Κριτική Τεύχος #15

«Ζώντας τη ζωή μου», Έμμα Γκόλντμαν: Μια συναρπαστική αυτοβιογραφία, πανόραμα μιας συναρπαστικής εποχής

Μια τοιχογραφία της αμερικανικής και -κατόπιν- της ευρωπαϊκής κοινωνίας η οποία εκτείνεται σε διάστημα περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες: από τις αρχές της δεκαετίας του 1880 μέχρι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920. Μια ιστορία των από κάτω, των υποτελών, μέσα από τη δική τους φωνή.

Ζώντας τη ζωή μου (τόμος α΄)
Ζώντας τη ζωή μου (τόμος β΄)
Έμμα Γκόλντμαν
μετάφραση: Ροζίνα Μπέρκνερ
Βιβλιοπέλαγος, Αθήνα, τ. α΄ 2019, τ. β΄ 2024 | τ. α΄ 720 σελίδες, τ. β΄ 736 σελίδες

 

Δύο τόμοι των επτακοσίων και πλέον σελίδων ο καθένας -δεν το λες και συνηθισμένο μέγεθος για ένα βιβλίο! Ακόμη κι αν πρόκειται για τα απομνημονεύματα μιας από τις πιο θρυλικές φυσιογνωμίες του ανταγωνιστικού κινήματος του περασμένου αιώνα, της αναρχικής επαναστάτριας Έμμα Γκόλντμαν. Κι όμως, πρόκειται για ένα βιβλίο που κυλάει σαν νερό και δε σε αφήνει να σηκώσεις το κεφάλι από την ανάγνωση μέχρι την τελευταία του σελίδα. Θα προσπαθήσω να εξηγήσω στη συνέχεια γιατί.

Η Ιστορία και οι ιστορίες των ανθρώπων

Τα απομνημονεύματα δεν είναι Ιστορία. Είναι ιστορίες ανθρώπων και ως τέτοιες πρέπει να τις αντιμετωπίζουμε. Το ενδιαφέρον τους εξαρτάται από πολλούς παράγοντες. Την προσωπικότητα του ίδιου του αυτοβιογραφούμενου και τη ζωή που έζησε, την εποχή και την ιστορία και τον βαθμό και τον τρόπο εμπλοκής του σε αυτήν, τη συγγραφική δεινότητα ή τις αδυναμίες του επίσης.  

Ας πούμε λοιπόν εξαρχής, ως μια συνολική εικόνα του έργου, ότι πρόκειται για μια τοιχογραφία της αμερικανικής και -κατόπιν- της ευρωπαϊκής κοινωνίας η οποία εκτείνεται σε διάστημα περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες: από τις αρχές της δεκαετίας του 1880 (που καλύπτει με κάποιες ανάδρομες αφηγήσεις από τα παιδικά της χρόνια στη Λιθουανία) και κυρίως από το 1889, όταν πατάει για πρώτη φορά το πόδι της στη Νέα Υόρκη, μέχρι τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του 1920. Μια ιστορία των από κάτω, των υποτελών, και μάλιστα μέσα από τη δική τους φωνή. Αν και δεν είναι ιστορικό έργο, όπως είπαμε παραπάνω, το βιβλίο της Γκόλντμαν θυμίζει πάρα πολύ ιστορία από τα κάτω, έναν όρο που χρησιμοποίησε πρώτος ο Georges Lefebvre και αργότερα ασχολήθηκαν με αυτήν ο E.P. Thompson και ο Howard Zinn με τα κλασικά τους έργα Η συγκρότηση της αγγλικής εργατικής τάξης και Ιστορία του λαού των Ηνωμένων Πολιτειών αντίστοιχα.    

Όπως και στο έργο των μεγάλων αυτών ιστορικών -και παράλληλα με τις ιστορικές μορφές με τις οποίες συναντήθηκε (από τον Λένιν, τον Τρότσκι, και την Κολοντάι μέχρι την ηρωίδα της Κομμούνας Λουίζ Μισέλ, τον αναρχοσυνδικαλιστή και εκ των ιδρυτών της CGT, Πιερ Μονάτ, τον κύκλο και τους συντρόφους του μεγάλου παιδαγωγού Φερέρ, τον Κροπότκιν και τον σύντροφο της ζωής της Αλεξάντερ Μπέρκμαν, τον συγγραφέα του Μάρτιν Ίντεν, Τζακ Λόντον, και τον Σόλεμ Ας) η Γκόλντμαν στα απομνημονεύματά της θα αφήσει να ακουστούν -διασώζοντας έτσι από τη λήθη-  πολλές δεκάδες άλλους-ες, λιγότερο γνωστές μορφές του εργατικού και επαναστατικού κινήματος, συνδικαλιστές, δημοσιογράφους, εκδότες εφημερίδων και περιοδικών, αγκιτάτορες και ρήτορες, άγιους και συνωμότες. Οι δικές τους ιστορίες, καθεμιά απ’ αυτές, αλλά και εκεί όπου διασταυρώνονταν μεταξύ τους, οι ιδέες και οι συγκρούσεις τους, η καθημερινή τους πολιτική δουλειά με τις επιτυχίες και τις αποτυχίες της, αποτελούν τις ψηφίδες που συνθέτουν το μωσαϊκό μιας κοινωνίας και μιας ολόκληρης εποχής. Εποχής θριάμβων, αλλά και διαψεύσεων για την υπόθεση της ανθρώπινης χειραφέτησης. 

Στον πρώτο τόμο πρωταγωνιστεί το αμερικανικό κίνημα το τελευταίο τέταρτο του 19ου αι., μια πλειάδα προσώπων που αναζητούν και με την πράξη τους δημιουργούν καθημερινά τους νέους χώρους της ελευθερίας και της χειραφέτησης. Στον σημερινό κόσμο της ολοκληρωτικής απορρύθμισης της εργασίας και της επισφάλειας, ο κόσμος της αμερικανικής εργατικής τάξης τότε, χωρίς εδραιωμένες συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες, αναγκασμένος να αναζητήσει νέους τρόπους συλλογικής αντίστασης και οργάνωσης, είναι εντυπωσιακά οικείος. Και οι απαντήσεις που έδιναν οι εργαζόμενοι της εποχής μια σημαντική παρακαταθήκη.    

Στον δεύτερο τόμο το ενδιαφέρον μοιραία επικεντρώνεται στην εμπειρία της ρωσικής επανάστασης, τη μεγάλη έφοδο προς τον ουρανό, τις ελπίδες και την απογοήτευση. Η Έμμα και ο Μπέρκμαν πήγαν ως ένθερμοι υποστηρικτές της Επανάστασης. Στρατεύτηκαν. Έγιναν στρατιώτες της. Ταυτόχρονα όμως ήταν φύσει και θέσει επισκέπτες και παρατηρητές. Ήρθαν σε επαφή με τους πρωταγωνιστές της, με την ηγεσία, με τη γραφειοκρατία αλλά και με τη βάση. Παρουσιάζουν έτσι μια πρισματική εικόνα της σοβιετικής κοινωνίας κατά τα πρώτα χρόνια της επανάστασης και τη σχέση τους με αυτήν. Από τον ενθουσιασμό και τη στράτευση ως τις πρώτες αμφιβολίες, τις διαψεύσεις, την τραγική απογοήτευση, τη φυγή.

Η χαμένη τιμή της ηθικής

Η Γκόλντμαν δεν αγιογραφεί, αλλά ούτε και απαξιώνει εύκολα κανέναν ούτε τους από πάνω ούτε τους από κάτω -ούτε τους ηγέτες ούτε τους ανιπολιτευόμενους. Η κριτική της είναι αμείλικτη πολλές φορές και προς πάσα κατεύθυνση. Κριτική που δεν (ανα)γνωρίζει αυθεντίες. Υπερβαίνει όμως και τα στρατόπεδα. Ποτέ δεν ασκείται a priori. Ποτέ δεν είναι καθοδηγούμενη. Για παράδειγμα, θα έρθει σε σφοδρή σύγκρουση με τον Κροπότκιν, που τον θαυμάζει και τον σέβεται σαν μια πατρική μορφή του αναρχισμού, όταν εκείνος θα υποστηρίξει την είσοδο της Ρωσίας στο Μεγάλο Πολέμο. Θα διαφωνήσει με τους αναρχικούς συντρόφους της, που της εκφράζουν τις ανησυχίες τους για τα αυταρχικά προμηνύματα της επανάστασης. Θα νιώσει έκπληξη και οργή για τον Γκόρκι, που τον θαύμαζε απεριόριστα για το συγγραφικό του έργο, όταν εκείνος, ο υμνητής της ρωσικής αγροτιάς και των απλών και ταπεινών ανθρώπων της υπαίθρου, της πει σε κατ’ ιδίαν συνομιλία τους ότι ο Λένιν και όχι οι μάζες είναι ο δημιουργός της επανάστασης και ότι χρειάζεται βία για να επιβληθείς σε έναν αμόρφωτο λαό.

Περισσότερο όμως αυστηρή είναι απέναντι στον ίδιο της τον εαυτό. Η αυτοκριτική της είναι συνεχής καθόλη τη διάρκεια της ζωής της. Το ίδιο στον καιρό των αλμάτων όσο και των απογοητεύσεων. «Πενήντα χρόνια και τριάντα από αυτά στην πρώτη γραμμή. Είχαν φέρει κάποιο αποτέλεσμα ή απλά κι εγώ κυνηγούσα μάταια ανεμόμυλους σαν τον Δον Κιχότη; Μήπως οι προσπάθειες μου χρησίμευαν μόνο στο να καλύψω το εσωτερικό μου κενό, να βρω μια διεξοδο για την ταραγμένη μου ύπαρξη ή ήταν πράγματι τα ιδανικά που είχαν υπαγορεύσει την πορεία μου»[1] αναρωτιέται στα πεντηκοστά της γενέθλια, μέσα απ’ τη φυλακή. Η Κόκκινη Έμμα Γκόλντμαν! Η πιο επικίνδυνη γυναίκα στον κόσμο! Η αφοσιωμένη στην επανάσταση! 

Γιατί η Έμμα είναι μια χαρακτηριστική περίπτωση αυτού του ανθρωπότυπου του επαναστάτη που παρατήρησε με θαυμασμό ο Μάρεϊ Μπούκτσιν όταν ήρθε για πρώτη φορά σε επαφή με τους επιζήσαντες του ’36 στην Ισπανία. Με βαθιά ηθική συγκρότηση και μια ζωή που καθοδηγείται από αρχές.[2] Και αυτό είναι ίσως το πιο εντυπωσιακό, το πιο διδακτικό, το πιο επίκαιρο χαρακτηριστικό ολόκληρου του βιβλίου. «Η αφοσίωση σε έναν ηθικό σοσιαλισμό, που η τοξική επίδραση του σταλινισμού και της σοσιαλδημοκρατίας διέβρωσε σε τόσο μεγάλο βαθμό, παραμένει πιο ζωντανή από ποτέ», έγραφε ο Μάρεϊ Μπούκτσιν στο βιβλίο του Οι ισπανοί αναρχικοί. 

Ακόμη περισσότερο, θα πρόσθετα σήμερα, που η ηθική απαξία έχει αγγίξει όλο το πολιτικό φάσμα και οι πράκτορες της ηθικής προέρχονται από τη μεταπολιτική ή την αντιπολιτική δεξιά, απέναντι σε μια αριστερά που αποφεύγει να μιλήσει στο όνομα της ηθικής, χρησιμοποιώντας ως μοναδικά κριτήρια της πράξης τον ρεαλισμό και την αποτελεσματικότητα.

Και αυτό είναι το ένα από τα δύο στοιχεία που κάνουν το βιβλίο τόσο επίκαιρο. 

Μια θεματολογία για το σήμερα και το αύριο  

Το δεύτερο είναι ο πλούτος και η εντυπωσιακή επικαιρότητα της θεματολογίας του. Η Γκόλντμαν, διατηρώντας πάντα μια ταξικά προσανατολισμένη ματιά (με τους εργάτες της Πρωτομαγιάς του Σικάγο ανοίγει ο πρώτος τόμος, με τους Σάκο και Βαντσέτι κλείνει ο δεύτερος), ξεδιπλώνει μια ολόκληρη ατζέντα χειραφέτησης της καθημερινότητας, την οποία τοποθετεί πολύ ψηλά αξιολογικά. 

Για τον έλεγχο των γεννήσεων θα πει πως «δεν είναι απλώς ένα θεωρητικό ζήτημα, αλλά ένα σημαντικό πεδίο του κοινωνικού μας αγώνα» και όταν φτάνει αργότερα η ίδια η δικαστική έδρα να παραδεχτεί ότι ο οικογενειακός προγραμματισμός ήταν ένα επιτακτικό ζήτημα, παρατηρεί ότι «είχαμε πλέον ένα λόγο να νιώθουμε πως άξιζε να πάμε φυλακή γι’ αυτόν.»[3] 

Για τη σεξουαλική ζωή θα πει (το 1898!) ότι «η έκφραση του φύλου είναι εξίσου ζωτικός παράγοντας στην ανθρώπινη ζωή με την τροφή και τον αέρα»,[4] ενώ σε άλλο σημείο θα μιλήσει για την ομοφυλοφιλία και θα ομολογήσει ότι «ο κοινωνικός αποκλεισμός των ομοφυλόφιλων ήταν πιο τρομακτικός απ’ όσο είχα αντιληφθεί». Με αφορμή αυτό θα δώσει έναν διεσταλμένο ορισμό για την αναρχία. «Για μένα ο αναρχισμός δεν ήταν μια απλή θεωρία για το απώτερο μέλλον. Ήταν μια ζωντανή επίδραση που θα μπορούσε να μας απελευθερώσει από τις αναστολές, τόσο τις εσωτερικές όσο και τις εξωτερικές, και από τα καταστροφικά εμπόδια που χωρίζουν τον άνθρωπο από τον άνθρωπο.»[5] Σχεδόν woke agenda δηλαδή! 

Σήμερα οι συντηρητικές ή μεταφασιστικές κυβερνήσεις, όπως τις ονομάζει ο Τραβέρσο, σε ΗΠΑ και Ευρώπη, παίζουν αυτό το χαρτί της επιστροφής στις παραδοσιακές αξίες και η Μελόνι κατακεραυνώνει «τους εχθρούς της οικογένειας που επιτίθενται στην εθνική ταυτότητα, τη θρησκευτικά ταυτότητα, την ταυτότητα φύλου και την οικογενειακή ταυτότητα».[6] Οι σύγχρονοι ακροδεξιοί, ως αιχμή του δόρατος μιας ολομετωπης επίθεσης του κεφαλαίου στην κοινωνία, αντιλαμβάνονται πως αυτές οι μάχες σχετικά με τη φυλή, το φύλο, το σεξουαλικό προσανατολισμό, την αρτιμέλεια, μπορούν πολλές φορές να είναι πιο σημαντικοί για ένα πρόγραμμα υπεράσπισης ή επίθεσης στον καπιταλισμό, απ’ ότι οι κλασικοί οικονομικοί εργατικοί αγώνες, παρατηρεί ο David Harvey.   

Όλο αυτό το πρωτογενές υλικό των σπουδαίων εμπειριών καταγράφεται με μια συγγραφική δεινότητα απρόσμενη. Μια αφήγηση ζωντανή, ρέουσα, παραστατική, με ήρωες κύριους και δευτερεύοντες που ποτέ δεν είναι χάρτινοι, αλλά ηθογραφούνται δραματικά μέσα από τις πράξεις ή τις παραλείψεις, τα διλήμματα και τις αποφάσεις  της ζωής τους. Και πρώτα απ’ όλα η ίδια η αφηγήτρια. Αξίζει εδώ να κάνουμε μια φιλολογική παρατήρηση: στα απομνημονεύματα διακρίνουμε πάντα στο λόγο του αφηγητή ένα «εγώ» που έχει βιώσει τα γεγονότα απέναντι σε ένα «εγώ» που αφηγείται. Διαφορετικά σκέφτεται και αποτιμά τα γεγονότα το δρων «εγώ» και διαφορετικά το αφηγούμενο, με την απόσταση του χρόνου που το χωρίζει από αυτά. Σε πολλές περιπτώσεις η Γκόλντμαν αλλάζει την εστίαση από το αφηγούμενο στο βιωματικό «εγώ» και τανάπαλιν. Αυτό δεν είναι ένα λογοτεχνικό τέχνασμα ώστε να κάνει πιο ενδιαφέροντα το λόγο της/πιο συναρπαστικη την αφήγησή της, αλλά, πολύ περισσότερο, είναι ένας τρόπος να παρουσιάσει την επαναστατική ηθική ως αυτό που πρέπει πραγματικά να είναι: αυτοκριτική, αυτεπίγνωση και αναγνώριση των λαθών. Το ύφος είναι ο άνθρωπος!    

Αυτή είναι η Έμμα Γκόλντμαν, μια σπουδαία προσωπικότητα που στο βιβλιαράκι τους για τα κόκκινα και μαύρα αστέρια οι Lowy και Besancenot την συμπεριλαμβάνουν σε εκείνες τις προσωπικότητες που εξακολουθούν να τιμώνται από τους ελευθεριακούς και πολλούς μαρξιστές.  Και αυτό είναι το βιβλίο της ζωής της, όχι μόνο ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα, αλλά και ένα πολύτιμο εγχειρίδιο για όσους θέλουν, όπως το διατύπωσε ο Βάλτερ Μπένγιαμιν, όχι μόνο να μάθουν για το παρελθόν, αλλά και να επιχειρήσουν το άλμα της τίγρης προς αυτό.


Το κείμενο του Ψαλιδάκου Πούλου επιμελήθηκε ο Αντώνης Γαζάκης

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]