Τεύχος #3 Θρησκεία και Πολιτική

Στην πραγματικότητα δεν είμαστε υπέρ των φτωχών

Ultima Cena, Cerezo Barredo

Ο 90χρονος Περουβιανός Γκουστάβο Γκουτιέρες [Gustavo Gutiérrez], θεμελιωτής του κινήματος της Θεολογίας της Απελευθέρωσης, είναι ένας σπάνιας ευρυμάθειας ιερέας: σπούδασε ιατρική και λογοτεχνία στο Περού, φιλοσοφία και ψυχολογία στο Βέλγιο, θεολογία στη Γαλλία, ενώ ο όρος «θεολογία της απελευθέρωσης» πρωτοακούστηκε σε μια δική του διάλεξη, το 1969. Το ομώνυμο βιβλίο κυκλοφόρησε στα 1971, μεταφράστηκε σε περισσότερες από είκοσι γλώσσες και, αναμενόμενα, συνάντησε την έντονη αντίδραση του Βατικανού. Το Marginalia φιλοξενεί στο τεύχος αυτού του μήνα δύο χαρακτηριστικά αποσπάσματα από την ελληνική έκδοση (σ. 132–133 και 489–494), που μας είναι διαθέσιμη από το 2012 χάρη στο ίδρυμα «Άρτος Ζωής» και την ωραία μετάφραση του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου. Στα αποσπάσματα αυτά, ο Γκουτιέρες εξηγεί γιατί η Εκκλησία δεν μπορεί να είναι με τα θύματα της εκμετάλλευσης, αν δεν είναι ταυτόχρονα απέναντι στους εκμεταλλευτές τους.


Το να θεωρήσουμε ότι οι φτωχές χώρες ζουν σε κατάσταση εξάρτησης και καταπίεσης μας οδηγεί στο να κάνουμε λόγο για οικονομική, κοινωνική και πολιτική απελευθέρωση. Διακυβεύεται όμως επίσης μια πιο συνολική και βαθιά θεώρηση της ανθρώπινης ύπαρξης και του ιστορικού πεπρωμένου της.

Μια βαθιά και ευρεία ελπίδα για απελευθέρωση κινητοποιεί σήμερα την ανθρώπινη ιστορία. Ελπίδα για απελευθέρωση από όλα όσα περιορίζουν ή εμποδίζουν τους άντρες και τις γυναίκες να ολοκληρωθούν ως άνθρωποι, από όλα όσα εμποδίζουν την κατάκτηση ή την ελεύθερη άσκηση της ελευθερίας τους. Μια καλή απόδειξη αυτού του γεγονότος είναι η συνειδητοποίηση νέων, μη αισθητών τρόπων καταπίεσης στους κόλπους των προηγμένων βιομηχανικά κοινωνιών, οι οποίες, πολύ συχνά, παρουσιάζονται ως πρότυπα για τους υπανάπτυκτους λαούς. Σε αυτές η εξέγερση δεν παρουσιάζεται ως διαμαρτυρία ενάντια στη φτώχεια αλλά ενάντια στον πλούτο [σ.σ.: αναφορά στον Μάη του ‘68]. Το πλαίσιο όπου λαμβάνουν χώρα αυτά τα γεγονότα είναι πολύ διαφορετικό από εκείνο των φτωχών κρατών. Πρέπει να προφυλαχτούμε από κάθε είδους διάθεση για μίμηση, όπως και από τις νέες μορφές ιμπεριαλισμού –επαναστατικού αυτή τη φορά– των πλουσίων κρατών που θεωρούν τον εαυτό τους άξονα της ιστορίας της ανθρωπότητας. Αυτό θα οδηγούσε απλώς και μόνο τις επαναστατικές ομάδες του Τρίτου Κόσμου σε μια νέα αυτοεξαπάτηση σχετικά με την ίδια τους την πραγματικότητα και, ως εκ τούτου, σε έναν δονκιχωτικό αγώνα ενάντια σε ανεμόμυλους.

Αλλά, αφού επισημάναμε αυτό τον κίνδυνο, είναι σημαντικό να υπενθυμίσουμε επίσης ότι οι φτωχές χώρες οφείλουν να παρακολουθήσουν από κοντά αυτά τα γεγονότα. Η μοίρα τους εξαρτάται, εν μέρει τουλάχιστον, από ό,τι συμβαίνει στο εσωτερικό των κυρίαρχων λαών. Η δική τους απελευθέρωση δεν μπορεί να μην έχει σχέση με τις συνεχώς διευρυνόμενες μειονότητες των εύρωστων κρατών που ζητούν και εκείνες την απελευθέρωσή τους. Επιπλέον, οι επαναστατικές ομάδες των «περιφερειακών» λαών μπορούν να πάρουν πολύ χρήσιμα μαθήματα που θα τους οδηγήσουν σε σημαντικές διορθωτικές κινήσεις στο δύσκολο έργο της οικοδόμησης μιας νέας κοινωνίας.

Αυτό το οποίο όντως διακυβεύεται τόσο στο Νότο όσο και στο Βορρά, στη Δύση και στην Ανατολή, στην περιφέρεια και στο κέντρο, είναι οι δυνατότητες να ζήσεις μια αυθεντική ανθρώπινη ζωή, μια ζωή ελεύθερη, όπου η ελευθερία θα είναι διαδικασία και κατάκτηση ιστορική. Έχουμε αποκτήσει πλέον σήμερα πλήρη συνείδηση αυτής της διαδικασίας και αυτής της κατάκτησης, παρότι οι ρίζες της ανάγονται πολύ πίσω στο παρελθόν.

Ο 15ος και ο 16ος αιώνας αποτελούν σημαντικό ορόσημο στον τρόπο που η ανθρωπότητα αντιλαμβάνεται τον εαυτό της. Οι σχέσεις της με τη φύση μεταβάλλονται ουσιωδώς με την εμφάνιση της πειραματικής επιστήμης και της τεχνολογίας που προκύπτει από αυτή. Άμεσα εξαρτημένος από αυτή τη διαδικασία, ο άνθρωπος εγκαταλείπει την παλιά εικόνα που είχε για τον κόσμο και τον εαυτό του. Όπως λέει ο Ε. Ζιλσόν σε μια πολύ γνωστή του φράση, «η φυσική είναι αυτή που κάνει τη μεταφυσική να γερνάει». Ακόμα πιο συγκεκριμένα, η ανθρωπότητα κάνει ένα βήμα μπροστά και αρχίζει να προσλαμβάνει τον εαυτό της με τρόπο διαφορετικό. Γι’ αυτό και η καλύτερη παράδοση δεν είναι ένας στοχασμός του γραφείου: είναι η αναστοχαστική συνείδηση που θεματοποιεί την εμπειρία που βιώνει το ανθρώπινο ον στη σχέση του με τη φύση και με άλλα πρόσωπα. Αλλά αυτή η σχέση μεταφράζεται ταυτόχρονα από την πρόοδο στον επιστημονικό και τον τεχνικό τομέα.

[…]

Αν η υπέρτατη αιτία της εκμετάλλευσης και της αλλοτρίωσης του ανθρώπου είναι ο εγωισμός, η βαθύτερη αιτία της εθελούσιας φτώχειας είναι η αγάπη για τον πλησίον. Η χριστιανική φτώχεια δεν μπορεί, ως εκ τούτου, να έχει νόημα παρά μόνο ως στρατευμένη αλληλεγγύη με τους φτωχούς, με εκείνους που υφίστανται την εξαθλίωση και την αδικία, με σκοπό να αποδείξει το κακό που αυτές αντιπροσωπεύουν ως καρποί της αμαρτίας και της κατάλυσης της κοινωνίας. Ο σκοπός δεν είναι να εξιδανικευτεί η φτώχεια αλλά, αντίθετα, να γίνει δεκτή ως αυτό που είναι: ως ένα κακό, εναντίον του οποίου πρέπει να διαμαρτυρηθούμε και να κάνουμε το παν για να εξαλειφθεί. Όπως λέει ο Πωλ Ρικαίρ, στην πραγματικότητα δεν είμαστε υπέρ των φτωχών αλλά υπέρ του αγώνα ενάντια στη φτώχεια. Χάρις σε αυτή την αλληλεγγύη –που έχει γίνει συγκεκριμένη στάση, τρόπος ζωής, ρήξη με την κοινωνική τάξη που προκαλεί τη φτώχεια– θα καταστεί επιπλέον δυνατό να αποκτήσουν οι φτωχοί και οι κατατρεγμένοι συνείδηση της εκμετάλλευσης που βιώνουν, ώστε να προσπαθήσουν να απελευθερωθούν από αυτή. Η χριστιανική φτώχεια, έκφραση αγάπης, είναι αλληλέγγυα με τους φτωχούς και αποτελεί διαμαρτυρία ενάντια στη φτώχεια. Αυτή είναι η συγκεκριμένη και σύγχρονη έννοια που θα αποκτήσει η μαρτυρία της φτώχειας η οποία βιώνεται όχι ως πραγματική φτώχεια, αλλά ως αυθεντική μίμηση του Χριστού, ο οποίος υιοθέτησε την αμαρτωλή κατάσταση του ανθρώπινου όντος, ώστε να τον απελευθερώσει από την αμαρτία και από όλες τις συνέπειές της.

Η κοινοκτημοσύνη των αγαθών στην Εκκλησία των πρώτων χρόνων μας παρουσιάζεται από τον ευαγγελιστή Λουκά ως κάτι το ιδανικό: πάντες δέ οἱ πιστεύοντες ἦσαν ἐπὶ πρὸς αὐτὸ καὶ  εἶχον ἅπαντα κοινά (Πραξ. 2,44)· οὐδὲ εἷς τι τῶν ὑπαρχόντων αὐτῷ ἔλεγεν ἴδιον εἶναι, ἀλλ’ ἦν αὐτοῖς ἅπαντα κοινά (Πραξ. 4, 32). Και όλα αυτά τα έκαναν βαθύτατα ενωμένοι, έχοντας όλοι οι πιστοί καρδία καί […] ψυχή μία (Πραξ. 4, 32). Αλλά ο Ζ. Ντυπόν σημειώνει πολύ εύστοχα ότι ο σκοπός δεν είναι να αναχθεί η φτώχεια σε ιδανικό, αλλά να μην υπάρχουν καθόλου φτωχοί: οὐδὲ γὰρ ἐνδεής τις ἦν ἐν αὐτοῖς ὅσοι γάρ κτήτορες χωρίων ἢ οἰκιῶν ὑπῆρχον, πωλοῦντες ἔφερον τὰς τιμὰς τῶν πιπρασκομένων καὶ ἐτίθουν παρὸ πρὸς τοὺς πόδας τῶν ἀποστόλων (Πραξ. 4, 34). Το νόημα της κοινοκτημοσύνης είναι ξεκάθαρο· να εξαλείψεις τη φτώχεια από αγάπη προς τον φτωχό.

[…] Πρέπει, από την άλλη, να δώσουμε προσοχή στο λεξιλόγιο που χρησιμοποείται. Ο όρος φτωχός μπορεί να μοιάζει, εκτός από αόριστος και ενδοεκκλησιαστικός, κάπως συναισθηματικός και σε τελική ανάλυση άνευ νοήματος. Ο «φτωχός» σήμερα είναι ο καταπιεσμένος, ο περιθωριοποιημένος από την κοινωνία, ο προλετάριος που αγωνίζεται για τα στοιχειώδη δικαιώματα του, η κοινωνική τάξη που έχει πέσει θύμα εκμετάλλευσης και λεηλασίας, η χώρα που μάχεται για την απελευθέρωσή της. Η αλληλεγγύη και η διαμαρτυρία για τις οποίες κάνουμε λόγο έχουν στον σημερινό κόσμο ολοφάνερο και αναπόφευκτο «πολιτικό» χαρακτήρα, αφού έχουν απελευθερωτικό νόημα. Το να είσαι με το μέρος του καταπιεσμένο σημαίνει ότι είσαι εναντίον του καταπιεστή. Στις μέρες μας και στην ήπειρό μας, το να δείχνεις αλληλεγγύη με τον «φτωχό» υπό την παραπάνω έννοια σημαίνει ότι διατρέχεις προσωπικούς κινδύνους, ότι διακινδυνεύεις την ίδια στου τη ζωή. Αυτό συμβαίνει σε πολλούς χριστιανούς – και μη χριστιανούς– που έχουν συνταχθεί με την επαναστατική διαδικασία στη Λατινική Αερική. Ανακύπτουν έτσι νέοι τρόποι να ζήσει κανείς τη φτώχεια, τρόποι που διαφέρουν από το κλασικό «αποκήρυξε τα αγαθά αυτού του κόσμου».

Μόνο αν απορρίψει τη φτώχεια και ταυτόχρονα γίνει φτωχή ώστε να διαμαρτυρηθεί εναντίον της φτώχειας θα μπορέσει η Εκκλησία να έχει κάτι το αυθεντικό στο κήρυγμά της: την «πνευματική φτώχεια», δηλαδή το άνοιγμα του ανθρώπου και της ιστορίας προς το μέλλον που έχει υποσχεθεί ο Θεός. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα μπορέσει να εκπληρώσει, με τιμιότητα και με πιθανότητες να γίνει ακουστή, την προφητική καταγγελτική λειτουργία κάθε αδικίας που υφίστανται οι άνθρωποι και το απελευθερωτικό κήρυγμα μιας πραγματικής ανθρώπινης αδελφοσύνης.

Μόνο μια αυθεντική αλληλεγγύη με τους φτωχούς και μια πραγματική διαμαρτυρία ενάντια στη φτώχεια έτσι όπως παρουσιάζεται στις μέρες μας μπορεί να αποτελέσει συγκεκριμένο και ζωτικό περιβάλλον για τον περί φτώχειας θεολογικό λόγο. Η έλλειψη μιας επαρκούς στράτευσης στο πλευρό των φτωχών, των απόκληρων και όσων είναι θύματα εκμετάλλευσης είναι ίσως η θεμελιώδης αιτία της έλλειψης […] ενός σύγχρονου στοχασμού που να διατυπώνει ισχυρά επιχειρήματα για τη μαρτυρία της φτώχειας.

Για την Εκκλησία της Λατινικής Αμερικής ιδιαίτερα, αυτή η μαρτυρία αποτελεί σήμερα αναπόφευκτη και επείγουσα ανάγκη απόδειξης της αυθεντικότητας της αποστολής της.

***

Η θεολογία της απελευθέρωσης, που επιδιώκει να ξεκινήσει τη στράτευση για την κατάργηση της παρούσας κατάσταση αδικίας και για την οικοδόμηση μιας νέας κοινωνίας, οφείλει να αποδεικνύει αυτά που ισχυρίζεται, θέτοντας σε πρακτική εφαρμογή τη στράτευσή της και συμμετέχοντας ενεργά και αποτελεσματικά στον αγώνα που έχουν αρχίσει τα θύματα της εκμετάλλευσης ενάντια στους εκμεταλλευτές τους. Η απελευθέρωση από κάθε είδος εκμετάλλευσης, η δυνατότητα μιας πιο ανθρώπινης και αξιοπρεπούς ζωής, η δημιουργία μιας νέας ανθρωπότητας περνούν αναγκαστικά μέσα από αυτό τον αγώνα.

Αλλά εντέλει δεν θα έχουμε δημιουργήσει μια γνήσια θεολογία της απελευθέρωσης παρά μόνο όταν οι ίδιοι οι καταπιεσμένοι μπορέσουν να αρθρώσουν ελεύθερα τον δικό τους λόγο και να εκφραστούν άμεσα και δημιουργικά στην κοινωνία και στους κόλπους του λαού του Θεού. Όταν οι ίδιοι «αντιληφθούν την ελπίδα» της οποίας είναι φορείς. Όταν εκείνοι διαχειριστούν τη δική τους απελευθέρωση […] Πρέπει να προσέξουμε για να μην πέσουμε στην παγίδα μιας διανοουμενίστικης αυτοϊκανοποίησης, σε ένα είδος θριαμβολογίας που στηρίζεται σε ψευδολογίες και προχωρημένες «νέες» αντιλήψεις περί χριστιανισμού. Το μοναδικό πραγματικό νέο να δημιουργήσει κανείς χώρο μέσα του ώστε να υποδεχτεί τη χάρη του Αγίου Πνεύματος, η οποία μας κάνει να αγαπηθούμε με την πληρότητα που μας αγάπησε ο Χριστός, στο πλαίσιο συγκεκριμένων επιλογών μας για τη δημιουργία πραγματικής ανθρώπινης αδελφοσύνης και των ιστορικών πρωτοβουλιών μας για την ανατροπή μιας άδικης τάξης πραγμάτων.

«Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0) »

Σχετικά με τον συντάκτη

Gustavo Gutiérrez

Gustavo Gutiérrez

O Γκουστάβο Γκουτιέρες γεννήθηκε το 1928 στη Λίμα του Περού. Σπούδασε ιατρική και λογοτεχνία στην πατρίδα του, φιλοσοφία και ψυχολογία στη Λουβαίν του Βελγίου και θεολογία στη Λυών της Γαλλίας. Το 1959 χειροτονήθηκε ιερέας και ανέλαβε ενοριακά καθήκοντα σε μια φτωχογειτονιά της Λίμας, γεγονός που επηρέασε καθοριστικά τη σκέψη του. Το 1971 κυκλοφόρησε το έργο Θεολογία της Απελευθέρωσης. Άλλα του έργα (οι τίτλοι σε ελληνική μετάφραση από ισπανικό πρωτότυπο): Ποιμαντικές κατευθύνσεις της Λατινικής Αμερικής (1969), Η ιστορική δύναμη των φτωχών (1979), Λόγος περί του Θεού υπό το πρίσμα της οδύνης των αθώων. Στοχασμός για το βιβλίο του Ιώβ (1986), Ο Θεός της ζωής (1989). Το 1998 εισέρχεται στο τάγμα των Δομινικανών. Έχει διδάξει σε πολλά πανεπιστήμια και τιμηθεί με μεγάλα διεθνή βραβεία, όπως το Βραβείο της Λεγεώνας της Τιμής από τη γαλλική κυβέρνηση (1993).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε