Τεύχος #10 Oι κόσμοι του νουάρ

Ιστορία και ταξική συνείδηση στο στρατευμένο νουάρ μυθιστόρημα

H αστυνομική λογοτεχνία του πρώιμου εικοστού αιώνα, εξερευνώντας και αποκαλύπτοντας τις πράξεις και τις παραλείψεις των αντιπροσώπων του νόμου και της τάξης, επέστρεφε σε μια κοινωνία που είχε χάσει τη συναίσθηση της πραγματικότητας, όπως έλεγε ο Κράκαουερ[1], την αληθινή εικόνα του εαυτού της, απαλλαγμένη από τα ξόμπλια της ιδεολογίας. Πολλοί αναγνώστες και μελετητές συμφωνούν πως το είδος εξ ορισμού επικεντρώνεται κάθε φορά σε κάποιο έγκλημα ή κάποιον εγκληματία-(αντι-)ήρωα, ή σε πρόσωπα, καταστάσεις ή πράξεις που αναστέλλουν, αμφισβητούν ή ανατρέπουν την κατεστημένη τάξη. Στη βάση αυτή, το σύγχρονο νουάρ μυθιστόρημα γίνεται αντιληπτό ως είδος που αποτυπώνει διαφορετικές απόπειρες κατανόησης και κριτικής των φορέων και των μηχανισμών διαμόρφωσης της κυρίαρχης ηθικής, της σφαίρας της νομιμότητας αλλά και της απόστασης ανάμεσα στην όποια επίσημη αφήγηση και την πραγματικότητα.

Στη γενεαλογία των διαφορετικών ρευμάτων και ειδών αστυνομικής λογοτεχνίας, ένα ειδοποιό χαρακτηριστικό των διαφορετικών εκδοχών του σύγχρονου νεο-πολάρ που αναδύθηκε ως προϊόν της ήττας των επαναστατικών ρευμάτων της δεκαετίας του 1960 και του 1970, είναι ότι η κριτική της ιδεολογίας δεν γίνεται απλά και μόνο μέσα από την αναζήτηση των κινήτρων των χαρακτήρων, αλλά μέσα από τη μετατροπή του σε κοινωνικό μυθιστόρημα που χρησιμοποιεί το έγκλημα και την εξιχνίασή του ως ανεκδοτολογικό καμβά για να σκιαγραφήσει πάνω του το πορτραίτο ολόκληρης της κοινωνίας. Να αποκαλύψει ότι ο κάθε νόμος και η συγκεκριμένη εφαρμογή του αποτυπώνουν έναν κοινωνικό συσχετισμό δύναμης ανάμεσα στους κυρίαρχους και τους κυριαρχούμενους, να πάρει θέση καταδεικνύοντας συνάμα ότι όλοι έχουν μια θέση, κι ότι η όποια επίφαση αντικειμενικότητας ή αυθεντίας, η άρνηση της ιδεολογίας είναι κι αυτή μια ιδεολογία που προσπαθεί να κρύψει τον εαυτό της. Το «στρατευμένο νουάρ» αποτέλεσε για μια σειρά πρώην μαοϊκών, τροτσκιστών, καταστασιακών και λοιπών πρώην μελών (κυρίως) ετερόδοξων κομμουνιστικών οργανώσεων, που είχαν μοιραστεί την εμπειρία της μαζικής πολιτικής δράσης ή/και του ένοπλου αγώνα,  ένα μέσο συνέχισης της πάλης «με άλλα μέσα» μετά την ήττα των επαναστατικών εγχειρημάτων στα οποία είχαν συμμετάσχει στη Γαλλία, την Ιταλία, τη Λατινική Αμερική και αλλού.

H ταξική συνείδηση και οι μετασχηματισμοί της εργατικής τάξης αλλά και του διεθνούς καπιταλισμού κατά τη δεκαετία του 1970 είχαν κεντρική θέση στην ανάπτυξη του είδους. Στη σκιά της αποτυχίας των επαναστατικών εγχειρημάτων στη Δύση και στον Τρίτο Κόσμο, της ήττας και της υποχώρησης του εργατικού κινήματος μετά την κρίση της δεκαετίας του 1970, της αποστοίχισης από τα μαζικά σωματεία, της αναδιάρθρωσης του διεθνούς καπιταλισμού, της αποβιομηχάνισης και αποσάθρωσης της παραδοσιακής (βιομηχανικής) εργατικής τάξης, οι συγγραφείς νεο-πολάρ στέκονται συχνά στο σταυροδρόμι, όπου οι ατομικές ατραποί της ήττας και της αποστράτευσης των παλαιών συντρόφων συναντιούνται με το συλλογικό πεπρωμένο των κολασμένων της γης.

Τα μυθιστορήματα του Μανσέτ, ιδιαίτερα τα δύο τελευταία: (Η πρηνής θέση του σκοπευτή (1981) και Η πριγκίπισσα του αίματος (1989–, 1996),[2] είναι ίσως τα πιο εμβληματικά, για να επιχειρήσει κανείς μια πρώτη σκιαγράφηση του πώς η συνείδηση της τάξης εγγράφεται σαν ερώτημα για τους ήρωες και σαν ζήτημα προς επίλυση για τον αναγνώστη. Η πρηνής θέση του σκοπευτή, το τελευταίο που δημοσίευσε ο συγγραφέας όσο ζούσε, αποτελεί ένα σχόλιο για το τέλος του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου. Κεντρικός ήρωας είναι ο Μαρτέν Τερριέ, επαγγελματίας εκτελεστής που αποφασίζει να αποσυρθεί,  έχοντας μαζέψει πια αρκετά χρήματα που του επιτρέπουν να αποφύγει τη μιζέρια της ταπεινής κοινωνικής του καταγωγής. Ωστόσο ο μυστηριώδης αμερικάνος που του ανέθετε τα συμβόλαια θανάτου τον αναγκάζει να εκτελέσει κι ένα τελευταίο: εκεί τα πράγματα θα στραβώσουν και ο Τεριέ θα τραυματιστεί σοβαρά κληρονομώντας μόνιμες κρίσεις ιλίγγου για την υπόλοιπη ζωή του.  Στο τέλος, ο ήρωας βρίσκεται να πίνει και να διηγείται ιστορίες στην ίδια επαρχιακή ταβέρνα, όπου σύχναζε ο πατέρας του τριάντα χρόνια νωρίτερα. Γραμμένη μεταξύ 1977 και 1981, η Πρηνής θέση αποτελεί μια αποφώνηση της δεκαετίας του 1970 που είχε ξεκινήσει με τον Working Class Hero του Λένον, αποτυπώνοντας την ήττα της παραδοσιακής εργατικής τάξης και την απαισιοδοξία της δεύτερης μεταπολεμικής γενιάς,  των παιδιών του μεταπολεμικού baby-boom που συνειδητοποιούσαν πως το δικό τους μέλλον δεν θα ήταν τόσο φωτεινό όσο εκείνο των γονιών τους.

Στα επόμενα χρόνια και μέχρι τον θάνατό του το 1995, ο Μανσέτ δεν δημοσίευσε άλλα μυθιστορήματα, διακρίνοντας μια απώλεια της ανατρεπτικής πνοής στα νουάρ της δεκαετίας του 1980, έκφραση της ενσωμάτωσης των κοινωνικών κινημάτων των προηγούμενων δεκαετιών που είχαν καταστήσει το είδος καταναλωτικό αγαθό πλήρως εναρμονισμένο με την καθεστηκυία τάξη. Αν, στις αρχές της δεκαετίας του 1980, η Πρηνής θέση αναλάμβανε να ξεσκεπάσει την (αυτ-)απάτη των οραμάτων ατομικής ανέλιξης στα πλαίσια μιας κοινωνίας ανισότητας και εκμετάλλευσης, το 2000, ο Ήλιος των μελλοθανάτων,  το τελευταίο μυθιστόρημα του Ζαν-Κλωντ Ιζζό πριν από τον δικό του πρόωρο θάνατο, έφερνε στο φως τη γυμνή ζωή των προλεταρίων ενός «τέταρτου κόσμου», των μητροπόλεων της μαζικής ανεργίας και περιθωριοποίησης  μετά από δύο δεκαετίες επέλασης της νεοφιλελεύθερης αντεπανάστασης και διάλυσης των δομών κρατικής πρόνοιας και προστασίας.

Όπως και στην Πρηνή θέση, έτσι και στον Ήλιο η πλοκή δεν δομείται γύρω από ένα έγκλημα και την εξιχνίασή του, αλλά γύρω από έναν κεντρικό ήρωα, τον Ρικό, άστεγο στους δρόμους του Παρισιού. Ένα διαζύγιο που συνοδεύτηκε από την απαγόρευση να βλέπει το παιδί του και λίγοι μήνες κατάθλιψης που ακολούθησαν ήταν αρκετοί για να βρεθεί στον δρόμο χωρίς ελπίδα ανάκαμψης. Η διήγηση ξεκινάει μετά τη διάβαση του σημείου δίχως επιστροφή, με τον θάνατο του κολλητού του από το κρύο μια παγωμένη νύχτα στο μετρό κι ακολουθεί την απόφασή του να φύγει για να πεθάνει στον ήλιο, στη Μασσαλία, σε μια σπαρακτική διήγηση αυτού του τελευταίου ταξιδιού προς τον νότο. Το πεισιθάνατο κλίμα δεν αφορά μόνο την αυτοβιογραφική ματιά του χτυπημένου από την επάρατο νόσο Ιζζό, αλλά και την εμπειρία μιας ολόκληρης γενιάς, που πρόλαβε να διανύσει τη διαδρομή από την διάψευση των ελπίδων και των προσδοκιών του μεταπολεμικού κόσμου, στη μαζική εξαθλίωση και την απελπισία εκείνων που η γκάμα των επιλογών τους δεν αφορά πια τη ζωή, ή έστω την επιβίωση, αλλά τον θάνατο.

Στις δεκαετίες της ήττας του παραδοσιακού εργατικού κινήματος και υποχώρησης των μηχανισμών και φορέων μεταβίβασης της συλλογικής γνώσης και μνήμης, η αστυνομική λογοτεχνία αποτέλεσε, λοιπόν, μια εναλλακτική γλώσσα αμφισβήτησης «συνολικά της αστικής κοινωνίας, του κράτους και των μηχανισμών του, συμπεριλαμβανoμένης της αστυνομίας» –όπως είχε διαγνώσει αρκετά νωρίς ο Μαντέλ.[3] Λαίμαργοι αναγνώστες των αγγλόφωνων αστυνομικών κι ιδιαίτερα του Τσάντλερ και του Χάμετ που διαβάζονταν ως μυθιστορήματα καταγγελίας του αμερικάνικου ονείρου και διαμαρτυρίας, οι συγγραφείς του νεοπολάρ επιχείρησαν να διοχετεύσουν το φορτίο των ανεκπλήρωτων προσδοκιών της γενιάς τους στη λογοτεχνία: σε μια λογοτεχνία που ασκούνταν σε μια εκλαϊκευμένη «φιλοσοφία του δικαίου», όπως την περιέγραφε ο Μανσέτ, που σκοπό είχε να παρουσιάσει τη βία ως δομικό στοιχείο των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής και τον νόμο ως την θεσμική οργάνωση της αθωότητας του κράτους και των λειτουργών του. Σε αυτό το νέο είδος, παλαιοί γάλλοι μαοϊκοί, τροτσκιστές, ελευθεριακοί (όπως οι Φαζαρντί και Ντενένξ), συναντήθηκαν με ιταλούς διωκόμενους από το κράτος για τη δράση τους στα μολυβένια χρόνια της δεκαετίας του 1970 (όπως οι Καρλότο και Μπατίστι), με παιδιά αγωνιστών του ισπανικού εμφυλίου που είχαν αναμετρηθεί με διάφορους τρόπους με τη βία του κράτους (όπως οι Μονταλμπάν και Τάιμπο), δημιουργώντας συνάμα κι έναν δημόσιο χώρο, διεθνή δίκτυα, περιοδικά, φεστιβάλ που περιγράφουν μια διαδικασία ανασύνθεσης και νοηματοδότησης της κοινής εμπειρίας, εξερεύνησης του τι πήγε στραβά και του τι θα μπορούσε να συμβεί διαφορετικά. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με το γεγονός πως πολλοί από τους συγγραφείς βιοπορίστηκαν παράλληλα ως επαγγελματίες ιστορικοί ή δημοσιογράφοι, υποδεικνύουν ότι αυτό το «νέο αστυνομικό μυθιστόρημα» οφείλει να θεωρείται και ως μια από τις πολλές απόπειρες συγγραφής και ανασύνθεσης του παρελθόντος και του παρόντος από τη σκοπιά των ηττημένων.

Με αυτήν την έννοια, αν το πρώτο κύμα του στρατευμένου νουάρ αποτέλεσε ένα μέσο για να κρατήσει ανοιχτή μια υπόθεση που φαινόταν χαμένη και μάταιη, οι επίγονοι του δεύτερου κύματος στις δύο πρώτες δεκαετίες του εικοστού πρώτου αιώνα, ανέλαβαν να οδηγήσουν το είδος ακόμα παραπέρα. Τόσο τα παιδιά του μεταπολεμικού baby-boom που πήραν τη σκυτάλη αρχίζοντας να δημοσιεύουν λογοτεχνία γύρω στα 50 τους, σαν τον Μωρίς Αττιά και τον Βόλφγκανγκ Σόρλαου, όσο και νεότεροι σαν τον Τζουλιάνο Σαντόρο και τον Τανγκύ Βιλ, συνεχίζουν να διαμορφώνουν τα χαρακτηριστικά αυτού του είδους «λογοτεχνίας του πραγματικού» που δεν αρκείται μόνο στη διάσωση της εμπειρίας των από κάτω και στην αποκάλυψη του απωθημένου, κρυμμένου εγκληματικού παρελθόντος του επελαύνοντος καπιταλισμού, μα προχωράει σε μια συνολική αποκάλυψη και κριτική της σύγχρονής ολοκληρωτικής του μετάλλαξης, σε μια διαδικασία οικειοποίησης των όπλων της κριτικής και της αφήγησης για λογαριασμό των εκμεταλλευόμενων.


Το κείμενο επιμελήθηκαν η Δήμητρα Αλιφιεράκη και ο Στέλιος Χρονόπουλος.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Δημήτρης Κουσουρής

Δημήτρης Κουσουρής

Ο Δημήτρης Κουσουρής δουλεύει ως ιστορικός στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Μεταξύ άλλων, έχει γράψει το βιβλίο Δίκες των Δοσιλόγων, 1944–1949 (Πόλις 2014).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε