Τεύχος #4 Επίμονος μοντέρνος Μάης

Το γερμανικό ’68

9 Απριλίου 1967, Πανεπιστήμιο Αμβούργου: κατά την τελετή παράδοσης και παραλαβής των νέων πρυτανικών αρχών, φοιτητές εισβάλλουν στην αίθουσα σηκώνοντας πανό με τη φράση «Κάτω από τις τηβέννους, βρομιά χιλίων χρόνων» [αναφορά στο ναζιστικό χιλιόχρονο Ράιχ]

Για το γερμανικό φοιτητικό κίνημα της δεκαετίας του ‘60

[Είναι γνωστές οι δυσκολίες που συναντά κανείς όταν αποπειράται να μιλήσει για μια περίοδο της οποίας η ιστορική μνήμη διεκδικείται πολύπλευρα. Δεν είναι απλώς ότι, όπως γνωρίζουμε τόσο από τα οικεία (βλ. Πολυτεχνείο), όσο και από τη Γαλλία, εμβληματικά πρόσωπα του δυτικογερμανικού φοιτητικού κινήματος 1967-1969 επέλεξαν σύντομα να ταχθούν με αντίπαλα πολιτικά σχέδια και μερικές δεκαετίες μετά νομιμοποιούνται ως οι φυσικοί κληρονόμοι μιας «νεανικής τρέλας». Είναι ότι στην υποστασιοποίηση μιας «κίνησης» συμμετέχουμε κι όλες κι όλοι εμείς που αναζητούμε, όχι και τόσο παράλογα, να γαντζωθούμε από τα λίγα που έχουμε, από μια  φαντασιακή αναπαράσταση που μας συναρπάζει, «καταβροχθίζοντας» –κι έτσι σκοτώνοντας– το αντικείμενο της επιθυμίας που θα θέλαμε να διατηρήσουμε ζωντανό. Σε απάντηση στον πειρασμό αυτό και εν είδει –προαιρετικής– αναγνωστικής οδηγίας για ό,τι ακολουθήσει, παραθέτω εισαγωγικά τα λόγια δύο από τους πολλούς και τις πολλές που αξιώνουν να ενσαρκώνουν τη συνέχεια της «κίνησης»: δύο γυναικών του σημερινού γερμανικού φοιτητικού κινήματος, στις 11 Μάη 2018, σε εκδήλωση για το ’68 στο Βερολίνο: «Μπορούμε και βρισκόμαστε σήμερα εδώ, όχι πάλι ως ακροάτριες ανδρών, δύο γυναίκες, φορώντας παντελόνι, φοιτήτριες στο πανεπιστήμιο, εν πολλοίς χάρη στο ’68. Το ’68 ζει σήμερα εδώ, ήταν ανάμεσά μας/ ήμασταν εμείς οι ίδιες στο Αμβούργο το περασμένο καλοκαίρι στις διαδηλώσεις ενάντια στο G20, θα είναι στις 27 Μάη 2018 στο Βερολίνο να εμποδίσει την παγγερμανική πορεία που ετοιμάζει το AfD».]

 

1968: Ο παππούς κι ο μπαμπάς ήταν ναζί –αρχή της «επεξεργασίας του παρελθόντος»;[1]

Εάν υπάρχει κάτι το «ειδικά γερμανικό» στις φοιτητικές εξεγέρσεις της δεκαετίας του ‘60 στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας (στο εξής ΟΔΓ), αυτό ήταν το αίτημα των φοιτητών και φοιτητριών για αναμέτρηση με την αποσιωπημένη κληρονομιά των γονιών και των καθηγητών τους. Η δυσβάσταχτη αυτή κληρονομιά ήταν, βέβαια, το εθνικοσοσιαλιστικό παρελθόν. Οι δίκες του Άουσβιτς (1963-1965) θα έπαιζαν καταλυτικό ρόλο στην έναρξη της γνωστής στην ιστοριογραφία ως «Vergangenheitsbewältigung» (επεξεργασίας του παρελθόντος).[2]

Σύμφωνα με τα λεγόμενα του Βόλφγκανγκ  Άμπεντροτ (Wolfgang Abendroth)[3], στις αρχές της δεκαετίας του ‘60 το δυτικογερμανικό πανεπιστήμιο άλλαζε σταδιακά χαρακτήρα. Δεν φιλοξενούσε πλέον αποκλειστικά γόνους του Bildungsbürgertum, των λόγιων δηλαδή αστών. Την ευκαιρία πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είχαν πλέον παιδιά των μικρομεσαίων στρωμάτων, που θα αμφισβητούσαν την αυθεντία των αυταρχικών καθηγητών τους.

Μια από τις αντιπροσωπευτικές πρακτικές των φοιτητών που θα άρχιζε να ταράζει τα ήρεμα νερά του μέχρι πρότινος ελίτ δυτικογερμανικού πανεπιστημίου ήταν η ανάγνωση μέσα στο αμφιθέατρο αποσπασμάτων από βιβλία που είχαν γράψει οι διδάσκοντες κατά την περίοδο του εθνικοσοσιαλισμού. Καλούσαν, έτσι, τόσο τους καθηγητές τους σε τοποθέτηση για τον πρότερο βίο τους, όσο και τους συμφοιτητές τους για από κοινού δράση. Το πανεπιστήμιο ήταν, βέβαια, ένας μόνο από τους θεσμούς όπου η συνέχεια του προπολεμικού με το μεταπολεμικό κράτος συνεπαγόταν τη διατήρηση των εθνικοσοσιαλιστικών θυλάκων εντός του: στα δικαστήρια, στα υπουργεία, στην αστυνομία, τα πράγματα ήταν ίδια και χειρότερα. Από την άλλη, η ριζοσπαστική σκέψη είχε εκδιωχθεί όλα τα προηγούμενα χρόνια με σφοδρότητα από το πανεπιστήμιο. Υπήρχαν ελάχιστα τμήματα όπου μπορούσε κανείς να αμφισβητήσει την «παλινόρθωση» της εποχής Αντενάουερ. Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι η αλλαγή της κοινωνικής σύνθεσης  των «από κάτω» του πανεπιστημίου οδήγουσε στην αμφισβήτηση των «από πάνω».

 

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, οι νόμοι έκτακτης ανάγκης και ο πόλεμος στο Βιετνάμ

Η εκπαιδευτική μεταρρύθμιση του πανεπιστημίου στην ΟΔΓ αποτέλεσε προϊόν μακράς διαδικασίας. Ήδη μετά τον πόλεμο, εκφραζόταν γενική δυσφορία σε σχέση με το πανεπιστημιακό μοντέλο. Όπως έγραφε το 1968 ο Βόλφγκανγκ Λεφέβρ (Wolfgang Lefèvre, φοιτητής στο Βερολίνο και μέλος του ομοσπονδιακού συμβουλίου του SDS[4] ), «στα τέλη του σαράντα, τα μέλη του πανεπιστημίου εντόπιζαν την επιθανάτια κρίση του γερμανικού πανεπιστημίου στην αποτυχία του κατά τη διάρκεια του γερμανικού φασισμού. Όχι μόνο η αδυναμία του να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της παραγωγής του ύστερου καπιταλισμού, όπως κατηγορείται σήμερα, αναδείκνυε την καθυστέρησή του· εκείνη την εποχή απαιτούνταν η ριζική μεταρρύθμισή του, διότι αυτό [το πανεπιστήμιο] αποδείχθηκε ευάλωτο μπροστά στους σκοπούς της βαρβαρότητας. Η αναμόρφωσή του γινόταν αντιληπτή ως μέρος της προσπάθειας να ξεπεραστεί ο φασισμός».[5]

Μετά από σειρά αποτυχημένων προσπαθειών αναμόρφωσης του πανεπιστημίου, σε μία δύσκολη μεταβατική περίοδο για την ΟΔΓ, κατά την οποία ο χαρακτήρας των επερχόμενων μεταρρυθμίσεων γινόταν αντιληπτός ως αμιγώς τεχνικός ακόμα κι από τα πολιτικά κόμματα, οι φοιτητικοί εκπρόσωποι συνειδητοποιούσαν ότι είναι πολύ αργά για να διεκδικήσουν κάτι περισσότερο από ευνοϊκότερες συνθήκες σπουδών. Έτσι, στα τέλη του ‘50, τον λόγο περί «πανεπιστημιακής μεταρρύθμισης» αντικατέστησε ο λόγος περί «μεταρρύθμισης των σπουδών»[6]: αυτή αφορούσε την παροχή τεχνικών λύσεων για τα αποπνικτικά γεμάτα αμφιθέατρα, τις ελλείψεις διδακτικού προσωπικού, τον περιορισμένο αριθμό διαλέξεων κτλ.

Στις αρχές του ‘60, η περαιτέρω εκδίπλωση της πανεπιστημιακής μεταρρύθμισης προσανατολιζόταν στην αυταρχικοποίηση: με πρόταγμα το «να τελειώνουμε με το μοντέλο του FU[7]», που αποτελούσε εξαίρεση ως προς τον δημοκρατικότερο διοικητικό του χαρακτήρα, προτάχθηκε η υποχρεωτική διαγραφή «αιώνιων» φοιτητών. Στον αντίποδα των σχεδιαζόμενων μεταρρυθμίσεων, οι φοιτητές και οι φοιτήτριες απαιτούσαν απομάκρυνση των πρώην ναζί καθηγητών, τη μη εφαρμογή του μέτρου της διαγραφής, θεσμικό εκδημοκρατισμό και δικαίωμα συναπόφασης στα όργανα, ελεύθερο καθορισμό του τρόπου και της διάρκειας φοίτησης, τοποθέτηση του πανεπιστημίου για τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο στο Βιετνάμ, την καταδίκη του ΝΑΤΟ και της γερμανικής συμμετοχής σε αυτό.

Υιοθετώντας τις πρακτικές των φοιτητών του Μπέρκλεϋ, άρχισε να λαμβάνει χώρα, αρχής γενομένης τον Ιούνιο του 1966 στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο του Βερολίνου, το περίφημο  go in – sit in – teach in: μαχητική είσοδος στο πανεπιστήμιο, καθιστικές διαμαρτυρίες, αντιμαθήματα. Καθώς οι ΗΠΑ ενέτειναν τη στρατιωτική τους παρουσία στο Βιετνάμ, η νεολαία βγήκε και στη Γερμανία οργισμένη στους δρόμους, πιέζοντας την κοινωνία να μην επιτρέψει ξανά τη βαναυσότητα του πολέμου εν γνώσει της.

Ωστόσο, τα αντιιμπεριαλιστικά αιτήματα των φοιτητών δεν εκφράστηκαν πρώτη φορά τότε. Ήδη από το 1964, η φοιτητική νεολαία είχε αρχίσει την αντιιμπεριαλιστική καμπάνια και τη στήριξη των απελευθερωτικών κινημάτων στο Κονγκό, τη Νότιο Αφρική, την Περσία.[8] Η υποδοχή του Σάχη της Περσίας στο Βερολίνο τον Ιούνιο του ’67 και η δολοφονία του εικοσάχρονου Μπένο Όνεζοργκ (Benno Ohnesorg) από σφαίρα αστυνομικού στη διαδήλωση εναντίον της υποδοχής του καταπιεστή του ιρανικού λαού, εγκαινίασε και επίσημα την κατά μέτωπο σύγκρουση των φοιτητών με το κράτος. Το φύλλο της Bild την επόμενη ημέρα θα είχε πρωτοσέλιδο τη φωτογραφία ενός τραυματισμένου… αστυνομικού (!) με τίτλο «αιματηρές συγκρούσεις: ένας νεκρός».

Ήταν η εποχή που το προσωπικό (οικογενειακή καταγωγή από τους ναζί, δυσάρεστες συνθήκες σπουδών), το διεθνές (καταδίκη του πολέμου και των γερμανικών εξοπλισμών) και το εθνικό-πολιτικό (νόμοι εκτάκτου ανάγκης 1968) συναρθρώθηκαν με τρόπο που εξώθησε τη νέα γενιά σε ρήξη με τους προγόνους της. Οι νόμοι έκτακτης ανάγκης επέφεραν την άνοιξη του 1968 τη 17η συνταγματική αναθεώρηση του γερμανικού Συντάγματος και βρήκαν το φοιτητικό κίνημα απέναντι τους.[9]

Ο ρόλος του δημοσιογραφικού συγκροτήματος του Άξελ Σπρίνγκερ (Axel Springer) εκείνη την περίοδο επέδρασε καταλυτικά στον τρόπο που τοποθετήθηκε η ευρύτερη κοινωνία απέναντι στο φοιτητικό κίνημα. Ήταν ο οίκος του Σπρίνγκερ που σε μεγάλο βαθμό οδήγησε στην απόλυτη ταύτιση ενός κινήματος χιλιάδων ανθρώπων με τον «Κινέζο του FU», τον Ρούντι Ντούτσκε, και που καλούσε τους πολίτες να αναλάβουν δράση ενάντια στη φοιτητική νεολαία[10]. Το φοιτητικό κίνημα ενσαρκώθηκε στο πρόσωπο ενός από τους πολλούς ανατολικογερμανούς που έφτασαν στο Δυτικό Βερολίνο για να απαλλαγούν από τη στρατιωτική θητεία, οδηγούμενο είτε στην αισθητικοποίηση είτε στην κατακραυγή του.

 

Υποκειμενική βούληση και αυθορμητισμός στον ύστερο καπιταλισμό

Η εξεγερσιακή αισιοδοξία της νεολαίας μπορούσε τη δεκαετία του ‘60 να αντλεί τη νομιμοποίησή της (και) από την κατάσταση του δυτικοευρωπαϊκού καπιταλισμού: στην εκατονταετία που μεσολάβησε μεταξύ του 1860 και του 1960, το μερίδιο της δυτικοευρωπαϊκής οικονομίας στην παγκόσμια βιομηχανική παραγωγή είχε πέσει από το 80% στο 25%. Η πρόβλεψη ότι η εδαφική επέκταση του συσσωρευμένου κεφαλαίου θα συναντούσε ανυπέρβλητα εμπόδια λόγω των γεωγραφικών και πολιτικών ορίων που έθετε στον δυτικό καπιταλισμό τόσο η ύπαρξη του ανατολικού μπλοκ όσο και τα εθνοαπελευθερωτικά κινήματα στις αποικίες, ερχόταν να συναντήσει την «αφηρημένη δυσφορία»[11] των νέων στις καταναλωτικές μεγαλουπόλεις.

Η συνειδητοποίηση της συμπληρωματικότητας ανάμεσα στην υπό διακύβευση υλική ευμάρεια και την κοινωνική καταπίεση οδηγούσε τις νέες και τους νέους στην επιθυμία άρσης και των δύο[12]. Δεν αποτελεί άλλωστε σύμπτωση ότι οι φοιτητές και τις φοιτήτριες που πρωτοστάτησαν ενάντια στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση ήταν εκείνοι κι εκείνες των κοινωνικών επιστημών: πέρα από τη δυνατότητα αμφισβήτησης που –περιορισμένα– προσέφεραν αυτά τα τμήματα, ήταν εκείνη η μερίδα των μελλοντικών αποφοίτων που θα αντιμετωπιζόταν ως απόβλητη μέσα στην εργασιακή έρημο του τεχνικού καταμερισμού. Κατά την περίοδο που εγκαινίαζε ο ύστερος καπιταλισμός, ο τεχνικός καταμερισμός θα άρχιζε να επιφέρει αναδιατάξεις και εντός του πανεπιστημίου: κατά τον Ντούτσκε, «η αλματώδης αύξηση του ενδιαφέροντος σχετικά με την μεταρρύθμιση του πανεπιστημίου αποκτά την υλιστική της θεμελίωση στην περιγραφείσα οικονομική ανάπτυξη».[13]

Η διαπίστωση, ωστόσο, των υλικών δυνατοτήτων που διάνοιγε η τεχνική πρόοδος δεν θα οδηγούσε, βέβαια, με γραμμικό τρόπο στη διεκδίκηση μιας κοινωνίας οργανωμένης σε άλλη βάση. Πόση αφέλεια θα μπορούσε να χωρά, άλλωστε, η αισιοδοξία για το μέλλον της ανθρωπότητας εκ μέρους της γενιάς μετά το Άουσβιτς, που, εκτός των άλλων, συγκροτήθηκε θεωρητικά και πολιτικά διαβάζοντας στη Διαλεκτική του Διαφωτισμού για τον ρόλο του τελευταίου στην «απομάγευση του κόσμου» και για τον εργαλειακό του Λόγο;

 

Από την απαισιοδοξία της γνώσης στην αισιοδοξία της βούλησης: «Κύριε καθηγητά Χάμπερμας, ο […] αντικειμενισμός σας εξοντώνει το προς χειραφέτηση υποκείμενο!»[14]

Στις αρχές του καλοκαιριού του 1967, αμέσως μετά την κηδεία του δολοφονημένου φοιτητή Μπένο Όνεζοργκ στο Ανόβερο, έλαβε χώρα πανσπουδαστικό συνέδριο με τίτλο «Όροι και Οργάνωση της Αντίστασης» με τη συμμετοχή 7000 ατόμων, στο οποίο συμμετείχαν και φοιτητικοί εκπρόσωποι από την Ισπανία και την Ελλάδα. Οι φοιτητές στη Γαλλία, που δεν είχαν μπει ακόμα για τα καλά στον χορό της κινηματικής άνοιξης, παρακολουθούσαν ενθουσιώδεις τις εξελίξεις στο Βερολίνο. Μετά τον πύρινο λόγο του Ρούντι Ντούτσκε, ο καθηγητής Χάμπερμας ανεβαίνοντας στο βήμα επέρριψε στο φοιτητικό κίνημα τη μομφή περί «αριστερού φασισμού».

Κατά τον Χάμπερμας, ο μη αποκλεισμός της προσφυγής στη βία εκ μέρους των φοιτητών σε συνθήκες μη επαναστατικές συνιστούσε ροπή προς τον φασισμό. Ενάμιση χρόνο αργότερα, όταν 76 φοιτητές και φοιτήτριες κατέλαβαν το Ινστιτούτο Κοινωνικών Ερευνών στη Φρανκφούρτη, ο Αντόρνο θα καλούσε την αστυνομία. Ο Μαρκούζε, μετεγκαταστημένος στην Καλιφόρνια από την εποχή του πολέμου, πληροφορούμενος το συμβάν, γράφει στον Αντόρνο:

Για να το πω απερίφραστα: αν η επιλογή μας είναι η αστυνομία ή οι αριστεροί φοιτητές, τότε εγώ είμαι με τους φοιτητές […] Πιστεύω ακόμα ότι τον αγώνα μας (ο οποίος δεν είναι μόνο δικός μας) τον στηρίζουν καλύτερα οι εξεγερμένοι φοιτητές απ’ ό,τι η αστυνομία, και, εδώ στην Καλιφόρνια (και όχι μόνο στην Καλιφόρνια), αποδεικνύεται σχεδόν καθημερινά. Επίσης, θα δεχόμουν μια προσωρινή διακοπή των «συνηθισμένων ασχολιών», αν η σύγκρουση ήταν αρκετά σοβαρή. Με ξέρεις αρκετά καλά ώστε να γνωρίζεις ότι απορρίπτω την αδιαμεσολάβητη μετάφραση της θεωρίας σε πράξη το ίδιο εμφατικά με εσένα. Πιστεύω όμως ότι υπάρχουν καταστάσεις, στιγμές, στις οποίες η θεωρία πιέζεται από την πράξη να προχωρήσει – καταστάσεις και στιγμές κατά τις οποίες η θεωρία που μένει διαχωρισμένη από την πράξη καθίσταται μη αληθινή η ίδια.[15]

Στη συνέχεια, ο Αντόρνο αποδοκιμάστηκε πλήρως από το φοιτητικό κίνημα και λίγο αργότερα τον Αύγουστο του ίδιου έτους απεβίωσε. Η στάση του, όσο κι αν ξαφνιάζει και δυσαρεστεί, δεν θα πρέπει να εξισωθεί βεβιασμένα με τη στάση των ορκισμένων εχθρών του φοιτητικού κινήματος, κάνοντας το ίδιο λάθος με εκείνον, όταν έσπευδε να εξισώνει τους διανοητικούς επιγόνους του με το πιο μελανό κομμάτι της νεότερης ιστορίας. Ανεξάρτητα από το αν νομιμοποιείται ή όχι, η στάση του Αντόρνο πρέπει να ληφθεί σοβαρά υπόψη και να κατανοηθεί, δεδομένου ειδικά ότι αποτελεί μείζον σύμπτωμα της σχέσης μεταξύ προοδευτικής διανόησης και πολιτικής στράτευσης όχι απλώς από τον μεσοπόλεμο, όπως σημειώνει ο Πέρρυ Άντερσον[16], αλλά από την…αρχαιότητα: «η πρώτη συνάντηση μεταξύ πολιτικής και φιλοσοφίας είναι αυτή της απόφασης: ή με την πολιτική των πολιτικών ή με αυτήν των φιλοσόφων».[17]

Κατά τον Αντόρνο, η απόπειρα ανεύρεσης του συγκεκριμένου σύστοιχου της κριτικής σκέψης στο πεδίο των κοινωνικοπολιτικών πρακτικών είναι δομικά ύποπτη: έλκει την καταγωγή της από την ταυτιστική λογική του νεωτερικού cogito, που ανάγει το υποκείμενο σε απόλυτο κυρίαρχο και αφομοιωτή της αντικειμενικότητας. Όπως αναφέρει ο Κωνσταντίνος Ράντης, «μετά την κοπερνίκεια στροφή και την ενθρόνιση του υποκειμενικού λόγου ως του απόλυτου κυρίου του κόσμου μας, το υποκείμενο δεν βλέπει τίποτε άλλο στο αντι-κείμενο (Gegenstand) από τις προβολές του. Κι όμως το αντικείμενο (Objekt) ως υποκειμενική κατασκευή δεν ταυτίζεται πλήρως με το αντι-κείμενο (Gegenstand), διότι το αντικείμενο ως υποκειμενική κατασκευή διατηρεί πάντοτε έναν πυρήνα αντι-κειμένου που εξακολουθεί να αντί-κειται στο υποκείμενο». Το ζητούμενο είναι «η διόρθωση της υποκειμενικής αναγωγής και όχι η απάρνηση του υποκειμενικού μεριδίου».[18]

Στην ίδια γραμμή σκέψης, ο Χέλμουτ Ράιχελτ (Helmut Reichelt), μαθητής του Αντόρνο και μία από τις σημαίνουσες φιγούρες της τότε αναδυόμενης «Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ» στη Γερμανία (Neue Marx-Lektüre)[19], υποστήριζε ότι «το ταυτιστικό σκέπτεσθαι έχει ως πρότυπό του την παγκυρίαρχη αρχή της ανταλλαγής, η οποία κυριαρχεί στην κοινωνία. Σύμφωνα μ’ αυτήν ανταλλάσσονται προϊόντα ως ανταλλακτικές αξίες, μόνο ως ποσότητες αφηρημένης εργασίας και μόνο ως τέτοιες. Έχουν χάσει κάθε ποιότητα και έχουν περισταλεί σε όγκους αξίας […] Η ανταλλαγή των ισοδυνάμων και το σκέπτεσθαι της ισοδυναμίας βαδίζουν χέρι-χέρι».[20]

Οι παραπάνω θέσεις, που πόρρω απέχουν από τις θέσεις από τις οποίες πολεμούσαν και πολεμούν οι «απέναντι» τα κινήματα πριν, στη διάρκεια και μετά το ’68, μπορεί να έχουν έναν μικρότερο ή μεγαλύτερο πυρήνα αλήθειας για κάθε στιγμή χειραφετητικής απόπειρας που επιχειρείται εντός των κοινωνιών που υπάγονται στη λογική της κεφαλαιακής αξιοποίησης. Σε κάθε περίπτωση, κατά την άποψη της νεολαίας, για να συνοψίσουμε τη θέση του φοιτητικού κινήματος, το δίπτυχο “Aufklärung und Aktion” («Διαφωτισμός και Δράση»), μπορούσε να πραγματώνεται από κοινού χωρίς να αλληλοεξοντώνεται.

Ήταν οι φοιτητές και οι φοιτήτριες που εισέβαλαν με ενθουσιασμό στο Ινστιτούτο το πρωινό εκείνο της 7ης Ιανουαρίου 1969 δυνητικά υποκείμενα χειραφέτησης ή έρμαια της «ψευδούς συνείδησής» τους σε έναν πραγμοποιημένο κόσμο χωρίς διαφυγή; Ακολουθώντας την προτροπή του Αντόρνο, όταν δήλωνε στον Spiegel ότι «Στην Ελλάδα οπωσδήποτε θα επικροτούσα οιοδήποτε είδος δράσης. Εκεί επικρατεί μια ολωσδιόλου διαφορετική κατάσταση. Αλλά το να συμβουλεύεις άλλους να πάνε και να κάνουν  μια επανάσταση όταν εσύ ζεις σε ασφάλεια είναι τόσο παράλογο που θα έπρεπε να προκαλεί αμηχανία»,[21] ας αφήσουμε τους παροντικούς και μελλοντικούς δρώντες της ιστορίας να αποφασίζουν για τις ζωές τους, αναζητώντας θεωρητικές και μη πρακτικές που δεν θα ντρέπονται να αξιώνουν με τον τρόπο τους τη διαφυγή.

Κλείνουμε με τα λόγια του Αλέν Μπαντιού με αφορμή τα σαραντάχρονα του Μάη το 2008, «η βασική πολιτική αρετή για την οποία χρειάζεται να παλέψουμε τώρα είναι το κουράγιο. Όχι μόνο κουράγιο όταν αντιμετωπίζουμε την αστυνομία –παρότι σίγουρα θα τη βρούμε μπροστά μας– αλλά το κουράγιο να υπερασπιστούμε και να ασκήσουμε τις ιδέες και τις αρχές μας, [το κουράγιο] να λέμε τι σκεφτόμαστε, τι θέλουμε, και τι κάνουμε. […] Πρέπει να πείσουμε τους εαυτούς μας ότι δεν υπάρχει τίποτα το γελοίο ή εγκληματικό στο να έχει κανείς μια μεγάλη ιδέα […] Οφείλουμε να πούμε ότι δεν μπορούμε να ζήσουμε χωρίς ιδέα […] Γι’ αυτόν τον λόγο πρέπει να παραμείνουμε σύγχρονοι και σύγχρονες του Μάη του ’68. Με τον δικό του τρόπο, [ο Μάης] μας λέει ότι η ζωή χωρίς ιδέα είναι αβίωτη […] Σας λέω ως φιλόσοφος ότι οφείλουμε να ζούμε με μια ιδέα, και πως ό,τι αξίζει να καλείται πραγματική πολιτική ξεκινά με αυτήν την πεποίθηση».[22]

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δήμητρα Αλιφιεράκη

Δήμητρα Αλιφιεράκη

Η Δήμητρα Αλιφιεράκη είναι φιλόλογος και σπουδάζει φιλοσοφία στο Πολυτεχνείο του Βερολίνου.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε