Κριτική Τεύχος #06

Το εθνικό ή το ταξικό;

Σπύρος Σταβέρης, Θεσσαλονίκη 1992. Πηγή: lifo

Το εθνικό ζήτημα στην εποχή μας. Η κρίση του ευρωατλαντισμού και η Ελλαδα
Πέτρος Παπακωνστατίνου
Τόπος, 2018 | 257 σελ.

 

Βασικός συντάκτης των διεθνών της Καθημερινής και παλιότερα του Πριν, τακτικός συνεργάτης της μαρξιστικής επιθεώρησης Ουτοπία (το Εθνικό ζήτημα αφιερώνεται στην «ψυχή» του περιοδικού, στον Ευτύχη Μπιτσάκη) και συγγραφέας εφτά βιβλίων την τελευταία δεκαπενταετία, ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου είναι από τους διανοούμενους της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς που διαβάζονται και χαίρουν, δικαίως, εκτίμησης σε κύκλους πολύ ευρύτερους. Πέρασαν τρία χρόνια από το τελευταίο του βιβλίο, Αριστερά, κυβέρνηση και κράτος (Α.Α. Λιβάνη, 2015). Κι είναι ενδεικτικό, νομίζω, για το πού βρισκόμαστε από τότε, ότι η έμφαση στο νέο βιβλίο αφορά ένα ζήτημα που, και για τον ίδιο τον συγγραφέα του, φέρνει την Αριστερά «εκτός έδρας» (σ. 14). Το εθνικό ζήτημα, λοιπόν, την ώρα της «στροφή[ς] μεγάλου μέρους [των λαών] προς τον αντιδραστικό εθνικισμό-λαϊκισμό» (σ. 13).

Για τον Παπακωνσταντίνου,

το υπ’ αριθμόν ένα πραγματικό εθνικό ζήτημα για όλους τους λαούς του πλανήτη στη σημερινή ιστορική φάση είναι η κατάκτηση της εθνικής λαϊκής κυριαρχίας από το διεθνές κεφάλαιο και τους ιμπεριαλιστικούς οργανισμούς –ΝΑΤΟ, ΕΕ, ΔΝΤ κ.ά– που το υπηρετούν (σ. 52).

Αν το βιβλίο έμενε εκεί, ωστόσο, αν το επιχείρημα κρατιόταν στη θέση πως «το εθνικό πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί παρά μόνο μαζί με το κοινωνικό πρόβλημα» (σ. 88), πως τα Μνημόνια «δεν είναι ξενοδουλεία» (σ. 87) και πως «ο αγώνας […] των λαών σήμερα εναντίον της οικονομικής νεοαποικιοκρατίας προϋποθέτει τη ρήξη και με τη δική τους αστική τάξη [που] δεν διεκδικεί τη χειραφέτηση από το διεθνές σύστημα του ιμπεριαλισμού, αλλά μια καλύτερη θέση» (σ. 51), το βιβλίο δεν θα άγγιζε, νομίζω, τις ευαίσθητες «χορδές» που άγγιξε εντέλει. Θα εξέφραζε, έστω με μια απόχρωση παραδοσιακού αντιιμπεριαλισμού, έναν μάλλον κοινό τόπο στη σημερινή Αριστερά – στο χώρο αριστερότερα και απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ. Θα «εκπροσωπούσε», όπως το Σκοτώνουν τους Έλληνες του Φρεντερίκ Λορντόν (εκδ. Τόπος 2015), το σημερινό επιχείρημα των «κυριαρχιστών» της ευρωπαϊκής Αριστεράς, όπως ο Μελανσόν στη Γαλλία ή και το Ποδέμος: όπως παρατηρεί ο Παπακωνσταντίνου, «από το φαινόμενο Σάντερς στην Αμερική μέχρι τους Ποδέμος στην Ισπανία […] όλα τα ριζοσπαστικά ρεύματα που απέκτησαν σε μια ορισμένη στιγμή ευρεία λαϊκή απήχηση, ακόμη και φιλοδοξίες εξουσίας, επαγγέλλονταν κάποιου είδους αριστερό πατριωτισμό» (σ. 13).

Αν, από την άλλη, ο Παπακωνσταντίνου έμενε στο κρίσιμο, ότι «ο αντιιμπεριαλιστικός αγώνας δεν μπορεί να νοείται ως υποκατάστατο του αντικαπιταλιστικού, αλλά ως ιδιαίτερη αιχμή του» (σ. 257), η παρέμβασή του θα ήταν μια στρατηγικά χρήσιμη υπόμνηση της μαρξιστικής συζήτησης για τον ιμπεριαλισμό: υπενθύμιση ότι ο καπιταλισμός συνδέεται οργανικά με τον εθνικισμό (σ. 185) κι ότι η διεθνής οικονομία δεν είναι ένα ενιαίο παγκόσμιο «σύστημα», αλλά συνάρθρωση εθνικών σχηματισμών. Η υπόμνηση αυτή, νομίζω, έχει αξία για τη χάραξη μιας πολιτικής στρατηγικής, σε αντίθεση με τις πλούσιες αλλά αμφιλεγόμενες μετααναρχικές επεξεργασίες των Νέγκρι και Χαρτ περί Αυτοκρατορίας (για μια πολύ σύντομη σχετική συζήτηση στο βιβλίο, βλ. σ. 33–36).

Ακριβώς όμως γιατί δεν μένει εκεί, το Εθνικό ζήτημα άγγιξε διαφορετικές «χορδές»: με τη θετική υποδοχή του, στην παρουσίαση στην ΕΣΗΕΑ, από τους Αλέκο Αλαβάνο, Παναγιώτη Λαφαζάνη και Θανάση Σκαμνάκη. Αλλά και με την πιο κριτική, που του επιφύλαξε πριν από μερικούς μήνες το Πριν.[1] Το εξηγεί η εκτίμηση του Παπακωνσταντίνου: «στα ζητήματα ασφάλειας και εδαφικής ακεραιότητας, η συμπεριφορά των ελληνικών κυβερνήσεων είναι κατά βάση φοβική, υπό το βάρος του Αττίλα και της κρίσης των Ιμίων» (σ. 157). Η πεποίθησή του, ακόμα, ότι «[η Ελλάδα] δυσκολεύεται να ασκήσει και τα κυριαρχικά δικαιώματα που της αναγνωρίζει το διεθνές δίκαιο, ιδιαίτερα τα Δίκαιο της Θάλασσας» (σ. 158). Η θέση του συγγραφέα, γενικότερα, ότι «η Τουρκία [βρίσκεται] σε παροξυσμό ισλαμοεθνικισμού» (σ. 135). Κι εντέλει η άποψή του πως «δι-εθνισμός σημαίνει επικοινωνία και αλληλεγγύη των εθνών, όχι ετσιθελική διαγραφή τους» (σ. 150, η υπογράμμιση δική μου).

Τι συγκεκριμένο σημαίνουν αυτά για την Αριστερά μπροστά στη συγκεκριμένη κατάσταση; Το βιβλίο γράφτηκε λίγους μήνες μετά τα πρώτα συλλαλητήρια για τη Μακεδονία και πρόλαβε, λίγο πριν από το τυπογραφείο, την ελληνοτουρκική κρίση της περασμένης Άνοιξης στο Καστελλόριζο. Απέναντι στις δύο αυτές «στιγμές», ο Παπακωνσταντίνου υιοθετεί δυο διακριτές στάσεις. Στο Μακεδονικό, μια στάση –εύλογης, κατά τη γνώμη μου– κριτικής απέναντι σε τμήματα της ελληνικής Αριστεράς που συμμετείχαν ή «φλέρταραν» με τις εθνικιστικές κινητοποιήσεις, επιχειρώντας να τους δώσουν αντιμνημονιακό-αντιιμπεριαλιστικό πρόσημο (το ίδιο, τηρουμένων των αναλογιών, που επιχειρούσε ο Λεωνίδας Κύρκος το 1992). Γράφει ο Παπακωνσταντίνου:

Ακούγεται από ανθρώπους που ανήκουν ή προέρχονται από την Αριστερά ότι η πρόσφατη προσπάθεια για την επίλυση της διένεξης με τα Σκόπια δεν προήλθε από πρωτοβουλία της Αθήνας, αλλά υπό την πίεση του ΝΑΤΟ, που επείγεται να ενσωματώσει το γειτονικό κράτος. Ασφαλώς το ΝΑΤΟ έχει τους λόγους του να βιάζεται λόγω του ανταγωνισμού με τη Ρωσία στα Δυτικά Βαλκάνια […] Ασφαλέστατα, η δράση του ΝΑΤΟ στην περιοχή και ο ανταγωνισμός του με τη Ρωσία αποτελούν όχι εγγύηση ασφάλειας, αλλά πηγή αποσταθεροποίησης [Όμως τ]ο πραγματικό ερώτημα είναι αν έχει κάποιο συμφέρον ο ελληνικός λαός να συντηρείται μια αντιπαλότητα με έναν πιο μικρό γειτονικό του λαό […] (σ. 155).

Η κριτική στις τάσεις αυτές στο Μακεδονικό, ωστόσο, γίνεται από τον Παπακωνσταντίνου (και) λόγω της εκτίμησής του πως πραγματικά επείγοντα είναι άλλα – εξίσου, όμως, «εθνικά»: το γεγονός ότι η Ελλάδα «αντιμετωπίζει πραγματικούς και μεγάλους κινδύνους εξ Ανατολών» (ό.π.). Ως προς αυτούς, λοιπόν, ως προς τις ελληνοτουρκικές σχέσεις γενικότερα, ο Παπακωνσταντίνου, ενώ θεωρεί πως «η απόλυτη προτεραιότητα πρέπει να βρίσκεται στην προσπάθεια για αποτροπή ενός πολέμου με την Τουρκία» (σ. 159), συντάσσεται με τη θέση του ΚΚΕ:

«Οι κομμουνιστές, όπως πάντα στην εκατόχρονη ιστορία μας, θα πρωτοστατήσουμε στον αγώνα για την υπεράσπιση της εδαφικής ακεραιότητας και των κυριαρχικών δικαιωμάτων μας, για να συντριβεί ο όποιος ξένος εισβολέας εάν τολμήσει να επιτεθεί στην Ελλάδα. Ταυτόχρονα, όμως, επισημαίνουμε από τώρα ότι δεν θα δείξουμε καμία εμπιστοσύνη στην αστική κυβέρνηση που θα κάνει τον πόλεμο» […] Είναι δύσκολο να διαφωνήσει κανείς με αυτή την τοποθέτηση (σ. 161-2).

Είναι όντως δύσκολο;

Η θέση της «νόμιμης» εθνικής άμυνας, σήμα-κατατεθέν της αγωνιώδους προσπάθειας της παραδοσιακής Αριστεράς να ενταχτεί στον «εθνικό κορμό» μετά τον Εμφύλιο, επιχειρείται να τεκμηριωθεί εδώ, ιστορικά και θεωρητικά, με διάφορους τρόπους. Με βάση τη σχέση εθνικού-ταξικού από την Κομμούνα και την Κίνα ως την Κούβα (σ. 14)· με επιχείρημα τον ρόλο του αντιφασιστικού πατριωτισμού, που επέτρεψε σε πολλά κομμουνιστικά κόμματα να κερδίσουν την πλειοψηφία της εργατικής τάξης (σ. 250)· με βάση ιδιαίτερα την εαμική παράδοση του ελληνικού κομμουνισμού που, για λόγους επιβεβαίωσης της σημερινής τακτικής, το ΚΚΕ αποποιείται. Αλλά και με άξονα τη λενινιστική θέση ότι «στο κάθε σύγχρονο έθνος υπάρχουν δύο έθνη» (Κριτικά Σημειώματα για το Εθνικό Ζήτημα, 1913 – βλ. σ. 213). «Η Ελλάδα», γράφει ο Παπακωνσταντίνου, «γνώρισε αλλεπάλληλες συγκυρίες ιστορικών κρίσεων, όπου το εθνικό ζήτημα γινόταν καταλύτης ριζοσπαστικοποίησης, κινητοποιώντας ευρύτερες λαϊκές δυνάμεις» απέναντι στον φασισμό και τον ιμπεριαλισμό» (σ. 15). Και πιο μακροσκοπικά, όμως, για τη λενινιστική αντίληψη για την επανάσταση, η επαναστατική κατάσταση σημαίνει, στο αποκορύφωμά της, εθνική κρίση – και πιθανότατα ξένη επέμβαση για να αντιμετωπιστεί.

Είμαστε όμως εκεί σήμερα; Είναι προτεραιότητα τώρα, τη στιγμή της επείγουσας (ταξικής) άμυνας, να οργανωνόμαστε διά παν ενδεχόμενο από τη θέση της δήθεν αμυνόμενης Ελλάδας; Κι είναι πράγματι αμυνόμενο ένα κράτος που, πατώντας στο διεθνές δίκαιο, εξοπλιζόμενο με την τελευταία λέξη της μιλιταριστικής «μόδας», διεκδικεί με τη στήριξη των ΗΠΑ να μείνει το Αιγαίο ελληνική θάλασσα – εκπονώντας τα δικά του σχέδια «γκρίζων ζωνών»;[2] Τι είδους στρατηγική, απέναντι στον εθνικισμό και την άνοδο του φασισμού, επιτρέπει η θέση πως η στροφή στον αντιδραστικό εθνικισμό αποτελεί «τιμωρία για την αδυναμία της Αριστεράς να ορθωθεί στο ύψος των ιστορικών απαιτήσεων» (σ. 13);

Δεν υπάρχει αμφιβολία: αν τον Φλεβάρη του 2015 ορκισμένοι ακροδεξιοί επιχειρούσαν να οικειοποιηθούν τη δυναμική που είχε ενισχύσει τον ΣΥΡΙΖΑ, μια δυναμική με βάση ακριβώς το κοινωνικό ζήτημα (βλ. Ο Ιός, «Je suis SYRIZA», Εφημερίδα των Συντακτών, 21.2.2015), δυόμισι χρόνια μετά τη μνημονιακή κυβίστηση, το Φλεβάρη του 2018, έρευνα της ΚΑΠΑ Research σημείωνε πως μέρος του ριζοσπαστισμού του «Όχι» είχε μεταφερθεί στα εθνικιστικά συλλαλητήρια για το Μακεδονικό, υποδυόμενο την «αντίσταση». Αλλά η σχέση αιτίας και αποτελέσματος (από την αδυναμία, θέλω να πω, της Αριστεράς, στην άνοδο του αντιδραστισμού) δεν είναι τόσο γραμμική. Όποιος τη βλέπει έτσι, παραγνωρίζει, νομίζω, αφενός την αυτοτελή ατζέντα της Δεξιάς και της Ακροδεξιάς (δεν ήταν παρασυρμένοι οι συμμετέχοντες στα συλλαλητήρια…). Κι αφετέρου την έλλειψη, την ανάγκη, και την υποχρέωση της Αριστεράς να έχει αντικαπιταλιστική στρατηγική, τώρα που το κοινωνικό ζήτημα την κάνει υπαρξιακά επείγουσα. Αν δεν τεθεί σε προτεραιότητα μια επαναστατική στρατηγική (όχι απλώς η σχετική προπαγάνδα), αν αυτό δεν γίνει τώρα, τη στιγμή της κρίσης του ευρώ, που επισημαίνει το βιβλίο, ενώ το αποτύπωμα της διαχείρισης της κρίσης είναι σαρωτικό (βλ. εδώ «Κρίση τέλος;»), πότε άλλοτε θα μπει άραγε σε προτεραιότητα;

Για τον Παπακωνσταντίνου «η Αριστερά δεν μπορεί να είναι στενά “αντιεθνικιστική”, όπως δεν μπορεί να είναι απλώς “αντικαπιταλιστική”» (σ. 150). Όμως το επιχείρημα της «ταξικής στενότητας» είναι το ίδιο που χρησιμοποίησαν, στο όνομα της ευρύτητας, οι Ποδέμος και ο Μελανσόν, στην προσπάθεια να διευρύνουν (επί το συντηρητικότερο) τις συμμαχίες και τα κοινωνικά ακροατήρια της Αριστεράς. Αμβλύνοντας τις αιχμές του την περίοδο 2012–2015, το ίδιο είχε κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ της αλήστου μνήμης «Νέας Ελλάδας»: ο ρητορικός αντιμνημονιακός πατριωτισμός ήταν, ενίοτε χωρίς προσχήματα, το περίβλημα του κυβερνητισμού του, κι εντέλει της συνθηκολόγησης – στο όνομα, βεβαίως, της «ηγεμονίας». Ας ακούσουμε γι’ αυτήν την τελευταία τον Άλβαρο Λινέρα:

Κατά βάθος, αυτό είναι ηγεμονία. Μια κοινωνική τάξη ή μια κοινωνική επαναστατική ομάδα είναι ηγεμονική επειδή έχει την ικανότητα να επεκτείνεται πνευματικά, ηθικά, προς άλλες κοινωνικές τάξεις, διαφορετικές από την ίδια. Αλλά αν ανοιχτείς πάρα πολύ, υπάρχει ο κίνδυνος να κάνεις πάρα πολλές παραχωρήσεις, να ελαστικοποιήσεις τα όρια, πράγμα που θα κάνει το σκληρό σου πυρήνα να αμφιβάλλει για το αν συνεχίζει να ηγείται της διαδικασίας […] Κι όταν υπάρξουν προβλήματα, ποιος θα βγει μπροστά για σένα; Δεν θα το κάνουν οι υψηλές και μεσαίες κοινωνικές τάξεις.[3]

Ιδίως σε περίπτωση «θερμού» ή θερμότερου επεισοδίου, όπου ο χρόνος και τα διλήμματα μετράνε αλλιώς…

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δημοσθένης Παπαδάτος

Ο Δημοσθένης Παπαδάτος-Αναγνωστόπουλος εργάζεται ως μεταφραστής και διορθωτής, με ειδίκευση στην αυτοδιόρθωση. Ήταν υπεύθυνος σύνταξης της ιστοσελίδας Red Notebook και, μαζί με το Χρήστο Λάσκο, συνεπιμελητής του βιβλίου Το Όχι που έγινε Ναι (ΚΨΜ 2016). Άρθρα του δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα Αlterthess.

Σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

  • Προφανώς δεν είμαστε στο 1917 (ώστε να ισχύει η λενινιστική αντίληψη), άν μη τι άλλο, επειδή στην εποχή της χωρίς κανένα φραγμό διασυνοριακής και διηπειρωτικής κίνησης των κεφαλαίων, ο όρος «εθνική κρίση» δεν σημαίνει πια «ξένη επέμβαση», και μάλιστα με στρατιωτικό σκέλος, αλλά «επέμβαση» των οίκων αξιολόγησης της πιστοληπτικής ικανότητας και άλλων συναφών θεσμών. Η οποία είναι άλλωστε πολύ πιο σύντομης αποτελεσματικότητας.
    Και φυσικά, αυτό που υπονοεί ο Π.Π., η «επαναστατική στρατηγική σε μια και μόνη χώρα» – και όχι του μεγέθους και της διεθνούς κεφαλαιϊκής διασύνδεσης της Γαλλίας ή της Βρετανίας, λόγου χάρη – θυμίζει πάλι την ιδεαλιστική ψευδαίσθηση της εποχής 2010-2012 ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να γίνει ο «πυροκροτητής» για να πυροδοτηθεί «επανασταστική κατάσταση» ευρωπαικών ή και παγκόσμιων (!) διαστάσεων. Για να μη πώ ότι θυμίζει το ανέκδοτο «ο Μαρξ στην Κοπεγχάγη»: Σε ένα πλανήτη Γή σε άλλο σύμπαν από αντιύλη, ο Καρλ Μαρξ δεν επέλεξε το Παρίσι και το Λονδίνο ως προνομιακούς τόπους για να σπείρει τις ιδέες του σε εύφορο έδαφος, αλλά την Κοπεγχάγη, γιατί και από χώρα μεγέθους της Δανίας θα μπορούσε να ξεκινήσει η εργατική επανάσταση.
    Τέλος, κάτι που δεν αφορά τις απόψεις του Π.Π.: Πόση σχέση έχει το Ποδέμος με το κίνημα του Μελανσόν; Η πολιτική εξέλιξη του ενός και του άλλου, αποσαφηνίζουν νομίζω πόσο μικρή είναι η σχέση τους. Εν συντομία (και απλουστευτικά): Το κίνημα Μελανσόν είναι μια πιο εθνικιστική συνέχεια του ρεύματος Σεβανεμάν στο Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα (το κόμμα αυτό πάντα είχε μια εγγενή, παραδοσιακά «souverainiste» συνιστώσα), αλλά και των Πουζαντιστών παλιότερα. Το Ποδέμος, στο βαθμό που έχει ή είχε χαρακτηριστικά «λαϊκιστικά» (ο Jan-Werner Müller μάλλον αμφιβάλλει) τα έχει αποκτήσει μέσω εισαγωγής στοιχείων του εγγενούς Μπολιβαριανισμού της Ν. Αμερικής: Με μια αντιστροφή της «ροής ιδεών», η μητρόπολη δέχεται επίδραση από τις πρώην αποικίες. Αντίθετα με τη Γαλλία (και την Ελλάδα), στην Ισπανία δεν υπήρχε εγγενής λαϊκισμός – δηλαδή πολιτική έκφραση ριζοσπαστικοποιημένων μερίδων μεσοαστικών και μεσο-μικροαστικών στρωμάτων που διεκδικούν μερίδιο εξουσίας για λογαριασμό τους ή ευνοϊκό για τα συμφέροντά τους κοινωνικό συμβόλαιο.
    Και εδώ γυρίζουμε πάλι πίσω, στο ερώτημα για τον κρυφό πυρήνα που αποκτούν οι εθνικοανεξαρτησιακές και «souverainiste» απόψεις τύπου Π.Π., στην εποχή της χωρίς κανένα φραγμό διασυνοριακής και διηπειρωτικής κίνησης των κεφαλαίων. Πρόκειται για ψευδαισθήσεις κάποιων μερίδων μεσοαστικών στρωμάτων ή συνειδητή και ρεαλιστική στρατηγική όσων φιλοδοξούν να τις εκπροσωπήσουν, με στόχο το «λιγότερο κακό» γι αυτές, δηλαδή όσο γίνεται ευνοϊκό για τα συμφέροντά τους κοινωνικό συμβόλαιο, με βάση τα φαντασιακά, συμβολικά στοιχεία εθνικής ανεξαρτησίας

Secured By miniOrange