Τεύχος #11 Ιδρύματα πολιτισμού: μια εισαγωγή

100 ανθεκτικές πόλεις: μια ευγενική χορηγία του Ιδρύματος Rockefeller

Από το Ισραηλινό Τείχος της Ντροπής στη Βηθλεέμ (προσωπικό αρχείο της Άλκηστης Πρέπη)

Στο τέλος Ιουλίου του 2019 το Ίδρυμα Ροκφέλερ [ΣτΕ. εφεξής Ροκφέλερ] ανακοίνωσε τη λήξη του πρoγράμματός του για τις 100 Ανθεκτικές Πόλεις (100 Resilient Cities – 100RC), παρουσιάζοντας τη μεγάλη του επιτυχία και το ομολογουμένως πολυσχιδές πλαίσιο δράσης του στα έξι χρόνια λειτουργίας του. Για το Ροκφέλερ, η μεγαλύτερή του επιτυχία είναι ότι το πρόγραμμα κατάφερε «από μία ιδέα να γίνει κίνημα»,[1] κάτι που εξάλλου αποτελούσε και έναν από τους διακηρυκτικούς του στόχους: «Χτίζουμε κάτι παραπάνω από ένα δίκτυο – χτίζουμε ένα κίνημα. Πόλεις μαθαίνουν από άλλες πόλεις. Τομείς καινοτομούν μαζί με άλλους τομείς».[2]

Το συγκεκριμένο πρόγραμμα, στο οποίο συμμετείχαν μεταξύ 100 πόλεων από όλες τις ηπείρους η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, είχε στόχο «να βοηθήσει περισσότερες πόλεις να γίνουν ανθεκτικές απέναντι σε φυσικές, κοινωνικές και οικονομικές προκλήσεις [και να] διευκολύνει μία παγκόσμια πρακτική ανάπτυξης της αστικής ανθεκτικότητας».[3] Με άλλα λόγια, το πρόγραμμα επεδίωκε να δημιουργήσει ένα δίκτυο πόλεων σε παγκόσμιο επίπεδο, για τη συνεννόηση και ανταλλαγή εμπειριών και τεχνογνωσίας στην αντιμετώπιση των «προκλήσεων» ανάλογα με τις ιδιαίτερες ανάγκες και τα ελλείμματα κάθε πόλης.

Πρακτικά, το Ροκφέλερ προσέφερε στις συμμετέχουσες πόλεις «οικονομική και υλικοτεχνική καθοδήγηση για τη θέσπιση μιας νέας, καινοτόμου θέσης αστικής διακυβέρνησης»,[4] αυτής του/της Διευθύνοντα/Διευθύνουσας Συμβούλου Αστικής Ανθεκτικότητας (Chief Resilience Officer-CRO), με σκοπό αυτός/αυτή να καταρτίσει σε μια περίοδο εννέα μηνών το σχέδιο αστικής ανθεκτικότητας της πόλης του/της. Παράλληλα, παρείχε «πρόσβαση σε εργαλεία, υπηρεσίες και συνεργάτες από τον ιδιωτικό, δημόσιο και μη-κερδοσκοπικό τομέα»,[5] όπως σε εταιρείες ανάλυσης δεδομένων, αντασφαλιστικές εταιρείες, αρχιτέκτονες κ.λπ.

Το πρόγραμμα παρουσιάστηκε εμφατικά ως ανθρωπο-κεντρικό και βασισμένο στις τοπικές κοινότητες και τους κατοίκους τους, με ιδιαίτερη έμφαση σε ζητήματα συμμετοχικότητας, οριζοντιότητας και ανταλλαγής «καλών πρακτικών». Παρόλα αυτά, μια πρώτη αποτίμηση τόσο του τρόπου λειτουργίας του όσο και των αποτελεσμάτων του δείχνει τον βαθιά νεοφιλελεύθερο ιδεολογικο-πολιτικό του χαρακτήρα. Σήμερα μάλιστα, αν και το Ροκφέλερ έχει αποσυρθεί από το πρόγραμμα, το δίκτυο των πόλεων υφίσταται ακόμη, καθώς και τα γραφεία ανθεκτικότητας και οι συνεργασίες με τις διάφορες επιχειρήσεις-συνεργάτες του Ιδρύματος που συμμετέχουν στις στρατηγικές ανθεκτικότητας των Δήμων. Κυρίως όμως, το ίδιο το Ροκφέλερ εδραίωσε τόσο τη θέση του ως πρωτοπόρος και κεντρικός συνομιλητής σε υπερεθνικό επίπεδο, όσο και την ίδια τη ρητορική και λογική της ανθεκτικότητας στο πλαίσιο των παγκόσμιων αναπτυξιακών πολιτικών εφεξής.[6]

Εκτός από ζητήματα διακυβέρνησης και ουσιαστικά πολιτικά ερωτήματα που τίθενται σε σχέση με τον ίδιο τον χαρακτήρα της τοπικής αυτοδιοίκησης (για παράδειγμα το ερώτημα ποιος ορίζει και πώς τους αντιδημάρχους αστικής ανθεκτικότητας του προγράμματος), έχει ουσιαστικό ενδιαφέρον να δούμε ότι το πρόγραμμα καταλήγει να ορίζει την ατζέντα της ανάπτυξης, το ποιες είναι οι «απειλές» και οι «προκλήσεις» και τελικά να δημιουργεί ένα πολύ συγκεκριμένο πλαίσιο ανάπτυξης, με συγκεκριμένες πρακτικές προς συγκεκριμένες κατευθύνσεις.

Θα προσπαθήσουμε, λοιπόν, να εξηγήσουμε, έστω και επιγραμματικά, ποιες είναι αυτές οι πρακτικές και οι κατευθύνσεις, εστιάζοντας σε παραδείγματα από το πρόγραμμα των 100 Ανθεκτικών Πόλεων. Έτσι θα καταδείξουμε πώς το πρόγραμμα διαμορφώνει και αναπαράγει μια πολύ στοχευμένη και ταξική λογική για τις φυσικές καταστροφές και την κλιματική αλλαγή, έναν λόγο για τη μετανάστευση που χωρίς να είναι αμιγώς ξενοφοβικός υποστηρίζει αντιμεταναστευτικές πολιτικές και, τέλος, δημιουργεί συνθήκες κανονικοποίησης σε περιβάλλοντα στα οποία εμπλέκονται οι παράγοντες της κατοχής (Ραμάλα) και της (εποικιστικής) αποικιοκρατίας.

Η Νέα Ορλεάνη και η «πρόκληση» του τυφώνα Κατρίνα

Οι 100 Ανθεκτικές Πόλεις γεννήθηκαν από τα συντρίμμια που άφησε ο τυφώνας Κατρίνα, με μοντέλο την κατεστραμμένη Νέα Ορλεάνη, που πλέον αποτελεί και τη Μέκκα των πολιτικών ανθεκτικότητας, αλλά και το μόνο παράδειγμα ολοκληρωμένης εφαρμογής του προγράμματος. Όπως σημειώνει πολύ σωστά ο καθηγητής πολιτικής επιστήμης Σέντρικ Τζόνσον (Cedric Johnson), «η καταστροφή που προκάλεσε η Κατρίνα […] φώτισε την ολοένα και μεγαλύτερη επιρροή και εμβέλεια των ανθρωπιστικών-επιχειρηματικών συμπλεγμάτων, τα οποία συντονίζουν, χρηματοδοτούν και υλοποιούν την οικονομική ανάπτυξη, την ανθρωπιστική βοήθεια και την ανασυγκρότηση μετά από καταστροφές παγκοσμίως».[7]

Το 2005 η Νέα Ορλεάνη επλήγη από τον τυφώνα Κατρίνα. Η μεγάλη καταστροφή, βέβαια, δεν οφειλόταν στον ίδιο τον τυφώνα, αλλά στα κακά κατασκευασμένα και συντηρημένα φράγματα του ποταμού Μισισιπή. Τα νερά του ποταμού φούσκωσαν, έσπασαν τα φράγματα και έπνιξαν την πόλη και κυρίως τις πιο φτωχές γειτονιές που βρίσκονταν στις πιο ευάλωτες σε πλημμύρες περιοχές της. Η κυρίαρχη αφήγηση παρουσίασε την καταστροφή ως το αποτέλεσμα μιας αλυσίδας χαοτικών και ατυχών περιστατικών, ως τη «χειρότερη φυσική καταστροφή στην ιστορία των ΗΠΑ». Στην πραγματικότητα, όμως, η Νέα Ορλεάνη δεν έπεσε θύμα μιας σειράς από ατυχή γεγονότα. Οι θάνατοι, η καταστροφή και η ταλαιπωρία των κατοίκων της πόλης, αλλά και άλλων πόλεων κατά μήκος της ακτής του κόλπου του Μεξικού στις ΗΠΑ οφείλονταν στον ανθρώπινο παράγοντα και σε συγκεκριμένες πολιτικές επιλογές. Το ελλειμματικό σχέδιο πολιτικής προστασίας τόσο σε τοπικό επίπεδο όσο και στο επίπεδο της Πολιτείας, αλλά και της Ομοσπονδίας, αντανακλούσε την εδραίωση του νεοφιλελεύθερου προγράμματος διακυβέρνησης από την προεδρία Μπους, με την ιδιωτικοποίηση της διαχείρισης του κινδύνου και την αποδιάρθρωση της πολιτικής προστασίας.

Η καταστροφή αποτέλεσε μια νέα ευκαιρία για το ιδιωτικό κεφάλαιο να ανθίσει κι έτσι η κοινωνική, οικονομική και περιβαλλοντική κρίση που έγινε πλέον εμφανής, χρησιμοποιήθηκε για την περαιτέρω προώθηση νεοφιλελεύθερων πολιτικών. Το Ροκφέλερ άρπαξε τη «χρυσή» αυτή ευκαιρία και σε συνεργασία με τη δημοτική αρχή ξεκίνησε το πρόγραμμά του για την αστική ανθεκτικότητα. Ορίζοντας την αστική ανθεκτικότητα ως «την ικανότητα ατόμων, κοινοτήτων, θεσμών, επιχειρήσεων και συστημάτων σε μια πόλη να επιβιώνουν, να προσαρμόζονται και να ανθίζουν παρά τις όποιες χρόνιες πιέσεις και απρόσμενες κρίσεις βιώνουν»,[8] ο στόχος ήταν η πόλη «να ξαναχτιστεί όπως θα έπρεπε να είναι εξαρχής». Τι σήμαινε αυτό; Τη δημογραφική αλλαγή ολόκληρης της πόλης, μιας κατά κύριο λόγο «μαύρης» πόλης των ΗΠΑ, κάνοντάς την λιγότερο πολυπληθή, πιο «λευκή» και πιο εύπορη.

Τα σχέδια ανθεκτικότητας που εφαρμόστηκαν στη Νέα Ορλεάνη αναδιοργάνωσαν ολόκληρη την πόλη, τις πολιτικές κοινωνικής κατοικίας ―δημιουργώντας μαζικά φαινόμενα εξευγενισμού (gentrification)―, το εκπαιδευτικό της σύστημα ―διαλύοντας τα δημόσια σχολεία και αντικαθιστώντας τα με σχολεία ιδιωτικής χρηματοδότησης (charter schools)―, το σύστημα υγείας, τα σωφρονιστικά ιδρύματα. Η «νέα» Νέα Ορλεάνη παραμένει η δεύτερη πόλη των ΗΠΑ με τις μεγαλύτερες κοινωνικές ανισότητες και η παγκόσμια «πρωτεύουσα» των σωφρονιστικών ιδρυμάτων με τους μεγαλύτερους αριθμούς φυλακισμένων στις ΗΠΑ.[9]

Τα σχέδια ανθεκτικότητας που εφαρμόστηκαν στη Νέα Ορλεάνη δημιούργησαν ουσιαστικά εμπόδια στην επιστροφή των κατοίκων από τη μαύρη κοινότητα, που αποτελούσαν και την πλειοψηφία του πληθυσμού της πόλης. Σήμερα η σχέση της δημοτικής αρχής με τις εναπομείνασες κοινότητες Αφρο-αμερικανών και Λατίνων είναι μία σχέση επιτήρησης που προϋποθέτει την εγκληματικότητά τους αντί, όπως διατείνεται σε όλους τους τόνους, να στοχεύει στην ασφαλή και αξιοπρεπή τους διαβίωση. Η ρητορική της ανθεκτικότητας τους υποβιβάζει συστηματικά σε διάφορες υποκατηγορίες της ανθρώπινης ύπαρξης, ενώ παράλληλα τους εξηγεί πως οι θυσίες τους είναι ενδείξεις προσαρμοστικότητας και «καλής διαγωγής». Και αυτή η ανθεκτικότητα είναι στην πραγματικότητα η προσαρμοστικότητά τους σε μία κραυγαλέα και συνεχή δομική βία. Τα λόγια της Τρέισι Γουάσινγκτον (Tracie Washington), δικηγόρου και προέδρου του Ινστιτούτου Δικαιοσύνης της Λουιζιάνα είναι ενδεικτικά της απάντησης της μαύρης κοινότητας στις πολιτικές ανθεκτικότητας που εφαρμόζονται στην πόλη τους:

«Δεν θα ζήσω ωθούμενη να είμαι ανθεκτική. Δεν θέλω να ξανακούσω αυτή τη λέξη! Έχω βαρεθεί όλους αυτούς που λένε “εσείς είστε τόσο ανθεκτικοί…”. Ανθεκτικότητα σημαίνει ότι μπορείτε να μου επιβάλλετε ό,τι θέλετε. Όχι! Δεν είμαι ανθεκτική. Έχω το δικαίωμα να μην είμαι ανθεκτική. Πώς το καταφέρνουμε αυτό; Συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε! Συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε! Και απαιτούμε να ακουστεί η φωνή μας! Το απαιτούμε!».[10]

Στην ουσία της τόσο η έννοια της ανθεκτικότητας, όσο και η εφαρμογή της στο πλαίσιο του προγράμματος Ροκφέλερ, οδηγεί στη συγκρότηση ενός υποκειμένου που, πιστό στο νεοφιλελεύθερο δόγμα περί ατομικής ευθύνης και υπευθυνότητας, οφείλει να προστατεύσει τον ίδιο του τον εαυτό από τις κάθε είδους απειλές, να φροντίσει μόνο του για την ασφάλεια και την ευημερία του. Η τραγωδία της Κατρίνα αντιμετωπίστηκε με την ανάδειξη της ανθεκτικότητας σε βασική προτεραιότητα της όποιας ανάπτυξης. Εν τέλει προώθησε μία κουλτούρα επιβιωτισμού, όπου η προετοιμασία για τις οποιεσδήποτε επικείμενες καταστροφές αποτελεί αποκλειστικά ατομική ευθύνη. Όπως σωστά παρατηρεί ο Σέντρικ Τζόνσον (Cedric Johnson): «Αυτή η υποχώρηση από την κοινωνία και η δημιουργία ατομικών ζωνών ασφάλειας και προστασίας για όσους έχουν τη δυνατότητα να τις αγοράσουν, συγκροτούν τη λογική του άνευ ορίων νεοφιλελευθερισμού».[11]

Η ανθεκτική Ραμάλα και η κανονικοποίηση της Ισραηλινής κατοχής

Σε συνέχεια των παραπάνω, η περίπτωση της Ραμάλα στην Παλαιστίνη είναι ενδεικτική. Σύμφωνα με το πρόγραμμα 100RC, οι δύο κυριότερες προκλήσεις που αντιμετωπίζει η Ραμάλα είναι η «πολιτική αστάθεια» και η «έλλειψη νερού». Ωστόσο, πουθενά στο πρόγραμμα δεν αναφέρεται η Ισραηλινή κατοχή ως η πηγή της «πολιτικής αστάθειας» ή η ξεκάθαρη κλοπή των υδάτινων πηγών από τους ισραηλινούς εποικισμούς ως η αιτία για την «έλλειψη νερού».[12] Όπως εξηγείται στη διαδικτυακή σελίδα του προγράμματος «παρά την ισραηλινή κατοχή από το 1967, η Ραμάλα είναι μια περήφανη, αναπτυσσόμενη και κοσμοπολίτικη πόλη». Εδώ η ισραηλινή κατοχή δεν θεωρείται περιοριστικός παράγοντας για την αστική ανάπτυξη της Παλαιστίνης. Το ερώτημα είναι, φυσικά, για ποιο είδος ανάπτυξης μιλάμε. Διότι προγράμματα όπως αυτό του Ιδρύματος Ροκφέλερ προωθούν την αστική ανάπτυξη με πολύ συγκεκριμένους όρους, πλήρως ευθυγραμμισμένους με το νεοφιλελεύθερο αστικό μοντέλο, κάτι που εξάλλου συμπίπτει και με τον τρόπο που η Ραμάλα αναπτύσσεται την τελευταία δεκαετία.

Τελικά, στην ίδια την νομιμοποίηση της κατοχής συντείνει και η αναπαραγωγή του καπιταλιστικού χαρακτήρα της ανάπτυξης. Η ανθεκτικότητα, ως προτεραιότητα των αναπτυξιακών αυτών προγραμμάτων, αποτελεί το τέλειο εργαλείο για αυτή τη νομιμοποίηση. Όπως είδαμε και παραπάνω, η ανθεκτικότητα δεν θίγει τη γενεσιουργό αιτία της απειλής, αλλά τα αποτελέσματά της, τα οποία τείνει να υποκειμενοποιήσει. Με άλλα λόγια, τα προγράμματα ανθεκτικότητας υπονοούν και εξαρτώνται από το ότι οι κίνδυνοι τους οποίους αποσκοπούν να αντιμετωπίσουν θα πρέπει να συνεχίσουν να υφίστανται. Κι αυτό θεωρούμε πως είναι ιδιαίτερα προβληματικό στην περίπτωση της Ραμάλα, όταν ο κίνδυνος είναι η ίδια η Ισραηλινή κατοχή.

Στην περίπτωση της Παλαιστίνης και του προγράμματος η κανονικοποίηση της κατοχής συνοδεύεται και από την αποικιοποίηση εννοιών στενά συνδεδεμένων με την Παλαιστινιακή αντίσταση. Η ανθεκτικότητα συνδέεται ολοένα και περισσότερο με την έννοια του Σουμούντ (Sumud).[13]) Σουμούντ είναι μια αραβική έννοια του 10ου αιώνα, στενά συνδεδεμένη, στον 20ό αιώνα, με τον αγώνα των Παλαιστινίων για αυτοδιάθεση και ενάντια στην Ισραηλινή κατοχή. Tο πρόγραμμα 100RC προσπαθεί να μεταφράσει την έννοια του Σουμούντ ως ανθεκτικότητα, επηρεάζοντας ακόμη και την βιβλιογραφία που αντιμετωπίζει κριτικά την έννοια.. Σουμούντ όμως σημαίνει επιμονή, σταθερότητα. Ανθεκτικότητα σημαίνει το ακριβώς αντίθετο: προσαρμογή σε μία μόνιμα ασταθή κατάσταση. Επομένως, η σύνδεση της ανθεκτικότητας με το Σουμούντ φαίνεται να λειτουργεί ως το μέσο της κανονικοποίησης και νομιμοποίησης ενός δυτικού, καπιταλιστικού εργαλείου εντός της Παλαιστινιακής πραγματικότητας, αποικιοποιώντας και εμπορευματοποιώντας την έννοια του Σουμούντ. Όπως σωστά εξηγεί ο Νικόλας Κοσματόπουλος σε πρόσφατο άρθρο του:

«[…] η αποικιοκρατία βασίστηκε στην ωμή βία για να κατακτήσει τον κόσμο, αλλά συνοδεύτηκε από την εξουσία που καθορίζει τα ερμηνευτικά εργαλεία μέσα από τα οποία τον αναλύουμε έως και σήμερα […]. Η αποικιοκρατία σβήνει ιθαγενικά ονόματα από χάρτες και αρχεία, υψώνει αξιολογικές διαφορές μεταξύ εποίκων και ιθαγενών, ταυτίζει συμπεριφορές με ταυτότητες, ανάγει λεκτικές κατηγοριοποιήσεις σε εξελικτικές κατηγορίες, αλλά στο τέλος φροντίζει όλα να έχουν νομικό επιστέγασμα. Στην Παγκόσμια Παλαιστίνη, η αποικιοποίηση των λέξεων επήλθε σε κύματα, πάντα ως αντίδραση σε αντι-αποικιοκρατική αντίσταση και συχνά μετουσιωμένη σε νόμο».[14]

Ακόμη μεγαλύτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η παράλληλη συμμετοχή του Τελ Αβίβ στο ίδιο πρόγραμμα. Ενώ στη Ραμάλα η απειλή είναι η πολιτική αστάθεια (δηλαδή η Ισραηλινή κατοχή), στο Τελ Αβίβ η απειλή είναι τα «τρομοκρατικά χτυπήματα», που σαφώς συνδέονται, από το ίδιο το πρόγραμμα, με τον παλαιστινιακό αγώνα για ανεξαρτησία. Όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα του προγράμματος: «Η πόλη του Τελ Αβίβ αποτελεί την έδρα πολλών στρατηγικών εγκαταστάσεων, μεταξύ άλλων και του αρχηγείου του IDF (Israeli Defense Forces), κάτι που την καθιστά πρωτεύοντα στόχο τρομοκρατικών επιθέσεων, όπως πρόσφατα στη διάρκεια των συγκρούσεων στη Γάζα το 2015».[15] Όμως η Ιντιφάντα δεν είναι τρομοκρατία. Είναι το δικαίωμα των Παλαιστινίων να αντιστέκονται στη μόνιμη Ισραηλινή κατοχή.

Η παράλληλη ανάγνωση των δύο προγραμμάτων ανθεκτικότητας της Ραμάλα και του Τελ Αβίβ μας επιτρέπει να κατανοήσουμε και τις διαφοροποιήσεις που εμφανίζει το ανθεκτικό υποκείμενο ανάλογα με το κοινωνικο-οικονομικό του πλαίσιο. Συνοπτικά αναφέρουμε ότι η βιβλιογραφία διακρίνει δύο τύπους ανθεκτικών υποκειμένων, τα οποία καλούνται να αναπτυχθούν προσαρμοζόμενα σε διαφορετικές απειλές και κινδύνους. Πρώτα, τα ανθεκτικά υποκείμενα του παγκόσμιου Βορρά που οφείλουν να προστατευθούν κυρίως απέναντι στην απειλή της «τρομοκρατίας», κατ’ εντολή των οποίων αναπτύσσονται και εφαρμόζονται όλο και πιο έντονα κατασταλτικές πολιτικές ασφάλειας και κοινωνικού ελέγχου, με τον πιο κλασικό ορισμό τους. Τα υποκείμενα αυτά έχουν ως κύριο στόχο μέσα από την ανάπτυξη της ανθεκτικότητάς τους την ασφάλεια. Υπάρχει όμως και μια δεύτερη μορφή ανθεκτικού υποκειμένου, το υποκείμενο του παγκόσμιου Νότου, το οποίο επέζησε της αποικιοκρατίας, της εκμετάλλευσης και των πολέμων. Όπως εξηγεί η Σάρα Μπρέικ (Sarah Brake), «αυτό το υποκείμενο θα μπορούσαμε να το ονομάσουμε υποκείμενο υποτελούς ανθεκτικότητας ή της ανθεκτικότητας των κολασμένων αυτής της γης».[16] Το υποκείμενο αυτό στοχεύει κυρίως και σχεδόν αποκλειστικά στην επιβίωσή του, σε συνθήκες τεράστιας συμβολικής και φυσικής βίας που επιβάλλονται κυρίως από τον παγκόσμιο Βορρά. Με άλλα λόγια, η ανθεκτικότητα του παγκόσμιου Βορρά εξαρτάται από την υφαρπαγή από τον παγκόσμιο Νότο.

Εφαρμόζοντας το παραπάνω υπόδειγμα ανάλυσης στην περίπτωση της Παλαιστίνης και του Ισραήλ, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε πως στο Τελ Αβίβ τα υποκείμενα καλούνται να γίνουν ανθεκτικά ως υποκείμενα του παγκόσμιου Βορρά (δηλαδή στοχεύοντας στην ασφάλειά τους), ενώ τα υποκείμενα στη Ραμάλα καλούνται να αναπτύξουν την ανθεκτικότητα των υποκειμένων του παγκόσμιου Νότου, δηλαδή την υποτελή ανθεκτικότητα (επιβίωση) απέναντι σε αυτά του Τελ Αβίβ. Σε αυτή την περίπτωση τον παγκόσμιο Βορρά και τον παγκόσμιο Νότο χωρίζουν 40 χιλιόμετρα, μερικά check-points και τα σωστά χαρτιά. Στην πραγματικότητα τους χωρίζει απόσταση ίση με το πέταγμα μιας πέτρας με σφεντόνα.

Ζητήματα τοπικής αυτοδιοίκησης και λαϊκής εκπροσώπησης

«Όταν λάβαμε την αίτηση της Αθήνας, η παρουσίαση μας συνεπήρε, μας ταξίδεψε, μας έκανε να ονειρευτούμε και είπαμε: “πώς μπορούμε να βοηθήσουμε αυτή την πόλη;”»[17]

 Οι πόλεις που επιθυμούσαν να ενταχθούν στο πρόγραμμα κατέθεσαν την συμμετοχή τους με σχετικό φάκελο στον οποίο ανέπτυσσαν τις ξεχωριστές προκλήσεις που αντιμετώπιζαν καθώς και τους τρόπους με τους οποίους προτίθενται να τις αντιμετωπίσουν. Μετά την επιλογή των πόλεων, οι δημοτικές τους αρχές καλούνταν να διοργανώσουν, με τη βοήθεια των εμπειρογνωμόνων του Ιδρύματος, ένα συμμετοχικό εργαστήριο το οποίο θα συγκεκριμενοποιούσε τις προκλήσεις της κάθε πόλης και στη συνέχεια να δημιουργήσουν το Γραφείο Αστικής Ανθεκτικότητας, εντός του Δήμου, που θα αναλάμβανε και την κατάρτιση του ειδικού σχεδίου ανθεκτικότητας.

Ο Δήμος Αθηναίων ξεκίνησε τη διαδικασία ένταξής του στο πρόγραμμα 100RC στα τέλη του 2014 και τον Μάιο του 2015 οργάνωσε το Εναρκτήριο Εργαστήριο.[18] Στο Εργαστήριο προσκλήθηκαν, όπως αναφέρεται από το ίδιο το πρόγραμμα, «φορείς της πόλης, ομάδες της κοινωνίας των πολιτών, καθηγητές, ερευνητές, στελέχη της δημόσιας διοίκησης, αλλά και του ιδιωτικού τομέα», οι οποίοι, μέσα από μια σειρά ασκήσεων εξοικειώθηκαν με την έννοια της αστικής ανθεκτικότητας –όπως την ορίζει το Ροκφέλερ– και κλήθηκαν να ορίσουν τις χρόνιες πιέσεις και τις απρόσμενες κρίσεις που απειλούν την πόλη τους, επιλέγοντας από μια συγκεκριμένη λίστα «απειλών» που τους δόθηκε από το πρόγραμμα.

Συνοπτικά, από το Εργαστήριο αναδείχθηκαν ως χρόνιες πιέσεις η υψηλή ανεργία, οι μακροοικονομικές συνθήκες σε ύφεση και η διαφθορά, ενώ ως απρόσμενες κρίσεις ο σεισμός, ο καύσωνας και οι εξεγέρσεις/πολιτικές αναταραχές. Ωστόσο, στην τελική καταχώριση της Αθήνας στην ιστοσελίδα του προγράμματος, προστέθηκε και η χρόνια πίεση «πρόσφυγες».[19] Συν τω χρόνω προστέθηκαν και άλλες «προκλήσεις», που εντόπισε και ιεράρχησε ψηλά το ίδιο το Γραφείο Αστικής Ανθεκτικότητας.

Παρόλο που τόσο στην Αθήνα όσο και στη Θεσσαλονίκη τα σχέδια αστικής ανθεκτικότητας έχουν ολοκληρωθεί, η υλοποίησή τους παραμένει ακόμη σε πολύ αρχικό στάδιο. Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο λειτουργεί το πρόγραμμα, το πώς διεξήχθη ο «συμμετοχικός» διάλογος για τα προβλήματα των πόλεων, αλλά και το πώς ορίστηκαν οι «απειλές», μας επιτρέπει να διακρίνουμε τις τάσεις και τις κατευθύνσεις που αναπτύσσονται.

Αρχικά οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι το Ροκφέλερ, μέσω του θεσμού του CRO, ενέταξε έναν υπάλληλό του στις δημοτικές αρχές 100 πόλεων από όλο τον κόσμο. Η σημασία του υπαλλήλου αυτού προκύπτει από τα καθήκοντά του, όπως ορίζονται από το ίδιο το πρόγραμμα. Ο CRO είναι, λοιπόν, «ένας διευθύνων σύμβουλος ή ειδικός σύμβουλος του Δημάρχου της πόλης», που λόγω του μεγάλου εύρους των αντικειμένων με τα οποία καλείται να ασχοληθεί έρχεται δεύτερος στην ιεραρχία της δημοτικής αρχής, μετά τον Δήμαρχο. Ή όπως χαρακτηρίζεται και από το πρόγραμμα, είναι ο «δήμαρχος-μείον-ένα» (mayor-minus-one), κάτι που τον καθιστά πραγματικό πόλο εξουσίας. Σύμφωνα με τους κανονισμούς του προγράμματος, το πρόσωπο του CRO θα πρέπει να είναι κοινώς αποδεκτό, και από τον δήμο και από το Ροκφέλερ Ροκφέλερ. Αυτό αποτελεί μία τόσο καίρια προϋπόθεση για το Ροκφέλερ, που έχει ήδη αποτελέσει λόγο έξωσης μίας ενταγμένης πόλης από το πρόγραμμα.[20]

Δεύτερον, οι «συμμετοχικές διαδικασίες» όπως προωθήθηκαν από το πρόγραμμα, ήταν εξαιρετικά ελλιπείς. Πρακτικά, ούτε στο Εναρκτήριο εργαστήριο ούτε στις μετέπειτα συναντήσεις της ομάδας ανθεκτικότητας του Δήμου Αθηναίων ο «διάλογος» δεν έγινε με ένα αντιπροσωπευτικό τμήμα της κοινωνίας της πόλης. Χαρακτηριστικά, από τα 106 άτομα που συμμετείχαν στο Εναρκτήριο Εργαστήριο, απουσίαζαν τα πανεπιστημιακά ιδρύματα που θα μπορούσαν να συνδέονται με την πόλη, όπως η Αρχιτεκτονική Σχολή του ΕΜΠ, οι φοιτητές, οι επιστημονικοί σύλλογοι, αλλά κυρίως οι συλλογικότητες κατοίκων, οι οποίες ωστόσο, και ειδικά το 2015, αποτελούσαν πολύ ενεργό κομμάτι των γειτονιών της Αθήνας. Οι συμμετέχοντες ήταν κυρίως υπάλληλοι του Δήμου Αθηναίων και δημοτικοί σύμβουλοι, εκπρόσωποι ιδιωτικών ιδρυμάτων και στελέχη επιχειρήσεων. Επιπλέον, οι «ειδικοί» που κλήθηκαν να συζητήσουν, αργότερα, με το Γραφείο Αστικής Ανθεκτικότητας, ήταν, στην συντριπτική τους πλειοψηφία, start-up επιχειρήσεις, ιδιωτικοί φορείς, κόμβοι «καινοτομίας και επιχειρηματικότητας» κ.λπ.

Η παραπάνω επιλογή των φορέων που συνδιαλέγονται με το πρόγραμμα ανθεκτικότητας της Αθήνας θέτει σοβαρές επιφυλάξεις ως προς την πρόθεση του Δήμου  να αναπτύξει δημοκρατικό και ουσιαστικό διάλογο με τους πολίτες και τους φορείς τους για τον εντοπισμό και την επίλυση των χρόνιων προβλημάτων της πόλης. Περισσότερο η επιλογή υποδηλώνει τις βαθύτερες στοχεύσεις του προγράμματος ως προς το ποιους θεωρεί «αποδεκτούς» συνομιλητές.

Τέλος, ο τρόπος με τον οποίο κατηγοριοποιούνται και χαρακτηρίζονται οι διάφορες απειλές για την πόλη αναδεικνύουν τη σημασία του ζητήματος της ασφάλειας, που αποτελεί και έναν από τους κεντρικούς στόχους τόσο των πολιτικών ανθεκτικότητας γενικά όσο και της δημοτικής αρχής της Αθήνας τουλάχιστον την τελευταία δεκαετία. Ο τυφώνας ή η πλημμύρα, και γενικότερα οι φυσικές καταστροφές, θεωρούνται ότι μπορούν να απειλήσουν μια πόλη με τον ίδιο τρόπο που θα την απειλήσει και μια κοινωνική εξέγερση ή η «εισροή» προσφύγων. Συνεπώς, πέρα από αυτονόητες ανάγκες, όπως είναι η αντιμετώπιση της ζημιάς που έχει προκαλέσει ένας σεισμός, εμφανίζεται και η ανάγκη «αντιμετώπισης» μιας «εισροής» μεταναστών με κατασταλτικό τρόπο. Ιδιαίτερα το προσφυγικό/μεταναστευτικό ζήτημα αποτελεί κεντρικό πεδίο μέχρι τώρα δράσης και διαμόρφωσης πολιτικών στο πλαίσιο του δικτύου των 100 Ανθεκτικών Πόλεων, στο οποίο σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη, όπως θα δούμε και στη συνέχεια.

Οι ανθεκτικοί μετανάστες και το νέο σύστημα διακυβέρνησης

Η ασφάλεια εμφανίζεται να είναι, επομένως, μία από τις βασικές προϋποθέσεις της ανάπτυξης. Πρώτο βήμα προς την «ασφάλεια» είναι ο ορισμός των απειλών, στον οποίο, όπως είδαμε, σημαντικό ρόλο αναλαμβάνει να διαδραματίσει το πρόγραμμα του Ιδρύματος Ροκφέλερ. Και πώς θα οριστεί αυτή η απειλή; Οι πρόσφυγες και οι μετανάστες καταλαμβάνουν μία από τις πρώτες θέσεις στη μακρά λίστα των απειλών του «ευρωπαϊκού τρόπου ζωής» και συνδέονται άμεσα με το λεξιλόγιο του φόβου, αλλά και με αυτό της κλιματικής αλλαγής, στην οποία η μετανάστευση παρουσιάζεται πλέον ως προσαρμοστική απάντηση. Χαρακτηριστική είναι η κατεύθυνση που δίνει ο ΟΗΕ:

«Είναι σαφές ότι στις ερχόμενες δεκαετίες, οι φτωχοί αγροτικοί πληθυσμοί θα δοκιμαστούν, επηρεασμένοι από την κλιματική αλλαγή. Δεν υπάρχει καμία πόλη στον αναπτυσσόμενο κόσμο αρκετά μεγάλη ή αρκετά εύπορη ώστε να μπορέσει να απορροφήσει τη μετανάστευση των φτωχών που δεν έχουν καμία ασφάλεια απέναντι σε αυτούς τους κινδύνους και δεν μπορούν να βρουν κανένα μέσο προσαρμογής. Η πολιτική και κοινωνική αστάθεια που είναι εγγενής σε τέτοιες ενδεχόμενες μαζικές μετακινήσεις πληθυσμού θα πρέπει να ανησυχήσει έντονα τη διεθνή κοινότητα […]. Οι επιπτώσεις του να μη δράσουμε τώρα μπορούν κάλλιστα να δοκιμάσουν τα όρια της συμπόνιας».[21]

Επομένως, στο σύγχρονο αναπτυξιακό διάλογο τόσο η κλιματική αλλαγή, όσο και η μετανάστευση, αναγνωρίζονται ως τα «αναγκαία κακά» με τα οποία ο αναπτυγμένος κόσμος οφείλει να πορευτεί. Εφόσον η μετανάστευση προβλέπεται να είναι όλο και πιο μαζική, μετατρέπεται σε «κρίση» και «έκτακτη ανάγκη», η οποία χρήζει όχι μόνο πολιτικών ασφάλειας, αλλά και της σωστής διαχείρισης (disaster risk management). Με άλλα λόγια, απαιτεί την εφαρμογή πολιτικών ανθεκτικότητας. Όπως εξηγεί το 100RC: «Η μαζική μετανάστευση που παρατηρούμε σήμερα δεν αποτελεί μία παροδική κατάσταση έκτακτης ανάγκης, αλλά την αρχή μιας νέας πραγματικότητας. Κατά πάσα πιθανότητα, οι παράγοντες που ωθούν τους μετανάστες προς τις πόλεις θα γίνονται όλο και πιο συνήθεις και με μεγαλύτερες επιπτώσεις».[22] Παρόλο που η ρητορική του Ιδρύματος δεν αντιμετωπίζει τη μετανάστευση ως κάτι παθολογικό, προωθεί την ιδέα μιας μετανάστευσης που είναι διαχειρίσιμη και οργανωμένη, και η οποία βοηθά στην αποφυγή του ρίσκου μιας χαοτικής, άτακτης και βίαιης μετανάστευσης. Με άλλα λόγια, όπως εξηγεί ο Τζιοβάνι Μπετίνι (Giovanni Bettini),[23] η ρητορική της μετανάστευσης-ως-προσαρμογή επιτρέπει τη δημιουργία ενός βιοπολιτικού κανόνα που προωθεί την οργανωμένη μετανάστευση ως ευεργετική αναπτυξιακή πολιτική, διαχωρίζοντάς την σε «καλή», που παροτρύνεται, και «κακή», που αστυνομεύεται.

Με βάση αυτήν τη λογική το πρόγραμμα 100RC αντιμετωπίζοντας τη μετανάστευση ως «ευκαιρία» συντάσσει μία από τις πιο εξέχουσες εκθέσεις του μαζί με 8 πόλεις-μέλη, μεταξύ των οποίων η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη: «Παγκόσμια Μετανάστευση: Οι Ανθεκτικές Πόλεις στην πρωτοπορία».[24] Εδώ οι μετανάστες και οι πρόσφυγες βαφτίζονται «νέες αφίξεις» και «νεοφερμένοι», και συνδέονται, με τον τρόπο αυτό, με πιο θετικές έννοιες. Κάτω από τολμηρούς τίτλους, όπως «ευημερούμε μαζί», «οδηγούμε στην αλλαγή», «κοινή επιδίωξη για νέες ευκαιρίες και ευημερία», η έκθεση μιλάει για την ανάγκη «να εκτιμήσουμε και να αξιοποιήσουμε τα ταλέντα των μεταναστών [ώστε οι πόλεις] να μπορέσουν να εκμεταλλευτούν την οικονομική ενέργεια των νέων αφίξεων».[25] Ή, όπως εύγλωττα σημειώνεται, στόχος είναι «η αποτελεσματική χρήση του μεταναστευτικού ανθρώπινου κεφαλαίου».[26] Στην περίπτωση αυτή οι μετανάστες / πρόσφυγες δεν εμφανίζονται μόνο ως εργατική δύναμη ή ροές εμβασμάτων, αλλά και ως ένας νέος τρόπος για τις πόλεις να προσελκύσουν κεφάλαια: «Η φιλοξενία μεγάλων αριθμών εκτοπισμένων ατόμων μπορεί να προσελκύσει σημαντικές διεθνείς επενδύσεις».[27] Με αυτή την έννοια, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η MasterCard αποτελεί έναν από τους κεντρικούς συνεργάτες της εν λόγω έκθεσης, ως «Συνεργάτης Εν Δράσει» (Partner in Action), του οποίου η κεντρική συμβολή ήταν «οι ανθρωπιστικές προπληρωμένες και εμβασματικές υπηρεσίες», που μοίρασαν «προπληρωμένες χρεωστικές κάρτες σε επιλέξιμους πρόσφυγες που ταξίδευαν μέσω της Σερβίας και της Ελλάδας».[28]

Επιπλέον, το πρόγραμμα ικανοποίησε το αίτημα που είχαν εκφράσει οι δήμαρχοι της Αθήνας, του Παρισιού και της Ρώμης το 2015 σε κοινό τους άρθρο για να αναλάβουν κεντρικό ρόλο στην διαμόρφωση της Ευρωπαϊκής Ατζέντας για τη Μετανάστευση. Στο συγκεκριμένο άρθρο οι δήμαρχοι συνέδεαν τη μετανάστευση με την «τρομοκρατία» και τα πρώτα μεγάλα χτυπήματα στο Παρίσι και εξηγούσαν ότι βασικοί στόχοι των πόλεων είναι «η ασφάλεια των πολιτών, η ρύθμιση των μεταναστευτικών ροών και η προστασία των συνόρων μας».[29] Το ίδιο αίτημα επαναλήφθηκε δύο χρόνια αργότερα, προς τον ΟΗΕ, αυτή τη φορά από 17 δημάρχους από όλο τον κόσμο: «οι ηγέτες των πόλεων πρέπει να προσκληθούν να συμβάλουν και να τροφοδοτήσουν το πρόγραμμα δράσης του Παγκόσμιου Συμφώνου για τους Πρόσφυγες».[30] Το πρόγραμμα 100RC οργάνωσε, εν τέλει, το 2017 με τη συνεργασία της πόλης της Νέας Υόρκης, την Παγκόσμια Διάσκεψη Δημάρχων για τις Πολιτικές και Πρακτικές για τους Μετανάστες και τους Πρόσφυγες. Τα αποτελέσματα της διάσκεψης κοινοποιήθηκαν στην Ύπατη Αρμοστεία για τους Πρόσφυγες, ώστε να ενταχθούν στις τότε εν εξελίξει διαδικασίες κατάρτισης του Παγκόσμιου Συμφώνου για τους Πρόσφυγες.[31]

100 Ανθεκτικές Πόλεις: εφαρμόζοντας τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία στις πόλεις

Η αναζήτηση του τι είναι στην πράξη το πρόγραμμα του Ιδρύματος Ροκφέλερ και η προσπάθεια μιας πρώτης αποτίμησης των αποτελεσμάτων του είναι σημαντική, διότι αποτελεί την πρακτική απόληξη της κυρίαρχης νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας και της νοηματοδότησής του όρου της ανθεκτικότητας. Η συζήτηση γύρω από την ανθεκτικότητα προωθεί μία πολύ συγκεκριμένη πολιτική και ιδεολογική ατζέντα. Δεδομένου ότι πλέον αποτελεί μία κινητήρια δύναμη για τις αναπτυξιακές πολιτικές, θα πρέπει να ιδωθεί πιο κριτικά απ’ ό,τι συμβαίνει σήμερα, τόσο σε θεωρητικό επίπεδο, όσο και στο επίπεδο των κοινωνικών κινημάτων. Γιατί η ανθεκτικότητα δεν είναι αντίσταση, αλλά εξ ορισμού το αντίθετό της. Αυτό που στην πραγματικότητα δημιουργεί η ανθεκτικότητα είναι συγκεκριμένους τύπους κοινωνικών υποκειμένων, ικανών να επιβιώσουν αδιαμαρτύρητα και πειθαρχημένα στις απαιτήσεις ενός αστικού περιβάλλοντος που διαμορφώνεται από τις απαιτήσεις νέων οικονομικών σχέσεων.

Όπως εξηγούν οι Πεκ, Θίοντορ και Μπρένερ (Peck, Theodore, Brenner), ο νεοφιλελευθερισμός «είναι ένα πολυ-κλιμακωτό φαινόμενο: ανασυνθέτει κλιμακούμενες σχέσεις μεταξύ θεσμών και οικονομικών παραγόντων, όπως μεταξύ δημοτικών αρχών, εθνικών κρατών και χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου».[32] Η ανθεκτικότητα, όπως είδαμε και στην περίπτωση του προγράμματος Ροκφέλερ, δουλεύει σε όλα αυτά τα διαφορετικά επίπεδα του νεοφιλελευθερισμού, δημιουργώντας την ανθεκτική πόλη ενάντια στις κοινωνικές εξεγέρσεις ή με όρους εξελικτικούς ως την «παιδική χαρά» της νεοφιλελεύθερης ανάπτυξης, τον ανθεκτικό εργάτη απέναντι σε οποιεσδήποτε εργασιακές συνθήκες ή την ανθεκτική μετανάστρια απέναντι σε οποιαδήποτε μορφή εκμετάλλευσης.

Επομένως, συμπληρωματικά στις θεωρητικές και επιστημολογικές αναζητήσεις, συζητήσεις και αντιπαραθέσεις για το περιεχόμενο και τους στόχους της ανθεκτικότητας, τα υπαρκτά κοινωνικά κινήματα, όπου έχουν αναπτυχθεί ενάντια στα προγράμματα ανθεκτικότητας -όπως στην περίπτωση της Νέας Ορλεάνης-,[33] μας βοηθούν να κατανοήσουμε το πώς ο νεοφιλελευθερισμός αναδιαμορφώνει ουσιαστικά και άμεσα την καθημερινότητά μας και την πολιτική υποκειμενικότητα. Η ανθεκτικότητα, τελικά, ως ένα ακόμη μέσο κατασκευής συναινέσεων, μας μαθαίνει πώς να ανακάμπτουμε από οτιδήποτε μας επιβάλει ο καπιταλισμός και μας καλεί να υιοθετήσουμε άκριτα και άνευ όρων την αντίληψη του νόμου της φυσικής επιλογής, των νικητών και των χαμένων στη λογική του ανταγωνισμού και της επιβίωσης του προσαρμοστικότερου.

Ο Μπέντζαμιν Μπάρμπερ (Benjamin Barber), συγγραφέας του βιβλίου «Και αν οι δήμαρχοι διοικούσαν τον κόσμο;», εμβολιάζει το κοινό του με τη νέα ιδέα της διακυβέρνησης: «Στον σημερινό μας, πολυπληθή κόσμο, γεμάτο πολύ έντονες διαφορές, όπου η αλληλεγγύη είναι πολύ εύθραυστη, η δημοκρατία διέρχεται μία βαθιά κρίση. Τα Έθνη-κράτη άλλοτε έλυναν τα προβλήματα κλίμακας από τα οποία έπασχε η δημοκρατία. Σήμερα εμποδίζουν την παγκοσμιοποίησή της. Ήρθε, λοιπόν, η ώρα να αναρωτηθούμε σοβαρά: ‘Μήπως οι πόλεις μπορούν να σώσουν τον κόσμο;’.[34] Πίσω από αυτή τη φαινομενικά αθώα διατύπωση και ανασκόπηση των υπαρκτών ελλειμμάτων της δημοκρατίας, όπως παρουσιάζονται σήμερα, εκφράζεται μια καθόλου αθώα κατάσταση -αυτή του νέου ρόλου και της σημασίας που αναλαμβάνουν πλέον οι πόλεις στο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου παραγωγικού κεφαλαίου, ως τόποι που ευνοούν την κεφαλαιακή συσσώρευση και κυκλοφορία. Ως πρόβλημα, επομένως, της ελλειμματικής δημοκρατίας δεν θεωρείται το καπιταλιστικό σύστημα, αλλά ένα πρόβλημα κλίμακας, μετατόπισης των διοικητικών κέντρων στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης, σε ένα επίπεδο πιο κοντά στους δημότες.

Το Ροκφέλερ παρενέβη με αυτή τη λογική προκειμένου να προσδώσει μέσω της ανθεκτικότητας το περιεχόμενο που υιοθετεί στις αναδυόμενες μορφές διακυβέρνησης. Οι στοχεύσεις του προγράμματος του Ιδρύματος Ροκφέλερ και οι όποιες εφαρμογές του διατηρούν ακόμη αναπάντητα πολλά ερωτήματα τόσο για το μέλλον των πόλεων, του νέου πλαισίου διακυβέρνησης και του ρόλου των ιδιωτικών ιδρυμάτων σε αυτό, όσο και για την ιδεολογία που αυτά προωθούν και εδραιώνουν. Ερωτήματα για την ιδιωτικοποίηση της πολιτικής προστασίας, για την ιεράρχηση της διαχείρισης συγκεκριμένων και πολύ στοχευμένα ορισμένων απειλών αντί για την επίλυση των σοβαρών κοινωνικών προβλημάτων, για τα αποτελέσματα της συμμετοχικής δημοκρατίας που όπως ισχυρίζεται προωθεί κλπ. Τι προωθεί όμως για την κλιματική αλλαγή και τις φυσικές καταστροφές; Τι προωθεί για τη μετανάστευση; Τι προωθεί σε σχέση με την αποικιοκρατία και τις συνθήκες σύγχρονης κατοχής και απαρτχάιντ;

Όπως εξηγεί και ο Τομ Σλέιτερ (Tom Slater), καθηγητής αστικής κοινωνικής γεωγραφίας: «[…] στην περίπτωση της ανθεκτικότητας, μια παγκόσμια ύφεση μεταμορφώνεται από πολιτικό δημιούργημα σε φυσικό φαινόμενο, το οποίο και απαιτεί ένα πρόγραμμα καταστροφικής περικοπής δημόσιων δαπανών ώστε να μπορέσει να επιστρέψει στη φυσική του πορεία. Ως αναλυτικό πλαίσιο […], η ανθεκτικότητα επιμελώς, ίσως και συνετά, αγνοεί όλα τα σοβαρά ζητήματα που έχουν να κάνουν με την κεφαλαιακή συσσώρευση και κυκλοφορία, με την άνιση ανάπτυξη, με την ενεργοποίηση των πολιτικών δομών, με τις κρατικές στρατηγικές προώθησης μιας ‘αναπτυξιακής μηχανής’ […]».[35]

Οι πραγματικές και δυναμικές τάσεις του προγράμματος γίνονται εμφανείς μόνο εφόσον αναλυθούν οι εφαρμογές του και το συγκεκριμένο, κάθε φορά, πλαίσιο μέσα στο οποίο επιχειρεί να εδραιωθεί. Οι δυναμικές τάσεις της ανθεκτικότητας είναι η «νέα» Νέα Ορλεάνη. Οι δυναμικές τάσεις της ανθεκτικότητας είναι η κανονικοποίηση καταστάσεων κατοχής και εκμετάλλευσης. Οι δυναμικές τάσεις της ανθεκτικότητας είναι ο ακραίος νεοφιλελευθερισμός. Και ενώ φαίνεται πως μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε πολλές διαφορετικές καταστάσεις με διαφορετικό τρόπο, στην ουσία πάντα μιλάει για τους πειραματισμούς εκείνους που στοχεύουν στη διαχείριση των κινδύνων με σκοπό την απρόσκοπτη συνέχιση της καπιταλιστικής κερδοφορίας.

Κλείνουμε τη σύντομη ανάλυσή μας παραθέτοντας ξανά τον Τομ Σλέιτερ:

«[Το πρόγραμμα] 100 Ανθεκτικές Πόλεις [είναι ένας] νεοφιλελεύθερος διαγωνισμός που απονέμει επιχορηγήσεις σε 100 πόλεις που φαίνονται ‘να έχουν επιδείξει με αφοσίωση τη δέσμευσή τους να χτίσουν τις δικές τους δυνατότητες για να προετοιμαστούν, για να αντισταθούν σε και να ανακάμπτουν από κρίσεις και πιέσεις’ […], με άλλα λόγια, βραβεία για τις πόλεις που συγκεντρώνουν πόντους στην προσπάθεια να επανακτήσουν το επιθυμητό status quo της κεφαλαιακής συσσώρευσης και της προσέλκυσης του πλούτου των ελίτ όσο το δυνατό συντομότερα».[36]


Το κείμενο επιμελήθηκαν ο Αντώνης Γαζάκης και ο Στέλιος Χρονόπουλος.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις[+]

Σχετικά με τον συντάκτη

Άλκηστη Πρέπη

Η Άλκηστη Πρέπη είναι αρχιτέκτονας - πολεοδόμος και υποψήφια διδάκτορας ΕΜΠ. Στη διατριβή της επικεντρώνεται κριτικά στην ανθεκτικότητα ως τη νέα στρατηγική διαχείρισης κινδύνου που
ενσωματώνει το νέο πρότυπο παγκόσμιας διακυβέρνησης και κοινωνικού ελέγχου. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζουν στην αστική κοινωνική γεωγραφία και συγκεκριμένα σε ζητήματα όπως
οι νεοφιλελεύθερες αναπτυξιακές πολιτικές και η διακυβέρνηση των πόλεων, η υφαρπαγή και η άνιση ανάπτυξη και το αυξανόμενο χάσμα μεταξύ παγκόσμιου Βορρά και Νότου.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε

Secured By miniOrange