Τεύχος #13 Παρισινή Κομμούνα

Το «εγκληματικό» πάθος της Παρισινής Κομμούνας για Παγκόσμια Δημοκρατία

Η Δήμητρα Τζανάκη αποτιμά την Κομμούνα ως απόπειρα εδραίωσης μιας Παγκόσμιας Δημοκρατίας, που έθεσε ως στόχο της την κατάργηση του πυρήνα της Αστικής Δημοκρατίας, δηλαδή ενός πατριαρχικού, ταξικού, αποικιοκρατικού καθεστώτος αλήθειας/ταξινόμησης της ζωής σε ανθρώπινη και ζωώδη. Αναδεικνύει το πώς μετά την κρίση της Παρισινής Κομμούνας «η κυρίαρχη τάξη διεκδίκησε ξανά για τον εαυτό της το μονοπώλιο του να είσαι άνθρωπος» και προέβαλε, μέσα από τη δαιμονοποίηση των νεκρών κομμουνάρων, τη διεκδίκηση μιας Παγκόσμιας Δημοκρατίας ως φρικτής. Το άρθρο κινείται σε τρεις άξονες. Στον πρώτο άξονα, εξηγείται το πώς μέσα από επιστήμες όπως η ψυχιατρική, η εγκληματολογία, η ιατροδικαστική, η βιολογία και η ανθρωπολογία, κατασκευάζεται ο «γεννημένος εγκληματίας». Στον δεύτερο άξονα, εξετάζεται η εγκαθίδρυση, τη δεκαετία που ακολούθησε την Παρισινή Κομμούνα και σε όλον τον Μεσοπόλεμο, ενός κυρίαρχου βιοϊατρικού λόγου που όρισε, με τη μορφή μιας πιο εκλεπτυσμένης και δυσδιάκριτης υποτίμησης του Άλλου, τον απόλυτο έλεγχο πάνω στην ανθρώπινη επιθυμία. Στον τρίτο άξονα, αναδεικνύεται η επιβολή αυτής της ψυχικής κανονικότητας ως βασικό εργαλείο καθυπόταξης, με μια τρομακτική διεύρυνση του βιοϊατρικού λόγου και των εφαρμογών του, μέσω όχι μόνο της καταστολής, αλλά και της παγκοσμιοποίησης ενός αποικιοκρατούμενου τρόπου πολιτικού στοχασμού, αυτοπροσδιορισμού και επιθυμίας.
Φωτογραφία της Αναστασίας Δεληγιάννη
Αποικιοποιώντας τη δημοκρατία

Η Παρισινή Κομμούνα αφορά έναν ευρύτερο αγώνα, ως συμβάν και πολιτικό γεγονός της Επανάστασης, εναντίον του Κράτους.[1] Όπως σημειώνει η Κριστίν Ρος (Kristin Ross), «αυτό που αναπτύχθηκε ήταν η επιθυμία να αντικατασταθεί η αποτελούμενη από προδότες και ανίκανους κυβέρνηση από μια κοινοτική οργάνωση. Μια οργάνωση δηλαδή, στην οποία συνεργούν άμεσα οι δυνάμεις και οι ικανότητες του καθενός».[2] Στην ουσία, όμως, αυτή ακριβώς η δυνατότητα του καθενός συνιστούσε την κατάργηση ενός πατριαρχικού, ταξικού, αποικιοκρατικού λόγου ταξινόμησης της ζωής σε ανθρώπινη και μη ανθρώπινη και τη δυνατότητα του καθενός για εξουσία. Εξάλλου, ανάμεσα στους πρωταγωνιστές της Παρισινής Κομμούνας, μας θυμίζει, η Ρος, μαύροι, γυναίκες,[3] ξένοι και πόρνες συνυπήρξαν στα χαρακώματα. Έτσι, είναι εμφανές ότι η Επανάσταση παρακάμπτει τον πυρήνα της αστικής Δημοκρατίας, που δεν είναι άλλος από την ταξινόμηση της ζωής σε ανθρώπινη και σε μη-ανθρώπινη· για αυτό και οι αναλυτές του καθεστώτος θα στιγματίσουν εξαρχής τις στοιχειώδεις πλευρές της Κομμούνας, όπως τα «σχολεία για τον λαό» ως τα «σχολεία ηθικής διαφθοράς, διατάραξης και εκφυλισμού»,[4] ενώ θα κάνουν λόγο για τη συμμετοχή 25.000 πορνών. Τελικά , μέσα από παράλληλες βιοϊατρικές ερμηνείες της ψυχιατρικής και της εγκληματολογίας, ο κυρίαρχος βιοϊατρικός λόγος μετατρέπει την επανάσταση σε κρίση των εκφυλισμένων/εκθηλυμένων όντων, τεράτων ενός «άγριου», άμεσου παρελθόντος.

Με την εν λόγω προβληματική και με στόχο να αναδείξω πώς μετά την κρίση[5] της Παρισινής Κομμούνας «η κυρίαρχη τάξη διεκδίκησε ξανά για τον εαυτό της το μονοπώλιο του να είσαι άνθρωπος»,[6] με όρους πατριαρχικούς, αποικιοκρατικούς, ταξικούς, μέχρι τις μέρες μας, θα κινηθώ σε τρεις άξονες.

Στον πρώτο άξονα, θα προσπαθήσω να εξηγήσω πώς μέσα από επιστήμες, όπως η ψυχιατρική, η εγκληματολογία, η ιατροδικαστική, η βιολογία και η ανθρωπολογία, δημιουργείται ο γεννημένος εγκληματίας, το ον που θεωρείται ότι προήλθε από «τις λαϊκές συνελεύσεις του τέλους της Αυτοκρατορίας» με πολίτες και πολίτισσες της «άγριας» Ανθρωπότητας, εναντίον της «πολιτισμένης» Ευρώπης.[7]

Στον δεύτερο άξονα, θα προσπαθήσω να αναδείξω, αφενός, πώς περνάμε από τον εκφυλισμένο, γεννημένο εγκληματία στο διαστροφικό/ανώμαλο γεννετήσιο ένστικτο των κατώτερων στρωμάτων, κατά τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, και, αφετέρου, τη χρήση της ψυχανάλυσης και της εγκληματολογίας από τον κυρίαρχο λόγο, με στόχο την εξόντωση του «ταξικού» εχθρού, που κινείται κάτω από το βάρος ζωωδών/κατώτερων ενστίκτων.

Τέλος, στον τρίτο άξονα, αυτό που με ενδιαφέρει να αναδείξω εν συντομία είναι πώς αυτή η ψυχική κανονικότητα, που δημιουργείται μετά την Παρισινή Κομμούνα, δίνει στην αστική τάξη τα εργαλεία υποταγής μέσα από την παγκοσμιοποίηση της πατριαρχικής, αποικιοκρατικής, ταξικής Αστικής Δημοκρατίας, αφήνοντας παρ’ όλα αυτά περιθώρια στις ζωές και τις σχέσεις μας να τολμήσουμε ξανά να φανταστούμε τη δυνατότητα μιας Παγκόσμιας Δημοκρατίας.

Οι Κομμουνάροι εμωράνθησαν

Η εφημερίδα Παλιγγενεσία, το 1871, σημείωνε στο πρωτοσέλιδο άρθρο της: «[α]ληθώς οι άνθρωποι ούτοι [οι κομμουνάροι] εμωράνθησαν. Κραυγάζουσιν αεννάως ότι θέλουσι την υποστήριξιν της δημοκρατίας και πράττουσιν ακριβώς ό, τι δύναται να καταστρέψη αυτήν».[8] Από τα δύο εκατομμύρια άτομα στο Παρίσι το 1869, σύμφωνα με την επίσημη απογραφή, υπήρχαν περίπου 500.000 βιομηχανικοί εργαζόμενοι. Οι περισσότεροι απασχολούνταν σε μικρές βιομηχανίες υφασμάτων, επίπλων και κατασκευών, ενώ εκτός από τον γηγενή γαλλικό πληθυσμό, υπήρχαν μετανάστες εργαζόμενοι και πολιτικοί πρόσφυγες, οι περισσότεροι εκ των οποίων προέρχονταν από την Ιταλία και την Πολωνία. Μάλιστα, αναφέρεται από τον Ιππολίτ Τεν (Hyppolite Taine) ότι μεταξύ των 100.000 εξεγερμένων, οι 50.000 ήταν ξένοι («ξένος σύμφωνα με τον Σεβαλιέ ντ’ Αλίξ, σήμαινε αυτόν που αποτελεί την πλειοψηφία των εξεγερμένων Παριζιάννων»),[9] ενώ ο Π. Σεντ ντε Βικτόρ (P. Saint de Victor) κατέληγε ότι στρατολογήθηκαν «τυχοδιώκτες και ληστές από όλη την Ευρώπη», στο παράθεμα που εντοπίζει η Ρος .[10]

Ποια είναι, όμως, η Δημοκρατία που οι Κομμουνάροι προσπαθούν να καταστρέψουν; Η Κομμούνα ήταν εν μέρει ο επίλογος από τις πρώτες εξεγέρσεις των εργαζομένων, τη δεκαετία του 1830, αλλά και των λαϊκών εξεγέρσεων του Ιουνίου 1848. Από το 1867, οι εντάσεις κλιμακώθηκαν και μια πιο επαναστατική προοπτική μεταφέρθηκε στο Διεθνές Συνέδριο των Βρυξελλών του 1868. Κατά τη διάρκεια του Γαλλοπρωσικού πολέμου και της πολιορκίας του Παρισιού, η εργατική τάξη και οι μετανάστες υπέφεραν περισσότερο λόγω του πολέμου και της πολιορκίας, αλλά πρώτιστα επιζητούσαν έναν «δίκαιο» τρόπο διαχείρισης της οικονομίας, της κοινωνίας και της ίδιας τους της ζωής. Η Παρισινή Κομμούνα, από τις 19 Ιουνίου 1868 (ημερομηνία της πρώτης παράνομης δημόσιας συγκέντρωσης στο Παρίσι) μέχρι τις 28 Μαΐου 1871, κατάφερε να εφαρμόσει «ένα σύνολο υποκειμενικοποιήσεων και πρακτικών που δεν μπορούσαν να περιληφθούν ή να προσδιοριστούν από την κρατική επικράτεια ούτε να περιοριστούν εντός του έθνους […]».[11] Τέτοιες πρακτικές συμπεριλάμβαναν ενδεικτικά: την οργάνωση βρεφονηπιακών σταθμών , την καθιέρωση «της δωρεάν, κοσμικής και υποχρεωτικής δημόσιας εκπαίδευσης», τον διαχωρισμό του κράτους από την εκκλησία και την οργάνωση δημόσιων βιβλιοθηκών.[12] Επίσης, καθιερώθηκε ο πολιτικός γάμος, επανεισήχθει το διαζύγιο για πρώτη φορά από το 1816, δόθηκαν ίσα δικαιώματα στα παιδιά ανεξάρτητα από το αν είχαν γεννηθεί εντός ή εκτός του γάμου και παραχωρήθηκε διατροφή σε γυναίκες που απαιτούν διαζύγιο[13] ενώ σε επίπεδο επιμόρφωσης των λαϊκών στρωμάτων δημιουργήθηκε μια «Ακαδημία της Εξέγερσης» μέσα από τις λαϊκές συνελεύσεις και τις λέσχες.[14]

Η Κομμούνα δεν ήταν μια ακόμη εξέγερση, αλλά επέβαλλε νέες ερμηνείες που επιτελούσαν, μέσω του ορισμού της «Παγκόσμιας Δημοκρατίας», ένα νέο όραμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι τη δεύτερη μέρα της διακήρυξης όλοι οι ξένοι έγιναν δεκτοί στους κόλπους της. Ακόμα περισσότερο, η Παγκόσμια Δημοκρατία, σήμαινε τη διάλυση του κρατικού μηχανισμού της Αυτοκρατορίας και κυρίως του τακτικού της στρατού και της αστυνομίας[15]· τέλος, σήμαινε την πλήρη ρήξη με το αστικό καθεστώς αλήθειας και την ταξινόμησης της ζωή/επιθυμίας σε ανθρώπινη και σε εκφυλισμένη/άγρια/ζωώδη, μη-ανθρώπινη.

Η αφήγηση του μη-ανθρώπινου

Η υποτίμηση της άγριας ζωής, πάνω στην οποία χαράσσονται δίκαιο-ηθική-αλήθεια-πολιτική του Ευρωπαϊκού Πολιτισμού από τα τέλη του 16ου αιώνα, είχε επιστρέψει μετά και τις λαϊκές εξεγέρσεις του 1848 με τη μορφή μιας πιο εκλεπτυσμένης και δυσδιάκριτης υποτίμησης του άγριου και πρωτόγονου Άλλου.[16] Την ίδια περίοδο, η Ευρώπη-φρούριο εγκαινιάζει τους ανθρώπινους ζωολογικούς κήπους, τα Γενικά Νοσοκομεία (το πρώτο είχε δημιουργηθεί το 1656), το Δημόσιο Νεκροτομείο στο οποίο εκτίθεντο σε κοινή θέα τα πτώματα που εντοπίζονταν στον δρόμο,[17] αλλά και έναν ολόκληρο κώδικα ηθικής/επιστημονικής αλήθειας και  ταξινόμησης της ζωής σε ανθρώπινη και σε μη-ανθρώπινη, μέσω της ψυχιατρικής, της ιατροδικαστικής και της βιολογίας, όπως εισήχθη από τον Ζορζ Κιουβιέ (Georges Cuvier, 1769-1832). Είναι όμως, ο Μπενεντίκτ Ογκιστέν Μορέλ (Bénédict Augustin Morel, 1809-1873), ο οποίος στην Πραγματεία για τον φυσικό, διανοητικό και ηθικό εκφυλισμό του ανθρώπινου είδους (Traité de dégénérescences physiques, intellectuelles et morales de l’ espéce humaine, 1857) θα αναφερθεί ρητά στη «νοσηράν εκτροπήν αρχικού τινος τύπου», και μάλιστα σε αντίθεση προς τον  Φιλίπ Πινέλ (Philippe Pinel, 1745-1826) και τον Ζαν Ετιέν Εσκιρόλ (Jean Etienne Esquirol, 1772-1840), οι οποίοι, στις αρχές του 19ου αιώνα, αναφέρονταν στα υποκείμενα που πάσχουν από ηθική παράνοια δηλαδή, ενώ έχουν συνείδηση, πάσχουν «από παραπλανήσεις των ενστίκτων». Ο Μορέλ θα καταλήξει να υποστηρίζει ότι η ηθική παράνοια αφορά αποκλειστικά το εκφυλισμένο ανθρώπινο υπο-είδος.

Ο Μορέλ, με τη θεωρία του, δεν αναφέρεται απλά σε ένα ψυχικό νόσημα, αλλά σε μία ταξινόμηση του ανθρώπινου είδους, κάτι που σημαίνει ότι αυτά τα ενστικτώδη/λιβιδινικά/εκφυλισμένα όντα, έχουν αφενός ολοκληρωτική αλλοίωση της αντίληψης για το τι συνιστά πραγματικότητα, ζουν έναν ανήθικο βίο και αφετέρου καμία εκπαίδευση δεν μπορεί να τους μετασχηματίσει από «πρωτόγονους» σε πολιτισμένους. Για τον Μορέλ, όπως οι Νέγροι (ως ενστικτώδης/εκφυλισμένη ζωή) παραμένουν, λόγω του εκφυλισμού τους, «εγκλωβισμένοι στη δουλεία και στις απολαύσεις των αισθήσεων, με αποτέλεσμα τη δουλεία τους»,[18]  έτσι και κάποια κομμάτια  του πληθυσμού ακόμη και στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών, δεν μπορούν να εξελιχθούν. Με αυτό τον τρόπο, η τάξη και η φυλή φιλοξενούνται από κοινού στη θεωρία του εκφυλισμού, ενώ οι «άγριοι»-ενστικτώδεις εκφυλισμένοι, εφόσον εντοπίζονταν και ανάμεσα στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, ήταν αυτοί που η πολιτισμένη ανώτερη τάξη έπρεπε πλέον να υποτάξει, νοηματοδοτώντας με αυτό τον τρόπο, την ίδια τη συγκρότηση της Αστικής Δημοκρατίας, με όρους μιας σχέσης σύγκρουσης.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι τυχαίο ότι οι Κομμουνάροι προβλήθηκαν αφενός ως λιγότεροι-Γάλλοι,[19] λόγω της συμμετοχής ξένων στην κομμούνα, αλλά και ως ανήθικοι, με στόχο ακριβώς να γίνουν αντιληπτοί ως λιγότερο άνθρωποι. Εξάλλου, κάτω από τα πορτραίτα των pétroleuse,[20] που εμφανίζονταν να φέρουν το Παρίσι στο χείλος της καταστροφής και του απόλυτου εκφυλισμού,[21]) η Παρισινή Κομμούνα απλά αναδείκνυε το πώς μια «επανάσταση» της μάζας, διέλυε κάθε πολιτισμένη υποκειμενικότητα, αφού η μάζα κινείτο κάτω από το βάρος των ενστίκτων. Για τις Βερσαλλίες, επίσης, οι γυναίκες που υποστήριξαν την Κομμούνα ήταν πόρνες, εξ ορισμού.[22] Αυτό εξάλλου θα τονιστεί και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1830, όπως επεσήμανε ο έλληνας ιατροδικαστής, Αχιλλέας Γεωργαντάς, επαναλαμβάνοντας μια παρατήρηση από το έργο του Εσκιρόλ:

«[γ]υνή τις ογδοηκοντούτις διανύσασα την νεότητα αυτής εν τη μεγάλη κοινωνία, έζη μετά την απώλειαν μεγάλου μέρους της περιουσίας αυτής εν τη εξοχή, χαίρουσα άκρας υγείας με όλην την προκεχωρημένην αυτής ηλικίαν. Μετά την κατά τα 1830 συμβάσαν επανάστασιν, η γυνή αυτή κατελήφθη υπό ερωτομανίας […]».[23]

Με αυτόν τον τρόπο, κάθε αντίσταση στο αστικό φαντασιακό συγκαταλεγόταν στον χώρο του εκφυλισμού και αυτήν ακριβώς την ερμηνεία θα αγκαλιάσει και ο γάλλος ψυχίατρος, Ζακ Ζοζέφ Μορώ ντε Τουρ (Jacques Joseph Moreau de Tours, 1804-1884),στο έργο του La psychologie morbid dans ses rapports avec laphilosophie de l’histoire, ou Del’influence des névropathies sur le dynamism intellectuelle (1859), κάνοντας λόγο για τους «ψυχικά μιγάδες», τους Ινδιάνους.[24] Αυτούς τους έκφυλους, οι οποίοι αρνούνται να ακολουθήσουν τον αμερικανικό πολιτισμό, παραμένοντας πιστοί στους «λιβιδινικούς δεσμούς» της κοινότητάς τους. Με ανάλογο τρόπο και οι επαναστάτες/τριες προτάσσονταν, ως ανδρόγυνες/γύνανδρες μορφές, σε μια λογική του Μορώ ντε Τουρ, όπου οι εκφυλισμένοι δεν ήταν παρά ψυχικώς ερμαφρόδιτα όντα, γεμάτα από διαστροφές:

«Υπάρχουν πράγματι…. οι ερμαφρόδιτοι; Όχι […] [μιλάμε για τα] άτομα αυτά, [στα οποία] το ηθικό συμβαδίζει απόλυτα ή μερικώς με το σωματικό, και στα δύο φύλα […] [των οποίων κύρια χαρακτηριστικά είναι η] βαρβαρότητα των παθών τους, η έκρηξη των επιθυμιών τους, η ψυχρή διαστροφή […] το πνεύμα και η φαντασία χρησιμοποιείται αποκλειστικά […] για την ικανοποίηση αυτών των διαστροφών».[25]

Έτσι, το τέλος της Κομμούνας ολοκληρώθηκε συμβολικά, όπως τουλάχιστον μας το αποδίδει ο έλληνας ψυχίατρος Σίμων Αποστολίδης, είτε με τον τουφεκισμό, είτε με τον εγκλεισμό των κομμουνάρων «εις τοιούτους ημι-παράφρονας»:

«Στην εποχή της Κοινότητος των Παρισίων εν έτει 1871 [κατά την οποία] αι πλείστοι των καταστροφών εν τω αιματηρώ εκείνω δράματι οφείλονται εις τοιούτους ημι-παράφρονας, ων πολλοί κατέληξαν είτα εις τα διάφορα φρενοκομεία ή ετουφεκίσθησαν». Κάτι το οποίο συνέβη, μιας και για τον Αποστολίδη, αυτοί οι έκφυλοι έχουν «κρίσιν επιπόλαιαν και στενήν, αι ιδέαι των ευρίσκονται απολύτως υπό το κράτος των παθών και ορέξεων· [αφού βρίσκονται σε] αεννάως διεγέρσεως δεομένου ηθικού (του θυμικού) αυτών».[26]

Η αστική τάξη, την ίδια στιγμή, είχε μια μοναδική ευκαιρία να ανασυνταχθεί εναντίον της Παγκόσμιας Δημοκρατίας, με μια παγκόσμια απάντηση, αυτής του εκφυλισμένου. Η εστίαση μάλιστα σε αυτό, με την έλευση της Παρισινής Κομμούνας, θα οδηγήσει τον Μορώ ντε Τουρ να ανταλλάξει αλληλογραφία με τον γάλλο ψυχίατρο, Ζαν Βενσάν Λαμπόρντ (Jean V. Laborde, 1830-1903) με στόχο τη διατήρηση ενός ημερολογίου γύρω από τα γεγονότα, όπως αναφέρεται και από τον έλληνα ψυχίατρο Αποστολίδη. Για τον Λαμπόρντ, η Παρισινή Κομμούνα δεν ήταν παρά ακόμη ένα συμβάν που αναδείκνυε ότι η εξουσία έπρεπε να περάσει στον γιατρό, αφού αφορούσε τη συμπεριφορά ανήθικων, εκφυλισμένων όντων που έπασχαν από μαζική παράνοια (folie collective, etat morbide collectif, maladie sociale),[27] με συμπεριφορές ανδρογυνισμού/γυνανδρισμού.

Μόνο που, μετά την Παρισινή Κομμούνα, το έγκλημα της επανάστασης δεν αποδιδόταν απλώς στο ψυχικό νόσημα, αλλά στην εγγενή εγκληματικότητα της επιθυμίας αυτών των κομμουνάρων και των απογόνων τους, όπως θα αποδοθεί από τον ιταλό εγκληματολόγο Τσέζαρε Λομπρόζο (Cesare Lombroso, 1835-1909), το 1876. Έτσι, η αστική έκκληση, μετά την Άνοιξη των Λαών (1848), κατέληγε ότι: «[…]η δουλεία είνε σωτήριος δια τα έθνη, άτε παρακωλύουσα την περαιτέρω εκφύλισιν και εξάντλησιν των ατόμων […]».[28] Μετά τις λαϊκές εξεγέρσεις (1830, 1848), τη δημιουργία της πρώτης διεθνούς ένωσης εργατών (1864), τη δημοσίευση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου (1867) από τον Καρλ Μαρξ (Karl Marx, 1818-1883), τις λαϊκές συνελεύσεις και τέλος την Παρισινή Κομμούνα, το αστικό φαντασιακό που καταφέρνει να χτίσει τον γεννημένο εγκληματία, όχι ως ψυχικά ασθενή, αλλά ως την πρωτόγονη, άγρια ζωή, αποτέλεσμα της μη-εξέλιξης, κατέληγε στην απόλυτη ανάγκη αυστηρής περιφρούρησης του ευρωπαϊκού πολιτισμού και των αξιών της πατριαρχίας, εναντίον αυτής της ψυχικής ανδρογυνίας/γυνανδρίας, των κομμουνάρων και των απογόνων τους.

Ο γεννημένος εγκληματίας

Πιο συγκεκριμένα, κάτω από την επιρροή του Origin of Species του K. Δαρβίνου (1859) (Ellis 1890: 38), ο Λομπρόζο, στο L’ Uomo delinquente (1876), θα καταλήξει σε αυτό το πρωτόγονο/άγριο/εκφυλισμένο, ζωώδες ανθρώπινο υπο-είδος, τα μέλη του οποίου έχουν εγκλωβιστεί στο εσωτερικό του ευρωπαϊκού πολιτισμού και ζουν έναν

«βίον νομαδικόν […], αλληλοτρωγόμενοι, κλέπτοντες, φονεύοντες και αρπάζοντες αλλήλους […]. Ο εγκέφαλος των ανθρώπων εκείνων μετά των ηθικών τάσεων ευρίσκετο εις μίαν βαθμίδα οργανικής εξελίξεως πολύ υποδεεστέραν του εγκεφάλου του νυν πεπολιτισμένου ανθρώπου, και μάλλον επλησίαζε προς των ζώων, και σήμερον δε έτι παρατηρείται εις τας υποδεεστέρας αγρίας φυλάς».[29]

Αυτό δηλαδή, που συνιστά ο γεννημένος εγκληματίας, κάτι που θα επαναλάβει και το 1870 στο Sull’incrementodeldelitto in Italia e deimezzi per arrestarlo [On the Increase of Crime in Italy and the Means to Stop it], είναι αυτή η ζωή που παραμένει στο στάδιο του άγριου, ζει έναν ανήθικο βίο[30] και εντοπίζεται μεταξύ των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων. Τα μέλη της Κομμούνας του Παρισιού περιγράφονται από τον Λομπρόζο ως έχοντα «έμφυτη σκληρότητα» και μια «αληθινή ηθική αναισθησία».[31]

Την ίδια εποχή, στην ελληνική πραγματικότητα, αυτή η αφετηρία οδηγεί στη συγκρότηση μιας ολόκληρης ερμηνευτικής προσέγγισης του «ληστή», ο οποίος ανάγεται πλέον σε εγκληματία, όποτε τολμούσε να τεθεί εκτός της «κανονικότητας».[32] Στο πλαίσιο αυτό, ο νόμος του 1871, ενώ θεσπίστηκε φαινομενικά για να πατάξει τη ληστεία, σταδιακά θα πάρει ξεκάθαρο πολιτικό χαρακτήρα. Θα χρησιμοποιηθεί το 1929, προκειμένου να εξουδετερωθούν οι εκάστοτε πολιτικοί αντίπαλοι, αλλά και για την αδρανοποίηση «ενεργών» πολιτών που στελέχωναν σωματεία, συνδικάτα, δημοκρατικούς πολιτικούς φορείς και επιστημονικές και καλλιτεχνικές ενώσεις.[33] Στον νόμο του 1871 θα στηριχθεί και ο νόμος του 1946, σύμφωνα με τον οποίο τιμωρούνται και οι οικογένειες των «λιποτακτών».[34] Περαιτέρω, αν μέχρι τότε η πόρνη ήταν η ανήθικη γυναίκα, μετά τον Λομπρόζο ήταν η κοινή γυναίκα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων.[35] Αυτό εξάλλου θα έρθει να επαναλάβει και το 1874 ο κοινωνιολόγος Ρίτσαρντ Νταγκντέιλ (Richard L. Dugdale, 1841-1883) με την οικογένεια «Juke», όπου η μητέρα, Άντα Τζουκ (Ada Juke, «ολιγοφρενής, πόρνη, οινόφλυξ, αλήτης» έφερε στο φως απογόνους εγκληματίες, οι οποίοι μάλιστα κόστισαν στο κράτος, «υπέρ τα 2 ½ εκατομμύρια δολλάρια».[36]

Σε αντίστοιχα συμπεράσματα θα καταλήξει και ο γάλλος ιατροδικαστής Αμπρουάζ Ταρντιέ (Ambroise Tardieu, 1818-1879).[37] Στην πραγματικότητα, μετά την Παρισινή Κομμούνα, θα επικρατήσει στην Ευρωπαϊκή ιατροδικαστική και ψυχιατρική η ερμηνεία της έβδομης επαναδημοσίευσης του Étudemédico-légale sur les attenants de moeurs (Μελέτη Ιατροδικαστικής για την προστασία των ηθών, 1859). Σε αυτήν, όπως θα επισημάνουν οι έλληνες ιατροδικαστές μετά το 1871, για πρώτη φορά διωκόταν η «παρά φύσιν ασέλγεια», δηλαδή τα ζητήματα που αφορούσαν στην παιδεραστία (όρος για την ομοφυλοφιλία), τη σοδομία, τον σαπφισμό και τον τριβαδισμό. Ο Ταρντιέ σε αυτήν την επανέκδοση –και σε αντίθεση με τις προηγούμενες εκδόσεις του– είχε «το ηρωικόν όντως θάρρος, όπως επιληφθή μετά παρρησίας του ειδεχθούς τούτου θέματος»[38] 1878 https://gallica.bnf.fr/ark:/12148/bpt6k9785629t/f9.item.texteImage Βλ. επίσης, Η. Ellis, Studies in the Psychology of Sex. Volume II. Sexual inversion, Philadelphia: F.A. Davis Company Publishers, 3rd edn., 1927, σ. 3.] και να το ταυτίσει με την εγκληματικότητα.[39]

Το 1840 η διατριβή του Ονορέ Αντουάν Φρεζιέ (Honoré Antoine Frégier, 1789-1860), διευθυντή αστυνομίας στην περιοχή του Σηκουάνα, Des classes dangereuses dans le population dans les grandes villes, για τις επικίνδυνες τάξεις,[40] οι οποίες ήταν βίαιες, εγκληματικές, περνώντας τον χρόνο τους σε εξαρτήσεις, όπως λ.χ. της χαρτοπαιξίας, κέρδιζε το βραβείο της Γαλλικής Ακαδημίας Επιστημών. Η διατριβή αυτή, όπως επισημαίνει ο Θανάσης Λάγιος, παρέμεινε το κύριο εγχειρίδιο στο FBI μέχρι να αντικατασταθεί από το DSMI.[41]) Αξίζει να σημειωθεί εδώ η έκδοση του Alexandre-Jean-Baptiste Parent Duchâtelet (1790-1836), όπου η πορνεία εισερχόταν ως εγγενές στοιχείο του ανήθικου βίου των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων και ιδιαίτερα αυτών των γυναικών fillein soumise (ελευθέριες γυναίκες). Οι κομμουνάροι θα δώσουν επιπλέον το είδος του γεννημένου, εκφυλισμένου εγκληματία,[42] αυτή την πρωτόγονη/άγρια/κοινή ζωή, η οποία είναι εγκλωβισμένη εντός του Ευρωπαϊκού πολιτισμού, έτοιμη να κανιβαλίσει την Κοινοβουλευτική Δημοκρατία.

Το ενδιαφέρον της επιστήμης για την ανδρόγυνη/γύνανδρη ζωή δεν συνιστά, ως εκ τούτου, ένα είδος κακοφωνίας. Εξάλλου, δεν είναι τυχαίο ότι οι κυρίαρχες μορφές της ψυχιατρικής, με καταλυτικό ρόλο στη θεωρία και ιστορία του φύλου και της σεξουαλικότητας, όπως ο Kraft Ebbing (psychosiscriminalis, 1872) και o Havelock Ellis (The Criminal, 1890), θα ασχοληθούν και με την «ψυχοπάθεια της εγκληματικότητας», αναπαράγοντας στην ουσία τον περιώνυμο μύθο περί του άγριου άλλου. Το 1901, ο Χάβελοκ Έλλις (Havelock Ellis, 1859-1939), μελετώντας τους άγριους πολιτισμούς, θα αναφερθεί στις άγριες φυλές, όπως για παράδειγμα στους saribavy, που βρίσκονταν ανάμεσα στους Χόβας (Hovas) της Μαδαγασκάρης. Σε αυτήν τη φυλή, σημείωνε ο Έλλις, οι γονείς μεγάλωναν τα αγόρια ως κορίτσια, επειδή ήθελαν να έχουν ένα κορίτσι. Έτσι, τα αγόρια, μεγαλώνουν αφήνοντας μακριά τα μαλλιά τους, ακολουθούν τα γυναικεία επαγγέλματα, ντύνονται με γυναικεία ρούχα και κάνουν αποτρίχωση. Είναι φανερό ότι για τον Έλλις, το 1901, στη βάση μιας υποτιθέμενης επιστημονικής κανονικότητας του φύλου, που επιτάσσει τη ζωή που αναστρέφει το φύλο της, πέραν όσων ορίζει το κράτος, ως μια διαστροφή[43] παραβλεπόταν ότι μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, σε κοινωνίες, λ.χ., στη Γαλλία και την Ελλάδα, το φύλο μπορούσε αφενός, να οριστεί και να υποβληθεί από την οικογένεια και αφετέρου, επιτρεπόταν ο γάμος στα intersex υποκείμενα («ερμαφρόδιτα» ο όρος της εποχής). Η σημασία έγκειτο στο δικαίωμα στον αυτοπροσδιορισμό, αφενός, και, αφετέρου, στο φαντασιακό της ανδρόγυνης/γύνανδρης υπόστασης.

Το 1885, ο Γεωργαντάς, ακολουθώντας τον κυρίαρχο βιοϊατρικό λόγο, θα καταλήξει στο ότι ο όρος «ερμαφροδιτισμός» αποδόθηκε από την αρχαιότητα προκειμένου να ερμηνεύσει άτομα, είτε με κάποια σεξουαλική παρέκκλιση, είτε με τερατολογία. Όπως αναφέρει, «συνώνυμα του όρου ερμαφροδιτισμού είναι η ανδρογυνία και γυνανδρία όροι ανήκοντες αποκλειστικώς εις την φυτολογίαν […] και εις τα κατωτάτας του ζωικού βασιλείου τάξεις […]»[44] και ως εκ τούτου επρόκειτο για όντα τα ο ποί α έφταναν σε παραβατικές σεξουαλικές συμπεριφορές. Στην πραγματικότητα όμως, ο ερμαφροδιτισμός (όρος της εποχής), αυτή η ανδρογυνία, η γυναδρία ενοχλούσε ακριβώς γιατί κατέλυε τον «πολιτισμένο» Ευρωπαϊκό πολιτισμό και την ταξινόμηση της ανθρώπινης ζωής σε ανώτερη και κατώτερη, η οποία συγκροτούσε αμετάκλητα όρια.

Η αναστροφή και/ή η αδιαφορία αυτών των ορίων, μετά την Παρισινή Κομμούνα και μετά την εμπειρία των γεγονότων και της διαπίστωσης για τη μαζική τρέλα αυτών των εξεγερμένων[45] οδήγησαν τον Ζαν Μαρτέν Σαρκό (Jean Martin Charcot, 1825-1893) στην ερμηνεία της τραυματικής υστερίας των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, τα οποία πλήττονται ακριβώς από το τραύμα, τη φτώχεια, την υστερία, λόγω της ψυχικής ευαλωτότητάς τους. Νόσημα, που μετά το 1880 εντοπιζόταν και στους ρωμαλαίους άνδρες μετά από κάποιο εργατικό ατύχημα, ενώ οι ειδικοί εντόπιζαν ανάλογα συμπτώματα και «σε φυλακισμένους, σε αδίστακτους αλήτες του δρόμου, σε πόρνες, σε μαλθακούς άνδρες, σε καταπονημένους από την υπερβολική εργασία, σε παιδιά μερικές φορές, εν ολίγοις μόνο σε [γεννημένους] υστερικούς».[46] Αντίστοιχα, ενώ σαφέστατα φαίνεται ότι υπήρξε τουλάχιστον σεξουαλική παρενόχληση σε ασθενείς του Σαρκό, ο ίδιος δεν αποδέχεται αυτή την ερμηνεία για τις ασθενείς των Ογκουστίν και Ζενεβιέβ.[47]

Το διαστροφικό και ανώμαλο ένστικτο της γενετήσιας ορμής

Η εμμονή στην υστερία και στο παραλήρημα και οι νέες ερμηνείες που επιδέχεται η ανδρική/γυναικεία υστερία, σε αυτό το σημείο, θα χαρακτηριστεί από μία εκτός προηγούμενου στροφή από την κληρονομικότητα στο sexual instinct. Με δυο λόγια, αν μέχρι τότε διακρινόταν η ζωή σε πολιτισμένη και σε άγρια, τώρα πλέον είναι το ένστικτο που διακρίνεται σε πολιτισμένο και σε άγριο. Ειδικότερα, το 1882, ο Βαλεντάν Μανιάν (Valentin Magnan, 1835-1916) και ο Σαρκό δημοσιεύουν το «Inversion du sens génital et autres perversions sexuelles» (Magnanet Charcot 1882: 296-322), φέρνοντας στο κέντρο του επιστημονικού discourse την έννοια της διαστροφής και της ανωμαλίας [Lantéri-Laura, Lecture des perversions]. Το 1886, ο γερμανός ψυχίατρος Κραφτ Έμπινγκ (Krafft Ebing, 1840-1902) δημοσιεύει το Psychopathia sexualis (1886). Το 1897, ο Άλμπερτ Μολλ (Albert Moll, 1862-1939) δημοσιεύει το Libido Sexualis(1897) και ο Χάβλοκ Έλλις (Havelock Ellis, 1859-1939)[48]1908, σ. 47.] είναι αυτός που συνδέ ι το sexual instinct με τις πρωτόγονες φυλές και τα λαϊκά στρώματα.[49] 1908, σ. 13-14.]

Πρόκειται για ένα ανθρώπινο υπο-είδος που παρουσιάζει ακριβώς αυτήν την τερατωδία του ψυχοσέξουαλ ερμαφροδιτισμού, με αποτέλεσμα να λειτουργεί κάτω από το βάρος του sexual instinct και να επιτελεί πρακτικές όπως ο σοδομισμός, ο τριβαδισμός, ο σαπφισμός, η ομοφυλοφιλία. Έτσι, κάτω από την ομπρέλα τέτοιων πρακτικών και ειδικότερα του sexual instinct, ο επικίνδυνος λαός ομογενοποιείται ενώ η Ευρώπη σταδιακά μάθαινε ότι ο εσωτερικός εχθρός ήταν ο ευνουχισμός και το παραλήρημα, αυτό το μη-πολιτισμένο σεξουαλικό ένστικτο που εντοπιζόταν μεταξύ των αγριών και εγκυμονούσε να κατασπαράξει τον Ευρωπαϊκό πολιτισμό και τις αξίες του.[50] Με δυο λόγια, η διάκριση ανάμεσα στην πολιτισμένη και την άγρια ανθρώπινη ζωή έδινε πλέον το έδαφος στη διάκριση πολιτισμένου και άγριου/ζωώδους ενστίκτου και σε μια σειρά από νόμους, που θεσπίζονταν κάτω από την ομπρέλα του ηθικού πανικού,[51] έχοντας στο στόχαστρο τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.[52]

Αντίστοιχα, το 1886, ο Αντώνιος Καλλικωβάς, υφηγητής της ιατροδικαστικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, δημοσιεύει το Α. Lutaud. Εγχειρίδιον Ιατροδικαστικής. Τροποποιηθέν συμφώνως τη ελληνική νομοθεσία, στο οποίο, για πρώτη φορά στην ελληνική βιβλιογραφία, υπάρχει ειδική αναφορά στον σοδομισμό, που στην ουσία υποκρύπτει μια δίωξη εναντίον της ανδρόγυνης/γύνανδρης ζωής που τολμά να αυτοπροσδιορίσει την επιθυμία της και εντοπιζεται στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα.[53] Παράλληλα, το 1891, ο ιταλός εγκληματολόγος Σκίπιο Σίγκελε (Scipio Sighele, 1868-1913) θα δημοσιεύει δύο σημαντικά άρθρα στο Archivio de Psychiatria (επιστημονική επιθεώρηση που διευθύνει ο Λομπρόζο), σχετικά με τα εγκληματικά πλήθη., Τ α άρθρα αυτά θα συμπεριληφθούν στη συνέχεια στο βιβλίο του, La folla Delinquente, η κεντρική ιδέα του οποίου είναι ότι η ψυχή της μάζας είναι απoτέλεσμα μιας πολύπλοκης διασύνδεσης από εγκληματικά άτομα/παράφρονες, που προέρχονται κατά κύριο λόγο από τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα. Περαιτέρω, το 1895, ο Γκουστάβ Λε Μπον (Gustave le Bon, 1841-1931) θα δημοσιεύσει μια αντίστοιχη μελέτη για την Ψυχολογία των Μαζών, εξηγώντας πώς ο πληθυσμός «ευνουχίζεται» από ολέθρια δόγματα με αποτέλεσμα να μετατρέπεται σε όχλο με ασυνείδητες και εγκληματικές δυνάμεις. Αντίστοιχα, το 1898, ο Σίγκελε θα δημοσιεύει και το έργο του Ladonnanova, όπου καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι γυναίκες που ήταν ανεξάρτητες ή επαναστατικές είχαν αδιάψευστα ίχνη εκφυλισμού, αλκοολισμού, επιληψίας και εγκληματικότητας. Παράλληλα, η παγκοσμιοποίηση του sexual instinct εμφανίζει τον εκθηλυσμό, το να αφεθεί δηλαδή η ζωή στα ένστικτα και τα πάθη της, ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο. Επίσης, προβληματοποιείται η επιδίωξη η Τρίτη Δημοκρατία να υιοθετήσει τη δωρεάν και κοσμική εκπαίδευση, την ίδια στιγμή που αναζητείται μέσω tests (μετρήσεων ευφυίας και συναισθηματικού βίου) το ανώμαλο παιδί.

Ο Αλφρέντ Μπινέ (Alfred Binet, 1857-1911) είναι αυτός που θα αναλάβει από τη γαλλική κυβέρνηση να ορίσει τις συντεταγμένες της εξέλιξης ενός ψυχικά φυσιολογικού παιδιού μαζί με τον νεαρό γιατρό και συνεργάτη του, Τεοντόρ Σιμόν (Theodore Simon, 1873-1961). Έτσι, θα δημιουργηθεί η κλίμακα, μέτρησης της ευφυΐας αλλά και του συναισθηματικού βίου (tests) των μαθητών/τριών,[54] φαινόμενο που θα επηρεάσει την Αμερικανική και τη Δυτικοευρωπαϊκή σκέψη καταλυτικά, ταξινομώντας την ανθρώπινη ζωή στις μορφές της κανονικής ή της ανώμαλης ζωής και οδηγώντας σε στειρώσεις των μη-κανονικών, όπως έχω αναφερθεί διεξοδικά αλλού.[55]Θα οδηγήσει επίσης και σε μια ολόκληρη διαπαιδαγώγηση των ενστίκτων και του τρόπου που μάθαιναν τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα να αντιλαμβάνονται τον έρωτα και τη συνεύρεση με την άλλη ζωή. Έτσι, η «δωρεάν, κοσμική και υποχρεωτική δημόσια εκπαίδευση» της Παρισινής Κομμούνας διαφυλάσσει φαινομενικά τη Δημοκρατία, ενώ, στην ουσία, οδηγεί στον υποβιβασμό της Παγκόσμιας Δημοκρατίας σε Παγκοσμιοποίηση της Αστικής Δημοκρατίας, μέσα από τη δωρεάν, δημόσια, κοσμική παιδεία για τα κανονικά και ειδικά σχολεία για τα «ανώμαλα» παιδιά. Από την άλλη, η επιστήμη κατέληγε ότι καλούνταν με κάθε μέσο να «μετρήσει» τα πάθη, δεδομένου, ότι η μόρφωση χωρίς την ηθική καθοδήγηση οδηγεί στην εγκληματικότητα και την ήττα.[56]

Ο εκφυλισμός πέθανε. Ζήτω ο ηγεμονικός ψυχικός φαλλός!

Είναι χαρακτηριστικό ότι παρόλο που ο Σίγκμουντ Φρόυντ (Sigmund Freud, 1856-1939) δεν ασχολήθηκε ο ίδιος με τη θεματική των νευρώσεων πολέμου, θα είναι αυτός, μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, που θα υπογράψει τον πρόλογο, στη μελέτη που προέκυψε μετά το 5ο Διεθνές Συνέδριο Ψυχανάλυσης στη Βουδαπέστη με τους Σάντορ Φερέντζι (Sándor Ferenczi), Καρλ Αμπραχάμ (Karl Abraham,) Ερνστ Σίμμελ (Ernst Simmel) και Έρνεστ Τζόουνς (Ernest Jones).[57] Τα συμπεράσματα αυτών των ψυχαναλυτών, μεταξύ άλλων, ήταν ότι οι «στρατιώτες που κατέρρεαν και μόνο κάτω από το βάρος της στρατιωτικής πειθαρχίας» δεν έκαναν κάτι άλλο από το να αναδεικνύουν μια υποσυνείδητη βρεφική εξάρτηση από τη μητέρα, με αποτέλεσμα την ταυτόχρονη ανάγκη ανυπακοής προς τον Πατέρα».[58]

Αντίστοιχα, την ίδια περίοδο, οι κρατικοί ψυχίατροι στη Γερμανία ισχυρίστηκαν ότι η ψυχολογική κατάρρευση των «υστερικών» στρατιωτών, ιδίως εκείνων των εργατικών τάξεων, έπαιξε καταλυτικό ρόλο στην εθνική κρίση, μιας και οι υγιείς άνδρες παρέμειναν ψυχικά υγιείς και μαχητές το καλοκαίρι του 1918.[59] Αυτό θα οδηγήσει για μια ακόμη φορά τους ειδικούς στην αναζήτηση της ανήθικης μητέρας και των ανήθικων συνευρέσεών της, όπως αυτές θα εντοπιστούν και από τον αμερικάνο ψυχίατρο Ένρυ Γκοντάρ (Henry H. Goddard, 1866-1957), στην οικογένεια Κάλλικακ (Kallikak.) Για μια ακόμη φορά, όπως και στην οικογένεια Jukes, η οικογένεια Κάλλικακ, αποτέλεσμα μιας συμβίωσης εκτός γάμου του Μαρτίν Κάλλικακ (Martin Kallikak) με μια εμφανούς ανηθικότητας γυναίκα, απέδωσε γενιές επαιτών, αλητών, ληστών, πορνών που κόστιζαν ιδιαίτερα στο κράτος. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δημιουργείται ειδικό νομοθετικό πλαίσιο, αλλά και οι συνθήκες που επέβαλαν τη στείρωση, σε Αμερική και Ευρώπη, των «κακών» απογόνων του Κάλλικακ, μέσα από τα tests που θα κατατίθενται ως αδιάψευστες αφηγήσεις της ταξινόμησης της ζωής σε ανθρώπινη και σε μη-ανθρώπινη.

Τέτοιες ερμηνείες θα εισαχθούν και στην ελληνική πραγματικότητα, ακόμη και στην παιδαγωγική. Ενδεικτικά μπορώ να αναφέρω τον έλληνα παιδαγωγό, Γεώργιο Σακελλαρίου. Ο Σακελλαρίου, ιδιαίτερα επηρεασμένος από τον συνεργάτη του Γκοντάρ (Goddard), Λιούις Μάντισον Τέρμαν (Lewis Madison Terman, 1877-1956), και επί της ουσίας στο πώς η σκάλα μέτρησης του Μπινέ-Σιμόν (Binet-Simon) βοήθησε να μετρηθεί το ανθρώπινο συναίσθημα, δίνοντας πολύτιμα στοιχεία σε επιστήμες όπως η Δικαστική Ψυχολογία, η Επαγγελματική, η Στρατιωτική και προπάντων η Παιδαγωγική Ψυχολογία, αλλά και επίσης επιστήμες όπως η εγκληματολογία, καλεί τον παιδαγωγό να διασώσει τη νεανική ηλικία από το έγκλημα, την ανωμαλία και τον κομμουνισμό, μέσω της ψυχανάλυσης.[60] Σύμφωνα με τον Σακελλαρίου, η ψυχανάλυση είχε αναδείξει ότι «οι περισσότεροι των εγκληματιών ζητούσι να αποκτήσωσιν δύναμιν και υπεροχήν μεταξύ των ομοίων των, διότι πνευματικώς ή σωματικώς ή και κατ’ αμφοτέρα υστερούντες αυτών δεν δύνανται εν κοινώ αγώνι να υπερβάλωσιν αυτούς. Την αδυναμίαν των ταύτην συναισθανόμενοι καταφεύγουσιν εις το έγκλημα, ως μέσον όχι μόνον πληρώσεως δυσεκπληρώτου επιθυμίας, αλλά και ανταμοιβής και αντιδότου του συναισθήματος τούτου της ταπεινώσεως των».[61]

Εξάλλου, ο ίδιος, έχοντας εκπαιδευτεί στην Αμερική, θα είναι αυτός, που θα εφαρμόσει στη Μαράσλειο την κλίμακα Μπινέ-Τέρμαν (Binet-Terman), με στόχο τον εντοπισμό των «ανώμαλων» παιδιών, προκειμένου να προστατευτεί η νεολαία και από τον μπολσεβικισμό, όπως ο ίδιος εξηγούσε, το 1935. Η γέφυρα φυσικά που ο Σακελλαρίου χτίζει μεταξύ του μπολσεβικισμού και της εγκληματικότητας δεν είναι παρά η απόδοση μιας μη-εγκληματικής φύσης στον άνθρωπο από τον Μαρξισμό. Όπως ανέπτυσσε ο Διευθυντής του Αρσακείου, Δημήτριος Γαρδίκας, το 1927, το έγκλημα του μαρξισμού ήταν ότι «Κομμουνισμός = Κοινωνισμός είναι πολιτοκοινωνική αίρεσις ολεθριωτάτης διά την ανθρωπότητα μορφής. […] Ο Marx και οι ακόλουθοί του με βάσιν τον ιστορικόν υλισμόν, εμπεποτισμένοι δε κατά μονόπλευρον άποψιν των διδαγμάτων της εγελιανής φιλοσοφίας, η οποία διά του Εγέλου (1770-1831) παραδέχεται ότι ο άνθρωπος διά τον άνθρωπον είναι Θεός και όχι λύκος […]».[62] Από τη μια πλευρά, η αποδόμηση της μαρξιστικής ερμηνείας ότι ο άνθρωπος είναι για τον άνθρωπο Θεός και από την άλλη πλευρά, η δίωξη αυτών που ανέπτυσσαν τέτοιες ερμηνείες θα έχει ως συνέπεια τη δημιουργία επιστημονικής Αστυνομίας και στην ε λληνική πραγματικότητα. Η έννοια της επιστημονικής αστυνομίας δημιουργείται από τον Λομπρόζο, ακριβώς μετά την Παρισινή Κομμούνα, το 1879, ως ανταπόκριση στην ανάγκη του κράτους να προστατευτεί ακριβώς από αυτόν τον εσωτερικό εχθρό, τον ανήθικο, άγριο, λιβιδινικό άλλο.[63].] Ενάντια αυτού του εσωτερικού εχθρού εξάλλου, δημιουργείται το 1918 και στην ελληνική πραγματικότητα η επιστημονική Αστυνομία Πόλεων (1370/1918) από την κυβέρνηση του Ελευθέριου Βενιζέλου, ενώ, την ίδια χρονιά, οργανώνεται το πρώτο Διεθνές Συνέδριο Ευγονικής και προτείνεται ο όρος της αρνητικής ευγονικής και της στείρωσης των «κληρονομικά επιβαρυμένων , των αντικοινωνικών ή των εκφυλισμένων ατόμων».[64]

Περαιτέρω, το 1920, ο γερμανός ποινικολόγος Καρλ Μπίντινγκ (Karl Binding, 1841-1920) και ο γερμανός καθηγητής ψυχιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Φράιμπουργκ και ειδικός στην εγκληματολογία Άλφρεντ Χόχε (Alfred Hoche, ( 865-1943) εκδίδουν το έργο Die Freigabe der Vernichtung Iebensunwerten Lebens [Η εξουσιοδότηση της εξόντωσης της ζωής που είναι ανάξια να βιωθεί],[65] ενώ όσον αφορά στην ελληνική πραγματικότητα περνούν μια σειρά από νόμοι εναντίον της «κοινής ζωής» (των κοινών γυναικών και των κίναιδων).

Παράλληλα, η εγκληματολογία, βαδίζοντας ένα βήμα παραπέρα από τη θετικιστική σχολή του Λομπρόζο, μέσω των «ψυχοσωματικών σχέσεων» θα στραφεί στο ψυχοβιολογικό πορτραίτο του εγκληματία,[66] με ειδικές αναφορές στον ψυχισμό των μαζών που προκαλούν συνεχώς κρίσεις. Ο ΟΧΛΟΣ Ο Κωσταντίνος Γαρδίκας (1896-1984)[67] καθηγητής της Εγκληματολογίας και Σωφρονιστικής, από το 1930 μέχρι το 1968, θα ερμηνεύσει το έγκλημα ως αποτέλεσμα της ψυχικής ευαλωτότητας των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, στο τρίτομο έργο του Εγκληματολογία (1936). Το 1935, στη Θεσσαλονίκη, τον Βόλο και τις Σέρρες,, 7000 εργάτριες και 5000 εργάτες του κλάδου των καπνεργατών/τριών,[68] κατεβαίνουν σε απεργία, η οποία κατέληξε στην πανεργατική-παλλαϊκή απεργία του 1935. Μια απεργία που θα έχει ως συνέπεια σφοδρές συγκρούσεις με την αστυνομία, με θύματα 12 νεκρούς και 35 τραυματίες.[69] Ο Γαρδίκας, παρότι, θ’ αναγνωρίσει τις οικονομικές και ταξικές συνθήκες, όπως ότι το 85-90% των καταδίκων ανήκε στην τάξη των φτωχών, θα καταλήξει να ορίσει τον εγκληματία ως προϊόν του ανήθικου βίου των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων: «Αλλ’ όταν οι γονείς είναι πολύ πένητες, […] εργάζονται καθ’ όλην την ημέραν εις τα εργοστάσια, παραμελούσι την αγωγήν των τέκνων, άτινα άνευ επιβλέψεως αλητεύουσι και πλανώνται εις τας οδούς. Η αλητεία αυτή οδηγεί εις το εγκληματικόν επάγγγελμα».[70] Σε αντίθεση, μάλιστα, με τη μαρξιστική ερμηνεία για τον ρόλο που διαδραματίζουν οι οικονομικοί όροι στη δημιουργία της εγκληματικότητας, θα καταλήξει:

«ην ασκούσι οι οικονομικοί όροι επί τη εγκληματικότητα, νομίζοντες κατά Marx […] αποβαίνει μονομερής· […] διατί μεταξύ ατόμων ζώντων υπό τους αυτούς οικονομικούς όρους και εν τω αυτώ περιβάλλοντι, συχνάκις δε και λίαν δυσμενείς, το μεν εκ των τέκνων αποβαίνει εγκληματικόν, το δ’ έτερον ουχί;».[71]

Εξάλλου, οι θεωρίες του Αλεξάντρ Λαβασάν (Alexandre Lavassagne) (1843-1924) ήταν αυτές που εξηγούσαν, σύμφωνα με τον Γαρδίκα, ότι ο άνθρωπος μετατρεπόταν σε ζώο μέσω του ενστίκτου.[72] Έτσι, ήταν φανερό ότι οι «πράξεις του όχλου ρυθμίζονται από τις εκρήξεις του θυμικού»,[73] ιδιαίτερα κάτω από την επιρροή ψευδών θεωριών, όπως η κομμουνιστική επιρροή, με αποτέλεσμα ο όχλος να προβαίνει σε εγκλήματα «βιαιότητος, φόνους, τραυματισμούς οργάνων της τάξεως, φθοράν ξένης ή δημοσίας κτήσεως κ.λπ».[74] «Οι οργανωταί της απεργίας συνήθως προσφέρουσιν οινόπνευμα εις τους απεργούς και χρηματικά βοηθήματα».[75] Αντίστοιχα, θα κατέληγε, ο όχλος εξαρτιόταν από την υποβολή,

«ο όχλος των απεργών είναι ύλη εκρηκτική, ήτις συνήθως υπό το έναυσμα των συναρπαστικών λόγων ενός ρήτορος προβαίνει εις καταστροφάς και βιαιότητας. […] Ο τοιούτος όχλος είναι έτι πλέον επικίνδυνος, όταν συνυπάρχωσιν εντός αυτού και γυναίκες, αίτινες και ευχερέστερον υπόκεινται εις την υποβολήν και μεγίστην υφίστανται την επίδρασιν των εντυπώσεων».[76]

Έτσι, ακόμη και η ηθική συμπεριφορά του όχλου σε αυτό το σημείο, όπως όταν ακόμη και οι «ελλεεινότεροι επαίται και αγύρται»,[77] εντός του όχλου, ανακτούν αρχές «αυστηρότατης ηθικής» στη διάρκεια των επαναστάσεων, δεν συνιστά κάποιου είδους κακοφωνία για τον Γαρδίκα. Αντιθέτως, επικυρώνει τη βαθιά σχέση που διατηρεί ο όχλος με την υποβολή.

«Ο απηθλιωμένος όχλος, όστις κατέλαβε το εν Παρισίοις ανάκτορον του Κεραμεικού κατά την επανάστασιν του 1848, δεν έθιξεν τι αντικείμενον εξ’ εκείνων, υφ’ ων ενθαμβούτο και εκ των οποίων και μόνον εν θα ηδύνατο να εξασφαλίση εις αυτόν τον άρτον πολλών μηνών. Αλλά σημειωτέον ότι η τοιαύτη ηθοποιός ενέργεια του όχλου δεν είναι κανών σταθερός, ο δε όχλος ρέπει μάλλον προς το κακόν ή προς το αγαθόν».[78]

Τέλος κατέληγε ότι ο «Sighele καθορίζει ότι τα εγκλήματα του όχλου υπήρξαν πάντοτε ανάλογα προς την διάφορον του όχλου συγκρότησιν· είναι γνωστόν ότι κατά τας διαφόρους αιματηράς επαναστάσεις της Γαλλίας οι κρεοπώλαι και σφαγείς ζώων επέδειξαν εξαιρετικήν αγριότητα».[79]

Απο-αποικιοποιώντας τη δημοκρατία

Με το τέλος του πολέμου, μελέτες θα εντόπιζαν τη σχιζοφρένεια, ως ψυχικό νόσημα, είτε μεταξύ των μαύρων, είτε μεταξύ των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων.[80].] Εξάλλου, όπως επισημαίνει ο γάλλος ιστορικός και φιλόσοφος Κλοντ Ολιβιέ Ντορόν (Claude Olivier Doron), στη Γαλλία, μετά το 1950, η σχιζοφρένεια ταυτιζόταν με την «ψύχωση της εξέγερσης».[81] Ερμηνεία που θα μπορούσε να νομιμοποιήσει τη φυλάκιση, την εκτόπιση και τη θανάτωση των επικίνδυνων «άλλων», αυτών των «ξεμωραμένων», και στην ελληνική πραγματικότητα, αφού, όπως εξηγούσε ο έλληνας ψυχαναλυτής, Δημήτριος Κουρέτας, τα Δεκεμβριανά δεν ήταν παρά μια κρίση της ψυχής της μάζης και φυσικά όχι οποιασδήποτε μάζης, αλλά της κομμουνιστικής μάζης.[82]

Στις μέρες μας, αυτή η ερμηνεία του εγκληματία έχει επικρατήσει κάτω από το βάρος της παγκοσμιοποίησης της αστικής δυτικοευρωπαϊκής κοινωνικής δημοκρατίας, αναπαράγοντας συνεχώς το πορτραίτο του εσωτερικού εχθρού – τέρατος. Η περιδιάβασή μας, λοιπόν, σε αυτή την γιορτή ας ξεκινήσει από τους δυστοπικούς κόσμους των υγ ειονομικών νοηματοδοτήσεων που κατέστησαν ακόμη και τις επιθυμίες μας, αλλά και το δικαίωμα της ανυπακοής των λαών, έρμαιο του Δυτικοευρωπαϊκού φαλλού, της διείσδυσης και κυριαρχίας της κυρίαρχης τάξης, απαιτώντας την αναγκαιότητα ενός νέου οντολογικού άξονα διαχείρισης της υποκειμενικοποίησης, μέσα από την πλήρη ταύτισή του με το όραμα της Παγκόσμιας Δημοκρατίας.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δήμητρα Τζανάκη

Η Δήμητρα Τζανάκη είναι δρ. Ιστορίας και αυτήν την περίοδο είναι μεταδιδακτορική ερευνήτρια στο τμήμα ΠΕΔΔ (ΕΚΠΑ), όπου διδάσκει το μάθημα «Φύλο, Κοινωνία και Πολιτική». Έχει συγγράψει άρθρα και βιβλία στο πεδίο της ιστορίας της Επιστήμης (ψυχιατρικής, ιατροδικαστικής, εγκληματολογίας, ψυχανάλυσης) και της ιστορίας και θεωρίας του φύλου. Τελευταία δημοσίευση το «Φύλο και Σεξουαλικότητα: Ξεριζώνοντας το ανθρώπινο (1801-1925)», Ασίνη 2018 και το «Gender, Degeneration and Sexuality in Greece, 1871–1934. ῾Moral insanity῾ and Social Order», Palgrave Macmillan (υπό έκδοση).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε