Επίκαιρα Τεύχος #12

Τους ανθρώπους τους «θανατώνουν» όταν εκθηλύνονται ψυχικά

Από το εργατικό ατύχημα στον πόλεμο. Δώστε τεστοστερόνη στον λαό.
Τρεις διαδοχικές φωτογραφίες υστερικής γυναίκας που κραυγάζει. Οι φωτογραφίες έχουν τραβηχτεί περίπου το 1890 από τον Albert Londe και δημοσιεύθηκαν στο Nouvelle Iconographie de la Salpetriere; Clinique des Maladies du Systeme Nerveux, 1890.

«Τι είναι όμως η θηλυκοποίηση του περιβάλλοντος;
Είναι η αύξηση στο περιβάλλον που ζούμε των χημικών
ουσιών εκείνων που το ανθρώπινο σώμα αναγνωρίζει
και εκλαμβάνει ως θηλυκές ορμόνες»[1]

Το 1862, o Ζαν Μαρτίν Σαρκό [Jean Martin Charcot, (1825-1893)] αναλαμβάνει το Σαλπετριέρ (Salpêtrière) και το μετατρέπει από άσυλο υστερικών γυναικών σε νοσοκομείο μελέτης της υστερίας των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων.[2] Το Salpêtrière θα δεχτεί περιπτώσεις, τόσο ανδρών όσο και γυναικών, που πάσχουν από «τραυματική υστερία»,[3] φαινόμενο το οποίο, στις μέρες μας ονομάζεται ψυχονευρολογικό τραύμα (psychoneurology of trauma).[4] Η διαταραχή μετατραυματικού στρες (Post Traumatic Stress Disorder ή PTSD) αποδίδεται επίσης, σύμφωνα με ορισμένους μελετητές, στη Σαρκοκική ερμηνεία.

Στόχος του παρόντος άρθρου είναι να υποστηρίξει ότι τέτοιες ερμηνείες πηγάζουν από ένα καθεστώς αλήθειας γύρω από την ψυχική παθολογία, το οποίο, ενώ είναι στον πυρήνα του αυθαίρετο, ταξικό και πατριαρχικό, έχει ως αποτέλεσμα συγκεκριμένες πράξεις, βιώματα, λόγοι και συμπεριφορές να στιγματίζονται ως εκθηλυμένες και να αντιμετωπίζονται ως ψυχικά ανώμαλες και βλαβερές για την πρόοδο και την εξέλιξη του ατόμου στην κοινωνία.

Όσον αφορά τη δομή του άρθρου, αυτό κινείται σε τρεις άξονες. Στον πρώτο επιχειρείται η ανάδειξη του γεγονότος ότι η «τραυματική υστερία», ως νόσος, που, σύμφωνα με ειδικούς, αφορούσε κατά κύριο λόγο τα λαϊκά στρώματα, θα χρησιμοποιηθεί μετά την Παρισινή Κομμούνα εναντίον των εργαζομένων. Αυτή η τακτική στρεφόταν κυρίως εναντίον των ανδρών, κατηγορώντας τους για ψυχικό εκθηλυσμό, ενός είδους δηλαδή «αναπηρία», ο οποίος προέκυπτε λόγω κάποιου εργατικού ατυχήματος στους σιδηροδρόμους. Η ερμηνεία αυτή, θα μεταφερθεί και στα πεδία των μαχών την περίοδο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο δεύτερος άξονας του άρθρου εστιάζει στην αντίληψη ότι oι εκθηλυμένοι άντρες ήταν υπαίτιοι για την εθνική καταστροφή του έθνους, τόσο στην καθημερινότητα, όσο και στα χαρακώματα. Η θέση αυτή, όπως θα δούμε, αποτέλεσε εφαλτήριο για την εισαγωγή, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, μιας σειράς μέτρων που αφορούσαν τα ψυχικά και σωματικά έκφυλα υποκείμενα, μεταξύ των οποίων συγκαταλεγόταν ακόμα και η πρακτική της στείρωσης. Στον τρίτο άξονα, εμμένοντας σε αυτή την αφήγηση του βιοϊατρικού λόγου, επιχειρείται η ανάδειξη της χρήσης μιας αυθαίρετης κανονικότητας, ενός καθεστώτος αλήθειας που θέτει στον πυρήνα των ρήξεων της ανθρώπινης ζωής τον άνθρωπο και όχι τον πόλεμο ή τις απάνθρωπες συνθήκες που επιβάλλει η πατριαρχία.

Το εν λόγω καθεστώς αλήθειας, άλλωστε, φτάνει μέχρι τις μέρες μας. Σήμερα, για παράδειγμα, κοστοβόρα προγράμματα επικεντρώνονται στη μελέτη στρατιωτών που παρουσιάζουν διαταραχή μετατραυματικού στρες. Μάλιστα, ειδικοί που μελετούν τον συγκεκριμένο πληθυσμό, κατέληξαν, το 2017, ότι το σύνδρομο αυτό, που εντοπίστηκε, κατά κύριο λόγο, σε στρατιώτες που επέστρεψαν από το Ιράκ, προκύπτει λόγω της έλλειψης τεστοστερόνης, με απώτερο αποτέλεσμα τον ψυχικό «εκθηλυσμό» τους. Εδώ εντοπίζεται και το κομβικό σημείο συνάντησης με την τραυματική υστερία.

Εν κατακλείδι, το συγκεκριμένο άρθρο επιχειρεί να αναδείξει ότι η επιστήμη εδώ και τουλάχιστον δύο αιώνες έχει επιδοθεί σε μια κούρσα καθιέρωσης μιας αυθαίρετης ψυχικής κανονικότητας, μετατρέποντας την ανθρώπινη ζωή σε αναλώσιμο στοιχείο, ανάλογα και σύμφωνα με τις ανάγκες του καπιταλισμού, ενώ ταυτόχρονα καταστέλλει την ανθρώπινη επιθυμία, εντός των ορίων μιας τοξικής πατριαρχίας, μέσα από την εδραίωση της ζωής στο δίπολο «κανονική ή εκθηλυμένη».

Ο εκφυλισμός φταίει για τους εκθηλυμένους άντρες

Ο Σαρκό, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1880, τόνισε τον ρόλο του «ψυχικού σοκ». Συνολικά, η θεωρία του απoτέλεσε ένα εργαλείο εξερεύνησης των πολύπλοκων και περίπλοκων λειτουργικών επακόλουθων ενός μικρού σωματικού τραυματισμού και του φαινομένου του τραυματικού ψυχογόνου σχηματισμού σωματικών συμπτωμάτων. Τα συμπτώματα αυτά εμφανίζονταν, κατά κύριο λόγο, σε ρωμαλέους άνδρες, μετά από κάποιο ατύχημα στους σιδηροδρόμους. Ο Σαρκό ονόμασε αυτά τα φαινόμενα «τραυματική υστερία». Οι εκδηλώσεις τους ήταν ποικίλες: «διαταραχές της αίσθησης, αιμοαναισθησία, φαρυγγική αναισθησία, διάδοση ερεθιστικότητας, ομόκεντρος περιορισμός του οπτικού πεδίου, δυσχρωματοψία, διάφορες παραλύσεις, απώλεια μυϊκής αίσθησης και δύναμης ομιλίας, συσπάσεις, λαρυγγικός ή οισοφαγικός σπασμός, νευρικές κρίσεις και σωματικά συμπτώματα».[5] Ειδικότερα, τόνισε ότι το τραυματικό σοκ αποτελούσε την αιτία των υστερικών εκρήξεων του εκάστοτε υποκειμένου, λαμβάνοντας, ωστόσο, υπόψη ότι το υποκείμενο ήταν ήδη ψυχικά ευάλωτο.

Στην πραγματικότητα, ο Σαρκό ήταν ιδιαίτερα επηρεασμένος από τον Γάλλο ψυχίατρο Μορό ντε Τουρ (Jacques-Joseph Moreau de Tours [1804 – 1884]), ο οποίος πίστευε ότι το κλειδί του ψυχικού νοσήματος δεν είναι η ασθένεια και τα συμπτώματά της αλλά ο/η ασθενής.[6] Για τον Μορό ντε Τουρ, το πρωταρχικό στοιχείο (primordial fact) του ψυχικού νοσήματος ενυπάρχει ως μηχανισμός σε ορισμένα υποκείμενα.[7] Ακολουθώντας αυτήν την ερμηνεία, ο Σαρκό υποστήριζε ότι καθοριστικό στοιχείο για την εκδήλωση της υστερίας δεν ήταν ο τραυματισμός αλλά το συναίσθημα, π.χ. ο φόβος, που το συγκεκριμένο υποκείμενο βίωσε την ώρα του ατυχήματος. Αν, για παράδειγμα, το υποκείμενο παράγει την ιδέα της παράλυσης, θα αναπτύξει την παράλυση. Η σύλληψη αυτή ότι δηλαδή μια ήδη ενυπάρχουσα στο υποκείμενο ιδέα (αυθυποβολή) είναι αυτή που καθορίζει ένα υστερικό φαινόμενο, αποτέλεσε ένα καινοτόμο στοιχείο που ο Σαρκό προσπάθησε ν’ αναδείξει μέσω της ύπνωσης πάνω στους υστερικούς του ασθενείς, σε συνδυασμό πάντα με την ψυχική ευαλωτότητα του υποκειμένου.

Πάνω σε αυτή τη βάση, το Σαλπετριέρ (Salpêtrière), την ακαδημαϊκή χρονιά του 1888–1889, θα δεχτεί περιπτώσεις γυναικών και ανδρών, όπως είδαμε και παραπάνω, με «τραυματική υστερία»,[8] και έτσι θα οικοδομηθεί μια νέα ερμηνεία γύρω από την υστερία σε μια περίοδο που τα άσυλα στην πλειοψηφία τους κατακρίνονταν ως προς την αποτελεσματικότητα των θεραπειών που προσέφεραν. Το Σαλπετριέρ θ’ ανοίξει πλέον τις πόρτες του και στο ευρύ κοινό και από άσυλο υστερικών και επιληπτικών γυναικών θα μετατραπεί σε τακτική κλινική εξωτερικών ασθενών. Όπως αναφέρει ο Σαρκό, το μεγαλύτερο μέρος των ασθενών προερχόταν από τις εταιρείες οι οποίες βρίσκονταν γύρω από το Σαλπετριέρ και ιδιαίτερα από τους υπαλλήλους των σιδηροδρομικών εταιρειών.[9]

Παρ’ όλα αυτά, η ερμηνεία της υστερίας έχει κάποια επιπλέον στοιχεία που έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Για τον Σαρκό, η τραυματική υστερία αποτελούσε ένα φαινόμενο που έκανε την εμφάνισή του, κατά κύριο λόγο, στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα[10] και ειδικότερα σε αυτούς που εργάζονταν στους σιδηροδρόμους. Στο έργο του, Leçons du mardi à la Salpêtrière, professeur Charcot : policlinique 1887-1888 (σελ. 54) σημειώνει:

Αυτοί είναι [οι υπάλληλοι της εταιρεία σιδηροδρόμων της Ορλεάνης] ταυτόχρονα υστερικοί και νευρασθενικοί. [Ασθενείς που ενώ] μοιάζουν εξωτερικά με ρωμαλέο άντρα που, αν προσπαθήσουμε να κοιτάξουμε με τον παλιό τρόπο, θα έπρεπε να απέχει πολύ από μια διάγνωση της υστερίας, όσον αφορά την πραγματικότητα, αυτή η γνώμη δεν έχει πλέον καμία αξία.

Αυτή η ερμηνεία τον οδηγεί στη διεξαγωγή ενός κύκλου διαλέξεων, στις οποίες μεταξύ άλλων θα επισημάνει την εμφάνιση της υστερίας στην εφηβική και την παιδική ηλικία.[11] Περαιτέρω, θα χρησιμοποιήσει το μοντέλο της dementia paralytica, καταλήγοντας ότι η υστερία δεν αποτελεί μία νόσο που σχετίζεται με τη μήτρα, όπως γινόταν ευρέως αποδεκτό, αλλά με το μυαλό.[12] Αυτό το συμπέρασμα θα τον οδηγήσει στη θέση ότι η υστερία είναι ένα ψυχολογικό φαινόμενο, αποδεσμεύοντάς την ως εκ τούτου από οποιαδήποτε νευρολογική ερμηνεία.[13] Έτσι, το 1887, ανάμεσα στις 591 περιπτώσεις του Σαλπετριέρ, οι 257 αποδίδονταν στην τραυματική υστερία σύμφωνα με τον βοηθό του Σαρκό, Πιερ Ζανέ [Pierre Janet (1859–1947)].[14] Για τον ίδιο, η τραυματική υστερία ήταν πιθανό να εκδηλωθεί αποκλειστικά σε άνδρες, που ενώ ήταν ρωμαλέοι σωματικά, ψυχικά θύμιζαν γυναίκες και είχαν παραμείνει σε ένα στάδιο παιδικότητας.[15]

Η επιρροή του Σαρκό ήταν καταλυτική για την εποχή του. Αριθμώντας 5.000 ασθενείς, στα τέλη του 19ου αιώνα, το Σαλπετριέρ παρείχε στον Σαρκό την ευκαιρία, μέσω της δικής του εξουσίας, να θέσει με όρους απόλυτης κυριαρχίας τη θέση του ιατρικού επαγγέλματος στον παρισινό πολιτισμό. Μέσα στο νοσοκομείο, ο Σαρκό ταξινόμησε τους ασθενείς, συγκέντρωσε δεδομένα, εισήγαγε νέο επιστημονικό εξοπλισμό και πρόσθεσε έναν εκδοτικό οίκο για να διαχειριστεί το πλήθος του δημοσιευμένου υλικού. Γύρω στο 1886, το Σαλπετριέρ περιλάμβανε περισσότερα από εκατό κτίρια σε 51 εκτάρια γης. Ο Σαρκό ήταν πράγματι ο αυτοκράτορας μιας «ψυχικής ετεροτοπίας» και κυρίως μιας ερμηνείας μιας ψυχικής μη-κανονικότητας, που κατέληγε να περιγράφει πώς στους σιδηροδρόμους ρωμαλέοι άνδρες λύγιζαν ψυχικά, όπως ακριβώς οι γυναίκες, κάτω από το βάρος ενός εργατικού ατυχήματος.[16]

Είναι φανερό ότι μια τέτοια ερμηνεία υπήρξε απαραίτητη για την ανάπτυξη του καπιταλισμού, ιδιαίτερα την περίοδο μετά την Α’ Διεθνή (1864), την έκδοση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου (1867) από τον Καρλ Μαρξ, την Παρισινή Κομμούνα (1871) και τη σταδιακή εξάπλωση του κομμουνισμού ανάμεσα στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Το ζήτημα είναι ακριβώς να μεταστραφεί το ενδιαφέρον από τις συνθήκες εργασίας και ως εκ τούτου και των πιθανών αποζημιώσεων από τις εταιρίες σιδηροδρόμων, στην ιδιαίτερη ψυχική κατάσταση αυτών των ανδρών. Εξάλλου, την ίδια περίοδο, μια σειρά από δημοσιεύσεις, όπως του Ιταλού εγκληματολόγου Σκίπιο Σίγκελε (Scipio Sighele [1868–1913]) με το La Folla Deliquente (1891),[17] αλλά και του Gustave le Bon με το Psychologie des Foules (1895), θ’ αναφερθούν στη δύναμη του εκθηλυσμού που μετέτρεπε έναν πληθυσμό σε εκθηλυμένο όχλο.[18] Όχι τυχαία, μια αντίστοιχη ερμηνεία θα χρησιμοποιηθεί από την ψυχανάλυση ως απάντηση στους στρατιώτες που επέστρεφαν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Η ψυχική μη-ενηλικίωση φταίει για τους εκθηλυμένους άνδρες

Είναι αλήθεια ότι ο Σίγκμουντ Φρόυντ (Sigmund Freud [1856–1939]) δεν ασχολήθηκε ο ίδιος με τη θεματική των νευρώσεων πολέμου. Όμως, όπως επισημαίνει ο Κρίστοφ Ντέμεγκτ (Christophe Demaegdt), μαθητές του, όπως ο Καρλ Αμπραχάμ (Karl Abraham [1877–1925]), ασχολήθηκαν. Ο Abraham θα είναι αυτός που θ’ αναπτύξει μια ολόκληρη βιβλιογραφία γύρω από τις νευρώσεις πολέμου.[19] Το 1929, ο Αμπραχάμ, περιγράφει την πολεμική νεύρωση στους άνδρες ως ένα φαινόμενο που προκύπτει εντός ενός αυστηρού μονοσήμαντου αιτιοκρατικού δεσμού που συσχετίζεται με τη μη ψυχικά υγιή ενηλικίωση τους. Για τον Αμπραχάμ, πίσω από το τραύμα υπέβοσκε μια ψυχική ανωμαλία, που καθόριζε τη δημιουργία και εμφάνιση της νεύρωσης. Έτσι, μετά το συμβάν του τραυματισμού, οι στρατιώτες επανέρχονταν στα στάδια παλιμπαιδισμού και εκθηλυσμού.[20] Για τον Abraham, το να είσαι ψυχικά υγιής σήμαινε να είσαι ικανός να θυσιάσεις τον εαυτό σου για την κοινότητα και να χρησιμοποιήσεις ενεργά το φαλλικό εργαλείο που αποτελεί το «όπλο» του άνδρα.[21] Έτσι, το βάρος για μια ακόμη φορά έπεφτε πάνω σε αυτή την, περιώνυμη, μη ψυχικά κανονική ενηλικίωση και όχι στην κόλαση των πολέμων,[22] που μετέτρεπε τους άνδρες σε εκθηλυμένους. Εξού και για τον ίδιο, οι τραυματικές νευρώσεις που προέκυπταν στο καθεστώς του πολέμου έμοιαζαν με τις αντίστοιχες τραυματικές νευρώσεις που εκδηλώνονταν κατά τη διάρκεια ειρηνικών περιόδων.[23]

Στο ίδιο πλαίσιο, όπως αναδεικνύει ο Τζον Γκρίνγουντ (John Greenwood), με το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, Αμερικανοί ψυχολόγοι έστειλαν τον Ρόμπερτ Μ. Γιέρκς (Robert M. Yerkes), τότε πρόεδρο της Αμερικανικής Ψυχολογικής Εταιρείας και καθηγητή στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, ως συμβουλευτικό ψυχολόγο στο Κρατικό Ψυχιατρικό Νοσοκομείο της Βοστώνης, όπου συνέβαλε στην ανάπτυξη μιας κλίμακας νοημοσύνης, και στον Καναδά, προκειμένου να συναντηθεί με τον Καρλ Κ. Μπρίγκχαμ (Carl C. Brigham) της Καναδικής Επιτροπής Νοσοκομείων.[24] Στόχος τους ήταν να καταγράψουν τη συμβολή των Καναδών ψυχολόγων στην πολεμική προσπάθεια αντιμετώπισης του ανδρικού ψυχικού εκθηλυσμού. Κατά την επιστροφή του στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο Yerkes δημιούργησε, αφενός, δώδεκα επιτροπές για να διερευνήσει τους χρήσιμους ρόλους που μπορεί να παίξουν οι ψυχολόγοι στον πόλεμο, και, αφετέρου, την Επιτροπή Μεθόδων Ψυχολογικής Εξέτασης για νεοσύλλεκτους,[25] η οποία συμπεριλάμβανε τους Αμερικάνους ψυχολόγους Ενρί Γκοντάρ (Henry H. Goddard [1866–1957]) και τον Λιούις Μάντισον Τέρμαν (Lewis Madison Terman [1877–1956]).[26] Η Επιτροπή αυτή είχε αρχικά προγραμματίσει να εφαρμόσει μια σειρά δοκιμών για νεοεισερχόμενους, αλλά τελικά περιορίστηκε σε δοκιμές πληροφοριών, με σκοπό να «διαχωρίσει και να εξαλείψει τα διανοητικά ανίκανα» ή «αδύναμα άτομα» από τον στρατό.[27]

Το 1917, τα μέλη της Επιτροπής, συνειδητοποιώντας ότι χρειάζονταν ένα μεγαλύτερο δείγμα, αποφάσισαν τη χορήγηση του τεστ, όχι μόνο σε μεμονωμένα άτομα, αλλά και σε ομάδες, ζητώντας τη διεξαγωγή δοκιμών σε εκπαιδευτικά ιδρύματα και στρατιωτικές βάσεις της χώρας. Παράλληλα, πρότεινε ομαδικές δοκιμές νοημοσύνης στον Στρατό.[28] Περαιτέρω, ο Γιερκς δημιούργησε το Τμήμα Ψυχολογίας και, όταν εγκρίθηκε το σχέδιό του για τις δοκιμές μαζικής νοημοσύνης των στρατευμένων , ανέθεσε σε μια ομάδα 400 υπαλλήλων του Στρατού να διοργανώσει ομαδικές δοκιμές πληροφοριών σε όλους τους στρατευμένους. Αυτό περιελάμβανε τη γραπτή δοκιμασία Alpha για τους εγγράμματους στρατιώτες και το εικονογραφικό τεστ Beta για όσους δεν μπορούσαν να διαβάσουν αγγλικά. Μέχρι το τέλος του πολέμου, σχεδόν 2 εκατομμύρια στρατιώτες είχαν εξετασθεί.[29] Με βάση τα αποτελέσματα των εξετάσεων, προτάθηκε η άμεση έξοδος λόγω ψυχικής ανικανότητας για περίπου 8.000 άνδρες , ενώ άλλα 19.000 άτομα εντάχθηκαν σε εργατικά και μη στρατιωτικά τάγματα. Με το τέλος του πολέμου, ο στρατός διέκοψε το πρόγραμμα, ωστόσο τα αποτελέσματά του θα γίνουν εμφανή.[30]

Το 1914, πριν εργαστεί στο Στρατιωτικό Πρόγραμμα Δοκιμών, ο Γιερκς είχε υπηρετήσει στην Επιτροπή Μελετών με στόχο τον περιορισμό των Defective Germ-Plasm στον Αμερικανικό πληθυσμό. Την ίδια περίοδο ο Γκοντάρ κατέληγε στο συμπέρασμα ότι μια ποικιλία ψυχικών χαρακτηριστικών, όπως διανοητική αναπηρία, μαθησιακές δυσκολίες και ψυχικές ασθένειες, οδηγούσαν στη φτώχεια, στη βία, στην πορνεία, στην παραβατικότητα, στην πρώιμη θνησιμότητα, στην εγκληματικότητα. Με δυο λόγια η εξαθλίωση ήταν κληρονομική και άρα η κοινωνία έπρεπε να περιορίσει την αναπαραγωγή από άτομα που διαθέτουν αυτά τα εκθηλυμένα χαρακτηριστικά. Επιπλέον, ο Γκοντάρ, ακολουθώντας το πνεύμα της εποχής του, ταύτιζε τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα με την ανηθικότητα, απόρροια μιας ψυχικής/πνευματικής μη-εξέλιξης, καταλήγοντας ότι οι αδύναμοι άνθρωποι [οι φτωχές τάξεις] πολλαπλασιάζονταν με διπλάσιο ρυθμό από τον γενικό πληθυσμό, δημιουργώντας έτσι «πιο αδύναμα παιδιά με τα οποία μπορούσαν να φράξουν τους τροχούς της ανθρώπινης προόδου». Τελικά, η ερευνητική επιτροπή θα καταλήξει στον διαχωρισμό και την στείρωση των ψυχικά, πνευματικά και σωματικά εκφυλισμένων, ως το «πιο εφικτό και αποτελεσματικό μέτρο με στόχο τη σταδιακή εξαφάνιση των ελαττωματικών, στον ανθρώπινο πληθυσμό».[31]

Μέχρι το 1930, περίπου 30 πολιτείες είχαν υιοθετήσει νόμους στείρωσης και μέσα σε πέντε χρόνια περίπου 35.000 άτομα είχαν στειρωθεί. Σε αυτό το πλαίσιο, το 1927, εισήχθη ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου η υπόθεση «Μπακ εναντίον Μπελ». Η υπόθεση αφορούσε το δικαίωμα της πολιτείας της Βιρτζίνια να στειρώσει την Κάρι Μπακ (Carrie Buck), η οποία μαζί με τη μητέρα και την παράνομη κόρη της, Βίβιαν, είχαν χαρακτηριστεί ως feeble-minded (διανοητικά καθυστερημένες). Το γεγονός ότι η Βίβαν Μπακ (Vivian Buck) ήταν «παράνομη», δηλαδή παιδί εκτός γάμου, ελήφθη ως στοιχείο που συνηγορούσε υπέρ της εγγενούς αδυναμίας της Carrie. Η αδυναμία της αυτή επισφραγίστηκε, άλλωστε, από τον βιασμό της Κάρι από έναν ανιψιό των θετών γονιών της.[32] Το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάνθηκε υπέρ του κράτους της Βιρτζίνια και η Κάρι Μπακ (Carrie Buck) στειρώθηκε. Ο δικαστής, Όλιβερ Βέντελ Χόλμς Τζ. (Oliver Wendell Holmes Jr.), κατέληξε: «Three generations of imbeciles are enough».[33]

Η τάση αυτή απέκτησε διεθνές εκτόπισμα και αποτέλεσε τη νομική βάση του γερμανικού νόμου του 1933 για την πρόληψη των γενετικά νοσούντων απογόνων. Θυμίζω ότι ο νόμος αυτός επέτρεψε τη στείρωση 350.000 ατόμων «κληρονομικά νοσούντων», συμπεριλαμβανομένων όσων θεωρούνταν διανοητικά ανεπαρκείς, σχιζοφρενείς, μανιακοί, καταθλιπτικοί ή επιληπτικοί, αλλά και όσων τύχαινε να είναι τυφλοί, κωφοί ή σοβαρά παραμορφωμένοι.[34] Η πρακτική συνεχίστηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες μέχρι τη δεκαετία του 1960, οπότε περίπου 65.000 άτομα είχαν στειρωθεί. Ο τελευταίος νόμος στείρωσης καταργήθηκε μόλις το 1981.[35]

Ο μπολσεβικισμός φταίει για τους εκθηλυμένους άντρες

Την ίδια περίοδο, οι στρατιωτικοί και οι κρατικοί ψυχίατροι στη Γερμανία ισχυρίστηκαν ότι η ψυχολογική κατάρρευση των «υστερικών» στρατιωτών, ιδίως εκείνων των εργατικών τάξεων, έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην εθνική κρίση. Ιδιαίτερα, οι Γερμανοί ψυχίατροι κατέληξαν ότι οι υγιείς άνδρες παρέμειναν ψυχικά υγιείς και μαχητές, καθ’ όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού του 1918.[36] Αντίθετα, οι εκ φύσεως ψυχικά αδύναμοι στρατιώτες, προερχόμενοι, κατά κύριο λόγο, από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα και όντας επηρεασμένοι από αριστερές πολιτικές οργανώσεις, έχασαν τη θέλησή τους για μάχη, τη στιγμή που η Γερμανία είχε βρεθεί στο χείλος της νίκης, φέρνοντας έτσι τη χώρα στην εθνική ήττα και καταστροφή.[37] Κάτω από αυτές τις συνθήκες, η πολεμική νεύρωση δεν γινόταν αντιληπτή ως το αποτέλεσμα ενός πολέμου, αλλά, αντιθέτως, ως η ατομική ευθύνη μιας μη-αναπτυγμένης ψυχικά προσωπικότητας. Με άλλα λόγια, η πολεμική νεύρωση αντιμετωπιζόταν σαν έκφραση μιας ήδη εκθηλυμένης λιβιδινικής ζωής, που μάλιστα εύκολα προσηλυτιζόταν από τον μπολσεβικισμό.[38] Αυτό σήμαινε ότι όποιο υποκείμενο δεν είχε συγκροτηθεί επί τη βάσει μιας ψυχικά υγιούς ενηλικίωσης υπήρχε συνεχώς η πιθανότητα να εκδηλώσει νεύρωση ή τραυματική υστερία, είτε στον τόπο της εργασίας, είτε στον τόπο των μαχών.

Όσον αφορά την ελληνική περίπτωση, αντίστοιχες κατηγορίες θα έχουμε και για τους ανάπηρους του πολέμου.[39] Τη δεκαετία του 1930 θα εμφανιστούν μια σειρά από μελέτες σχετικές με τις νευρώσεις στη διαπίστωση των οποίων κατέληγαν οι ειδικοί.  Οι νευρώσεις αυτές αφορούσαν εργαζομένους οι οποίοι είχαν υποστεί κάποιο εργατικό ατύχημα και τους μετέτρεπαν, άνδρες και γυναίκες, σε ανίκανους προς εργασία. Παρόλα αυτά, σύμφωνα με τους ειδικούς, αιτία της εν λόγω ανικανότητας δεν αποτελούσε το εκάστοτε ατύχημα ως τραυματικό γεγονός, αλλά η ευάλωτη ψυχολογία του συγκεκριμένου εργαζομένου. Μάλιστα, υποστηριζόταν ότι η εκδήλωση της εκάστοτε αναπηρίας και νεύρωσης κατέληγε σε μία μορφή μανίας, η οποία απώτερο σκοπό είχε την αποζημίωση από τον εργοδότη, αντί της επιστροφής τους εργαζομένου στην εργασία του.[40]

Το συμπέρασμα της ερμηνείας αυτής ήταν καταλυτικό, ότι δηλαδή τέτοια φαινόμενα θα συνέβαιναν μόνο σε ανθρώπους των οποίων το θυμικό υπερτερούσε της λογικής και στην ερμηνεία των ατυχημάτων στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ένα παράδειγμα αυτής της ερμηνευτικής προσέγγισης των ψυχικών νοσημάτων των σχετιζομένων με τον πόλεμο αποτελεί ο ψυχαναλυτής Δημήτρης Κουρέτας. Όπως αναφέρει,

η ισχυρά συγκίνησις φόβου την οποίαν προκαλεί επί του μαχομένου η απότομος σύνεγγυς έκρηξις οβίδος συνεπιφέρει αντανακλαστικώς πως τρομώδεις κινήσεις, χωρίς να είναι βέβαιον ότι ο υποστάς την συγκίνησιν σκέπτεται κατ’ αυτήν ταύτην την στιγμή, όπως εκμεταλλευθή το σύμπτωμα τούτο προς εξαπάτησιν του ιατρού. Ωσαύτως και όταν, διακομισθείς εις τα μετόπισθεν, υποθάλπη και επιτείνη τον τρόμον καθ’ υπαγόρευσιν του ενστίκτου της αυτοσυντηρησίας είναι δυνατόν και εις την περίπτωσιν ταύτην να ετέθησαν εις κίνησιν μηχανισμοί συναισθηματικοί (από του θυμικού), οίτινες θα παρέμενον ανενεργείς άνευ του συγκινησεογόνου πλήγματος [η έμφαση δική μου ― Δ.Τ.].[41]

Στο πλαίσιο αυτό, οι γιατροί αντιμετώπιζαν με όλο και περισσότερη καχυποψία όσους δήλωναν ασθένεια, ενώ οι τελευταίοι γινόντουσαν «πιστευτοί ότι νοσούν μόνο δια του θανάτου τους».[42] Από την άλλη, για τους λιποτάκτες, αυτούς δηλαδή που τολμούσαν να προτάξουν το «ψυχικό λύγισμά τους», η κυρίαρχη εξιστόρηση συνίστατο στο ότι επρόκειτο για μία ακόμα περίπτωση ενός εκθηλυμένου άντρα που τολμά να θέλει να εγκαταλείψει τη μάχη, προκαλώντας την οργή του ανώτερού του. Χαρακτηριστικό της ως άνω αντίληψης είναι το εξής απόσπασμα:

Φαίνεται πως θα αγριέψη πολύ, γιατί ο βοηθός μου, που τον είχα πάρει μαζί μου, μου είπε να τον παρατήσω. –Αφήστε τον κύριε Ανθυπολοχαγέ. Τι να σκοτώστε από δαύτον. Αυτός είναι ένα πτώμα. –Πραγματικά! Είχε αποβάλλει τον ανδρικό του εγωισμό και έκλαιγε και παρακαλούσε σαν γυναίκα. […] Για αυτό τον παράτησα.[43]

Μετά το τέλος του πολέμου, οι φωνές γύρω από την πολεμική ή τραυματική ψυχονεύρωση θα πληθύνουν σε τέτοια έκταση, ώστε ψυχίατροι, όπως ο Φ. Σκούρας, ο Α. Χατζηδήμος, ο Α. Καλούτσης και ο Γ. Παπαδημητρίου, θα αντιδράσουν ενάντια της άποψης που υποστήριζε ότι κάθε πολεμική ή τραυματική ψυχονεύρωση αποτελούσε αναγκαστικά μέσο για την επίτευξη απολαβής και τελικά αξιοποίησης της προβλεπόμενης αποζημίωσης.[44] Σε αυτό το πλαίσιο, σημειώνεται το εξής: «Η άποψη αυτή που βλέπει σε κάθε πολεμική ή τραυματική ψυχονεύρωση αναγκαστικά μια σκόπιμη ψυχική αντίδραση για την αξιοποίηση της βλάβης είναι, κατά την άποψή μας, τελείως απαράδεκτη. Έχει άλλωστε αποδειχθεί από πολλούς συγγραφείς ότι τραυματικές νευρώσεις βαρύτατης μορφής παρουσιάζονται συχνότατα και στους ανασφάλιστους. Η γενίκευση του διεκδικητικού παράγοντα, όπως έγινε από τους Γερμανούς, είναι μια αντιεπιστημονική θέση, η οποία είχε ως κίνητρο ιδεολογικούς λόγους. Η ερμηνεία αυτή, αγνοώντας τις ψυχονευρώσεις του πολέμου θυσίασε την επιστήμη στην πολιτική σκοπιμότητα».[45]

Σε κάθε περίπτωση, τη δεκαετία του 1950 θα επικρατήσει κατ’ εξοχήν η ερμηνεία του εκθηλυμένου Άλλου, που, όπως είδαμε και ανωτέρω, δεν κατάφερε να ενηλικιωθεί, εμμένοντας έτσι σε έναν ψυχικό εκθηλυσμό, με αποτέλεσμα να βιώνει τη φτώχεια, αλλά και φαινόμενα νευρώσεων, καταλήγοντας σε τελική ανάλυση στην παραβατικότητα και στο έγκλημα, όπως η δεκαετία του 1960 θα προβάλει ακόμη και μέσα από τις διάσημες δίκες της εποχής, όπως η δίκη του Δράκου του Σέιχ Σου (1966).

Η τεστοστερόνη φταίει για τους εκθηλυμένους άντρες

Στις μέρες μας, ειδικοί αναφέρονται σε ένα ποσοστό 20% στους στρατιώτες που επιστρέφουν από πολεμικές συγκρούσεις, όπως αυτές στο Ιράκ και το Αφγανιστάν, καταλήγοντας ότι υποφέρουν από διαταραχή μετατραυματικού στρες (Post Traumatic Stress Disorder ή PTSD). Η εν λόγω διαταραχή μπορεί να παραλύσει ψυχολογικά το άτομο και ορίζεται ως το σύνολο αντιδράσεων που πιθανώς θα εμφανιστούν, αφού κάποιος έχει βιώσει ένα έντονα τραυματικό συμβάν. Η πιθανότητα ανάπτυξης PTSD εξαρτάται από τον τύπο του συμβάντος, αλλά είναι ενδεικτικό ότι, για παράδειγμα, περίπου το 5 έως 10% των Αυστραλών θα υποφέρουν από PTSD κάποια στιγμή στη ζωή τους. Σε αυτό το πλαίσιο, νέα ευρήματα που δημοσιεύθηκαν στο περιοδικό Psychoneuroendocrinology, και αφορούν τους στρατιώτες που επιστρέφουν από το Ιράκ, αποδεικνύουν τον κρίσιμο ρόλο της κορτιζόλης στην εμφάνιση της PTSD, αλλά μόνο όταν τα επίπεδα τεστοστερόνης —μίας από τις σημαντικότερες ανδρικές σεξουαλικές ορμόνες— καταστέλλονται, σύμφωνα πάντα με τους ερευνητές.

«Τα πρόσφατα στοιχεία (τα οποία βασίζονται στα αποτελέσματα τεστ σάλιου 120 στρατιωτών που συμμετείχαν στο Ιράκ και τα επίπεδα στρες τους εξετάστηκαν προτού φύγουν για το μέτωπο και μετά με την εμπλοκή τους σε ένοπλες συγκρούσεις) δείχνουν ότι η τεστοστερόνη καταστέλλει τη δραστηριότητα της κορτιζόλης και το αντίστροφο. Γίνεται σαφές σε πολλούς ερευνητές ότι δεν γίνεται να κατανοηθούν τα αποτελέσματα χωρίς να γίνει παρακολούθηση ταυτόχρονα της δραστηριότητας τόσο της κορτιζόλης όσο και της τεστοστερόνης», δήλωσε ο καθηγητής ψυχολογίας του UT Austin Robert Josephs και επικεφαλής αυτής της έρευνας. Σύμφωνα με τον ίδιο, «προηγούμενες προσπάθειες σύνδεσης PTSD με κορτιζόλη μπορεί να έχουν αποτύχει επειδή δεν είχε ληφθεί υπόψη η ισχυρή επίδραση που έχει η τεστοστερόνη στην ορμονική ρύθμιση του στρες». Με δυο λόγια, εκείνοι που έδειξαν ανώμαλες αντιδράσεις στα επίπεδα κορτιζόλης στα αρχικά τεστ ήταν πιο πιθανό να αναπτύξουν PTSD, αλλά μόνο αν είχαν ταυτόχρονα και μια μη-αυξημένη αντίδραση τεστοστερόνης. Είναι χαρακτηριστικό ότι στις μέρες μας αντίστοιχα πειράματα με δίδυμα αδέρφια καταλήγουν ότι, παρόλο που μπορεί να έχουν το ίδιο DNA, η έλλειψη της τεστοστερόνης οδηγεί στην εκδήλωση ομοφυλοφιλίας σε ένα από αυτά. Είναι εμφανές ότι και στις δύο περιπτώσεις η εν λόγω ερμηνεία ανοίγει την πόρτα στην επιστήμη για την πιθανή «θεραπεία» του PTSD και της ομοφυλοφιλίας, χωρίς να τίθεται το πατριαρχικό καθεστώς αλήθειας/κανονικότητας υπό οποιαδήποτε κριτική και αμφισβήτηση.

Σύνδρομο, τεστοστερόνη και ξερό ψωμί: θάνατος στα «μαλακόστρακα»

Εν ολίγοις, η μεθοδολογία που προτείνεται εδώ και περίπου ενάμιση αιώνα είναι προσανατολισμένη προς ένα συγκεκριμένο καθεστώς αλήθειας, το οποίο κατασκευάστηκε μετά την Παρισινή Κομμούνα και εξακολουθεί να θεωρεί ως δομικό στοιχείο μια ορισμένη ανθρώπινη ψυχική μη-κανονικότητα, αυτής του ψυχικού εκθηλυσμού σε αντιπαράθεση του ψυχικά ρωμαλέου ανθρώπου, ως αιτία της φτώχειας, της παράνοιας, της βίας, της εγκληματικότητας, της παραβατικότητας και της ομοφυλοφιλίας. Μιας μη-κανονικότητας, η οποία κατασκευάστηκε μέσα στα άσυλα, τις φυλακές, τα ιδρύματα, τα νοσοκομεία, τα σχολεία, που έφτιαξε μια αριστοκρατία σταδιακά από τα τέλη του 17ου αιώνα, όπως το έργο του Μισέλ Φουκώ μάς έχει αναδείξει, υποχρεώνοντας τον άνθρωπο να υπακούει συνεχώς σε αυτό το καθεστώς κανονικότητας και μη-κανονικότητας· και να απαντά σε αυτή την αλήθεια, με στόχο την τιθάσευση της επιθυμίας του για αυτοπροσδιορισμό και αυτοδιάθεση. Οποιαδήποτε παρέκκλιση τον τοποθετούσε στην «εξω-κανονική» ψευδαίσθηση μιας εγκληματικής νεύρωσης, τόσο για τον ίδιο όσο και για την κοινωνία. Στην πραγματικότητα, μια τέτοια προσέγγιση, στις μέρες μας, δεν κάνει κάτι άλλο παρά να εμπλουτίζει δεδομένες και κυρίαρχες αντιλήψεις του χτες, περί εγγενούς ανθρώπινης ψυχικής ευαλωτότητας. Διανοίγει έτσι επιστημονικές παρεμβάσεις σε ένα καθορισμένο υφιστάμενο πλαίσιο ενός πατριαρχικού αυθαίρετου καθεστώτος αλήθειας και υφιστάμενων σχέσεων εξουσίας με διαδικασίες που συνδέονται πλέον με βιολογικά δεδομένα, όπως οι ορμόνες, μαζεύοντας, έτσι, στα χέρια της επιστήμης τον απόλυτο έλεγχο της αλήθειας, στην οποία, «σε τελική ανάλυση, θεμελιώνονται οι ετυμηγορίες του ηγεμόνα».[46]

Από την άλλη, η περιώνυμη εξελικτική διαδικασία, από τον ψυχικό εκθηλυσμό στην ψυχική αρρενωπότητα (υπακοή, εργατικότητα, παραγωγικότητα, σωφροσύνη, εγκράτεια), προβάλλει τις ζωές που «πάσχουν» από PTSD ως ζωές «πάσχουσες» από την ορμονική διαταραχή της έλλειψης της τεστοστερόνης. Όπως είδαμε, αυτή είναι η δικαιολογητική βάση της «αλλοτρίωσης» και ως εκ τούτου του εκθηλυσμού των ρωμαλέων αντρών, και, κατ’ επέκταση, της αδυναμίας τους να αντεπεξέλθουν σε συνθήκες πολέμου ή σε συνθήκες εργατικού ατυχήματος. Έτσι, όπως σημειώνουν οι Ντελέζ και Γκουαταρί , η «ηθική εξουσία του γιατρού ως Πατέρα και Δικαστή, ως Οικογένειας και Νόμου», καταλήγει «στο ακόλουθο παράδοξο»[47] όχι τόσο να καταδείξει, να φανερώσει τις συνθήκες που δημιουργούν την ανθρώπινη εξαθλίωση, αλλά να ανασκευάσει το ζητούμενο και να οργανώσει μια γνώση που να καταλήγει συνεχώς στην ατομική ευθύνη. Έτσι η ερμηνεία ανάγει συνεχώς καθετί, όπως η φτώχεια, το επώδυνο βίωμα, η εξαθλίωση, η θνησιμότητα, όχι στον καπιταλισμό, αλλά στον εκθηλυσμό του ψυχικά ευάλωτου επικίνδυνου άλλου. Εξάλλου αυτή την ερμηνεία θα επιλέξει και ο αρθρογράφος του 2011 —έτος που για πρώτη φορά οι πολίτες της Αθήνας έδωσαν ραντεβού στην πλατεία Συντάγματος— κατηγορώντας τα κοινωνικά κινήματα, όπως το κίνημα των αγανακτισμένων, μεταφορικά ως συνεχιστές των δυνάμεων του εκθηλυσμού, που επιχειρούν να εκμηδενίσουν την ορθολογική Ευρώπη και τις προσπάθειές της για πρόοδο:

[…] Ο όρος «εκθήλυνση», που μπορεί να σκανδαλίζει άλλους, χρησιμοποιείται εδώ και με τη στενή και με την ευρύτερη σημασία του: εκθηλυμένος είναι ένας τόπος, όταν όσοι τον κατοικούν, έχουν μεταβάλει τη φύση τους. Όμοια εκθηλυμένος είναι, όταν η άνεση —και με την πρώτη σημασία της η λέξη, από το ανίημι—, ο αισθητισμός και η ποικίλη πολυτέλεια έχουν με τον καιρό απονευρώσει την περιοχή της ψυχής, στην οποία ανήκουν οι αρετές της λιτότητας, της ευθύτητας, της ευσέβειας. Κι είναι γνωστό πως στ’ αρχαία ελληνικά αρετή σημαίνει κυρίως ανδρεία, φρόνημα αντρίκιο. Ο ενάρετος είναι και σκληροκόκκαλος, δεν ανήκει ποτέ στην συνομοταξία των πλαδαρών και ευκάμπτων όντων, στα μαλακόστρακα […].[48]

Εν κατακλείδι, θέτοντάς το διαφορετικά, δώστε τεστοστερόνη στο λαό, συνθλίβοντας τη βούληση της αντίστασης εναντίον των όποιων απάνθρωπων συνθηκών διαβίωσης και εναντίον κάθε αυθαίρετης κανονικότητας.


 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δήμητρα Τζανάκη

Δήμητρα Τζανάκη

Η Δήμητρα Τζανάκη είναι δρ. Ιστορίας και αυτήν την περίοδο είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο τμήμα ΠΕΔΔ (ΕΚΠΑ), όπου διδάσκει το μάθημα «Φύλο, Κοινωνία και Πολιτική». Έχει συγγράψει άρθρα και βιβλία στο πεδίο της ιστορίας της Επιστήμης (ψυχιατρικής, ιατροδικαστικής, εγκληματολογίας, ψυχανάλυσης) και της ιστορίας και θεωρίας του φύλου. Τελευταία δημοσίευση το «Φύλο και Σεξουαλικότητα: Ξεριζώνοντας το ανθρώπινο (1801-1925)», Ασίνη 2018 και το «Gender, Degeneration and Sexuality in Greece, 1871–1934. ῾Moral insanity῾ and Social Order», Palgrave Macmillan (υπό έκδοση).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε