Κριτική

Ξαναδιαβάζοντας το 1984 του Όργουελ 

Δεν υπάρχει κανένας λόγος να αφεθεί το 1984 κτήμα των απολογητών της ελεύθερης αγοράς, του «ελεύθερου κόσμου» («ένα πολύ καθαρό παράδειγμα Νέας Ομιλίας» κατά τον Williams). Αποτελεί μια ισχυρή μήτρα, μια πηγή αξιών και αρχών που μπορούν να εμπνεύσουν την κριτική στάση απέναντι σε κεντρικά γνωρίσματα του ώριμου καπιταλισμού, από την εξουσία των μεγάλων επιχειρήσεων και την καλλιέργεια εθνικιστικού παροξυσμού μέχρι τον «καπιταλισμό της παρακολούθησης».

Αν θα έπρεπε να κρατήσουμε τον όρο «δυστοπία» για ένα μόνο βιβλίο, νομίζω ότι οι περισσότεροι άνθρωποι θα σκέφτονταν το 1984 του George Orwell∙ η βαθιά εντύπωση που προξένησε στους αναγνώστες του γέννησε το επίθετο «οργουελικός», ενώ συγκαταλέγεται στα πιο πολυμεταφρασμένα και πολυδιαβασμένα βιβλία του 20ού αιώνα. 

Πρώτη φορά διάβασα το 1984 στην αρχή της εφηβείας μου. Όταν έμπαινε το 1984, εφημερίδες και περιοδικά έγραφαν για την «προφητεία» του Όργουελ και συζητούσαν την επικαιρότητα του βιβλίου που είχε μεταφραστεί στα ελληνικά λίγα χρόνια πριν από τις εκδόσεις Κάκτος· φαντάζομαι κάποιοι θα έκαναν συσχετίσεις και με την τότε «σοσιαλιστική» κυβέρνηση. Ο Γιάννης Ιωάννου σκίτσαρε Το γνήσιο 1984 στον Σχολιαστή, ενώ ο Τζίμης Πανούσης τραγουδούσε «έχω ένα φόβο να μη χτυπήσει το τηλέφωνο/και είν’ ο τύπος απ’ το κράτος που ελέγχει/αν υπακούει το φερέφωνο». Κουβεντιαζόταν, λοιπόν, το βιβλίο αρκετά και οι γονείς μου το δανείστηκαν από κάποια φίλη τους, οπότε μετά έπεσε στα χέρια μου.

Δεν ξέρω τι ακριβώς κατάλαβα, δεν θυμάμαι καν αν το διάβασα μέχρι τέλους: μου έμεινε μια θολή ανάμνηση καταπίεσης, και σίγουρα μου είχαν κάνει μεγάλη εντύπωση οι διαρκείς παραχαράξεις της ιστορίας, το σβήσιμο προσώπων και γεγονότων (αργότερα είδα τις «διορθωμένες» φωτογραφίες απ’ όπου είχαν αφαιρεθεί από το πλευρό του Στάλιν παλιοί σύντροφοί του), η χωρίς προσχήματα αλλαγή των πασίγνωστων δεδομένων της πραγματικότητας (ενάντια σε ποιον πολεμούσε ανέκαθεν η Ωκεανία;), η διαστροφή των εννοιών («Ο πόλεμος είναι ειρήνη»), οι ευφημισμοί («Υπουργείο Αγάπης»). 

Αργότερα, φοιτητής, διάβασα τη Φάρμα των ζώων και τον Φόρο τιμής στην Καταλωνία, ύστερα τα χρονικά της περιπλάνησης του Όργουελ στις φτωχογειτονιές του Λονδίνου και του Παρισιού κάνοντας δουλειές του ποδαριού, και μετά στις εφημερίδες την αποκάλυψη ότι ο Όργουελ είχε καταδώσει[1] (αν και η ορθότητα της λέξης είναι συζητήσιμη για τη συγκεκριμένη περίπτωση) άλλους συγγραφείς ως συμπαθούντες τη Σοβιετική Ένωση.

Στις παρούσες περιστάσεις της πανδημίας και των μέτρων για την αποφυγή διάδοσης του covid-19 το 1984 έχει θεωρηθεί και πάλι επίκαιρο. Επιπλέον, καθώς το 2020 συμπληρώθηκαν 70 χρόνια από τον θάνατο του συγγραφέα, πλέον δεν απαιτείται άδεια για την έκδοσή του. Η Καθημερινή το πρόσφερε πριν λίγο καιρό, η Πολιτεία το είχε σε προσφορά, μια νέα μετάφρασή του μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Ψυχογιός, ενώ σε άλλη έκδοση μπορεί να το αγοράσει κανείς στα περίπτερα. Το πήρα λοιπόν να το ξαναδιαβάσω. 

Η γραφή του Όργουελ έχει δύναμη -το ξέρουμε και από τ’ άλλα έργα του (τα περισσότερα μεταφράστηκαν στα ελληνικά από τις αναρχικές εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος). Διηγείται μια ιστορία αγάπης, εξέγερσης και συντριβής σ’ ένα δυστοπικό περιβάλλον υλικής μιζέριας, πνευματικής στασιμότητας και, πάνω απ’ όλα, ασφυκτικής επιτήρησης. Ο Όργουελ χτίζει στο 1984 ένα ζοφερό κλίμα από την αρχή μέχρι το τέλος, το οποίο επιτείνεται από ένα ενδιάμεσο διάλειμμα χαλάρωσης και ελπίδας. Η ατμόσφαιρα του μυθιστορήματος δε φαίνεται άσχετη από το γεγονός ότι το έγραψε άρρωστος από φυματίωση, το 1948 (περίπου έναν χρόνο μετά πέθανε), στην ερημιά ενός μικρού νησιού της Σκωτίας.

Η πανταχού παρούσα εικόνα του Μεγάλου Αδελφού, ο έλεγχος κάθε πτυχής της δημόσιας σφαίρας από το Κόμμα, η απουσία γραπτών νόμων, τα βασανιστήρια και η «εξάτμιση» των μελών του Κόμματος που είναι ύποπτα για απόκλιση από την ορθοδοξία αποτελούν τη μία πλευρά της περιγραφής μιας ολοκληρωτικής κοινωνίας. Η περιγραφή αυτή γίνεται συντριπτική όταν στο επίκεντρο μπαίνει ο έλεγχος της ιδιωτικής σφαίρας του ατόμου: η απαγόρευση ουσιαστικά των ερωτικών σχέσεων για τα μέλη του Κόμματος (με στόχο η λίμπιντο να κατευθυνθεί σε πολιτικά εκμεταλλεύσιμη υστερία), η επιτήρηση  της ζωής στο σπίτι μέσα από τηλεοράσεις που όχι μόνο απαγορεύεται να κλείσουν, αλλά χρησιμεύουν και ως συσκευές παρακολούθησης, η καταστροφή της οικογενειακής ζωής (ακόμα και με τα παιδιά σου δεν μπορείς να είσαι ο εαυτός σου γιατί μπορεί να σε καταδώσουν).[2] 

Και η εξουσία επιδιώκεται να γίνει απόλυτη με τον έλεγχο και της σκέψης: αρκετά χρόνια πριν τον Φουκώ, ο Όργουελ περιγράφει μια εξουσία που δεν βασίζεται τόσο στην απαγόρευση όσο στην καθοδήγηση. Κατασκευάζεται μια νέα γλώσσα η οποία δεν θα περιέχει λέξεις που επιτρέπουν να σκέφτεται κανείς διαφορετικά. Μέχρι να γίνει αυτό, το αλάθητο του Κόμματος κατοχυρώνεται με την καταστροφή κάθε πηγής που θα μπορούσε να οδηγήσει στην υπονόμευσή του∙ η πραγματικότητα κατασκευάζεται ανοιχτά, κάτι που δε θεωρείται πρόβλημα: 

Η πραγματικότητα δεν είναι εξωτερική. Η πραγματικότητα υπάρχει στην ανθρώπινη σκέψη και πουθενά αλλού. Όχι στην ατομική σκέψη του καθενός, που μπορεί να σφάλει και, εν πάση περιπτώσει, είναι ταχείας φθοράς. Μόνο στη σκέψη του Κόμματος, που είναι συλλογική και αθάνατη. (σ.271)

Το τι συνέβη στο παρελθόν είναι κάτι που μεταβάλλεται συνεχώς, και τα άτομα στερούνται έτσι τη μνήμη η οποία μπορεί να αποτελέσει πόρο αντίστασης απέναντι σ’ ένα καθεστώς που τα συνθλίβει, υλικό συγκρότησης μιας ατομικής ταυτότητας ανεξάρτητης από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον.[3] 

Δεν είναι εύκολο να συλλάβουμε (οπότε, κατά τη γνώμη μου, δεν παρουσιάζεται αληθοφανώς στο μυθιστόρημα) αυτό που ο Όργουελ αποκαλεί «διπλή σκέψη», τη διανοητική μέθοδο δηλαδή που κάνει τους ανθρώπους να ακολουθούν, από αίσθημα νομιμοφροσύνης, κάθε απότομη αλλαγή γραμμής του Κόμματος, κάθε διόρθωση της ιστορίας, κάθε ανοιχτή διαστρέβλωση της πραγματικότητας, χωρίς αντιρρήσεις και ερωτήσεις, αλλά πιστεύοντας βαθιά και ολοκληρωμένα κάθε «νέα πραγματικότητα». Επιπλέον, υπάρχουν κάποια σημεία στο βιβλίο που δεν είναι πειστικά: πώς μπορεί τόσο σκληρή και απόλυτη επιτήρηση να περιορίζεται μόνο στα μέλη του Κόμματος και να αδιαφορούν εντελώς για τη μεγάλη μάζα των ανθρώπων, η οποία π.χ. δεν καλείται να μάθει τη Νέα Ομιλία; 

Άλλα σημεία σήμερα φαίνονται στερεοτυπικά (η εγκεφαλικότητα του άντρα και η συναισθηματικότητα της γυναίκας, όπως και η αδιαφορία της για την πολιτική: η Τζούλια αποκοιμιέται καθώς ο Ουίνστον της διαβάζει το Βιβλίο της αντιπολίτευσης), ακόμα και μάλλον αφελώς ιδεαλιστικά: διατυπώνεται π.χ. η άποψη ότι η μεγάλη μάζα των ανθρώπων έπρεπε να κρατιέται στη φτώχεια, αλλιώτικα «η αποβλακωμένη από τη φτώχεια μεγάλη μάζα των ανθρώπων θα μπορούσε να μορφωθεί και να μάθει να σκέφτεται για τον εαυτό της∙ και όταν γινόταν αυτό, αργά ή γρήγορα αυτή η μάζα θα καταλάβαινε ότι η προνομιούχα μειοψηφία δεν είχε κανέναν λόγο ύπαρξης και θα την έβγαζε από τη μέση» (σ.206).

Με την τελευταία διαπίστωση τεκμηριώνεται η απουσία κάθε προοπτικής να ανατραπεί το καθεστώς. Οι προλετάριοι (proles στο πρωτότυπο) είναι η ελπίδα, σκέφτεται περισσότερες από μία φορές ο ήρωας του βιβλίου, ο Ουίνστον Σμιθ, χαμηλόβαθμο στέλεχος του Κόμματος: όχι επειδή δεν έχουν να χάσουν παρά μόνο τις αλυσίδες τους, αλλά επειδή διατηρούν την ανθρωπιά τους ζώντας υπό καθεστώς λιγότερο ασφυκτικού ελέγχου. Η απώλεια της ανθρωπιάς, άλλωστε, στις σχέσεις των ανθρώπων, η απώλεια της αλληλεγγύης, του οίκτου, της φροντίδας και της αγάπης, αποτελεί ένα βασικό μοτίβο του βιβλίου, του οποίου αρχικός τίτλος ήταν «Ο τελευταίος άνθρωπος στον κόσμο».[4] Τις ελπίδες του Ουίνστον για τους προλετάριους δηλώνουν ρητά ότι δεν συμμερίζονται τα περισσότερα από τα άλλα πρόσωπα του μυθιστορήματος, και κυρίως ο Εμμανουήλ Γκολντστάιν, (υπαρκτός;) ηγέτης της (υπαρκτής;) αντιπολιτευόμενης «Αδελφότητας», συγγραφέας της «Θεωρίας και πρακτικής του ολιγαρχικού κολλεκτιβισμού», ενός βιβλίου με καθοδηγητικό ρόλο για τα μέλη της Αδελφότητας, του οποίου η ανάλυση καταλαμβάνει 36 ολόκληρες σελίδες του 1984 και περιγράφει την κοινωνία που έχει δημιουργηθεί:

«Από τους προλετάριους δεν υπάρχει κανένας φόβος. Παρατημένοι στους εαυτούς, τους, θα συνεχίσουν από γενιά σε γενιά και από αιώνα σε αιώνα να δουλεύουν, να γεννούν και να πεθαίνουν, όχι μόνο χωρίς καμιά επαναστατική παρόρμηση αλλά και χωρίς την ικανότητα να καταλάβουν ότι ο κόσμος θα μπορούσε να είναι άλλος απ’ ό,τι είναι. (…) Οι όποιες απόψεις έχουν ή δεν έχουν οι μάζες, είναι κάτι που δεν ενδιαφέρει. Μπορεί να τους δοθεί ελευθερία σκέψης, γιατί δεν έχουν σκέψη» (σ.229).

Έχει κανείς την αίσθηση ότι εκφράζεται εδώ η απογοήτευση του ριζοσπάστη σοσιαλιστή του Φόρου τιμής στην Καταλωνία από την εργατική τάξη και το σοσιαλιστικό πρόταγμα -παρότι γράφει σε χρόνια που στην Αγγλία οι Εργατικοί έχουν πάρει την εξουσία με ευρεία πλειοψηφία και ο Όργουελ δηλώνει οπαδός τους. Σίγουρα δεν είχε ποτέ μια εξιδανικευμένη αντίληψη για τους εργάτες (την οποία αποκαλούσε «αστικό κομμουνισμό»[5] ), έχοντας ζήσει για χρόνια πλάι τους κι έχοντας καταγράψει τις εμπειρίες του σε λογοτεχνικά κείμενα-ντοκουμέντα. Ίσως μια από τις βασικότερες πηγές της απογοήτευσής του να ήταν αυτό που αντιλαμβανόταν ως αποβλάκωση της εργατικής τάξης που προωθούσε η μαζική κουλτούρα, ενάντια στην οποία είχε εξαπολύσει μια σφοδρή κριτική από τα τέλη της δεκαετίας του 1930.[6] Στο 1984 τα βιβλία τα γράφουν μηχανές, όχι άνθρωποι∙ το ίδιο και τα τραγούδια που βρίσκονται στο στόμα κάθε προλετάριου. Σε κάθε περίπτωση, η παθητικότητα των προλετάριων και των λαών των αποικιών θεωρείται περίπου αυτονόητη, και αυτό αποτελεί προϋπόθεση συγχρόνως για τη λογοτεχνική περιγραφή ενός κόσμου όπου η αντίσταση είναι μάταιη και για την πολιτική μετατόπιση του Όργουελ προς μια συντηρητικότερη στάση καθώς επιλέγει ως αναπόφευκτη την πρόσδεση στις ΗΠΑ στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου.[7] Σαράντα χρόνια μετά, οι Alan Moore και David Lloyd και στο κόμικ τους V for Vendetta θα έδειχναν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην ικανότητα των ανθρώπων να αντιδρούν και να επαναστατούν, έστω με τίμημα κάποια κλισέ από τη λογοτεχνία των σούπερ-ηρώων και το χάπι-εντ.

Τα πολιτικά υλικά από τα οποία είναι φτιαγμένο το 1984 περιλαμβάνουν, πάνω απ’ όλα, την κριτική στον σταλινισμό: τη σοσιαλδημοκρατική, την τροτσκιστική (στην οποία είχε θητεύσει για μια περίοδο ο Όργουελ), και ιδίως την εξέλιξη της τελευταίας από τον James Burnham με το Η επανάσταση των διευθυντών.[8] Είναι εντυπωσιακό ότι, παρά την πολύ ισχυρή αντιφασιστική στράτευση του Όργουελ καθ’ όλη τη δεκαετία του 1930 και τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, παρότι η εμπειρία του φασισμού ήταν πολύ πρόσφατη και παρότι ορισμένα μοτίβα του βιβλίου ο Όργουελ τα είχε αναπτύξει παλιότερα σε σχέση με τον ναζισμό (όπως ο έλεγχος του παρελθόντος και η αναγκαία πεποίθηση ότι 2+2=5)[9], ο φασισμός βρίσκεται σε τρίτο πλάνο και οι αιχμές του βιβλίου μοιάζουν να στρέφονται αποκλειστικά ενάντια στο σοβιετικό μπλοκ. Ο Μεγάλος Αδελφός έχει τα χαρακτηριστικά του Στάλιν, και είναι προφανής ο παραλληλισμός του Γκολντστάιν με τον Τρότσκι. Οι Δίκες της Μόσχας και η απαίτηση της ομολογίας βρίσκονται παντού στο βιβλίο, ενώ έχει εντοπιστεί ως άμεση επιρροή του 1984 το μυθιστόρημα Εμείς που έγραψε το 1921 στη νεαρή Σοβιετική Ένωση ο Ζαμιάτιν, μιας δυστοπίας της κοινωνικής μηχανικής στην οποία διεκδικείται το δικαίωμα τόσο στην ατομικότητα όσο και στη φαντασία.[10], κι έγραψαν γι’ αυτό οι Χρήστος Μάης και Κατερίνα Σεργίδου σε προηγούμενο τεύχος των Marginalia: Εμείς, πίσω από το τείχος: για το δυστοπικό μυθιστόρημα του Γ. Ζαμιάτιν.)) 

Υπάρχει βεβαίως και η πρόσφατη εμπειρία του πολέμου, από τις ελλείψεις στα αγαθά και τη μαύρη αγορά μέχρι τις ιπτάμενες βόμβες που πέφτουν τακτικά στο Λονδίνο, και ιδίως με τις αναφορές στην πολεμική οικονομία και τις μόνιμες συνθήκες εκτάκτου ανάγκης που προκαλεί ο πόλεμος. Την εμφάνισή της κάνει στο μυθιστόρημα και η πάγια κριτική του Όργουελ στον βρετανικό ιμπεριαλισμό και αποικιοκρατία, με τις αναφορές στον ανταγωνισμό για τις αποικίες και ένα οιονεί δουλικό εργατικό δυναμικό. Συνολικά, ωστόσο, στο 1984 είναι πολύ υποβαθμισμένοι οι σοσιαλιστικοί τόνοι που κυριαρχούσαν σε προηγούμενα έργα του. Στα ίδια χρόνια που ο Όργουελ στα πολιτικά του κείμενα έγραφε για την αναγκαιότητα της δημιουργίας των Σοσιαλιστικών Ηνωμένων Πολιτειών της Ευρώπης, στο μυθιστόρημα ο σοσιαλισμός υπάρχει κατά βάση ως “ΑΓΓΣΟΣ” (αγγλικός σοσιαλισμός), ως η επίσημη ιδεολογία του καθεστώτος, η οποία μεταξύ άλλων το διαφοροποιεί από την προπολεμική εποχή του καπιταλισμού.

Η υποστολή από τον Όργουελ της σοσιαλιστικής του στράτευσης επέτρεψε τη λειτουργία του 1984 ως «δραματοποίησης των αξιών του Ψυχρού Πολέμου από την πλευρά του αντι-σοβιετικού στρατοπέδου»,[11] «ιδεολογικό υπερόπλο στον Ψυχρό Πόλεμο» κατά τον Ισαάκ Ντόυτσερ,[12] προωθούμενο με πολιτικά κριτήρια από μυστικές και μη υπηρεσίες, και διδασκόμενο στα σχολεία των ΗΠΑ ως τεκμήριο της φρίκης του κομμουνισμού. Αυτό δεν έγινε ερήμην του βιβλίου: ο συγγραφέας έδινε ξεκάθαρα στη δημοσίευσή του έναν χαρακτήρα αντισοβιετικής πολιτικής παρέμβασης, ενώ στη σ.276 (βλ. και 223, 286) κάνει λόγο για τους «οπαδούς του ολοκληρωτισμού, τους Γερμανούς ναζί και τους Ρώσους κομμουνιστές». Η περίοδος του Ψυχρού Πολέμου είναι αυτή της χρυσής εποχής της έννοιας του «ολοκληρωτισμού» (1947-1968 με βάση την περιοδολόγηση του Τραβέρσο). Το 1984, λοιπόν, ως ένα από τα εμβληματικά βιβλία της εποχής του, δεν μπορεί να συζητηθεί χωρίς αναφορά στην έννοια του ολοκληρωτισμού.[13]

Δεν φιλοδοξούμε να τοποθετήσουμε το 1984 σε σχέση με τη λοιπή φιλολογία για τον ολοκληρωτισμό (ακαδημαϊκή, λογοτεχνική και πολιτική): πρόκειται για ένα έργο που υπερβαίνει αυτό το μικρό κείμενο. Αξίζει, πάντως, να επισημάνουμε εδώ ότι ο Όργουελ δεν μετείχε καθόλου σε μια ανερχόμενη στην εποχή του σύλληψη που έβλεπε τον ολοκληρωτισμό ως υπόθεση της «Ανατολής» και συνέδεε τον αντι-ολοκληρωτισμό με μια ιδιαίτερη πολιτισμική ταυτότητα της «Δύσης».[14] Αντίθετα, τοποθετούσε το ολοκληρωτικό καθεστώς που περιγράφει στον αγγλοσαξονικό κόσμο, όχι ως αποτέλεσμα κατάκτησης, αλλά ως αυτοφυές προϊόν του, ως προέκταση τάσεων που έβλεπε γύρω του, όπως η πολεμική προπαγάνδα ή «οι διαστροφές προς τις οποίες ρέπει η συγκεντρωτική οικονομία».[15] 

Η αντι-ολοκληρωτική σκέψη, έχει επισημανθεί, τσουβάλιαζε φασισμό και «υπαρκτό σοσιαλισμό» για να δικαιώσει καπιταλισμό και αστική δημοκρατία απέναντι στα δύο άκρα. Ενοχοποιούσε, επιπλέον, για τον ολοκληρωτισμό δημοκρατικά ρεύματα όπως ο γιακωβινισμός και φιλόσοφους όπως ο Ρουσό, τις σοσιαλιστικές ιδέες, την ουτοπική σκέψη και τα επαναστατικά εγχειρήματα: κατάληξη όλων αυτών θεωρήθηκαν τα «ολοκληρωτικά καθεστώτα» του 20ού αιώνα. Ο αντι-ολοκληρωτισμός υπήρξε κατά βάση μια φιλελεύθερη ιδεολογία που αναπτύχθηκε στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, και γι’ αυτό επιλεκτική και υποκριτική. 

Και παρ’ όλ’ αυτά, όπως έχει υποστηρίξει ο Τραβέρσο, σήμερα δεν μπορούμε να μιλάμε για κομμουνισμό, ισότητα, δημοκρατία, κοινότητα/αδελφότητα και ελευθερία, χωρίς να έχουμε ξεκαθαρίσει τους λογαριασμούς μας με την ιστορία του 20ού αιώνα και του τρόπου με τον οποίο ολοκληρωτικά καθεστώτα υπέσκαψαν, διέστρεψαν και ξαναόρισαν τις έννοιες και τις αξίες που βρίσκονταν στον πυρήνα τους: «Η ιδέα του ολοκληρωτισμού εργαλειοποιήθηκε υπερβολικά συχνά, παραμένει όμως αναγκαία για να διατηρήσουμε ανοιχτό έναν ορίζοντα ελευθερίας στον αιώνα που ανοίγεται μπροστά μας», όπου «η απόλυτη αυθεντία δεν είναι πια ένας Μεγάλος Αδελφός αλλά η οικονομία με τους αχαλίνωτους νόμους της».[16] 

Από την αντιολοκληρωτική σκέψη αξίζει να κρατήσουμε τις ελευθεριακές ευαισθησίες της, τη στιγμή που το φιλελεύθερο ακραίο κέντρο δε διστάζει να τις ποδοπατά, ιδίως στη σημερινή συγκυρία που η απάντηση που δίνεται στο κλασικό φιλελεύθερο δίλημμα ανάμεσα στην ελευθερία και την ασφάλεια είναι «πρώτα η ασφάλεια». Για να επανέλθουμε, λοιπόν, στο σημείο εκκίνησής μας, αυτό που καθιστά το 1984 επίκαιρο στα χρόνια της πανδημίας του covid-19 είναι η έκταση της επιτήρησης: οι κάμερες στην Κίνα που εντοπίζουν ποιος μέσα στο πλήθος δεν φοράει μάσκα, τα ασφυκτικά ελεγχόμενα δημόσια και ιδιωτικά ΜΜΕ λειτουργούν ως συλλογικό Υπουργείο Αλήθειας. Πάνω απ’ όλα, είναι το γεγονός ότι οι απαγορεύσεις δεν αφορούν μόνο το δικαίωμα στη διαδήλωση, αλλά και την ιδιωτική σφαίρα, το ότι πρέπει να ενημερώνεις το κράτος όταν βγαίνεις βόλτα, ακολουθώντας περιορισμούς των οποίων το σκεπτικό συχνά δεν είναι ιδιαίτερα πειστικό (γιατί απαγόρευση κυκλοφορίας στις 6 κι όχι στις 9;).

Γενικότερα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να αφεθεί το 1984 κτήμα των απολογητών της ελεύθερης αγοράς, του «ελεύθερου κόσμου» (όρου που συνιστούσε «ένα πολύ καθαρό παράδειγμα Νέας Ομιλίας», όπως παρατηρούσε ο Williams).[17] Αποτελεί μια ισχυρή μήτρα, μια πηγή αξιών και αρχών που μπορούν να εμπνεύσουν την κριτική στάση απέναντι σε κεντρικά γνωρίσματα του ώριμου καπιταλισμού, από την εξουσία των μεγάλων επιχειρήσεων[18] και την καλλιέργεια εθνικιστικού παροξυσμού[19] μέχρι τον «καπιταλισμό της παρακολούθησης», με τη συγκέντρωση των δεδομένων από την περιήγηση του καθένα μας στο ίντερνετ, και τη λειτουργία και τη φύση των μέσων μαζικής ενημέρωσης: ας σκεφτούμε τη συζήτηση στην Αμερική του Τραμπ για τα «εναλλακτικά γεγονότα», τα fake news, τη «μετα-αλήθεια». Αν δεν υπάρχουν «τηλεοθόνες» που δεν επιτρέπεται να τις σβήσεις ποτέ, μπορούμε όμως να γίνουμε αντικείμενο παρακολούθησης από τα κινητά μας -πέρα από τα πολλά εκατομμύρια κάμερες που βρίσκονται διάσπαρτες στον κόσμο. Επιπλέον, η σύλληψη της Νέας Ομιλίας από τον Όργουελ δίνει στον αναγνώστη μια ισχυρή ώθηση να ασκήσει κριτική στην ηγεμονική ιδεολογία -για παράδειγμα στους ευφημισμούς με τους οποίους στη νεογλώσσα του σύγχρονου φιλελευθερισμού μεταμορφώνεται η πραγματικότητα της ανεργίας[20] ή στη χρήση όρων όπως «εισβολή» για τα μεταναστευτικά ρεύματα. Πρόσφατα, άλλωστε, η έννοια της «διπλής σκέψης» αξιοποιήθηκε από το Σωματείο Ελλήνων Ηθοποιών για να ασκήσει κριτική στις κυβερνητικές διαστρεβλώσεις της υπόθεσης Λιγνάδη.

Είναι γεγονός ότι το μοτίβο του πανίσχυρου κράτους/Κόμματος που συντρίβει το άτομο παραμένει ευρέως συνδεδεμένο με μια φιλελεύθερη δεξιά κοσμοεικόνα ιδιωτικής πρωτοβουλίας και ελευθερίας του ατόμου από τον Λεβιάθαν του κρατισμού, και μ’ αυτήν την έννοια το 1984 δεν είναι πλήρως ανακτήσιμο (αν και μπορεί πάντα να επισημαίνει κανείς πόσο απέχει ο υπαρκτός καπιταλισμός από την εικόνα αυτή που έχει για τον εαυτό του). Αυτό όμως που μπορεί να συνειδητοποιήσει η αριστερά από τη δραματοποίηση του συγκεκριμένου μοτίβου στο 1984 είναι η ανάγκη να φροντίσει να κρατηθεί μακριά από την ολοκληρωτική καρικατούρα της. Η ανάπτυξη ενός νέου κολλεκτιβισμού είναι σήμερα το μεγάλο ζητούμενο∙ θα πρέπει, όμως, οι σχετικές αναζητήσεις να είναι ξεκάθαρες ως προς το ότι δεν θα θίγονται τα βασικά στοιχεία στα οποία εδράζεται η ατομική αυτονομία. Αυτό είναι μάλλον αυτονόητο για τη σύγχρονη αριστερά που γονιμοποιήθηκε από τη δεκαετία του 1960 και εξής από τις ποικίλες εκδοχές ενός ελευθεριακού πνεύματος, το οποίο δεν μπορεί παρά να είναι αναπόσπαστο κομμάτι κάθε οραματισμού για μια κοινωνία δικαιοσύνης και ισότητας.


Το κείμενο του Νίκου Ποταμιάνου επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Νίκος Ποταμιάνος

Νίκος Ποταμιάνος

Ο Νίκος Ποταμιάνος είναι ιστορικός, ερευνητής στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Σπουδών του ΙΤΕ.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε