστυνομία εισέρχεται ακριβώς ως ο μηχανισμός ενός πατριαρχικού ευρωπαϊκού καθεστώτος αξιών και, όντας εξοπλισμένη και εκπαιδευμένη από το ίδιο το κράτος, καλείται να καταστείλει τον εκθηλυμένο, κατώτερο άλλο. Αυτό σημαίνει, όπως πολύ εύλογα εντοπίζουν ο Μίκαελ Λεβί, η Ελένη Βαρίκα και η Σόνια Χέρτσμπρουν-Νταγιάν, στο πρόσφατο άρθρο τους, «Ο Μαξ Βέμπερ, θύμα αστυνομικής βίας», «τρεις νεκρούς, πέντε κομμένα χέρια, 28 βγαλμένα μάτια και 341 σοβαρούς τραυματισμούς στο κεφάλι [στη Γαλλία του Μακρόν, κάτι που] εδώ κι εξήντα χρόνια, από το 1962, κάτω από διάφορες κυβερνήσεις της Δεξιάς, του Κέντρου ή της Αριστεράς, δεν είχαμε δει τίποτα παρόμοιο».[46] 

Η βία αυτή δεν έρχεται επομένως τυχαία, αλλά ακριβώς έρχεται για να αναλάβει το αφήγημα της επικράτησης της ανώτερης ζωής ως κομμάτι της ανθρώπινης εξέλιξης. Τον Ιούνιο του 2020, μάλιστα, «δημιουργήθηκε το “The Great Reset”, ουσιαστικά ο Μεγάλος Καπιταλιστικός Μετασχηματισμός, πρωτοβουλία του World Economic Forum (WEF), μέσω της Strategic Intelligence του. Η πρωτοβουλία αυτή, δεν στοχεύει στην παγκόσμιο βιωσιμότητα ούτε στην “κοινωνική δικαιοσύνη”, αλλά στην επιβεβαίωση του δόγματος του κεφαλαίου σε ένα υψηλότερο καθεστώς τεχνολογικής πραγματικότητας».[47]

Έτσι, εντός ενός πλαισίου κοινωνικής ανισότητας που κατασκευάζει όλο και πιο απάνθρωπους όρους καταστολής, δημιουργείται το ψευδές αφήγημα της ανομίας εντός των Πανεπιστημίων, που μάλιστα ανάγεται σε προβολή μιας κοινωνίας που νοσεί, φτάνοντας στο σημείο της εισαγωγής της αστυνομίας στον χώρο της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης. Μιας εκπαίδευσης που όχι τυχαία υποβιβάζεται μέσα από ένα πλαστό αφήγημα, όπως πολύ δίκαια υπογραμμίζει ο Σύλλογος Διδακτικού και Ερευνητικού Προσωπικού του Παντείου, σε υποδεέστερη θέση, σε αντίθεση μια φαντασιακά ανώτερη πολιτισμένη Δύση, όπου η παιδεία βρίσκεται κάτω από την προστασία του θεσμού του κράτους και της αστυνομίας, με αποτέλεσμα να κυβερνάται η χώρα από την αριστεία, την ευημερία και την πρόοδο. 

Ο μόνος επικίνδυνος άλλος είναι η πατριαρχία και ο καπιταλισμός. Όχι αστυνομία στα πανεπιστήμια.

Το αφήγημα αυτό δεν αφορά απλώς και μόνο την τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αφορά άμεσα τη Δημοκρατία και την έννοια του υποκειμένου, αφού τη στιγμή που η αστυνομία θα εισέλθει στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, ουσιαστικά ανοίγει η πόρτα σε μια κρατική ανεξέλεγκτη καταστολή ως δυνατότητα, όταν, όπου και όποτε η εξουσία εντοπίζει την ανομία, απαιτώντας σχεδόν απόλυτη υπακοή, με στόχο την εξυγίανση.

Περισσότερο, όμως, έχουμε να κάνουμε με το φαινόμενο της επανακωδικοποίησης της πατριαρχίας και του νόμου της ατομικής ευθύνης. Όπως με τον Μπινέ έναν αιώνα νωρίτερα, το 2018, πάλι στη γειτονική Γαλλία, ο υπουργός Παιδείας Jean-Michel Blanquer, ανακοίνωσε τη δημιουργία ενός Επιστημονικού Συμβουλίου που θα μελετήσει τη μάθηση στους μαθητές, κάτω από την καθοδήγηση του νευροεπιστήμονα Stanislas Dehaene, καθηγητή στο Collège de France. Με αυτόν τον τρόπο, η εξουσία περιφρονεί τελείως τις όποιες κοινωνικές διακρίσεις —όπως για παράδειγμα την ταξική προέλευση— οι οποίες επιδρούν ανασταλτικά στη μαθησιακή πρόοδο, θέτοντας στον πυρήνα των μέτρων τον εγκέφαλο των μαθητών/τριών και ως εκ τούτου την ατομική ευθύνη. 

Περαιτέρω, το 2020, ο Blanquer βασίζεται στις ανακαλύψεις του ειδικού του εγκεφάλου, Dehaene, για τη βελτιστοποίηση των μεθόδων διδασκαλίας. Έτσι, θα δημοσιευτεί ένα οδηγός 130 σελίδων που μόλις στάλθηκε σε όλους τους δασκάλους στη Γαλλία, σηματοδοτώντας την αρχή μιας νέας εποχής, αφού με τις εν λόγω μετρήσεις, η νευροεπιστήμη, εισέρχεται στην υπηρεσία της εκπαίδευσης,[48] ακριβώς κάτω από την επίκληση της ατομικής και όχι της ταξικής ευθύνης. Αξίζει να θυμηθούμε ότι μια ανάλογη πατριαρχική ερμηνεία της ατομικής ευθύνης, κατά τον Μεσοπόλεμο, συνδέθηκε με τη δημιουργία των κλιμάκων μετρήσεων στα σχολεία. Οι κλίμακες αυτές επεκτάθηκαν στον στρατό και στη συνέχεια σε ολόκληρη την κοινωνία. Αποτέλεσμα του φαινομένου αυτού ήταν, για παράδειγμα, στην περίπτωση της Αμερικής αλλά και σε χώρες στην Ευρώπη, η συζήτηση (που έγινε και στην Ελλάδα και ίσως αν δεν γινόταν ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος να είχε εφαρμοστεί) της εισαγωγής της πρακτικής των στειρώσεων, με στόχο την αντιμετώπιση του ψυχικά μη κανονικού και άρα επικίνδυνου άλλου.[49]  

Εν κατακλείδι, η αστυνομία στα Πανεπιστήμια, καθώς και ο στιγματισμός των Δημόσιων Πανεπιστημίων ως μη-ανταγωνιστικών δεν συνιστά απλώς μια δίωξη εναντίον της δημόσιας τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.  Επιπλέον, ενσωματώνει ακόμη πιο επικίνδυνα και εξαρχής ένα ακόμη κομμάτι στο παζλ του πατριαρχικού λόγου ο οποίος περιλαμβάνει εννοιακές διχοτομήσεις που οδήγησαν στις καταστροφικές συνέπειες του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και μεταπολεμικά συγκρότησαν το όριο ανάμεσα στον κανονικό και τον επικίνδυνο ανώμαλο άλλο, δίπολο το οποίο παρατηρούμε να επανακωδικοποιείται στις μέρες μας. Ενώ γνωρίζουμε ότι ο καπιταλισμός δημιουργεί τη φτώχεια, τη βία και την εγκληματικότητα, η εξουσία εμμένει να διαβάζει και να ερμηνεύει τα στατιστικά δεδομένα με τέτοιον τρόπο ώστε να δικαιολογείται η αυξανόμενη αστυνόμευση πάνω στα κοινωνικά στρώματα τα οποία ο ίδιος ο καπιταλισμός οδηγεί να ζουν υπό άθλιες συνθήκες εργασίας, στέγασης, μόρφωσης. Αυτή η συνθήκη έχει σαν αποτέλεσμα τη φτώχεια, την εξάρτηση και τα αυξανόμενα ποσοστά εγκληματικότητας. 

Πρόκειται, επί της ουσίας, για μια τιμωρητική πολιτική που ακριβώς στηρίζεται στην ατομική ευθύνη των κατώτερων στρωμάτων να ζουν και -υποτίθεται- να θέλουν να ζουν έναν τάχα ανήθικο βίο. Είναι επομένως αναγκαιότητα, στο όνομα της Δημοκρατίας, να σταθεί η πανεπιστημιακή κοινότητα εναντίον σε μια τέτοια ρύθμιση, απαιτώντας τη στελέχωση των πανεπιστημίων με διδακτικό, ερευνητικό και διοικητικό προσωπικό, την πρόσβαση του πληθυσμού στη γνώση και την κατάργηση της χρηματοδότησης της αστυνομίας.

 


Το κείμενο επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δήμητρα Τζανάκη

Δήμητρα Τζανάκη

Η Δήμητρα Τζανάκη είναι δρ. Ιστορίας και αυτήν την περίοδο είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο τμήμα ΠΕΔΔ (ΕΚΠΑ), όπου διδάσκει το μάθημα «Φύλο, Κοινωνία και Πολιτική». Έχει συγγράψει άρθρα και βιβλία στο πεδίο της ιστορίας της Επιστήμης (ψυχιατρικής, ιατροδικαστικής, εγκληματολογίας, ψυχανάλυσης) και της ιστορίας και θεωρίας του φύλου. Τελευταία δημοσίευση το «Φύλο και Σεξουαλικότητα: Ξεριζώνοντας το ανθρώπινο (1801-1925)», Ασίνη 2018 και το «Gender, Degeneration and Sexuality in Greece, 1871–1934. ῾Moral insanity῾ and Social Order», Palgrave Macmillan (υπό έκδοση).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε