Τεύχος #4 Επίμονος μοντέρνος Μάης

Το επίμονο μοντέρνο του Μάη του ’68

Το τέλος του Δεύτερου Παγκόσμιου Πολέμου δεν βρήκε τις συμμαχικές δυνάμεις απλώς νικήτριες απέναντι στον ναζιστικό εφιάλτη. Τις βρήκε παράλληλα σε βαθύ ανταγωνισμό για την επιρροή στον μεταπολεμικό διπολικό κόσμο που αναδυόταν. Κι αν αυτός ο ανταγωνισμός εξέφραζε δύο διαφορετικά μοντέλα κοινωνικής οργάνωσης, εντούτοις αυτή η διαφορά είχε μάλλον πάψει, ήδη από το τέλος της δεκαετίας του 1920 και την ολοκλήρωση του πειράματος της ΝΕΠ στη νεαρή Σοβιετική Ένωση, να εντοπίζεται στις βασικές αρχές οργάνωσης των δύο συστημάτων.[1] Ο ανταγωνισμός των δύο υπερδυνάμεων θα αποτελούσε πλέον βασικό κριτήριο για τις επιλογές και τις στοχεύσεις τους σε πολιτικό και οικονομικό επίπεδο.

Για τις μεν ΗΠΑ, ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος σήμανε την εδραίωσή τους στην κορυφή και της πολιτικής πλέον –πέραν της οικονομικής– ιεραρχίας του δυτικού στρατοπέδου, αφού εκτός από το οικονομικό πλεονέκτημα σε σχέση με τις φίλιες ευρωπαϊκές αστικές δημοκρατίες που έδινε η τεράστια εσωτερική τους αγορά, η οποία είχε επιπλέον μείνει πρακτικά άθικτη από τον πόλεμο, είχαν επίσης ηγηθεί και της στρατιωτικής νίκης για τις δυτικές δυνάμεις. Για τη Σοβιετική Ένωση όμως, τα οφέλη της καθοριστικής της συνεισφοράς στην αντιφασιστική νίκη δεν εξαντλούνταν στην αύξηση της οικονομικής της ισχύος ή της πολιτικής της βαρύτητας μέσα στον διεθνή, «θεσμικό» και μη, συσχετισμό δυνάμεων. Περισσότερο ακόμα, η ΕΣΣΔ μετά τον πόλεμο σηματοδότησε στα μάτια εκατομμυρίων πολιτών των μεγάλων καπιταλιστικών μητροπόλεων μια υπαρκτή και νομιμοποιημένη εναλλακτική επιλογή κοινωνικής οργάνωσης. Κάπως έτσι, τα σφυρηλατημένα μέσα στην Αντίσταση δυτικοευρωπαϊκά, και όχι μόνο, Κομμουνιστικά Κόμματα, γνώρισαν τεράστια ανάπτυξη και αύξηση της πολιτικής τους επιρροής, επιβάλλοντας παράλληλα τη θέση τους στο πολιτικό σκηνικό –αλλά και στο κράτος– των υπό ανασυγκρότηση μεγάλων ευρωπαϊκών χωρών.

Την ίδια στιγμή που η νέα εποχή, αυτή της αμερικανικής ηγεμονίας, αναδυόταν, και μαζί της αναδυόταν ως μαζικό πρότυπο για τον δυτικό κόσμο όλη η ατομικιστική, επιχειρηματική, καταναλωτική και μικροαστική κουλτούρα του αμερικανικού ονείρου, το στρατόπεδο που αυτή εκπροσωπούσε έπαυε στα μάτια μιας ολοένα αυξανόμενης μερίδας της παγκόσμιας κοινής γνώμης να συνιστά τη μόνη ή, ακόμη περισσότερο, την καλύτερη λύση για την οργάνωση της κοινωνικής και οικονομικής της ζωής. Κι αν για τους σοβιετικούς πολίτες η ιδεολογική εκμετάλλευση της νίκης στον «μεγάλο πατριωτικό πόλεμο» από την κομματική και κρατική γραφειοκρατία θα αποδειχτεί καίριας σημασίας για μια νέα σταθεροποίησή της σε βάρος της προηγούμενης επαναστατικής δυναμικής, για όσους βρίσκονταν εκτός του σοβιετικού στρατοπέδου η αίγλη αυτής της νίκης θα είχε τα απολύτως αντίθετα αποτελέσματα: Θα πυροδοτούσε μια ευθεία αμφισβήτηση του ιμπεριαλιστικού παραδείγματος στον λεγόμενο τρίτο κόσμο και την ίδια στιγμή θα τροφοδοτούσε τα εργατικά κινήματα και τις πολιτικές διεκδικήσεις στα αναπτυγμένα δυτικά κράτη, καθώς φυσικά κι έναν νέο κύκλο επαναστατικών αποπειρών.

Κάπως έτσι θα διαμορφωνόταν το «υπέδαφος» για τις δύο ταραγμένες δεκαετίες που θα ακολουθούσαν, αυτές του 1950 και του ’60, οι οποίες θα κυοφορούσαν μια εκρηκτική παγκόσμια κατάσταση. Η επικράτηση της Κινεζικής Επανάστασης με την κατάκτηση της εξουσίας από τον Μάο και το Κ.Κ. Κίνας, που την 1η Οκτωβρίου 1949 εισέρχονται θριαμβευτές στο Πεκίνο, την πρωτεύουσα της μεγαλύτερης πληθυσμιακής δύναμης του πλανήτη, θα αποτελέσει αποφασιστικό πλήγμα για τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων, ενώ παράλληλα ο πολλαπλασιασμός των εστιών αντιαποικιακής αντίστασης απέναντι ιδίως στην παρακμάζουσα γαλλική αλλά και τη αγγλική αποικιοκρατία, με ορόσημο την ήττα των γαλλικών δυνάμεων στην Ινδοκίνα, θα εντείνει την εικόνα παγκόσμιας υποχώρησης του ιμπεριαλιστικού στρατοπέδου. Το ξέσπασμα του αλγερινού εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα θα παίξει αποφασιστικό ρόλο στην υπονόμευση της γαλλικής κυβερνητικής εξουσίας, αλλά και της πολιτικής αξιοπιστίας τού κατά τα άλλα ακμάζοντος ΓΚΚ, όσο όμως και στην πυροδότηση αντίστοιχων κινημάτων σε ολόκληρη την Αφρική, ενώ η επικράτηση των ανταρτών του Φιντέλ Κάστρο και του Τσε στην Κούβα, εκτός από ένα σήμα προς όλο τον κόσμο ότι το σοσιαλιστικό στρατόπεδο μπορεί να φωλιάσει ακόμη και στην κοιλιά του κτήνους, θα δώσει κι ένα παράδειγμα δράσης για την εξάπλωση της επανάστασης, τον περίφημο «γκεβαρισμό», που θα αποτελέσει τα επόμενα χρόνια το πρότυπο οργάνωσης πολλών εστιών οργάνωσης αντάρτικων ομάδων και κινημάτων στη Λατινική Αμερική και την Αφρική. Το Βιετνάμ θα γίνει διεθνές ορόσημο αντίστασης, πυροδοτώντας κύματα αλληλεγγύης σε ολόκληρο τον κόσμο κι ένα τεράστιο αντιπολεμικό κίνημα στην καρδιά του θηρίου. Παράλληλα, η άνοδος του βαθμού οργάνωσης των εργαζόμενων μαζών στη δυτική Ευρώπη θα σημάνει μια πρωτοφανή ισχυροποίηση των συνδικάτων και θα αυξήσει τη διεκδικητικότητα όσο και τις προσδοκίες οικονομικής και κοινωνικής δικαιοσύνης, την ίδια στιγμή που η πρώτη γενιά που δεν έχει πολεμήσει σιγά σιγά ενηλικιώνεται συνιστώντας είτε τη νέα εργασιακή δύναμη που θα αποτελέσει την ατμομηχανή της αλματώδους μεταπολεμικής καπιταλιστικής ανάπτυξης είτε το νέο επιστημονικό δυναμικό που θα αναζητήσει δρόμους ανοδικής κοινωνικής κινητικότητας μέσω της εκπαίδευσης.

Στα μέσα της δεκαετίας του 1960, λοιπόν, ο κόσμος είναι ένα καζάνι που βράζει, «περιμένοντας» ίσως τους τρόπους, τους τόπους και τις αφορμές ώστε αυτό το «πλεόνασμα» πολιτικής ισχύος όσων αντιστέκονταν στην κυρίαρχη τάξη πραγμάτων να διοχετευτεί στην επιφάνεια.

Μόνο που αυτό που λογίζονταν πια κυρίαρχη τάξη πραγμάτων φαίνεται να μην περιορίζεται πλέον μόνο στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο. Το κυνήγι των εξοπλισμών, η κούρσα των πυρηνικών και της «κατάκτησης» του διαστήματος, ο ανταγωνισμός των μεταλλίων στις διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις συνιστούσαν το επιφαινόμενο μιας κυρίως τυπικής πια ανταγωνιστικής σχέσης των δύο κυρίαρχων δυνάμεων του πλανήτη. Γιατί πέρα από αυτό το επιφαινόμενο, οι σχεδόν δύο δεκαετίες Ψυχρού Πολέμου που είχαν προηγηθεί είχαν μάλλον διαμορφώσει μια ισορροπία της οποίας τα οφέλη καμιά από τις δύο χώρες δεν ήταν έτοιμη να διακυβεύσει. Έτσι, ήταν πολιτική της «ειρηνικής συνύπαρξης» που αποτελούσε τον καθοριστικό παράγοντα για την εξέλιξη των πραγμάτων παγκοσμίως. Αυτή που άφηνε για όλη την προηγούμενη δεκαετία χωρίς στήριξη το αλγερινό εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα ενστερνιζόμενη το σύνθημα «ειρήνη στην Αλγερία» την ίδια ώρα που οι ακροδεξιές παραστρατιωτικές ομάδες της OAS[2] δρούσαν με τις ευλογίες του επίσημου γαλλικού κράτους· ή, αντιστοίχως, την επανάσταση στο Κογκό,[3] και έφτανε τον Σεπτέμβριο του ’65 να κλείσει τα μάτια στο «ξεχασμένο ολοκαύτωμα»[4] της Ινδονησίας: στη σφαγή ανυπολόγιστου αριθμού (ανάμεσα σε μισό και ένα εκατομμύριο) μελών και συμπαθούντων του Κ.Κ. Ινδονησίας από τον στρατό, με τη συνδρομή ακροδεξιών παρακρατικών ομάδων.

Κάπως έτσι, τα τρία πιο έντονα σύμβολα διπλής έμπρακτης αντίστασης, αφενός στην ιμπεριαλιστική κυριαρχία και αφετέρου στην κυρίαρχη στρατηγική του «σοσιαλιστικού» στρατοπέδου που καθοδηγείται από την ΕΣΣΔ, αποκτούν πρωτοφανή αίγλη και εμπνέουν μεγάλα τμήματα μαζών παγκοσμίως: από τους έντονα πολιτικοποιημένους φοιτητές των μεγαλύτερων καπιταλιστικών μητροπόλεων σε Γαλλία, Ιταλία, Γερμανία, ΗΠΑ, Ιαπωνία, Μεξικό κ.α. στο κίνημα των φυλετικών δικαιωμάτων στις ΗΠΑ, και από τις νεαρές ηλικιακά εργατικές μάζες του ευρωπαϊκού Νότου στις εσωτερικές αντιπολιτεύσεις των παραδοσιακών Κομμουνιστικών Κομμάτων.

Πρόκειται αφενός για την αναγγελία μιας «επανάστασης μέσα στην επανάσταση», όπως αυτή που διακηρύττει η περίφημη απόφαση των 16 σημείων της Κ.Ε. του Κ.Κ. Κίνας στις 8 Αυγούστου 1966, σηματοδοτώντας την τυπική έναρξη της Μεγάλης Προλεταριακής Πολιτιστικής Επανάστασης· μιας απόπειρας πρωτοφανούς έμπρακτης αυτοκριτικής για την πορεία της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, που σηματοδοτεί την αφετηρία μιας ριζικής κριτικής στον τρόπο οργάνωσης της παραγωγής και χρήσης της γνώσης, αλλά και στον τρόπο οργάνωσης και λειτουργίας του πολιτικού και ιδεολογικού εποικοδομήματος: στη γραφειοκρατικοποίηση των σοσιαλιστικών κομμάτων και κρατών και στην απόρριψη των πλατιών λαϊκών μαζών από τις διαδικασίες λήψης απόφασης.[5]

Αφετέρου, πρόκειται για τον αγώνα του βιετναμέζικου λαού, που με σφεντόνες και φυσοκάλαμα, αλλά και τεχνικές ανταρτοπολέμου που τα υψηλά στρατιωτικά επιτελεία των ΗΠΑ ούτε μπορούσαν καν να διανοηθούν, θα καταστήσουν τη ζούγκλα του Βιεντάμ συνώνυμη, για τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, με το Βατερλώ του: το «θέατρο» της πρώτης και μεγαλύτερης ώς και σήμερα πολεμικής συντριβής της στρατιωτικής θριαμβεύτριας του Δευτέρου Παγκόσμιου Πολέμου, εκείνης που δεν είχε διστάσει ακόμα και να χρησιμοποιήσει την πυρηνική βόμβα για να επισφραγίσει με την απειλή του πυρηνικού ολέθρου τη στρατιωτική της υπεροπλία στα μάτια όλου του κόσμου. Το παγκόσμιο αντιπολεμικό ποτάμι που προκαλεί το εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα του Βιετνάμ διαμορφώνει όρους ενός τρόπον τινά διεθνούς συντονισμού, ενώ στην ίδια την Αμερική φέρνει μαζί τους λευκούς μικροαστούς φοιτητές με το κίνημα των μαύρων. Η δολοφονία του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ τον Απρίλιο του 1968, λίγες μόνο μέρες πριν το «Μανιφέστο των 142», που ψηφίστηκε στις 22 Μαρτίου από τους καταληψίες του κτιρίου διοίκησης της πανεπιστημιούπολης της Ναντέρ πυροδοτήσει τον γαλλικό Μάη, θα αποτελέσει ορόσημο για όσα το ογκούμενο αντιπολεμικό κίνημα φαινόταν να θέτει σε διακύβευση.

Τρίτον, πρόκειται για την ακτινοβολία που ασκεί το πρότυπο διεθνιστικής αλληλεγγύης του Τσε, ο οποίος εγκαταλείπει την ασφάλεια και την αναγνώριση της επαναστατημένης και σχετικά πλέον εδραιωμένης Κούβας, για να οργανώσει κινήματα αντίστασης στον τρίτο κόσμο, και έχοντας πρώτα προλάβει να καλέσει τον Απρίλιο του 1967, στην Τριηπειρωτική Συνδιάσκεψη στην Κούβα, να ανθίσουν «ένα, δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ», δολοφονείται από τους διώκτες του στα βουνά της Βολιβίας, περνώντας έτσι στο πάνθεο των μαρτύρων αναζήτησης μιας εναλλακτικής στρατηγικής για το διεθνές κομμουνιστικό κίνημα και δίνοντας στη στράτευση στον πολιτικό αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό την αίγλη που είχε απολέσει.

Η εικόνα των σοβιετικών τανκς στους δρόμους της Πράγας, δύο μήνες μετά το τέλος του παρισινού Μάη, να καταστέλλουν τυφλά μια απόπειρα διαφορετικής πορείας από το κυρίαρχο σοβιετικό υπόδειγμα, απλώς επισφράγιζε την παρακμή του επίσημου σοσιαλιστικού στρατοπέδου, καθιστώντας την αναζήτηση εναλλακτικής ζωτική πια ανάγκη για χιλιάδες ανθρώπους που μέχρι πρότινος έδειχναν να συναινούν σιωπηλά.

Το συμβάν του Μάη: Μια συνάντηση συμβάντων

Αν τα παραπάνω συνιστούν την ιστορία η οποία προετοίμασε τα γεγονότα που έμειναν στην ιστορία ως «Μάης του ’68», είναι σαφές ότι ο ειδικά ευρωπαϊκός Μάης, και δη ο γαλλικός, αυτός που κατεξοχήν θεωρείται το αυθεντικό ιστορικό αρχέτυπο του Μάη, δεν θα μπορούσε να έχει υπάρξει αν το σύνολο αυτών των συνθηκών δεν είχαν «συγχωνευτεί», για να χρησιμοποιήσουμε την ορολογία του Αλτουσέρ, σε μια «ενότητα ρήξης».[6]

Αν δηλαδή η διάψευση των οικονομικών και κοινωνικών προσδοκιών αποκατάστασης μέσα στο ραγδαία αναπτυσσόμενο καπιταλιστικό κέντρο δεν είχε συναντηθεί με την ελπίδα για ριζικές πολιτικές ανατροπές σε αυτό· και αν ταυτόχρονα η αυτοπεποίθηση από τις ήττες του ιμπεριαλισμού και των αποικιοκρατικών δυνάμεων δεν είχε συναντηθεί με τη διάψευση των πολιτικών προσδοκιών από την κυρίαρχη σοσιαλιστική στρατηγική· ή αν η οργή από τη δολοφονία ανθρώπων-συμβόλων, όπως ο Τσε και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ, δεν είχε συναντηθεί με την παγκοσμιότητα της αντίδρασης απέναντι στον πόλεμο του Βιετνάμ· και αν η κριτική απέναντι στην ΕΣΣΔ δεν είχε συναντηθεί με την ανάδυση του νέου παραδείγματος για τη σοσιαλιστική οικοδόμηση που προσέφερε η Πολιτιστική Επανάσταση, αλλά και με τις νέες θεωρητικές και πολιτικές συνεισφορές γύρω από τη μαρξιστική και ευρύτερη ριζοσπαστική θεωρία και τη νέα προβληματοποίηση των κοινωνικών σχέσεων στις αναπτυγμένες καπιταλιστικές κοινωνίες που εκείνη έφερνε.

Με την έννοια αυτή, ο Μάης δεν συνιστά κάποιο καινοφανές συμβάν· αν κατάφερε να διακόψει την κανονικότητα της κοινωνικής και οικονομικής ζωής, την κανονικότητα της εργασιακής και σπουδαστικής καθημερινότητας, την καθημερινότητα της καταπίεσης των γυναικών, των ομοφυλόφιλων, των μεταναστών, τη ζωή τους όπως τη βίωναν μέχρι εκείνη τη στιγμή, απελευθερώνοντας κρίσιμες όψεις της, δεν ήταν από κάποιο θαύμα. Το ξέσπασμά του συσσωρεύονταν μέσα στις εκρηκτικές αντιθέσεις που κυοφορούσε η σύγχρονη αναπτυγμένη καπιταλιστική κοινωνική πραγματικότητα. Ο Μάης δηλαδή αποτέλεσε μια συνάντηση συμβάντων: τη συμπύκνωση μιας παγκόσμιας ακολουθίας γεγονότων, αυτών που συνέθεσαν τα περίφημα «long sixties»· τη μακρά δεκαετία του ’60 που σημαδεύτηκε από τη ραγδαία ανάπτυξη της ταξικής πάλης διεθνώς, διαμορφώνοντας το υπόστρωμα για την προσδοκία και εντέλει τη διεκδίκηση μιας έμπρακτης κριτικής στο καπιταλιστικό και ταυτόχρονα στο κυρίαρχο σοσιαλιστικό υπόδειγμα.

Είναι με την έννοια αυτή που «ο Μάης», αυτή η κάπως γενικευτική αν όχι φαντασιακή αναφορά που κάνουμε στην καθημερινή γλώσσα, δεν μπορεί ποτέ επακριβώς να συγκεκριμενοποιηθεί ως προς το τι προσδιορίζει. Και με αυτή την έννοια είναι που στην αναζήτηση του Μάη, στο ερώτημα «ποιος/τι ήταν ο Μάης», πάντα κάτι φαίνεται να διαφεύγει: Ήταν ο Μάης τα γεγονότα του Μαΐου και του Ιουνίου στη Γαλλία ή περιλαμβάνει επίσης τις φοιτητικές κινητοποιήσεις στη Γερμανία, ή αυτές στην Ιταλία, που άλλωστε προηγήθηκαν; Ήταν μια ειδικά νεολαιίστικη εξέγερση ή ήταν κυρίαρχος ο εργατικός του χαρακτήρας;[7] Περιορίζεται στην ευρωπαϊκή του διάσταση ή περιλαμβάνει το σύνολο των σχετικά ετερόκλητων γεγονότων που έλαβαν χώρα σε όλο τον κόσμο το 1968: από το Μεξικό, με αφορμή του Ολυμπιακούς Αγώνες,[8] μέχρι την Ιαπωνία,[9] και από την Άνοιξη της Πράγας μέχρι το κίνημα των Μαύρων Πανθήρων στις ΗΠΑ;[10]

Είναι ακριβώς με αυτή την έννοια, λοιπόν, με την έννοια αυτού του στοιχείου το οποίο πάντα διαφεύγει που το παραπάνω ερώτημα δεν έχει ακριβή απάντηση. Γιατί ο Μάης είναι ταυτόχρονα παγκόσμιος και ειδικά γαλλικός. Παγκόσμιος ακριβώς γιατί προκύπτει ως το αποτέλεσμα μιας ακολουθίας συγκλονιστικών διεθνών εξελίξεων που κυοφορούνται για δύο δεκαετίες και οι οποίες πυροδοτούν καθ’ όλο το 1968 εκρηκτικά συμβάντα σε όλες σχεδόν τις γωνιές του κόσμου[11] νομιμοποιώντας έτσι τη συνήθη συνειρμική σύγκριση του 1968 με τις επαναστάσεις του 1848, που για τους κλασικούς του μαρξισμού αποτέλεσαν το τελευταίο παγκόσμιο κύμα επαναστάσεων. Είναι όμως και ειδικά γαλλικός γιατί ο Μάης στη Γαλλία προσφέρει τον ιστορικό χώρο και χρόνο όπου το σύνολο αυτών των αντιφάσεων συγκεντρώνονται, συμπυκνώνονται και ξεσπούν ορμητικά, δίνοντας σχήμα και μορφή στην κριτική, τη διεκδίκηση και τις πρακτικές, το σύνολο μόνο των οποίων ονομάστηκαν «Μάης ’68».[12] Το ξέσπασμα στη Γαλλία «διεκδικεί» μια νέα, ακόμη βαθύτερη «ενότητα ρήξης»: αυτήν η οποία θα οδηγούσε στην υλοποίηση του πιο προωθημένου πολιτικού διαβήματος που εκείνος ο Μάης έκανε οδηγώντας σε ανοιχτή κρίση του (αστικού) γαλλικού κράτους. Με την ορολογία πάλι του Αλτουσέρ, η γαλλική περίπτωση διεκδίκησε το «δέσιμο» της συνάντησης,[13] την ασταθή πιθανότητα της οποίας είχε απλώς σηματοδοτήσει η έκρηξή του συμβάντος του. Διεκδίκησε, με άλλα λόγια, την «επιτυχία» της σε μια χώρα του εδραιωμένου καπιταλιστικού πυρήνα, εκεί που ως τη στιγμή αυτή καμιά από τις ιστορικές στρατηγικές δεν φαινόταν πια να μπορεί να έχει εφαρμογή.[14]

Είναι με αυτή την έννοια που η έκβαση του Μάη, η ήττα του, μας επιτρέπει να πούμε ότι αυτός δεν αποτέλεσε μόνο το αποτέλεσμα μιας «επιτυχημένης» συνάντησης συμβάντων. Αποτέλεσε ταυτόχρονα και το απότοκο συναντήσεων που απέτυχαν να συμβούν ή απέτυχαν να είναι επιτυχημένες, που απέτυχαν δηλαδή να «οργανωθούν» και να συγχωνευτούν, πηγαίνοντας πιο μακριά το εξεγερτικό του φορτίο και επιδιώκοντας την αποκρυστάλλωση και τη σταθεροποίηση μιας ηγεμονικής δικής του δυναμικής και κατεύθυνσης. Πρόκειται κυρίως για την αποτυχία της σταθεροποίησης του κοινού «μετώπου» των διαφορετικών κοινωνικών υποκειμένων που αναδύθηκαν, την αποτυχία δηλαδή της συγχώνευσης, παρά τις προσπάθειες, των διαφορετικών κοινωνικών κινημάτων και δη του εργατικού με το φοιτητικό και τη νεαρή διανόηση. Ακόμα περισσότερο όμως πρόκειται για την αδυναμία οποιοδήποτε πολιτικό υποκείμενο της «νέας αριστεράς», της αριστεράς του Μάη, ή οποιαδήποτε άλλη πολιτική μορφή που προτάθηκε από άλλες τάσεις του κινήματος οι οποίες δεν προέκυπταν μέσα από τις παραδοσιακές πολιτικές συγκροτήσεις της αριστεράς, να συνδεθεί οργανικά με τις εργατικές και νεολαιίστικες μάζες και να οικοδομήσει μια αντιηγεμονική στρατηγική που να μπορέσει να τοποθετηθεί εκτός του στρατηγικού πεδίου του αντιπάλου.

Απέτυχε μάλιστα, θα πει κανείς, σε τέτοιον βαθμό που σήμερα, 50 χρόνια μετά, η κυρίαρχη πολιτική ελίτ, αυτή μιας πιο «έλλογης» αλλά ανατριχιαστικά επιθετικής νεοφιλελεύθερης εκδοχής διαχείρισης του υπάρχοντος, εξαπολύει μια επίθεση φιλίας στη θεωρούμενη απεκδεδυμένη πια από το ριζοσπαστικό της περιεχόμενο μνήμη του Μάη, επιδιώκοντας να την εντάξει στο ιδεολογικό της συνεχές. Μια απόπειρα που επιτρέπει σε διάφορες πλευρές να υποστηρίζουν ότι οι λόγοι της αποτυχίας του Μάη είναι διαφορετικοί. Ότι ο Μάης απέτυχε ακριβώς επειδή δεν διεκδίκησε με τρόπους πιο παραδοσιακούς, όπως πρόσταζε η καθεστηκυία αριστερά του κομμουνιστικού ρεφορμισμού, αλλά αντίθετα ακολούθησε τις πρακτικές και την ορμή των «μικροαστών» φοιτητών, έφερε στο προσκήνιο νέα υποκείμενα που δεν καθορίζονταν αποκλειστικά από την ταξική ταυτότητα, έδωσε βήμα σε καλλιτεχνικές πρωτοπορίες αντί να επικεντρωθεί στον αγώνα, και μιλώντας με μια υποτιθέμενα ακαταλαβίστικη γλώσσα απέτυχε να διεισδύσει και να διασπάσει το μαζικό λαϊκό μπλοκ της δεξιάς. Απέτυχε δηλαδή ακριβώς επειδή δεν ενεγράφη εξαρχής στην κυρίαρχη σοσιαλιστική στρατηγική.

Άνω τελεία· προς το μοντέρνο του Μάη

Όμως ανεξάρτητα από την ενσωμάτωση της μίας ή της άλλης όψης του, και πολύ περισσότερο, της ενσωμάτωσης κάποιων εκ των βασικών πρωταγωνιστών του, το χειραφετικό μήνυμα του Μάη, το μήνυμα της ανακατάληψης του χώρου και του χρόνου, της κριτικής στην καθημερινή ζωή, της προβληματοποίησης του συνόλου των κοινωνικών πρακτικών, της διεκδίκησης της πολιτικής συμμετοχής από και για τις μάζες, της κριτικής στην οργάνωση εργασίας, αλλά και στις σχέσεις παραγωγής και στις σχέσεις εξουσίας μέσα στον χώρο δουλειάς, της κριτικής στην «κοινωνία του θεάματος» και τον «μονοδιάστατο άνθρωπο», η πιο προωθημένη απόπειρα για μια ανταγωνιστική στρατηγική στη Δύση παραμένει. Πρόκειται ακριβώς για το «νέο» του Μάη, όπως το όρισε ο Λεφέβρ.[15] Αυτό που άλλωστε συνιστά έκτοτε και τη θεωρία του Μάη. Αυτό που «διαφεύγει» πάντα από την απόπειρα να παρουσιαστεί ο Μάης ως μια τυφλή εκτόνωση ή μια φιλελεύθερη ουτοπία της αποθέωσης των ατομικών βουλήσεων. Πρόκειται με άλλα λόγια ακριβώς γι’ αυτά τα στοιχεία που συνιστούν τη θεμελιώδη συνεισφορά του Μάη όχι απλώς σε οποιαδήποτε απόπειρα κριτικής και αντίστασης στην επέλαση του καπιταλιστικού «ορθολογισμού», αλλά ακόμη περισσότερο σε οποιαδήποτε απόπειρα στρατηγικής για τον κοινωνικό μετασχηματισμό εκκινεί από την προσπάθεια ανατροπής στο πλαίσιο των αναπτυγμένων δυτικών καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων.

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Γιώργος Καλαμπόκας

Γιώργος Καλαμπόκας

Ο Γιώργος Καλαμπόκας είναι χημικός μηχανικός, υποψήφιος διδάκτορας πολιτικής οικονομίας, με σπουδές στην πολιτική φιλοσοφία και την κοινωνική θεωρία. Συμμετέχει στο εκδοτικό εγχείρημα του Εκτός Γραμμής.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε