Μια εικόνα Τεύχος #01

Οπλίτες του 2ου Τάγματος Σκοτσέζων του Λονδίνου σε στρατόπεδο εκπαίδευσης του Essex

Οπλίτες του 2ου Τάγματος Σκοτσέζων του Λονδίνου σε στρατόπεδο εκπαίδευσης του Essex, 1η Δεκεμβρίου 1915. (W. G. Phillips/Getty Images)

Για το Φωτο Ζουρνάλ

«Μία φωτογραφία – χίλιες λέξεις», λέει το γνωστό και χιλιοειπωμένο κλισέ. Στην πραγματικότητα, κάθε φωτογραφία είναι χίλιες ερμηνείες και πολλές χιλιάδες λέξεις. Η στήλη Φωτο-ζουρνάλ επιλέγει κάθε μήνα μία ή παραπάνω φωτογραφίες από το είδος του ντοκουμέντου, και ζητά σκέψεις και σχόλια από ανθρώπους που ανήκουν σε διαφορετικά επιστημονικά ή καλλιτεχνικά πεδία. Συχνά αμφίσημες και παράδοξες, συνήθως αντισυμβατικές ως προς το περιεχόμενο ή και τη μορφή, οι εικόνες αυτές προκαλούν σκέψεις και συνειρμούς που με τη σειρά τους γεννούν νέες εικόνες. «Διαβάζουμε» μια φωτογραφία όπως διαβάζουμε ένα κείμενο.

Αυτό το μήνα, ένας ποιητής κι ένας φωτογράφος προσεγγίζουν μία μέχρι πρόσφατα άγνωστη φωτογραφία από τον Α´ Παγκόσμιο, όπου οι στρατιώτες δε μοιάζουν με στρατιώτες και η απεικόνιση του πολέμου απέχει πολύ από τη συνηθισμένη. Αντίστοιχα, μια ψυχολόγος και μία ανθρωπολόγος αντιδρούν σε μία ελάχιστα γνωστή αλλά καθησυχαστικά οικεία εικόνα από τη μετεμφυλιακή Ελλάδα. Δύο «κοινότητες», μία ανδρική και μία γυναικεία. Η εμπειρία του πολέμου και η εμπειρία της εξορίας. Και η φωτογραφία που δείχνει, υπονοεί, αποκρύπτει και τελικά προκαλεί νέες αφηγήσεις.

 

Γιώργος Χουλιάρας
Σχετικά με τη φωτογραφία της Πηνελόπης που έψαχνε ο Οδυσσέας

Στη μακριά γαϊδούρα των τεχνών, ένα παιχνίδι από τότε που τα παιδιά ήταν αρχαία, το οποίο συνεχίζουν να παίζουν μεγάλοι που θέλουν να παραμείνουν παιδιά, η φωτογραφία επιστηρίζεται σε όσους προηγήθηκαν για να παραμείνει στον αέρα, με τρόπο που απεικονίζεται σε παράλληλες ασχολίες κατά την παίδευσή τους, για τον Μεγάλο και αργότερα Πρώτο Πόλεμο, προοπτικά νεκρών με καταγωγή από τη Σκωτία, όπου αν το ω μέγα επιβραχυνθεί σε ο μικρόν, γίνεται φανερό ότι φωτογραφία χωρίς σκοτογραφία δεν υφίσταται, όπως άλλωστε ούτε πραγματικότητα χωρίς απεικονίσεις ή την άρνησή τους, που ενστερνίζονται εικονομάχοι αναταράσσοντας άλλου είδους σκοτούρες, που η εκπαίδευση, στο Essex ή στο Sex ή σε όποια άλλη περιοχή υποτίθεται ότι προσδιορίζει μια λεζάντα, θα επιθυμούσε να μείνουν έξω από τις αγκύλες που φαινομενολογίζεται το βλέμμα ενός θεατή. Γιατί είναι γεγονός ότι κάθε φωτογραφία είναι εξ ορισμού βρόμικη (dirty picture, στα ελληνικά), καθώς απαθανατίζει την αθάνατη επιθυμία των θνητών και αυτό αποτελεί ένα από τα τρία χαρακτηριστικά της, ακόμη και αν δεν θυμάμαι τα άλλα δύο αυτή τη στιγμή. Εν πάση περιπτώσει, λίγο απασχολεί μια φωτογραφία το αν εντάσσεται στην ιδεολογία της μνήμης, που ευαγγελίζεται τον μεσσιανισμό όσων δεν ξεχνούμε, ενώ επιβεβαιώνει όσα έχουμε ξε-χάσει. Εκτός από βρόμικη και κατ’ αντιστροφήν αμνήμων που είναι, μια φωτογραφία, έστω 13 ανδρών που γελούν (πριν από) τον θάνατο, μεγαλώνοντας στα γόνατα ο ένας του άλλου, επίσης υπομνηματίζει πρακτικές προϋποθέσεις της θεωρίας ή θέασής της, λες και ο Οδυσσέας δεν έψαχνε την Πηνελόπη, αλλά μια φωτογραφία της.

 

Γιάννης Σταθάτος
Διαβάζοντας μια φωτογραφία

Κάθε φωτογραφία είναι ουσιαστικά αμφίσημη· μπορεί δηλαδή να διαβαστεί με δύο τρόπους: φορμαλιστικά, για την αισθητική ή καλλιτεχνική της πρόθεση, και σημασιολογικά, για το πληροφοριακό της περιεχόμενο. Επικεντρώνοντας την προσοχή στο περιεχόμενο, τι πληροφορίες μπορούμε να αντλήσουμε από τη φωτογραφία αυτή; Απεικονίζεται μια προφανώς πειθαρχημένη ομάδα ανδρών, παραδόξως ενδεδυμένων υπερβολικά μικρές πετσέτες, που παίζουν το παιχνίδι «πόσοι μπορούν να καθίσουν πάνω σε ένα κουβά» –δεκατρείς χαρούμενοι μαντράχαλοι, ηλικίας είκοσι με τριάντα το πολύ. Άρα, πρόκειται είτε για αθλητές, είτε για φαντάρους. Η δεύτερη εκδοχή είναι μάλλον η σωστή, αφού παρατηρούμε στο βάθος δύο ένστολους, ενώ η «τρίτη διάσταση», που στοιχειοθετείται από τα μορφολογικά χαρακτηριστικά της φωτογραφίας (στήσιμο, τεχνολογικές ενδείξεις, υφολογικές επιλογές κ.λπ.), δείχνει χρονολογικά τις δύο πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα.

Όλα αυτά επιβεβαιώνονται από την επίσημη λεζάντα που συνοδεύει τη φωτογραφία στα αρχεία της Getty Images: Men of the London Scottish 2nd Battalion at a training camp in Saffron Walden, Essex. December 01, 1915. Και εδώ (αντιπαρερχόμενοι το υποφώσκων, υποσυνείδητο ομοφιλικό περιεχόμενο αυτής, όπως και πολλών αντίστοιχων στρατιωτικών φωτογραφιών), βρισκόμαστε σε σίγουρα γνώριμο ιστορικά και συναισθηματικά χώρο. Όλοι έχουμε συνείδηση, μέσες-άκρες, του φοβερού μακελειού που περίμενε τους αρχικά ανυποψίαστους νεοσύλλεκτους στα χαρακώματα του Δυτικού Μετώπου –μακελειού που θα διαρκούσε τέσσερα χρόνια και που θα αποδεκάτιζε ολοσχερώς ολόκληρα συντάγματα, όχι μια φορά μόνο, αλλά επανειλημμένα. Χάρη στη λεζάντα λοιπόν, ορίζονται το σημασιολογικό πλαίσιο στο οποίο τοποθετείται η φωτογραφία αλλά και η αντίδραση του παρατηρητή/αναγνώστη. Χωρίς ίσως δεύτερη σκέψη, ο αναγνώστης αποφασίζει ότι τα γελαστά παιδιά της φωτογραφίας προορίζονται για μια φοβερή κρεατομηχανή από την οποία ίσως κανένα δεν θα γλιτώσει, και πιθανώς αναπολεί τους συγκινητικούς στίχους του ποιήματος «Ύμνος για τα καταδικασμένα νιάτα» του Wilfred Owen.

Και όμως. Η ανάγνωση αυτή, η οποία επιβάλλεται σχεδόν χωρίς να το καταλάβουμε, είναι λανθασμένη. Πράγματι, το αδελφό 1ο Τάγμα Σκοτσέζων του Λονδίνου υπήρξε το πρώτο εθελοντικό σώμα που έφθασε στα χαρακώματα, τρεις μόλις μήνες από την έναρξη του πολέμου, λαμβάνοντας εν συνεχεία μέρος σε όλες τις επιχειρήσεις της Γαλλίας και της Φλάνδρας. To 2ο όμως τάγμα ευνοήθηκε από την τύχη: αν και προοριζόταν για το Δυτικό Μέτωπο, ο αποτυχημένος ξεσηκωμός στην Ιρλανδία τον Απρίλιο του 1916 είχε ως αποτέλεσμα το τάγμα να σταλεί εκεί επειγόντως. Εν συνεχεία, υπηρέτησε το μεγαλύτερο μέρος του πολέμου στα μέτωπα της Θεσσαλονίκης και της Μέσης Ανατολής, φθάνοντας στη Γαλλία σχεδόν στο τέλος των εχθροπραξιών.

Αυτονόητο είναι πως οι πληροφορίες που εμπεριέχει μια αμνημόνευτη φωτογραφία, αν και καθόλου αμελητέες, χρειάζονται τα πρόσθετα στοιχεία τόπου, χρόνου και γεγονότος που συνθέτουν για τον δημοσιογράφο και τον ιστορικό μια σωστή, επιστημονικά εκμεταλλεύσιμη λεζάντα. Ακόμα όμως και όταν είναι πλήρη και φερέγγυα, τα στοιχεία αυτά αποτελούν μονάχα πρώτη ύλη· η υπεύθυνη εκμετάλλευση του «δευτεροβάθμιου» πληροφοριακού πλούτου μιας ιστορικής φωτογραφίας απαιτεί αφενός περαιτέρω σε βάθος έρευνα, και αφετέρου αποδοχή των πολιτισμικών και ιδεολογικών προδιαθέσεων που όλοι μας αναπόφευκτα κουβαλάμε.

Σχετικά με τον συντάκτη

Πηνελόπη Πετσίνη

Πηνελόπη Πετσίνη

Η Πηνελόπη Πετσίνη γεννήθηκε στο Βουκουρέστι το 1973. Σπούδασε φωτογραφία στην Αθήνα και στη Βρετανία, και είναι διδάκτωρ των Τεχνών και των Ανθρωπιστικών Επιστημών με ειδίκευση στη φωτογραφία. Έχει επιμεληθεί σημαντικό αριθμό φωτογραφικών και εικαστικών εκθέσων, με πιο πρόσφατες τις ομαδικές «Μια Άλλη Ζωή: Ανθρώπινες Ροές / Άγνωστες Οδύσσειες» (Μουσείο Φωτογραφίας Θεσ/νίκης, Νοέμβριος 2016) και «Τόποι Μνήμης» (Μουσείο Μπενάκη, Ιούλιος 2016). Στις πρόσφατες εκδόσεις της συγκαταλέγεται το βιβλίο Τόποι Μνήμης: Φωτογραφία, Συλλογική Μνήμη και Ιστορία (Ελληνικό Κέντρο Φωτογραφίας και Ίδρυμα ΝΕΟΝ, 2016) και ο συλλογικός τόμος Λογοκρισίες στην Ελλάδα (Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ, 2016) τον οποίο συνεπιμελήθηκε με το Δημήτρη Χριστόπουλο.

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιώργος Χουλιάρας

Γιώργος Χουλιάρας

Ο Γιώργος Χουλιάρας (Εικονομαχικά, 1972· Δρόμοι της μελάνης, 2005· Λεξικό αναμνήσεων, 2013) γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη και έζησε πολλά χρόνια στη Νέα Υόρκη, ενώ το 2014 τιμήθηκε με το Βραβείο Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του. Έχει εκλεγεί πρόεδρος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιάννης Σταθάτος

Γιάννης Σταθάτος

Ο Γιάννης Σταθάτος είναι φωτογράφος και μελετητής της φωτογραφίας. Συνέβαλε στην εδραίωση της φωτογραφικής έρευνας και μελέτης στην Ελλάδα με τις εκθέσεις και αντίστοιχες εκδόσεις «Η επινόηση του τοπίου» (1996), «Εικόνα και Είδωλο: Η Νέα Ελληνική Φωτογραφία» (1997) και «Επινοήσεις και Μαρτυρίες: Φωτογραφία & Αφήγηση» (2004), ενώ αποκάλυψε εκθεσιακά και συγγραφικά το φωτογραφικό έργο του Ανδρέα Εμπειρίκου και της Μαρίας Χρουσάκη μεταξύ άλλων. Οι δημοσιεύσεις του συμπεριλαμβάνουν το The Book of Lost Cities (2005) και airs, waters, places (2009).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε