Συνεντεύξεις Τεύχος #07 200 Χρόνια Μαρξ

Θανάσης Γκιούρας: «Για τον Μαρξ επιστημονικός λόγος και πολιτική τοποθέτηση δεν διαχωρίζονται»

Η έκδοση των Marx-Engels Gesamtausgabe (MEGA) ξεκίνησε τη δεκαετία του 1920, με επικεφαλής τον Νταβίντ Ριαζάνοφ, και αυτή η πρώτη περίοδός της υπήρξε βραχύβια, καθώς κράτησε περίπου δέκα χρόνια, ενώ ο ίδιος ο Ριαζάνοφ έπεσε θύμα των εκκαθαρίσεων. Η θεωρητική και εκδοτική απόπειρά της MEGA ήταν να συγκεντρωθεί όλο το έργο του Μαρξ και του Ένγκελς, τόσο το δημοσιευμένο όσο όμως και τα κατάλοιπά τους, σε μια νέα, κριτική – ιστορική έκδοση. Ως μεταφραστής και, από κοινού με τον Θωμά Νουτσόπουλο και τον Διονύση Γράβαρη, επιστημονικός επιμελητής της νέας σειράς εκδόσεων έργων του Μαρξ από τις εκδόσεις ΚΨΜ στην Ελλάδα που ακολουθεί τη MEGA2, όπως πλέον ονομάζεται, μπορείς να μας δώσεις μερικά ιστορικά στοιχεία για τη MEGA και τη MEGA2;

Όπως ανέφερες, πρόκειται για μια ιδέα του Ριαζάνοφ, τον οποίο μπορούμε να χαρακτηρίσουμε ως τον πρώτο μεγάλο «μαρξολόγο» του 20ου αιώνα, μεγαλύτερο ίσως και από τον Κάουτσκυ. Μεμονωμένες προσπάθειες ξεκινάνε στη Γερμανία ήδη πριν τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, σε επαφή με σοσιαλδημοκράτες διανοητές. Βεβαίως, το εγχείρημα ενισχύεται από τη σοβιετική επανάσταση, οπότε ήδη από τη δεκαετία του 1920, με γνώση του Λένιν, ξεκινάει μια επεξεργασία του μαρξικού έργου και του έργου του Ένγκελς· από την έκδοση αυτή των Απάντων βγαίνουν τελικά μόνο λίγοι τόμοι. Πρόκειται κυριολεκτικά για Άπαντα: η φιλοδοξία ήταν, και συνεχίζει να είναι μέχρι σήμερα, να δημοσιευτεί οτιδήποτε έχει βγει απ’ το χέρι του Μαρξ και του Ένγκελς: δημοσιευμένα κείμενα, επιστολές, αδημοσίευτες σημειώσεις και χειρόγραφα.

Το εγχείρημα αυτό θα σταματήσει στη δεκαετία του ’30. Μεταπολεμικά, ένα υποκατάστατο, αν μπορούμε να το πούμε έτσι, θα είναι η έκδοση των Έργων του Μαρξ και του Ένγκελς (Marx Engels Werke – MEW) απ’ τον εκδοτικό οίκο Dietz, ο οποίος είναι ο κομματικός οίκος στην Ανατολική πλέον Γερμανία. Βέβαια, όλα τα Έργα είναι γραμμένα στα γερμανικά και δεν υπάρχει η γλωσσική ποικιλομορφία που υπάρχει στα πρωτότυπα. Τη δεκαετία του ’70 πλέον λαμβάνεται η απόφαση να ξεκινήσει και πάλι η έκδοση των MEGA, εξού και το MEGA2, με την πρόταση να σχηματιστεί ένα είδος «κοινοπραξίας», ένα συνεργατικό πλαίσιο μεταξύ διαφόρων ιδρυμάτων, το Διεθνές Ίδρυμα Μαρξ-Ενγκελς, στο οποίο συνεργάζονται η Ακαδημία Επιστημών του Βερολίνου-Βρανδεμβούργου, το Ίδρυμα Friedrich–Ebert, το Διεθνές Ινστιτούτο Κοινωνικής Ιστορίας στο Άμστερνταμ, το ρωσικό Κρατικό Αρχείο Κοινωνικής και Πολιτικής Ιστορίας στη Μόσχα, και (μέχρι τη δεκαετία του 1990) το ρωσικό Ανεξάρτητο Ινστιτούτο Κοινωνικών και Εθνικών Ζητημάτων, επίσης στη Μόσχα, με σκοπό να γίνει πλέον μια συστηματική επιμέλεια και δημοσίευση όλου του υλικού που υπάρχει διασκορπισμένο σε αυτά.

Η δεύτερη έκδοση των MEGA προχώρα μέσα από αρκετές περιπέτειες που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστές. Έχει σχεδιαστεί σε 114 τόμους, και δεν έχει τελειώσει ακόμη, ενώ δέχτηκε μεγάλη πολιτική πίεση μέσα στη Γερμανία από την περίοδο του 1989 και μετά. Μετά δηλαδή την πτώση του τείχους υπήρξαν επίσημες πιέσεις, έως και ερώτηση στο κοινοβούλιο, που έθεταν το ζήτημα γιατί θα πρέπει τα χρήματα του Γερμανού φορολογούμενου να χρηματοδοτούν την έκδοση των απάντων «αυτού του ανθρώπου». Σε κάθε περίπτωση, το εγχείρημα έχει επιβιώσει μέχρι σήμερα μέσα και από διάφορες αλλαγές διεύθυνσης στην Ακαδημία Επιστημών του Βερολίνου – Βρανδεμβούργου, όπου υπάγεται και εργάζεται το κεντρικό, ολιγομελές επιτελείο του, το οποίο συντονίζεται με κατά τόπους κλιμάκια σε ΗΠΑ, Ιαπωνία, Ρωσία, Γερμανία κλπ. τα οποία αναλαμβάνουν κάθε φορά τον συγκεκριμένο τόμο.

 

Ποια είναι η σχέση του εκδοτικού εγχειρήματος του ΚΨΜ με αυτό της MEGA2, και ποια είναι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και οι στόχοι της δικής σας μεταφραστικής δουλειάς;

Η δική μας προσπάθεια ξεκίνησε μάλλον αυθόρμητα· δεν υπήρχε η πρόθεση να κάνουμε κάτι μεγαλεπήβολο ή μία σειρά με δεκαετίες. Ξεκινήσαμε με τη δεκαετία του 1840, καθώς, στη διάρκεια κάποιων ετών, είχαν μεταφραστεί, για εκπαιδευτικούς σκοπούς, αρκετά κείμενα του Μαρξ από τότε, και μέσα από την συνάντηση και τη γνωριμία με τις εκδόσεις ΚΨΜ, γεννήθηκε η ιδέα να τα συγκεντρώσουμε όλα σε έναν τόμο. Έπειτα, προστέθηκαν κάποια ακόμη, και τότε έγινε η πρώτη επαφή με το Βερολίνο, όταν ακόμη διευθυντής της MEGA ήταν ο Μάνφρεντ Νόιχαους (Manfred Neuhaus). Μετά ήρθα σε επαφή με τον Γκέραλντ Χούμπμαν (Gerald Hubmann), ο οποίος -όσες φορές και να το πω δεν αρκεί- βοήθησε πάρα πολύ την προσπάθεια αυτή· με λίγα λόγια, πίστεψε σε αυτή τη φοβερά μικρή προσπάθεια, από μία μικρή χώρα, να κάνουμε μία αξιόπιστη μετάφραση βασισμένη σε αξιόπιστα πρωτότυπα κείμενα. Ένα πρώτο βήμα αυτής της συνεργασίας ήταν η μετάφραση του υποτιθέμενου πρώτου κεφαλαίου της Γερμανικής ιδεολογίας, του λεγόμενου και κεφαλαίου «Φόιερμπαχ».

 

Αυτό που ανασυγκρότησε στην πρώτη MEGA ο Ριαζάνοφ βασισμένος σε μια φράση του Ένγκελς…

Ακριβώς. Υπήρχε μεγάλη διεθνής πίεση να βγει επιτέλους η Γερμανική ιδεολογία, το πλήρες χειρόγραφο της οποίας έχει μόλις μερικούς μήνες που κυκλοφόρησε. Για να ηρεμήσουν λίγο τα πνεύματα, το 2003 κυκλοφόρησε σε προδημοσίευση το λεγόμενο πρώτο κεφάλαιο, για τον Φόιερμπαχ. Αυτό λοιπόν μετέφρασα, στην πρωτότυπη του μορφή, δηλαδή δίστηλο, με τις διαγραφές, τα χάσματα, για να φανεί ο πειραματικός -έως και αγωνιώδης- χαρακτήρας αυτής της καταγραφής. Κάπως έτσι καταλήξαμε στα Κείμενα από τη δεκαετία του 1840. Από κει και πέρα βέβαια άνοιξε ένας ορίζοντας ερευνητικός και πραγματολογικός. Υπήρχε ήδη προεργασία σε κεφάλαια του Κεφαλαίου, πάλι για διδακτικούς λόγους, και ήδη οι πρώτες επαφές για το Κεφάλαιο είχαν γίνει από το 2006-2007. Όταν λοιπόν είχε ευοδωθεί πλέον η συνεργασία με το ΚΨΜ -καθόλου αυτονόητο στην ελληνική αγορά του βιβλίου- αποφασίσαμε ότι θα ξεκινήσουμε το Κεφάλαιο.

Η μετάφρασή του ήταν σχεδόν εξαρχής μια συνεργατική προσπάθεια. Βέβαια, το πρώτο βάρος της το ανέλαβα ο ίδιος, αλλά μετά πλαισιώθηκε από το επιτελείο που ανέφερες αρχικά. Έπειτα, για να το πούμε από την πλευρά της διαλεκτικής παράδοσης, άρχισε και το αντικείμενο να έχει τις απαιτήσεις του. Δηλαδή στη «Δεκαετία του ’40» υπήρχαν ήδη υποδοχές για επιχειρήματα ή κείμενα που γράφονται ή δημοσιεύονται την επόμενη δεκαετία και έτσι καταλήξαμε πλέον σε μία επιλογή κειμένων από τη δεκαετία του ’50 (ομολογώ ότι εξεπλάγην όταν είδα το τελικό της μέγεθος), λαμβάνοντας υπόψη και τη σύγχρονη γραμματολογία περί Μαρξ, δηλαδή τον Μαρξ ως δημοσιογράφο, τις αναλύσεις του στα άρθρα στη New York Daily Tribune και σε άλλες εφημερίδες κλπ. Στην επιλογή και κατάταξη των άρθρων, βοήθησε πάρα πολύ η Κλαούντια Ράιχελ (Claudia Reichel) από το επιτελείο της MEGA2, όπως ασφαλώς και ο Χούμπμαν, και καταλήξαμε εν τέλει σε αυτήν τη νέα συλλογή που μόλις κυκλοφόρησε.

Σπεύδω να πω πάντως ότι αυτή τη στιγμή δεν υπόσχομαι κάτι άλλο για το μέλλον· εύχομαι να απολαύσει όποιος και όποια θέλει είτε το Κεφάλαιο είτε τις άλλες δύο δεκαετίες, και από κει και πέρα αφήνω τον χάρτη ανοιχτό.

 

Έχεις δώσει ήδη άλλωστε πάρα πολλές σελίδες…

Ναι, δεν είναι κάτι εύκολο και είναι και ένα ζήτημα ευθύνης, από πολλές απόψεις. Απέναντι στο κοινό, απέναντι στην εκπαιδευτική διαδικασία, κάτι το οποίο δεν φαίνεται με το πρώτο μάτι, αλλά έχει μεγάλη σημασία, και απέναντι σε εμάς τους ίδιους. Γιατί οι μεταφράσεις των θεωρητικών κειμένων -όπως και κάθε μετάφραση, αλλά κυρίως αυτές- θέτουν και ένα ζήτημα διαχείρισης γλώσσας: παίρνεις, δηλαδή, κάποιες αποφάσεις με βάση έναν ιστορικό ορίζοντα μέσα στον οποίο θα ακολουθήσουν ενδεχομένως μια πορεία δεκαετιών, οπότε πρέπει να έχεις υπόψη τι απελευθερώνεις από τη γλώσσα, τι της δίνεις, τι ακολουθείς χωρίς να προσπαθείς να την εκβιάσεις. Οπότε για την ώρα έχουμε αυτά.

 

Η MEGA2 ως εκδοτικό πρόγραμμα έχει κάποια χαρακτηριστικά. Για να μπορέσουμε να καταλάβουμε λιγάκι το εκδοτικό πείραμα που έγινε στην Ελλάδα, θέλεις να μας πεις ποια είναι αυτά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και ποια είναι η ανάγκη σήμερα για μία τέτοια κριτική – ιστορική επαναπροσέγγιση, όπως την λένε οι ίδιοι οι συντελεστές της, του μαρξικού έργου; Πολλοί θα πουν ότι είναι σχολαστική.

Είναι σχολαστική, αλλά το σχολαστικό δεν είναι πάντα αυτομάτως απορριπτέο. Όπως λένε και οι ίδιοι οι συντελεστές, η πρώτη απόφαση ήταν να αποδεσμευτεί το μαρξικό έργο από μια σκληρή, ή αυστηρή, ή αγκυλωμένη, όπως θέλει κανείς να την πει, πολιτική ανάγνωση, από έναν πολιτικό προϊδεασμό, ο οποίος έμοιαζε να κυριαρχεί στη μεταπολεμική περίοδο. Μια πρώτη σκοπιμότητα λοιπόν ήταν αυτό που ονομάζουν «αποπολιτικοποίηση». Μπορεί να συγκρίνει κανείς, για παράδειγμα, προλόγους στους τόμους των MEGA, με προλόγους στους τόμους των Έργων. Εκεί θα δει ότι υπάρχει μία διαφορά: υπάρχει μεγάλο ιδεολογικό βάρος στην έκδοση των Έργων, πράγμα το οποίο ήθελε να αποσείσει η προσπάθεια των MEGA. Ελήφθη λοιπόν η απόφαση ότι θα δημοσιευτούν όλα τα κατάλοιπα, δημοσιευμένα και αδημοσίευτα, τα χειρόγραφα και οι επιστολές του Μαρξ και του Ένγκελς, χωρίς καμία αλλοίωση, χωρίς καμία παράλειψη, παραποίηση, ή βεβιασμένη ερμηνεία, σε αυστηρά επιμελημένη φιλολογική, με την ακριβολογική έννοια του όρου, βάση και επεξεργασία.

Η άρθρωση των απάντων αυτών είναι διττή -τουλάχιστον ήταν μέχρι πρότινος, καθώς έχει αρχίσει να συναντά οικονομικά προβλήματα-, κάθε τόμος δηλαδή είναι «δίδυμος»: ένας τόμος με τα κείμενα, είτε δημοσιογραφικά είτε κατάλοιπα, και ένας δεύτερος τόμος, το λεγόμενο «Αpparat», ο συνοδευτικός «μηχανισμός», ο οποίος περιλαμβάνει τις παραλλαγές, τις ερμηνείες, τις εξηγήσεις. Άρα, όταν κανείς θέλει να παρακολουθήσει συστηματικά το νόημα ή την πορεία ενός επιχειρήματος, πρέπει να εργαστεί με τους δύο τόμους. Αυτό είναι σημαντικό κυρίως για τα χειρόγραφα. Για παράδειγμα, στα χειρόγραφα του Κεφαλαίου -μία ολόκληρη ενότητα στα MEGA, η ενότητα 2, η μόνη ολοκληρωμένη, και μάλιστα κατά προτεραιότητα λόγω των δυσκολιών που υπήρξαν τη δεκαετία του ’90- μπορεί κανείς να δει, σε συνδυασμό με τον δεύτερο τόμο, ακόμη και την τελευταία διαγραφή ή την τελευταία παραλλαγή: ο Μαρξ γράφει για παράδειγμα μία πρόταση, τη διαγράφει, και γράφει σχεδόν την ίδια αλλάζοντας μόνο ένα ουσιαστικό ή ένα επίθετο.

Όλα αυτά μπορεί κανείς να πει ότι είναι σχολαστικά, αλλά πλέον είμαστε όσο πιο κοντά γίνεται στο πρωτότυπο κείμενο, δεδομένου και του ότι ο γραφικός χαρακτήρας του Μαρξ είναι πολύ δυσανάγνωστος. Επίσης, η MEGA, συνοδεύει κάθε κείμενο με εργοβιογραφικές αναδρομές. Η επιμέλεια αυτή μάς δίνει ένα πλαίσιο αλληλοαναφορών, ιδιαίτερα χρήσιμων για όποιον μελετά τον Μαρξ: διαβάζοντας ένα άρθρο μπορούμε να βρούμε πληροφορίες για αντίστοιχες επιστολές που το συνοδεύουν σε άλλον τόμο, ή άλλα χειρόγραφα τα οποία σχετίζονται με το άρθρο αυτό. Έχει γίνει δηλαδή πολύ σημαντική ερευνητική δουλειά, επιμέλεια σε βάθος, ώστε να μπορεί καθένας και καθεμιά που θέλει να προσεγγίσει το έργο αυτό, να διαμορφώσει τη δική του ή τη δική της αντίληψη, χωρίς πολιτικούς προϊδεασμούς, παραλείψεις ή στρεβλώσεις. Αυτή είναι η βασική μέριμνα των MEGA: να μην έχουν πολιτικές προσημειώσεις μέσα στο κείμενο. Το ίδιο το εγχείρημα βέβαια παραμένει πολιτικό.

 

Πώς εννοείς τον πολιτικό χαρακτήρα του εγχειρήματος;

Καταρχάς, διασώζει ένα από τα σημαντικότερα θεωρητικά επιτεύγματα της νεωτερικότητας, ένα πάρα πολύ πλούσιο έργο, ως προς το θεωρητικό του βάθος: το Κεφάλαιο είναι ακόμα και σήμερα όχι απλά επίκαιρο, αλλά η καλύτερη διαθέσιμη θεωρία για να καταλάβουμε την κοινωνία μέσα στην οποία ζούμε. Από την άλλη, έχουμε ένα σημαντικό κομμάτι του έργου ενός σπουδαίου θεωρητικού, τις επιστολές, οι οποίες αποτελούν μια πολύτιμη αναπαράσταση του κόσμου του 19ου αιώνα. Έτσι, η πολιτική διάσταση είναι ότι διασώζεται ένα πολιτισμικό αγαθό που μας αφορά όλους, είτε θέλουμε να ασχοληθούμε με αυτό είτε όχι.

Από εκεί και πέρα, για μια πιο δεσμευμένη ανάγνωση, δίνεται η δυνατότητα σε όλους και όλες να διαβάσουμε τον Μαρξ και τον Ένγκελς και να αναπτύξουμε τις ερμηνείες που κρίνουμε σκόπιμες, σύμφωνα με τον νέο ή με τον δικό μας ιστορικό ορίζοντα, χωρίς τον φόβο ότι υπάρχουν «πέτρες στη φάβα». Άρα είμαστε ελεύθεροι πλέον, να εντρυφήσουμε σε όποια πλευρά του μαρξικού έργου θέλουμε, είτε τη δημοσιογραφική είτε την πολιτική, ιδιαίτερα σημαντικές και οι δύο κατά την γνώμη μου, είτε στο Κεφάλαιο, το κατεξοχήν θεωρητικό έργο, είτε ακόμη και στην επιστολογραφία. Τα MEGA λοιπόν το λιγότερο που μας δίνουν είναι η βεβαιότητα ότι η πρώτη ύλη με την οποία θα εργαστούμε είναι ανόθευτη, καθαρή, και έτοιμη προς χρήση. Απελευθερώνουν, κατά κάποιον τρόπο νοήματα τα οποία σε παλαιότερες εκδόσεις των πρωτοτύπων, πολύ περισσότερο δε, και μεταφράσεων, φαίνονταν να είναι στρογγυλεμένα ή «σιδερωμένα».

 

Θέλω να μείνουμε λίγο σε αυτό. Ένα από τα ερευνητικά δεδομένα της MEGA έκδοσης, αποκαλύπτει ότι οι ανασυστάσεις από τον Ένγκελς του δεύτερου και του τρίτου τόμου του Κεφαλαίου, για τους οποίους ο Μαρξ δεν είχε αφήσει ένα, αλλά πολλαπλά χειρόγραφα, είναι κατεξοχήν έργα τα οποία στοχάστηκε ο Ένγκελς πάνω στα γραπτά του Μαρξ. Είναι πια γνωστό ότι οι επεμβάσεις που έχει κάνει στο μαρξικό κείμενο είναι αξιοσημείωτες, καθώς έχουν καταγραφεί μερικές χιλιάδες από αυτές. Θεωρείς ότι οι επεμβάσεις του Ένγκελς έχουν αφενός τροποποιήσει το θεωρητικό φορτίο και αφετέρου ενδεχομένως έχουν στρέψει το κείμενο σε κάποια πιο έντονα πολιτικά συμπεράσματα, π.χ. για την κρίση ή για να αναδειχτούν νομοτελειακά στοιχεία στο έργο του Μαρξ;

Δεν είναι ούτε μυστικό, ούτε κάτι καινοφανές, ότι ο Ένγκελς ήταν ένα πολιτικό μυαλό, ένα στρατηγικό μυαλό. Είναι ζήτημα αν έχει βγει από το χέρι του κείμενο που να μην έχει πολιτική στόχευση. Όχι μόνο με την έννοια της θεματικής, ή των εννοιών που χρησιμοποιεί, αλλά και με την έννοια της συγκαιρινής στόχευσης απέναντι σε ένα συγκεκριμένο πρόβλημα. Ο Ένγκελς, ο όποιος στην παραδοσιακή ή ορθόδοξη προσέγγιση είθισται να εξετάζεται εν είδει σιαμαίου διδύμου με τον Μαρξ, έχει -θέλω να το τονίσω- ιδιαίτερα μεγάλη δική του αξία· είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα, πολύ διακριτή προσωπικότητα, η οποία πολύ περισσότερο από τον Μαρξ αναπαριστά ή ενσαρκώνει το πνεύμα του 19ου αιώνα, με πολύ γλαφυρό τρόπο. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα, οι στοχεύσεις του, η πολιτική του τοποθέτηση, είναι πραγματικά μια επιτομή της δυναμικής του 19ου αιώνα. Οι ερευνητικές «βολές» του Μαρξ, ο οποίος σε ορισμένα σημεία βλέπει και πίσω από τον ορίζοντα, είναι εν πολλοίς διαφορετικές.

Στην πίεση του Ένγκελς, άλλωστε, οφείλουμε τη δημοσίευση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου. Και εκεί έχουμε πολιτικές σκοπιμότητες: ήταν ορατός ο «κίνδυνος» να βγάλει αντίστοιχο βιβλίο ο Λασσάλ, ενώ είχε ήδη βγάλει βιβλίο ο Προυντόν, με το οποίο προτείνει, με σημερινούς όρους, τη «διευρυμένη νομισματική πολιτική» ως λύση της κρίσης, πράγμα το οποίο για τον Μαρξ είναι ανεπίτρεπτο. Όταν πεθαίνει λοιπόν ο Μαρξ, ο Ένγκελς ανακαλύπτει, και το λέει ο ίδιος με σχετική έκπληξη, τον όγκο χειρογράφων που υπάρχει για το Κεφάλαιο και ταυτόχρονα βρίσκεται μπροστά στην αναγκαιότητα να δώσει στο νέο κόμμα -νέο με την έννοια ότι, παρότι παραμένει υπό απαγόρευση, είναι πλέον ένα κόμμα το οποίο λειτουργεί στο νεοπαγές τότε γερμανικό κράτος- μια στέρεη θεωρητική βάση.

 

Άρα, στην έκδοση του δεύτερου και του τρίτου τόμου ενέχεται κατεξοχήν πολιτική στόχευση…

Αυτό που κάνει ο Ένγκελς είναι ότι αναλαμβάνει την επιμέλεια ή, αλλιώς, την «τακτοποίηση» των χειρογράφων, η οποία αναδεικνύεται ιδιαίτερα προβληματική για τον δεύτερο τόμο. Για το δεύτερο βιβλίο που θα εκδοθεί ως ο δεύτερος τόμος, ο Μαρξ έχει αφήσει οκτώ χειρόγραφα άνισου μεγέθους, καθώς ορισμένα εκτείνονται σε 150 σελίδες, και κάποια άλλα, τα τελευταία τρία-τέσσερα, έχουν έκταση μόλις τεσσάρων-πέντε σελίδων. Για το πλήθος των χειρογράφων ο Μαρξ δίνει λίγες οδηγίες, π.χ. «αυτό δεν το θέλω», και ξεκινάει έπειτα με τα περίφημα σχήματα αναπαραγωγής. Ο Ένγκελς ανασυγκροτεί έναν τόμο μέσα κυρίως από δύο χειρόγραφα εκ των οκτώ, και κάνει μία νέα επιμέλεια σπάζοντας το ενιαίο κείμενο σε κεφάλαια, με κεφαλίδες, διαγράφοντας κάποιες προτάσεις, κλπ. Στον τρίτο τόμο δε, που έχουμε πολύ πιο ενιαίο χειρόγραφο, ο Ένγκελς έχει προχωρήσει στο σημείο να διατυπώσει και δική του κατηγορία: εκεί υπάρχει το λεγόμενο κυκλοφοριακό κεφάλαιο, το οποίο δεν είναι δημιούργημα του Μαρξ, αλλά του Ένγκελς -όπως καταλάβαμε πρόσφατα. Στον Μαρξ υπάρχει το κυκλοφορούν κεφάλαιο, σε αντιδιαστολή με το πάγιο κεφάλαιο, αλλά δεν υπάρχει κυκλοφοριακό κεφάλαιο.

Επομένως, ο Ένγκελς δεν στρεβλώνει το κείμενο, ούτε αλλάζει ιδέες -παρότι σε ορισμένα σημεία λέει ο ίδιος «εδώ λείπουν κεφάλαια και γράφω τα δικά μου για να κάνω γέφυρες». Η βασική παρέμβασή του είναι ότι δίνει την εντύπωση ενός κλειστού, σχεδόν ολοκληρωμένου έργου. Ωστόσο, σε αρκετά σημεία ο Μαρξ έχει αφήσει ανοιχτές υποδοχές. Δεν έχει φτάσει τη διατύπωση μέχρι εκεί που θα ήθελε να τη φτάσει, δεν έχει πει «αυτή είναι η τελική απόδειξη, άρα αυτό πάει για το “τυπωθείτω”» και αυτό ισχύει βεβαίως για τον πιο περιβόητο νόμο στο μαρξικό έργο, για τον νόμο της πτωτικής τάσης του μέσου ποσοστού κέρδους. Αυτόν τον νόμο, για τον οποίο προϊδεάζει ουσιαστικά ήδη από τον πρώτο τόμο, έρχεται να αντιμετωπίσει πλέον στο χειρόγραφο για τον τρίτο τόμο. Πρόκειται για το τρίτο κεφάλαιο του χειρογράφου, ένα ενιαίο κείμενο το οποίο δεν καταλήγει σε μια δεσμευτική απόδειξη, όπως θα την ήθελε ο Μαρξ. Ο Ένγκελς το σπάει σε αρκετά κεφάλαια, δίνοντας την εντύπωση ότι αυτή είναι η σχεδόν τελική διατύπωση του νόμου, ότι η έρευνα μπορεί να θεωρείται ολοκληρωμένη.

 

Η ουσία της παρέμβασής του Ένγκελς δηλαδή δεν συνίσταται στα επιμέρους, αλλά στον χαρακτήρα της προσέγγισής του;

Το ιδιαίτερο με αυτές τις δημοσιεύσεις του Ένγκελς είναι ότι, λόγω της ιστορίας της αριστεράς τον 20ό αιώνα, γίνονται οι ίδιες ένα είδος ιστορικής δύναμης, μπλέκονται με την ιστορία την ίδια, δεν είναι απλώς θεωρητικές κατασκευές, διαπλάθουν συνειδήσεις, και επηρεάζουν αρκετά την έρευνα. Αυτό που κυριαρχεί, λοιπόν, πέρα από τις επιμέρους παρεμβάσεις του Ένγκελς, είναι ότι μας δίνει ένα ενιαίο οικοδόμημα, πράγμα που, όπως είδαμε, δεν ισχύει. Δεν ισχύει καν για τον πρώτο τόμο, για τον οποίο ξέρουμε ότι ο Μαρξ είχε τη συνήθεια -κάτι που αντιστοιχεί στη δική του αντίληψη περί επιστημονικού αντικειμένου- να αναπροσαρμόζει συνεχώς με τη δυναμική του αντικειμένου. Δηλαδή, για τον Μαρξ, το αντικείμενο, η ανάπτυξη του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής, έχει την πρωτοκαθεδρία, οπότε δεν δίσταζε να προβεί σε αναδιατυπώσεις όταν εκτιμούσε ότι το αντικείμενο έχει αποκτήσει νέες διαστάσεις. Ήδη λοιπόν ο πρώτος τόμος είναι ένα ανοιχτό έργο, πόσο μάλλον οι αναπτύξεις του δεύτερου και του τρίτου, οι οποίες έρχονται, ας το πούμε όπως θα το έλεγε και ο ίδιος, πιο κοντά σε αυτό που ονομάζει επιφάνεια, αλλά πλέον έχοντας επίγνωση των δομών βάθους. Πλέον μπορούμε να διαβάσουμε τι σημαίνει τόκος, ποιος είναι ο ρόλος της γαιοπροσόδου, που πριν δεν το ξέραμε γιατί ήμασταν στο επίπεδο της παραγωγής· τώρα πια αρχίζουμε και το εξηγούμε αυτό, δηλαδή τις ροές εισοδημάτων. Το ότι πρόκειται για ένα έργο ανοιχτό έχει μεγάλη σημασία για όποιον θέλει να δει πώς λειτουργεί η ερευνητική ατζέντα του Μαρξ. Είναι ιδιαίτερα φιλόδοξη γιατί θέλει να ενσωματώνει ανά πάσα στιγμή αποτελέσματα από διαφορετικά ερευνητικά πεδία, από την αγρονομία μέχρι την ανάγνωση πρακτικών από κοινοβουλευτικές επιτροπές. Οπότε θα έλεγα ότι ο Ένγκελς γέννησε, όπως ήταν η πολιτική του απόφαση, την οποία υλοποίησε με την επιμέλειά του, ένα ενιαίο θεωρητικό σύστημα του Μαρξ, ιδιαίτερα στο Κεφάλαιο, πράγμα το οποίο συνδυαζόταν, και με τη θεωρητική αντίληψη του Κάουτσκι. Αυτή η ενιαία παρουσίαση του κεφαλαίου αποτελεί κατά κύριο λόγο έργο του Ένγκελς και αποτέλεσε η ίδια μια ιστορική δύναμη.

Σήμερα, με την αλλαγή του ιστορικού ορίζοντα και τη δημοσίευση των MEGA, είμαστε σε θέση να αποτιμήσουμε και το έργο του Ένγκελς, το οποίο δεν είναι λίγο. Δηλαδή ας σκεφτεί κανείς το εξής, ασχέτως με την ανάγνωση των MEGA: αν δεν τα είχε επιμεληθεί, αν δεν είχαν δημοσιευτεί τα έργα αυτά, ποια θα ήταν η πορεία του θεωρητικού λόγου -αφήνοντας στην άκρη το πολιτικό ζήτημα· ποια θα ήταν η πορεία του μαρξισμού γενικά; Οπότε, δεν τίθεται ζήτημα καταδίκης του Ένγκελς. Πολύ περισσότερο είναι ζήτημα προσδιορισμού της θέσης του στο ιστορικό φάσμα στο οποίο ο ίδιος συνέβαλε. Αυτό δεν είναι λίγο, αυτό τον τιμά, έστω και εκ των υστέρων από εμάς τους επιγόνους, αλλά επιτρέπει και σε μας να είμαστε πιο ελεύθεροι, έχοντας πλέον μπροστά μας αυτό καθεαυτό το εκάστοτε μαρξικό χειρόγραφο, βλέποντας τα κενά και τις «απορίες» του, αλλά και τον τρόπο εργασίας του.

Άρα, θα έλεγα ότι σήμερα πλέον με την έκδοση των MEGA, τουλάχιστον όσον αφορά το Κεφάλαιο, είμαστε πιο πλούσιοι, τουλάχιστον από δύο απόψεις: μπορούμε να αποτιμήσουμε αφενός τη δυναμική της πρώτης δημοσίευσης του Κεφαλαίου, και αφετέρου την ίδια την ερευνητική προσπάθεια του Μαρξ, η οποία κινείται με έναν τρόπο που σήμερα δεν μπορεί να τον βρει κανείς στο εκάστοτε πανεπιστήμιο, και όχι μόνο για λόγους υπερεξειδίκευσης, και τον οποίο αν θέλει να τον ανακατασκευάσει, γίνεται μόνο σε συλλογική βάση. Η πρόκληση σήμερα -κι εκεί είναι ένα ζήτημα ανάγνωσης του μαρξικού έργου- είναι ο τρόπος με τον οποίο θεμελιώνει και χρησιμοποιεί κανείς τις βασικές του κατηγορίες. Αυτό δεν είναι κάτι το οποίο γίνεται άπαξ. Αυτές οι κατηγορίες είναι κατηγορίες δυναμικές. Αυτή είναι και η δυσκολία και η πρόκληση του μαρξικού έργου, δηλαδή ότι δεν είναι κατηγορίες οι οποίες κρύβονται πίσω από έναν ορισμό, π.χ. «τόκο» θα ονομάζω αυτό, αλλά δίνει ένα περιεχόμενο και μετά το βάζει σε ένα δυναμικό πλαίσιο σε συσχετισμό με την υπεραξία, με την αξία, με άλλα επίπεδα αφαίρεσης, με άλλους κοινωνικούς φορείς, για να δει πώς κινείται αυτό το πράγμα. Είναι, με άλλα λόγια, μια δυναμική θεωρία, και οι δυναμικές θεωρίες είναι ό,τι πιο δύσκολο μπορεί να εντοπίσει κανείς στο πλαίσιο της κοινωνικής θεωρίας. Δεν έχουμε πολλές θεωρίες που εξηγούν την κίνηση του αντικειμένου και όχι τη στατική του. Αυτό λοιπόν κάνει ο Μαρξ, γι’ αυτό και έχουμε διεξοδικές παραθέσεις για την κρίση, πώς καταλήγουμε στην κρίση, πώς ενδεχομένως ξεπερνιέται η κρίση. Και ήδη τα κυκλώματα αναπαραγωγής αναπαριστούν μια δυναμική του αντικειμένου, δηλαδή πώς αυτό διατηρείται στον χρόνο, πώς αυξάνεται, αν έχουμε διευρυμένη αναπαραγωγή, αν έχουμε απλή αναπαραγωγή. Δεν είναι μια εύκολη, αυτονόητη θεωρία. Ο Μαρξ βάζει πολύ μεγάλες απαιτήσεις στον εαυτό του ως ερευνητή και είναι κάτι το οποίο πλέον μπορούμε να δούμε εκ του σύνεγγυς, γιατί έχουμε τις δικές του απόπειρες.

 

Αν κανείς τοποθετούσε αυτή τη συζήτηση στη δεκαετία του 1950, ή, όπως αποπειράθηκε  μάλλον να κάνει ο Ριαζάνοφ, στη δεκαετία του ’20 ή του ’30, πιθανότατα θα ξεσήκωνε τη μήνιν των μαρξιστών. Δηλαδή, η θέση ότι το Κεφάλαιο είναι ένα έργο εν εξελίξει και όχι ένα κλειστό σύστημα και ότι ο μαρξισμός, ο ίδιος ο μαρξισμός ως σώμα, δεν έχει ένα κλειστό περιεχόμενο, ένα κλειστό σύστημα το οποίο τα έχει όλα και μπορεί να δοθεί στις μάζες ως ένα εγχειρίδιο το οποίο να μπορεί να χρησιμεύει από τώρα και στο διηνεκές, θα θεωρούνταν αδιανόητη. Σήμερα, είμαστε πιο ώριμοι να τα ακούσουμε. Πώς υποδέχονται σήμερα τη MEGA έκδοση κόμματα, οργανώσεις και διανοούμενοι της αριστεράς που έχουν συνηθίσει να συζητάνε πάνω στο παραδεδομένο έργο του Μαρξ; Διαταράσσει άραγε εν τοις πράγμασι η ύπαρξη της MEGA έκδοσης και αυτού του πλαισίου μια αίσθηση ότι το μαρξικό έργο είναι ένα ολοκληρωμένο έργο πάνω στο οποίο πια αρκεί μόνο να εποικοδομήσουμε;

Δεν μπορώ αυτή τη στιγμή να κάνω μια χαρτογράφηση των αντιδράσεων. Κάποιες μπορώ να τις υποθέσω, κάποιες τις έχω εισπράξει και στον πανεπιστημιακό χώρο που κινούμαι και κάποιες άλλες έχουν εκφραστεί ή θα εκφραστούν δημόσια. Η αποτίμηση του μαρξικού έργου ως ενός έργου ανοιχτού δεν αποτελεί μόνο ένα γραμματολογικό ή φιλολογικό ερώτημα. Αφορά το πώς αποτιμάμε τη δική μας θέση, στον δικό μας ιστορικό ορίζοντα. Πρόκειται λοιπόν για ένα εργαλείο το οποίο θεωρούμε ότι μπορεί να μας προσανατολίσει. Οπότε, η βαθύτερη απόφαση είναι πώς στεκόμαστε εμείς, σήμερα, στις δικές μας προκλήσεις. Το να πούμε ότι έχουμε ένα έτοιμο εργαλείο, όπως έχει ειπωθεί πολλάκις για το μαρξικό έργο, το οποίο εμπεριέχει ήδη τις απαντήσεις, όχι μόνο τις ερωτήσεις, αποτελεί πολιτική απόφαση, και έχει και πολιτικές επιπτώσεις· είχε πολιτικές επιπτώσεις, την έχουν πληρώσει άνθρωποι, έχει κάνει δηλαδή μια διαδρομή στην ιστορία, δεν είναι απλώς ζήτημα κάποιου καθηγητή πανεπιστημίου ο οποίος έγραψε ένα βιβλίο.

Η άλλη απόφαση είναι ότι εμείς οι ίδιοι βρισκόμαστε σε έναν ανοιχτό ορίζοντα, με ένα εργαλείο ιδιαίτερα δυναμικό, διαλεκτικό με τη βαθύτερη έννοια του όρου, δηλαδή με την έννοια ότι περιέχει αντιφάσεις, γιατί αυτό είναι η διαλεκτική, και όχι αρμονικό, όπως γίνεται λόγος στα διάφορα εγχειρίδια της Σοβιετικής Ακαδημίας. Δεν κατέχουμε εμείς την αρμονία και ο κόσμος γύρω μας είναι δυσαρμονικός. Αυτό αποτελεί μια άλλη πολιτική απόφαση, χωρίς κάτι τέτοιο να σημαίνει διολίσθηση σε έναν σχετικισμό ότι δήθεν όλα τα πράγματα είναι υποκειμενικά κλπ. Δεν τίθεται αυτό το ζήτημα για την κριτική της πολιτικής οικονομίας, δεν είναι αυτή η κριτική αντίληψη του Μαρξ: Είναι ένας επιστημονικός λόγος, ο οποίος παίρνει θέση. Με αυτή την έννοια είναι πολιτικός, παίρνοντας βέβαια θέση όχι στο κομματικό σύστημα, άλλα απέναντι στον ιστορικό ορίζοντα. Αυτό είναι πολιτική θέση, όπως όταν λέει για παράδειγμα στο περίφημο κλείσιμο του 24ου κεφαλαίου στον πρώτο τόμο ότι αν εξαντληθούν οι δυνατότητες μπορούμε να φτάσουμε σε απαλλοτρίωση των απαλλοτριωτών. Αυτό είναι μια δομή δυνατοτήτων· δεν λέει ότι θα γίνει όντως ή ότι θα γίνει αύριο.

 

Δεν τον διαβάζεις με το τελεολογικό τρόπο που τον διάβασαν διάφορα ρεύματα, δηλαδή.

Όχι, αν και είναι εύκολο να διαβαστεί έτσι. Πρέπει να πούμε ότι η διατύπωση, ιδιαίτερα εκεί, έλκει αυτή την ανάγνωση.

 

Ενώ θα έλεγε κανένας ότι το 24ο κεφάλαιο είναι το κατεξοχήν μη τελεολογικό κεφάλαιο, δηλαδή υπάρχει κατά κάποιον τρόπο μια αντίφαση εκεί.

Το 24ο κεφάλαιο είναι από τις καλύτερες θεωρίες ιστορικής απροσδιοριστίας που έχουμε, γιατί μας δείχνει πώς γεννιέται μια κοινωνική μορφή την οποία δεν επιδίωξε κανένας, ούτε οι εργάτες φυσικά, ούτε οι αγρότες, ούτε οι κεφαλαιοκράτες, οι οποίοι κυνηγούσαν το κέρδος, ούτε το κράτος.

 

Αναδύθηκε οριακά τυχαία.

Ακριβώς. Δεν συνέβη βέβαια σε μια εβδομάδα· ο Μαρξ μιλάει για τρεις-τέσσερις αιώνες, και έρχεται τώρα να κάνει απολογισμό. Θεωρεί ότι τον 19ο αιώνα έχουν ωριμάσει όχι μόνο οι συνθήκες γι’ αυτό που θα πει, αλλά και το αντικείμενο στο οποίο θα ασκήσει την κριτική του, άρα δεν μιλάει στον αέρα. Πρόκειται λοιπόν για μια από τις καλύτερες, πιο προσγειωμένες θεωρίες ιστορικής απροσδιοριστίας και την ολοκληρώνει αλλάζοντας επίπεδο ανάλυσης. Από εκεί που τοποθετούνταν στην Αγγλία και μας δείχνει πιο εφαρμοσμένες «δυναμικές» (τι κάνει το κράτος, οι γαιοκτήμονες, πώς δένονται τα συμφέροντα για να βγει η κοινωνική μορφή), μεταβαίνει σε ένα μεγαλύτερο επίπεδο αφαίρεσης και λέει περίπου το εξής: «Προαστικά έχουμε χονδρικά δύο ειδών μορφές, τον ελεύθερο καλλιεργητή και τον δούλο. Όταν έρχεται η νέα κοινωνική μορφή που μόλις σας έδειξα, αυτοί φεύγουν από το παιχνίδι. Οπότε ποια δυνατότητα εμφανίζεται στον ορίζοντα; Το σκιαγραφώ και σας αφήνω: Οι απαλλοτριωτές θα απαλλοτριωθούν». Έχουμε δηλαδή ένα μοντέλο, την ιστορία ως δικαστή. Να επισημάνουμε όμως ότι δεν χρησιμοποιεί θεολογικές έννοιες, δεν μιλάει για λύτρωση· χρησιμοποιεί νομικές έννοιες, όπως είναι η απαλλοτρίωση.

 

Νομίζω ότι η θεολογία έρχεται πιο πολύ με την έννοια του μεσσιανικού, σε μια τελεολογική προσέγγιση: ότι ο Μαρξ λέει πως έτσι κι αλλιώς η ιστορία πάει προς τα εκεί. Οπότε η εργατική τάξη έχει διαβαστεί ενδεχομένως ως μεσσιανική.

Πολλάκις. Τέτοια στοιχεία υπάρχουν στον Ένγκελς από την ηθική πλευρά, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση.

 

Και ταυτόχρονα υπάρχει Η κατάσταση της εργατικής τάξης στην Αγγλία, που είναι και αυτό ένα κείμενο ιστορικής απροσδιοριστίας.

Ακριβώς. Ας δει κανείς το τελευταίο κεφάλαιο, όπου το προλεταριάτο εμφανίζεται και ως φορέας ηθικού καθαρμού. Όχι απλώς πολιτικής επικράτησης, αφού, για τον Ένγκελς, μετά από την επικράτηση του προλεταριάτου η κοινωνία θα καλυτερεύσει και ηθικά· Ο Μαρξ δεν παίζει το παιχνίδι αυτό. στον Μαρξ, η ηθική είναι ηθική της χειραφέτησης, ηθική της ελευθερίας. Από κει και πέρα, δεν μπαίνει σε άλλα ηθικά ζητήματα. Γιατί όταν το αντικείμενο είναι σπασμένο στα δύο, τουλάχιστον, όταν είναι κατακομματιασμένο, από τη μία ο εργάτης, από την άλλη ο κεφαλαιοκράτης και τα άλλα συμφέροντα, δεν μπορείς να μιλήσεις για ηθικό κανόνα. Διότι, όπως έχει πει ο Μερλώ-Ποντύ, η υποκρισία είναι αντικειμενικό πράγμα: η πρόθεσή σου έχει ένα αποτέλεσμα που είναι εντελώς διαφορετικό, γι’ αυτό και όταν ο Μαρξ λέει στο 8ο κεφάλαιο ότι ο κεφαλαιοκράτης μπορεί να είναι ο πιο αξιαγάπητος άνθρωπος, το εννοεί: μπορεί να είναι μέλος της φιλοζωικής εταιρείας, να κάνει αγαθοεργίες, δεν το αρνείται. Το ζήτημα είναι ότι η θέση του είναι, και με αυτή την έννοια, ανήθικη. Οπότε, ο Μαρξ δεν επιχειρεί μια ηθική καταγγελία, επιχειρεί μια κριτική των σχέσεων. Αυτή η αφαίρεση που κάνει είναι πολύ δύσκολη, πολύ απαιτητική, ώστε τον έχουν κατηγορήσει ότι είναι απάνθρωπος, ενώ ο ίδιος υποστηρίζει ότι απλώς μας δείχνει το αντικείμενο. Μπορεί να πει κανείς, ότι πρόκειται για μια βαθιά ηθική κριτική, αλλά ο ίδιος δεν τη συλλαμβάνει ως τέτοια. Για τον Μαρξ, η ηθική είναι ζήτημα πράξης, δείχνει δομές πράξης, αναγκαίας πράξης, πράξης παραγωγής, και από εκεί και πέρα μπορεί να κρίνει κανείς το ηθικό ποιόν αυτών των αποτελεσμάτων.

Σε κάθε περίπτωση όμως, θα έλεγα ότι πλέον σήμερα αυτό, πέρα από τη γραμματολογική διάσταση, και επιβάλλεται και μας συμφέρει. Δηλαδή, σήμερα, είναι από δύσκολο έως οξύμωρο να πούμε ξανά ότι έχουμε να κάνουμε με ένα αρμονικό σύστημα, με έναν ενιαίο θεωρητικό λόγο οποίος δεν έχει ρωγμές ή κενά. Έχουν αλλάξει πάρα πολλές καταστάσεις, τουλάχιστον από το ’89 και μετά, οπότε αυτό που βλέπουμε στον Μαρξ είναι ότι παραμένει σαφέστατα νεωτερικός, και δίνει σε εμάς τώρα την πρόκληση να στοχαστούμε πάλι στα ίδια προβλήματα με τον ίδιο ανοιχτό τρόπο και βεβαίως με την ίδια δυνατότητα πολιτικών αποφάσεων.

 

Λες ότι το έργο του Μαρξ είναι ουσιωδώς πολιτικό έργο. Μπορεί τα μείζονα έργα του να μην είναι τυπικά πολιτικά κείμενα, αλλά επιστημονικά, κείμενα κριτικής της πολιτικής οικονομίας, αλλά θα μπορούσαμε -όπως αποπειρώνται πολλοί σήμερα, και ενδεχομένως μια κριτική έκδοση του μαρξικού έργου  θα μπορούσε να προσφέρει επιχειρήματα προς την κατεύθυνση αυτή- να δούμε τον επιστήμονα Μαρξ, χωρίς τον πολιτικό Μαρξ; Θα υπήρχε ο πρώτος χωρίς τον δεύτερο; Υπάρχει ο Μαρξ της Γερμανικής ιδεολογίας χωρίς τον Μαρξ του Χειρογράφου του Κρόιτσναχ το ’43; Υπάρχει ο επιστήμονας Μαρξ χωρίς τον κομμουνιστή Μαρξ;

Αυτή η διάζευξη διατυπώνεται κυρίως τέλη 19ου, αρχές 20ού αιώνα: πρόκειται για το αίτημα για «καθαρή επιστήμη», έξω από το πεδίο της πολιτικής. Για τη διαλεκτική και κριτική παράδοση, στην οποία εγγράφεται ρητά ο Μαρξ, δεν τίθεται αυτό το ζήτημα, διότι στη διαλεκτική η ίδια η ανάπτυξη του αντικειμένου είναι μια πολιτική απόφαση, απόφαση όχι με την έννοια της αυθαιρεσίας, αλλά με την έννοια της λήψης θέσης ώστε να δω πώς αναπτύσσεται το αντικείμενο, λήψης θέσης δηλαδή απέναντι στον ιστορικό ορίζοντα, σαφής αντίληψη της ιστορικότητας των εννοιών μου. Άρα το ζήτημα της πολιτικής τοποθέτησης είναι συνυφασμένο με την κριτική της πολιτικής οικονομίας, και δεν αναφέρομαι καν στα υπόλοιπα ρητά πολιτικά έργα, όπως η 18η Μπρυμαίρ. Στο επιστημονικό του έργο, ο Μαρξ «εισπράττει» την ιστορικότητα ενός επιστημονικού κλάδου, ο οποίος είναι ιδιαίτερα σύγχρονος τότε, δηλαδή την πολιτική οικονομία, ως τον κατεξοχήν επιστημονικό λόγο ο οποίος φιλοδοξεί να εξηγήσει την κίνηση της σύγχρονης αστικής κοινωνίας. Και λέει: «Θα σας πάρω κατά λέξη»· ένα κλασικό ρητορικό τέχνασμα, στα οποία ήταν δεινός, δηλαδή όταν κάνει κριτική, κάνει κριτική εμμενή, όπως λέει και ο ίδιος, δεν κάνει εξωτερική κριτική, καταγγελία, ακολουθεί το επιχείρημα του εκάστοτε συζητητή ή αντιπάλου για να το φέρει στα όριά του.

Δέχεται επομένως το πεδίο της πολιτικής οικονομίας ως το κατεξοχήν πεδίο ανάλυσης της δυναμικής της σύγχρονης κοινωνίας και το ανασυγκροτεί δείχνοντας τις ατέλειες ή τις ελλιπείς αφαιρέσεις του. Αυτό δεν είναι κάποια απλή επιστημονική διόρθωση, ένας διάλογος μεταξύ ειδημόνων· η βαθύτερη φιλοδοξία ήδη της κλασικής πολιτικής οικονομίας, πριν από την κριτική της πολιτικής οικονομίας, είναι ότι μπορεί να υποδείξει τον ορθό τρόπο με τον οποίο γίνεται η αναπαραγωγή και να εξηγήσει τις παρεκβάσεις ή τις ασθένειες, θα έλεγε κανείς, μέσα από την ιστορικιστική παράδοση. Άρα, η περιγραφή και ανάλυση του τρόπου παραγωγής και αναπαραγωγής του κοινωνικού βίου δεν είναι μια τεχνική διαδικασία, είναι μια διαδικασία που εμπεριέχει κι ένα ζήτημα τοποθέτησης απέναντι σε αυτές. Εάν δηλαδή διαπιστώσεις ατέλειες, π.χ. την εκμετάλλευση, ή όπως διαπιστώνει, για παράδειγμα, ο Άνταμ Σμιθ ότι αρκετοί εργάτες είναι αμόρφωτοι, ότι υπάρχει φανατισμός στην πολιτική, άρα δεν υπάρχει καλλιέργεια, μετριοπάθεια, θα πρέπει να τις εξηγήσεις. Αυτό πάει μαζί με την κανονιστική τους αποτίμηση, όταν κρίνω ότι ο φανατισμός, για παράδειγμα, που θα έλεγε ο Άνταμ Σμιθ, δεν συμβάλλει στην ορθή αναπαραγωγή, τη διακόπτει, καταστρέφει τον βίο.

Ο Μαρξ λοιπόν αποδέχεται τη λογική αυτή, ότι δηλαδή η πολιτική οικονομία εκφράζει, αναλύει, εξηγεί αναγκαίες, δομικές σχέσεις της σύγχρονης κοινωνίας, και την οδηγεί στα όριά της επεκτείνοντας σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό, τουλάχιστον από τον Ρικάρντο, το πεδίο της. Εννοώ εδώ ότι έχουμε την πρώτη ολοκληρωμένη θεωρία παραγωγής, η οποία μάλιστα ενσωματώνει και το περίφημο ζήτημα που μας απασχολεί μέχρι σήμερα, της εκμηχανισμένης παραγωγής. Οπότε έχουμε να κάνουμε με μια τέτοιου είδους «κατασκευή» τρόπον τινά, έχουμε δηλαδή διεύρυνση του θεωρητικού ορίζοντα και του θεωρητικού λόγου. Αυτό, ταυτόχρονα, είναι μια πολιτική τοποθέτηση. Ο τρόπος, δηλαδή, με τον οποίο ενσωματώνει τις ατέλειες, θα λέγαμε, του συστήματος, τις οποίες καταγράφουν εργοστασιακοί επιθεωρητές. Το πώς παράγεται η αθλιότητα σε μια σύγχρονη κοινωνία π.χ. δεν είναι ένα τεχνικό ζήτημα. Αν το πεις αυτό, έχεις εκφράσει και μια αξιακή διάσταση, μια κανονιστική διάσταση: δεν μπορεί να υπάρχει μια κοινωνία πλούτου με εργάτες οι οποίοι γίνονται εξαθλιωμένοι. Γιατί συμβαίνει αυτό; Ποιος θα το εξηγήσει, δεδομένου του ότι πλέον δεν καταφεύγουμε σε ανθρωπολογικές λύσεις του τύπου «κάποιοι είναι πιο εργατικοί και κάποιοι πιο τεμπέληδες»;

 

Αυτό είναι όμως αρχική παραδοχή της κλασικής πολιτικής οικονομίας. Θέλω να πω, με αυτό δεν προσπαθεί να απομυστικοποιήσει και την πολιτική οικονομία; Δεν μπορεί να πει κάποιος ότι η πολιτική οικονομία είναι, όχι απλώς ένα εργαλείο, αλλά μια ιδεολογική κατασκευή;

Σαφώς είναι. Ο Μαρξ είναι δίκαιος, και αυτό είναι κάτι σημαντικό για όποιον επιχειρεί το ίδιο πράγμα σήμερα. Είναι δίκαιος απέναντι στον αντίστοιχο ιστορικό ορίζοντα, όταν λέει π.χ. ότι οι φυσιοκράτες το πήγαν μέχρι εκεί, πολύ σωστό αυτό που έκαναν, αλλά δεν μπόρεσαν να βρουν μηχανισμό παραγωγής της υπεραξίας. Είναι όμως πολύ ωραίο αυτό που λένε ότι ο πλούτος προέρχεται από την εργασία, αν και το βλέπουν ως φύση. Οπότε, εισπράττει την ιστορική πορεία του αντικειμένου. Εκεί που είναι αμείλικτος είναι όταν διατυπώνονται θεωρίες πλέον εντός του δικού του ιστορικού ορίζοντα. Όταν δηλαδή έχει ξεσπάσει η επανάσταση, όταν έχουν φανεί οι αντιφάσεις του αντικειμένου, λέει, οφείλεις να τις δεις. Όποιον δεν τις βλέπει θα τον χαρακτηρίσω χυδαίο. Αυτό είναι το ζήτημα της «χυδαίας» οικονομικής επιστήμης: οφείλεις να δεις τις αντιφάσεις που έχει «ξεράσει» το αντικείμενο. Κι αυτός είναι ένας από τους μεγαλύτερους επαίνους που κάνει στον Ρικάρντο, ότι δηλαδή έχει μεν τη δική του πολιτική τοποθέτηση, αλλά όταν βλέπει προβλήματα, για παράδειγμα στη νομισματική διαχείριση, τα καταγράφει.

Οπότε, επιστημονικός λόγος και πολιτική τοποθέτηση για τον Μαρξ είναι συνυφασμένα. Δεν διαχωρίζονται. Όταν μιλάμε όμως για πολιτική, δεν μιλάμε για κομματική τοποθέτηση, αλλά για τη θέση που παίρνουμε απέναντι στον ιστορικό ορίζοντα και απέναντι στο ίδιο το αντικείμενο, η θέση της κριτικής δηλαδή, μέσα στο ίδιο το αντικείμενο, αυτό είναι μια πολιτική θέση. Άρα, δεν τίθεται ζήτημα απογύμνωσης του Μαρξ από την πολιτική του διάσταση, διότι τότε δεν θα μιλούσαμε για κριτική, αλλά για μια στατική αναπαράσταση κάποιου οικονομικού οικοδομήματος. Έτσι θα χάναμε το πιο σημαντικό, πέρα από το επίσης πολύ σημαντικό ζήτημα της συγκρότησης των ίδιων των κατηγοριών· ήδη το ότι έρχεται και λέει πως οι κινήσεις της επιφάνειας δεν εξαντλούν το αντικείμενο -άρα η συνείδηση πρέπει να διευρυνθεί- αποτελεί κατεξοχήν πολιτικό πρόταγμα. Δεν αρκεί η απλή εποπτεία, αλλά πρέπει να προχωρήσει σε ανακατασκευές: η αξία δεν είναι αισθητηριακό μέγεθος, αλλά απαιτείται για να εξηγηθεί η κίνηση του τόκου, της γαιοπροσόδου, του μισθού κλπ. Υπάρχει δηλαδή μια πραγματικότητα, πέραν της συνείδησης, όχι μεταφυσική, αλλά δίπλα της, γιατί απ’ αυτή έχει βγει, χωρίς να έχει γίνει ακόμη συνειδητή. Άρα, η κριτική της πολιτικής οικονομίας είναι πολιτική τοποθέτηση.

 

Το πρώτο μείζον έργο της προσπάθειάς σας είναι ο τόμος για τα κείμενα της δεκαετίας του ’40, που περιλαμβάνει πολλά σημαντικά κείμενα, όπως το Μανιφέστο, το Εβραϊκό ζήτημα, τα «Παρισινά χειρόγραφα», τα άρθρα για την υλοκλοπή στη Ρηνανία και τη λογοκρισία -τα οποία ήταν και καθοριστικά για την πορεία του Μαρξ-, τις Θέσεις για τον Φόιερμπαχ κλπ. Η επιλογή των κειμένων για τον τόμο αυτό πώς έγινε, πέρα από ότι ήταν κείμενα που δουλεύατε ήδη, όπως κουβεντιάζαμε στην αρχή; Είναι τα κείμενα αυτά κείμενα πολιτικών και θεωρητικών σταθμών της μαρξικής σκέψης τη δεκαετία του ’40, όπου και διαμορφώνεται το σύστημα του ιστορικού υλισμού;

Αρκετά από τα κείμενα αυτά αποτελούν μέρος του μαρξικού κανόνα, όπως και να τον ορίσει κανείς. Η βασική φιλοδοξία ήταν να δημιουργηθεί μια αντιπροσωπευτική ανθολογία και όχι απλά μια αναπαραγωγή του οποιουδήποτε κανόνα της δεκαετίας του ’40, να δείξουμε τη δυναμική της σκέψης του Μαρξ· δεν ξέρουμε βέβαια αν το πετύχαμε αυτό, διότι από τη δεκαετία αυτή λείπουν σημαντικά κείμενα, όπως η κριτική στη Φιλοσοφία του δικαίου του Χέγκελ από την περίοδο του Κρόιτσναχ, το χειρόγραφο για τον Φρίντριχ Λιστ, και η ημιτελής ανάλυση για τους αμπελουργούς του Μοζέλα. Πάντως, αν κοιτάξει κανείς το πρώτο από αυτά, το κείμενο για τη λογοκρισία, στο οποίο διακρίνουμε έναν ριζοσπάστη φιλελεύθερο, και έπειτα στο τέλος της δεκαετίας, την «Αστική τάξη και αντεπανάσταση», θα διαπιστώσει μια εξέλιξη ως προς το ύφος, αλλά και ως προς τα εργαλεία και τη στόχευση, πράγματα που έχουν να κάνουν με το βάθεμα, τη διεύρυνση, μιας πολιτικής κατά βάση συνείδησης.

Αυτή είναι η μία πλευρά· από την άλλη, θέλαμε να έχουμε, όσον αφορά τουλάχιστον τη Γερμανική ιδεολογία και τα «Παρισινά Χειρόγραφα», πιο αξιόπιστες μεταφράσεις και εκδόσεις αυτών των πειραματικών από κάθε άποψη κειμένων -γι’ αυτό και τα Παρισινά Χειρόγραφα βγήκαν ακριβώς όπως είναι στο πρωτότυπο, τρίστηλα, δίστηλα, με τις διαγραφές κλπ. Πιστεύω ότι αυτό είναι πάρα πολύ σημαντικό, διότι φιλοδοξούσαμε να δείξουμε τον τρόπο που ο ίδιος προσεγγίζει πειραματικά έως και αγωνιωδώς τον στόχο της έρευνας και της κριτικής του. Η επιλογή των επιστολών εξυπηρετεί τον ίδιο στόχο, όπως επίσης και τα κείμενα του παραρτήματος: το κείμενο του Ένγκελς για την κριτική της οικονομικής επιστήμης, το οποίο του ανοίγει την πόρτα σε έναν νέο χάρτη, και, τιμής ένεκεν, το κείμενο για το χρήμα του ξεχασμένου Μόζες Χες (ο οποίος παρά την πολεμική που του είχε ασκήσει αργότερα ο Μαρξ, τον παρακολουθούσε και τον εκτιμούσε πάντα), που μιλά για την αστική κοινωνία ως μια ζούγκλα από χρηματοκατόχους, αντίληψη που θα την πάρει και θα την αναπτύξει ο Μαρξ.

Οπότε, η φιλοδοξία μας ήταν αφενός να συγκεντρώσουμε κλασικά κείμενα της δεκαετίας του ’40, νομίζω αυτό σε κάποιον βαθμό το καταφέραμε, και επίσης να είναι ένα κάπως αντιπροσωπευτικό δείγμα για την πορεία της σκέψης του Μαρξ στη δεκαετία του ’40.

 

Ας έρθουμε στο τελευταίο, δίτομο έργο, που αφορά τα κείμενα της δεκαετίας του ’50. Είναι το τρίτο μείζον βήμα αυτής της εκδοτικής απόπειρας, αφού το δεύτερο, και ενδεχομένως το σπουδαιότερο, είναι το ίδιο το Κεφάλαιο. Περιλαμβάνει τα μείζονα πολιτικά έργα της δεκαετίας του ’50, του Ταξικούς Αγώνες, τη 18η Μπρυμαίρ κλπ., αλλά περιλαμβάνει και πλήθος πολιτικών άρθρων ανιχνεύοντας κατά κάποιον τρόπο την πλευρά του Μαρξ ως δημοσιογράφου. Μάλιστα πολλά από αυτά ήταν ανωνύμως γραμμένα και υπήρξε μεγάλη έρευνα για να αποδειχτεί ότι είναι του Μαρξ. Ποια είναι κατά τη γνώμη σας η ιδιαιτερότητα αυτού του τόμου; Αναδεικνύει έναν χαρακτήρα του Μαρξ που είναι κάπως υποτιμημένος στην πρόσληψή του;

Η βασική αντίληψη και σε αυτό ήταν η ίδια με το βιβλίο για τη δεκαετία του ’40: να καταδειχθεί δηλαδή η εξέλιξη ενός στοχαστή. Αυτό εξυπηρετεί και το ότι επιμείναμε στην αυστηρή χρονολογική παρουσίαση των κειμένων, παρά το γεγονός ότι η διαδοχή τους μοιάζει ασύνδετη, λόγω της θεματικής ποικιλίας τους. Ο αναγνώστης λοιπόν θα πρέπει να ανασυγκροτήσει το πεδίο που τον ενδιαφέρει και να επιλέξει -αν θέλει- να διαβάσει μόνο από τα «Grundrisse» ή μόνο επιστολές ή άρθρα. Εκτός από τα πολιτικά κείμενα που ανέφερες, έχουμε πάρα πολλά από τα πρώιμα πολιτικά κείμενα, από τότε δηλαδή που υπάρχει ακόμη η Ένωση Κομμουνιστών μέχρι να διαλυθεί, στα οποία έχουμε σταδιακά την αποτίμηση της επανάστασης που ηττήθηκε. Έχουμε κατά συνέπεια να κάνουμε με τη διαχείριση μιας ήττας σε πολλά επίπεδα. Επίσης, ένα από τα σημαντικότερα αποκτήματα αυτού του τόμου είναι οι «Αποκαλύψεις για τη δίκη των κομμουνιστών στην Πολωνία» το οποίο ανήκει στην ιστορία του δικαίου του 19ου αιώνα. Αξίζει όμως και σαν πεζογράφημα· όποιος θέλει να δει πώς χρησιμοποιεί ο Μαρξ τον γραπτό λόγο σε όλο του το φάσμα, μπορεί να ανατρέξει στις «Αποκαλύψεις», όπου δεν αφήνει κανένα επώνυμο αντιπάλου με το οποίο να μην κάνει λογοπαίγνιο, πέραν του ότι αφηγείται και αναλύει γεγονότα εν είδει αστυνομικού πράκτορα, ενώ αναδεικνύεται και ο πολύ καλός νομικός Μαρξ.

Σε σχέση με τη δημοσιογραφική πλευρά, ο ίδιος είχε γράψει επανειλημμένα ότι αυτό είναι μεροδούλι-μεροφάι όχι επιστημονική δουλειά, και δεν τη θεωρούσε σημαντική. Βεβαίως, δεν τίθεται ζήτημα σύγκρισης μεταξύ αναλύσεων του Κεφαλαίου και δημοσιογραφικών άρθρων· απ’ την άλλη όμως μπορούμε να δούμε δύο πράγματα στα δημοσιογραφικά του κείμενα: το ένα είναι η θεματολογία και το άλλο τα εργαλεία, ο τρόπος με τον οποίο αναλύει, για παράδειγμα, την πολιτική της Βρετανίας στην Κίνα. Έχουμε δηλαδή μια χαρτογράφηση, με δημοσιογραφική χροιά φυσικά, των σταδίων του κλασικού ιμπεριαλισμού. Η θεματολογία μάς δίνει -και προσπάθησα να επιλέξω όσο πιο αντιπροσωπευτικά κείμενα γίνεται- έναν διεθνή χάρτη, του βόρειου κατά βάση ημισφαιρίου: άρθρα για τον Κριμαϊκό Πόλεμο, για την ιμπεριαλιστική εκμετάλλευσης της Κίνας, σκωπτικές αναλύσεις του αγγλικού πολιτικού συστήματος, επίσης σκωπτική παρακολούθηση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας στη Γαλλία -αρκετά επιλεγμένα άρθρα αποτελούν μια γέφυρα ανάμεσα στη 18η Μπρυμαίρ του 1852 και του Εμφυλίου πολέμου στη Γαλλία το 1871. Στο διάστημα αυτό έχουμε, με διαφορετική συχνότητα, παρακολούθηση των βημάτων της πολιτικής του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, και είναι ενδιαφέρον να δει κανείς ότι ο Μαρξ, όταν κρίνει ένα πολιτικό σύστημα, το κρίνει τουλάχιστον από δύο πλευρές: αφενός ως προς τους πόρους, αυτά που συντηρούν το συγκεκριμένο σύστημα, τον τρόπο με τον οποίο διαχειρίζεται τα δημόσια οικονομικά -και εκεί τον βοηθούν πολύ οι οικονομολογικές του αναγνώσεις. Πρόκειται για μια σημαντική, αλλά παραγνωρισμένη πλευρά του, παρότι ο ίδιος επέμενε πολύ σε αυτό, έθετε δηλαδή το ζήτημα του ποιος πιστώνει τον εξουσιαστή. Αντίστοιχες αναλύσεις έχουμε και για την Αγγλία και μάλιστα πριν ακόμη μιλήσει για αυτό που ονομάζουμε σήμερα πολιτική μορφή. Από την άλλη πλευρά, παρακολουθεί την κίνηση του πολιτικού πεδίου, ακόμη και στις τελευταίες του λεπτομέρειες, σε επίπεδο δηλαδή φυσιογνωμιών, πολιτικών χαρακτήρων, ρητορείας, σκοπιμοτήτων, αξιοποιώντας όσες πηγές μπορεί να ανακαλύψει: πρακτικά του Κοινοβουλίου, διπλωματική αλληλογραφία, δημοσιεύματα σε άλλες εφημερίδες.

Άρα, εδώ έχουμε να κάνουμε με έναν τρόπο εξήγησης της πραγματικότητας από τον οποίο δεν λείπουν οι αναδρομές σε βαθύτερες δομές που δεν φαίνονται στην εντυπωσιακή δημοσιότητα, αλλά ο ίδιος ανατρέχει σε αυτές, χωρίς να εγκαταλείπει το πρόγραμμα της κριτικής της πολιτικής οικονομίας, εφαρμόζοντάς το έτσι και στο πολιτικό πεδίο, στο οποίο δίνει διαφορετικό φάσμα δυνατοτήτων. Εκεί παίζει κατεξοχήν με το ζήτημα της απροσδιοριστίας: μπορεί να έχει σημασία στο πολιτικό πεδίο, ιδιαίτερα στην περίοδο της κρίσης, ένας χαρακτήρας ο οποίος βρέθηκε στο ακατάλληλο σημείο την ακατάλληλη στιγμή ή αντιστρόφως. Το καταγράφει αυτό, δεν το αρνείται, όπως και δεν προσπαθεί να τυποποιήσει τις πολιτικές κινήσεις, αλλά, αντιθέτως, εκτιμά πάρα πολύ και αναπαράγει τον πλούτο του αντικειμένου, και έτσι, όπως έχουμε μια ανάλυση για τη Γαλλία, έχουμε μια ανάλυση και για την Ισπανία, η οποία την περίοδο από τους ναπολεόντειους πολέμους και μετά βρίσκεται σε συνεχή πολιτειακή αναταραχή.

Μάλιστα, θεωρώ τα άρθρα για την Ισπανία πάρα πολύ σημαντικά, γιατί παρουσιάζουν τον τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία μπαίνει στον νεωτερικό ορίζοντα, ένας τρόπος που, σύμφωνα με τον Μαρξ, είναι κάθε φορά διαφορετικός. Κάποια μπαίνει με λιγότερη βία, κάποια με «μεγάλες οδύνες». Έχει λοιπόν σημασία τι βλέπει στην περίπτωση μιας προαστικής μοναρχίας: αυτό που τον απασχολεί δεν είναι οι καθεαυτές πολιτικές δομές, όπως είναι ο βασιλιάς, αλλά το πώς είναι οργανωμένες οι δημοτικές εξουσίες, δηλαδή η βάση, και αν υπάρχουν φορολογικές ροές. Από εκεί και πέρα, εντοπίζει τον ρόλο του στρατού σε κοινωνίες που βρίσκονται σε μετάβαση και άρα έχουμε μετατόπιση εξουσιαστικών δομών, φτάνοντας μέχρι το σημείο να αποτιμά, όπως πάντα, χαρακτήρες. Διαπιστώνουμε έτσι έναν πλούτο αναλυτικών εργαλείων που κυμαίνεται από βαθυδομικές αναλύσεις, μέχρι πολιτικές αναλύσεις, αλλά και στην, πολύ σημαντική κατ’ εμέ, χρήση αισθητικών κατηγοριών στην ανάλυση του πολιτικού.

Έχουμε λοιπόν μια πιο πλούσια εικόνα του Μαρξ· του Μαρξ εργαζόμενου, του Μαρξ ως αναλυτή, ως διεθνούς σχολιαστή, ενώ σε συγκεκριμένα άρθρα μπορούμε να εντοπίσουμε προεργασίες για το Κεφάλαιο, π.χ. τους εργοστασιακούς επιθεωρητές, την κατάσταση των αγγλικών εργοστασίων κλπ. Άρα έχουμε να κάνουμε με μεγαλύτερο πλούτο, και πραγματολογικά -δηλαδή κείμενα άγνωστα ως τώρα για την ελληνική γραμματολογία-, αλλά και σε μεγαλύτερο φάσμα αναλυτικού και κριτικού λόγου, έως και αισθητικού αποτελέσματος, ακόμα και για αυτούς που γνωρίζουν τον Μαρξ. Αν σώθηκε αυτό στη μετάφραση, θα με ικανοποιούσε πάρα πολύ, αλλά αυτό θα το κρίνει ο αναγνώστης.

 

Γράφεις στον πρόλογο του έργου ότι «όσοι οδύρονται για την έλλειψη μιας πολιτικής θεωρίας στο έργο του Μαρξ, θα έχουν κάθε δυνατότητα να αναθεωρήσουν αυτή την άποψη». Μπορεί από όλα αυτά να καλυφθεί το κενό της έλλειψης μιας καθαυτής πολιτικής θεωρίας του Μαρξ; Σε ποια σημεία του έργου αυτού θα μπορούσαμε να σταθούμε για να ανασυνθέσουμε μια τέτοια θεωρία;

Προφανώς, δεν έχουμε μια πραγματεία πολιτικής θεωρίας από τον Μαρξ, έχουμε εφαρμογές κατηγοριών. Μέσα από τις αναλύσεις του όμως αυτές, τόσο τις πολιτικές, όσο και τις δημοσιογραφικές, μας δίνει οπτικές για να αποτιμήσουμε και να εξηγήσουμε το σύγχρονο πολιτικό φαινόμενο. Ας μην ξεχνάμε ότι την εποχή που γράφει ο Μαρξ το ζήτημα του εκλογικού δικαιώματος δεν έχει λυθεί ακόμη. Αυτό θα ορίσει το περίφημο ζήτημα της Republik -το οποίο έχω αποδώσει ως Πολιτεία· δεν είναι Δημοκρατία, διότι το δημοκρατικό αίτημα βαίνει παράλληλα με τη συγκρότηση μορφής κυριαρχίας, που είναι η Republik. Μην ξεχνάμε επίσης ότι ακόμη τότε δεν υπάρχουν ως κράτη ούτε η Ιταλία ούτε η Γερμανία, και ότι στην Ευρώπη ακόμη υπάρχουν μοναρχίες που θα πέσουν μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Οπότε, παρά την έλλειψη μιας ολοκληρωμένης πραγματείας περί πολιτικής θεωρίας, έχουμε χαρτογραφήσεις ενός δυναμικού πεδίου, όπως είναι το σύγχρονο κράτος. δηλαδή, ενός τόπου στον οποίο εκφράζονται θραυσματικά οι ταξικοί αγώνες και ανταγωνισμοί και μια χαρτογράφηση των συστατικών στοιχείων αυτού του πολιτικού συστήματος, δηλαδή το κομματικό σύστημα, το οποίο συγκροτείται την εποχή εκείνη, θεσμών αντιπροσώπευσης, αλλά και σχολιασμό πολιτειακών αλλαγών και συνταγμάτων. Δεν ξέρω αν είχε την ευχέρεια να γράψει μετά το 1848 μια πραγματεία πολιτικής θεωρίας ή εάν θα ενσωμάτωνε τις κινήσεις του κράτους στην κριτική της πολιτικής οικονομίας. Και εκεί να μην ξεχνάμε ότι όταν λέει «κράτος» λέει «φόροι» και «δημόσιο χρέος», αυτοί είναι οι δύο μεγάλοι υλικοί πυλώνες. Αυτή είναι η δική του κληρονομιά, διότι είναι πλέον ώριμο και δεν τίθεται ζήτημα θεωρίας πολιτευμάτων, αφού αυτά έχουν ενσωματωθεί στην κίνηση του σύγχρονου κράτους, οπότε το περιεχόμενό τους δεν το εξετάζει από τα μορφικά χαρακτηριστικά, αλλά ανατρέχει σε οικονομικά ζητήματα που προηγούνται. Αυτό είναι που αν δεν απαγορεύει, τουλάχιστον συρρικνώνει το ζήτημα της καθαρής πολιτικής θεωρίας· ότι, δηλαδή, περιεχόμενα της πολιτικής προκαθορίζονται, πριν μπουν στην καθαυτό πολιτική. Μας δίνει λοιπόν έναν δυναμικό χάρτη, δεν μας δίνει μια ολοκληρωμένη πολιτική θεωρία. Με άλλα λόγια, ο Μαρξ έχει πολιτική, αλλά πρέπει κανείς να φωτίσει τα κείμενα με υπεριώδεις ακτίνες. Γι’ αυτό είπα ότι έχουμε μια θεραπεία αυτής της διαμαρτυρίας, εφόσον βέβαια είμαστε σε θέση να συνεχίσουμε αυτού του είδους τις αναλύσεις.

 

Πηγαίνοντας προς το τέλος, ας επιστρέψουμε στο Κεφάλαιο για να το δούμε λίγο από τη μεταφραστική σκοπιά. Το Κεφάλαιο στην Ελλάδα έχει μια διαδρομή ως βιβλίο, κι ιδιαίτερα ο πρώτος τόμος, σχεδόν εκατονταετή. Έχει γνωρίσει άλλες τέσσερις τουλάχιστον εκδόσεις, με τη μεταφραστική απόπειρα της ομάδας υπό τον Παναγιώτη Μαυρομμάτη να είναι αυτή που ως τώρα είχε καθιερωθεί. Μπορούμε να δούμε κάποιες βασικές διαφορές ανάμεσα στη νέα απόδοση που κάνατε εσείς και και τις προηγούμενες, ειδικά αυτής του Μαυρομμάτη; Φαντάζομαι ήταν ένα κείμενο το οποίο συμβουλευτήκατε αρκετές φορές. Ποιες είναι οι ουσιώδεις διαφορές;

Ο καθένας βέβαια έχει την μέθοδό του, αλλά, προσωπικά, όταν μεταφράζω, αποφεύγω πλήρως να κοιτάζω άλλες. Είμαι εγώ και το πρωτότυπο· πρέπει να έχω την πλήρη ευθύνη γι’ αυτό που θα βγει. Η όποια αντιπαραβολή, που δεν ήταν φυσικά συστηματική, ή η όποια αναδρομή στον Μαυρομμάτη, ή σε άλλες εκδόσεις, αναφορικά με επιλογές εννοιών, έγινε κυρίως από τον Θωμά Νουτσόπουλο, με τον οποίο συζητούσαμε έπειτα. Για την ιστορία, η πρώτη ολοκληρωμένη απόπειρα, μιλώντας για τον πρώτο τόμο, είναι από τους αδελφούς Πουρνάρα στον Μεσοπόλεμο. Μια απόπειρα η οποία, εξ όσων γνωρίζω, δεν έχει συζητηθεί ιδιαίτερα. Έγινε από τα γαλλικά βέβαια και όχι από τα Γερμανικά. Έπειτα, μπορούμε να πούμε, ότι η μετάφραση του Κεφαλαίου είναι κι αυτή ένας αγωνιστικός καρπός του ελληνικού Εμφυλίου Πολέμου. Διότι προκύπτει αμέσως μετά, τη δεκαετία του ’50, και μάλιστα είναι χαρακτηριστική για την πορεία της ελληνικής αριστεράς. Τότε, έχουμε δύο εκδόσεις, οι οποίες βαίνουν παράλληλα. Του Σκουριώτη, που είναι πιο αυστηρά δημοτικιστική, και του Μαυρομμάτη, ή εν πάσει περιπτώσει αυτή που έχει καταλήξει να λέγεται του Μαυρομμάτη. Τώρα, ως προς τις διαφορές μεταξύ των μεταφράσεών μας: το κείμενο του Μαυρομμάτη είναι όπως όλα τα κείμενα της εποχής του. Δηλαδή, δεν προδίδει το πρωτότυπο. Δεν είναι εσφαλμένη από αυτή την άποψη.

 

Δεν είναι ερμηνεία, δηλαδή.

Δεν είναι. Ερμηνεία έχουμε έτσι κι αλλιώς, εφόσον έχουμε ζήτημα κατηγοριών και εννοιών. Άρα εκεί ο Μαυρομμάτης και οποιοσδήποτε άλλος μεταφραστής, εισπράττει και τον δικό του ιστορικό ορίζοντα. Έτσι, για παράδειγμα έχουμε το περίφημο προτσές ή τη χρήση του όρου μανουφακτούρα -για τα οποία διάφοροι με ρωτούσαν και γελούσαν. Η δική μας απόφαση, διαπίστωση κι αφετηρία ήταν ότι πλέον, σήμερα, η ελληνική γλώσσα έχει περπατήσει τουλάχιστον στο επίπεδο της επιστημονικής ορολογίας. Είμαστε και πιο πλούσιοι και πιο ελεύθεροι. Έχει φύγει από πάνω μας ο βραχνάς αν θα είναι δημοτικιστικό ή πιο καθαρευουσιάνικο κλπ. Τουλάχιστον όσον αφορά τον επιστημονικό λόγο. Οπότε φιλοδοξία μας ήταν να δώσουμε ένα κείμενο σύγχρονο, με βασική μέριμνα να αναδειχθούν οι κατηγορίες που απαρτίζουν το σώμα της κριτικής. Αυτό ήταν το ένα. Το άλλο ήταν ότι, ακριβώς με βάση αυτά που είπαμε πριν για το ανοιχτό έργο, η δική μου φιλοδοξία ήταν -κι αυτό μου κόστισε πολύ κόπο- να δείξουμε ότι το Κεφάλαιο είναι μια δυναμική πορεία. Γι’ αυτό και έπρεπε, όχι απλά να αναφερθούμε σε αυτά, αλλά να υπάρχει αναπαραγωγή και σώμα, όσων περισσότερων γίνεται σταδίων αυτού του έργου. Άρα είχαμε την τελική από τον Μαρξ έκδοση, δηλαδή την επιμελημένη τρίτη, που είναι και το βασικό κείμενο, αναφορά στο πρώτο κεφάλαιο της πρώτης έκδοσης, το περίφημο Παράρτημα, η σημασία του οποίου ανακαλύφθηκε τη δεκαετία του ’60, ιδιαίτερα από τον Χορκχάϊμερ, και μία, όσο το δυνατόν ευρεία αναφορά -σαφώς δεν γινόταν να ενσωματωθούν όλες οι αλλαγές- από τη γαλλική έκδοση. Εκεί, οι μεγάλες αλλαγές εστιάζουν στο 23ο κεφάλαιο, στον Γενικό Νόμο της Κεφαλαιοκρατικής Συσσώρευσης. Έτσι, ο αναγνώστης μπορεί, με σχετική προσπάθεια βέβαια, να δει τις φάσεις ή τον εμπλουτισμό ή την αναδιατύπωση βασικών αντιλήψεων, βασικών διαστάσεων της κριτικής από την πρώτη, στη δεύτερη και στην τρίτη έκδοση. Οπότε μπορεί να δει πως αναπτύσσεται το επιχείρημα του Μαρξ. Η επιμέλεια του Ένγκελς βρίσκεται σε ξεχωριστό παράρτημα.

Από κει και πέρα το καινούργιο στοιχείο είναι ότι υπάρχει μια πιο συστηματική πραγματολογική πλαισίωση στο κείμενο. Δηλαδή, λογοτεχνικοί χαρακτήρες, ενίοτε λογοπαίγνια κοκ. Και είχαμε την τύχη να βρούμε για πρώτη φορά σε όλες τις εκδόσεις διεθνώς, μια παραπομπή σε έναν αρχαίο συγγραφέα, τον οποίο χρησιμοποιεί χωρίς να ονομάζει. Όλοι νομίζαμε ότι είναι ο Θουκυδίδης, αλλά αναφέρεται στον Πρόκλο τον Διάδοχο· βρήκαμε μάλιστα κι από που τον έχει διαβάσει και δημοσιεύτηκε και στα γερμανικά.

Έχουμε λοιπόν ένα νέο κείμενο με σεβασμό στις κατηγορίες με ελληνική απόδοση, δηλαδή δεν μιλάμε για προτσές, αλλά για διαδικασία. Πολύ περισσότερο που ο ίδιος στη γαλλική έκδοση αφιερώνει υποσημείωση στον όρο προτσές και λέει «οι Γάλλοι το λένε έτσι, οι Γερμανοί το λένε έτσι», άρα έχει σημασία και όταν μιλάμε για τα ελληνικά, τα ελληνικά νομίζω ότι είναι σε πιο προνομιακή θέση απέναντι σε αυτό το κείμενο από ό,τι, για παράδειγμα, η αγγλική γλώσσα.

 

Τώρα πια, μετά από υπερδεκαετή ενασχόληση όχι απλώς με το πνεύμα, αλλά με το γράμμα του μαρξικού έργου από τη θέση του μεταφραστή, ποια θα κρατούσατε εσείς, 200 χρόνια μετά τη γέννηση του Μαρξ και πλέον των 150 χρόνων από την έκδοση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, ως βασικότερα σημεία της επικαιρότητάς του;

Το ένα είναι ότι όσο υπάρχει αυτός ο συγκεκριμένος τρόπος παραγωγής, ο οποίος έχει πλέον αναπτυχθεί σε κοινωνικό σύστημα και δεν είναι απλά ένας τρόπος παραγωγής, αλλά έχει και το εποικοδόμημά του, ο Μαρξ θα είναι επίκαιρος. Μας έδωσε μια από τις καλύτερες -την καλύτερη, κατά τη γνώμη μου- ακτινογραφία βάθους αυτής της κοινωνίας. Δεν μπορούμε να κάνουμε χωρίς αυτήν, τουλάχιστον σε επίπεδο μόρφωσης, σε επίπεδο εκπαίδευσης, σε επίπεδο δηλαδή γαλούχησης των επόμενων γενεών, ώστε να καταλάβουν πού βρίσκονται. Το άλλο, που πηγαίνει μαζί με το προηγούμενο κι αναφέρθηκε ήδη, είναι το πρόταγμα της χειραφέτησης. Πέρα από οποιεσδήποτε πολιτικές διαφοροποιήσεις μπορεί να έχει κανείς, αυτό είναι η πολιτική: ότι συνεχώς θα το επαναπροσδιορίζουμε, μπορούμε να διαφωνούμε κλπ. Αλλά εδώ τίθεται ένα ζήτημα χειραφέτησης και μάλιστα χειραφέτησης μιας ολόκληρης κοινωνίας. Αυτό δεν είχε ξανακουστεί με τέτοιο τρόπο. Είχε διατυπωθεί επί χάρτου με κάποιον τρόπο από τον Χέγκελ, αλλά δεν ικανοποιεί έτσι όπως το είχε θέσει εκείνος. Στον Μαρξ έχουμε την απαίτηση να αυτοπροσδιοριστεί μια κοινωνία με τρόπο ελεύθερο. Αυτό δεν είχε ξαναγίνει. Αυτό το πρόταγμα είναι μία πρόκληση για κάθε νέα γενιά, να βρει τα αντίστοιχα περιεχόμενα, τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να το ερμηνεύσει και να το πραγματοποιήσει. Αυτά τα δύο πράγματα τα οποία πηγαίνουνε μαζί στον Μαρξ, πιστεύω ότι είναι η επικαιρότητα και μας βοηθούν να λάβουμε θέση με τη σειρά μας, απέναντι στον δικό μας ιστορικό ορίζοντα.

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιώργος Καλαμπόκας

Γιώργος Καλαμπόκας

Ο Γιώργος Καλαμπόκας είναι χημικός μηχανικός, υποψήφιος διδάκτορας πολιτικής οικονομίας, με σπουδές στην πολιτική φιλοσοφία και την κοινωνική θεωρία. Συμμετέχει στο εκδοτικό εγχείρημα του Εκτός Γραμμής.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε