Κριτική Τεύχος #09

Ανα-θεωρώντας τις περίπλοκες διαδρομές των δημοκρατιών της Νότιας Ευρώπης

Rethinking Democratisation in Spain, Greece and Portugal
Maria Elena Cavallaro και Κωστής Κορνέτης (επ.)
Palgrave Macmillan, 2019 | 266 σελίδες

Πώς επαναπροσδιόρισε η παγκόσμια οικονομική ύφεση του 2008 τις δημόσιες χρήσεις της μετάβασης από τη δικτατορία στη δημοκρατία στις χώρες της Νότιας Ευρώπης —συγκεκριμένα, της Ισπανίας, Πορτογαλίας, και της Ελλάδας; Με ποιους τρόπους η εκδήλωση της κρίσης κλόνισε την πίστη των πολιτών απέναντι στη θετική πολιτική και πολιτισμική κληρονομιά της δημοκρατικής αλλαγής, τροποποίησε (πολιτικές και εκλογικές) στάσεις απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και άνοιξε τον δρόμο σε συλλογικά κινήματα που ανέσυραν τις ανεπιθύμητες μνήμες του δικτατορικού παρελθόντος; Αυτά είναι τα βασικά ερωτήματα με τα οποία καταπιάνεται o συλλογικός τόμος που επιμελούνται οι Maria Elena Cavallaro και Κωστής Κορνέτης. Με ουσιωδώς συγκριτικό και διεπιστημονικό προσανατολισμό, το βιβλίο έρχεται να καλύψει ένα κενό στη διεθνή (και ελληνική) βιβλιογραφία για τις κληρονομιές των νοτιευρωπαϊκών δημοκρατιών, φωτίζοντας μια σημαντική παράμετρο: τη συγκυρία της οικονομικής κρίσης.[1]

Την από κοινού εξέταση των τριών αυτών μεσογειακών χωρών καθόρισαν οι εκλεκτικές συγγένειες της δημοκρατικοποίησής τους και της πρόσληψής της στον δημόσιο λόγο. Με μια γρήγορη ματιά στις περίπλοκες διαδρομές των καθεστωτικών μετασχηματισμών σε Ισπανία, Πορτογαλία, και Ελλάδα —οι οποίοι και στις τρεις περιπτώσεις έλαβαν χώρα σχεδόν ταυτόχρονα— διαπιστώνουμε τα εξής: η Ισπανία βγαίνει από τη σαραντάχρονη δικτατορία του Φρανσίσκο Φράνκο (1936/1939-1975) μετά τον θάνατό του. Εντούτοις, η δημοκρατική αποκατάσταση και σταθεροποίηση τοποθετείται αρκετά αργότερα (η βραδύτερη από τις τρεις χώρες) είτε στο Ισπανικό Σύνταγμα του 1978, είτε στην αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του 1981, είτε στην εκλογική νίκη του Ισπανικού Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος (PSOE) στις εκλογές του 1982.  

Προεκλογική συγκέντρωση Κωνσταντίνου Καραμανλή, 1974
(Πηγή: ΕΛΙΑ – ΜΙΕΤ)

Η Πορτογαλία παρουσιάζει το μακροβιότερο ακροδεξιό καθεστώς υπό την εξουσία του António de Oliveira Salazar/Marcelo Caetano και την ονομασία «Νέο Κράτος» (Estado Novo), το οποίο διήρκησε σχεδόν μισό αιώνα (1932-1974). Σε αντίθεση με την Ελλάδα και την Ισπανία, η Επανάσταση των Γαρυφάλλων (Revolução dos Cravos) (Απρίλης-Νοέμβρης 1974), η οποία ξεκίνησε από πραξικόπημα στρατιωτικών, έδωσε στην πορτογαλική δημοκρατική μετάβαση χαρακτήρα ιδιαίτερα συγκρουσιακό και πολωτικό. Στα καθ’ ημάς, τα γεγονότα της Κύπρου (Επιχείρηση Αττίλας) και η Τουρκική εισβολή οδήγησε στην παραίτηση της Χούντας του Ιωαννίδη, αποτελώντας τον «άδοξο»επίλογο της επτάχρονης δικτατορίας των Συνταγματαρχών (1967-1974). Την αρχή της Μεταπολίτευσης σήμανε ο σχηματισμός της μεταβατικής Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, την οποία ανέλαβε ο άρτι αφιχθείς Κωνσταντίνος Καραμανλής. 

Παρά τις ποικίλες διαφορές των παραπάνω δημοκρατικών μεταβάσεων, οι επιμελητές σημειώνουν πως υπάρχει μια ουσιαστική ομοιότητα στους τρόπους με τους οποίους αυτές είχαν αποτελέσει αντικείμενα ερμηνείας στον δημόσιο και θεσμικό λόγο. Μέχρι το 2000, οι δημοκρατικές μεταβάσεις των νοτιοευρωπαϊκών χωρών θεωρούνταν παραδειγματικές: ομαλές, ταχείες, γραμμικές. Χαρακτηριστική αυτής της ρητορικής είναι η συχνά μνημονευόμενη φράση του Γιάννη Βούλγαρη για την Μεταπολίτευση ως ‘βελούδινη μετάβαση’. Ο λόγος της «υποδειγματικής μετάβασης» εξυπηρετούσε τη νομιμοποίηση και εδραίωση των νεότευκτων δημοκρατικών καθεστώτων. Εντούτοις, περιοριζόταν σε μία «από τα πάνω» προοπτική που επισκίαζε τις συχνά ανατρεπτικές πρακτικές των υποκειμενικοτήτων και κινημάτων «από τα κάτω». 

Το παρόν βιβλίο αμφισβητεί την επίσημη ‘μεταβασιολογία’ (transitology) υπό το φως των συνεπειών της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης στις τρεις χώρες. Τα φαινόμενα βίας και διαφθοράς, η κατάρρευση του δικομματισμού και η επάνοδος του λαϊκισμού, ο αντί/μετά-δημοκρατικός χαρακτήρας των μέτρων λιτότητας που οδήγησε στην κριτική του φιλελευθερισμού ώθησαν στην αναδιαπραγμάτευση του κυρίαρχου ιστορικού αφηγήματος της δημοκρατικής μετάβασης. Σε διάλογο με πρόσφατες ακαδημαϊκές συζητήσεις και τον δημόσιο λόγο, οι συγγραφείς του βιβλίου ανιχνεύουν τους τριγμούς που υπέστη η μεγάλη αφήγηση της αλλαγής. Το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν είναι ότι, παρότι ο κυρίαρχος λόγος της μετάβασης έχει επανερμηνευθεί κριτικά υπό το φως της κρίσης, αποτελώντας πλέον έναν αμφίσημο τόπο μνήμης, δεν έχει υπονομευθεί πλήρως.

 

Το πρώτο τμήμα του βιβλίου, το οποίο περιλαμβάνει μελέτες που εξετάζουν την αναδιαπραγμάτευση της δημόσιας μνήμης της δημοκρατικής μετάβασης από την ανάδυση του κοινοβουλευτισμού μέχρι και την οικονομική κρίση, συμβάλλει σημαντικά προς την κατανόηση της αμφίθυμης στάσης προς το παρελθόν. Για παράδειγμα, τόσο οι Carmina Gustran με τον Alejandro Quiroga όσο και ο Κορνέτης δίνουν παραδείγματα δημόσιων λόγων που στάθηκαν κριτικά προς την ισπανική μετάβαση και άλλων αντίστοιχων που εξακολούθησαν να προβάλλουν μια ωραιοποιημένη εκδοχή της. Ιστορικές μελέτες και ομάδες μνήμης με λαϊκή βάση, όπως η Οργάνωση για την Ανάκτηση της Ιστορικής Μνήμης (Asociación para la Recuperación de la Memoria Histórica, ARMH), από το 2000 και εξής, αναλαμβάνουν τις μαζικές εκταφές Ρεπουμπλικανών πεσόντων και, με το αίτημα της απόδοσης δικαιοσύνης, εναντιώνονται στο παρελθόν της «αμνησιακής» αμνηστίας του 1977. Παράλληλα με τέτοιες κινήσεις μνήμης, παρατηρείται η επιβίωση ηγεμονικών εκδοχών, ιδιαίτερα στον συντηρητικό πολιτικό λόγο και στην pop κουλτούρα (πχ. τηλεοπτικές σειρές).

Έχει ενδιαφέρον να σημειώσει κανείς τις διαφορές στην ένταση των πολέμων μνήμης που παρατηρούνται στην Ελλάδα και την Ισπανία, όπου η κληρονομιά της μετάβασης έχει αμφισβητηθεί εντονότερα. Στο επίπεδο της ηθικής ευθύνης, η Ελλάδα δεν έχει να παρουσιάσει ομάδες μνήμης που να αναμοχλεύουν τις συνέχειες πολιτικής βίας ή την έλλειψη απόδοσης δικαιοσύνης την επαύριο της Επταετίας, ενώ οι επετειακές εκδηλώσεις για τη Χούντα έχουν υπάρξει λιγοστές. Ο Κορνέτης επισημαίνει εύστοχα πως το αίτημα για την ανάκτηση της ιστορικής μνήμης, όπως αποκαλείται, επικράτησε κυρίως λόγω των συλλογικών τραυμάτων που κληροδότησε το μακροβιότερο και βιαιότερο Φρανκικό καθεστώς στην ισπανική κοινωνία. Εντούτοις, μια ουσιώδης διαφορά που παραλείπεται αφορά στη μνήμη της Ελληνικής Εθνικής Αντίστασης (και λιγότερο του Εμφυλίου), η οποία ενεργοποιήθηκε στον πολιτικό λόγο ως το κατ’ εξοχήν αξιοποιήσιμο παρελθόν (τόσο στην Μεταπολίτευση, όσο και στα πρώτα χρόνια της κρίσης), οδηγώντας στην αποσιώπηση των πιο «άβολων» εμφυλιακών μνημών. [2] Στην Ελλάδα και την Ισπανία, λοιπόν, μιλάμε μάλλον για αντικρουόμενες αναπαραστάσεις του παρελθόντος παρά για αλλαγή του παραδείγματος. Στην Πορτογαλία οι μνημονικές πρακτικές είναι πολύ διαφορετικές. Όπως δείχνουν οι Filipa Raimundo και Claudia Generoso de Almeida εξετάζοντας τις  χρήσεις του δικτατορικού και μεταβατικού παρελθόντος στον κομματικό λόγο, η εικόνα της δημοκρατικής μετάβασης εν γένει παραμένει θετική. Υποκείμενη στις εκάστοτε εκλογικές ανάγκες και το πολιτικό προφίλ του κόμματος, παρουσιάζεται ως συλλογικό επίτευγμα —είτε με έμφαση στην επαναστατική τομή με το δικτατορικό καθεστώς είτε στην αποκατάσταση της δημοκρατικής ομαλότητας.

 

Το δεύτερο τμήμα του βιβλίου εξετάζει τις σύνθετες σχέσεις Ισπανίας, Πορτογαλίας και Ελλάδας με την Ευρωπαϊκή Ένωση από την περίοδο του εκδημοκρατισμού μέχρι την εκδήλωση της κρίσης, χαρτογραφώντας τομές και συνέχειες στην στάση των χωρών απέναντι στον θεσμό που, τη δεκαετία του 1970 και του 1980 αντιμετωπίστηκε ως καταλύτης για τον εκμοντερνισμό, την οικονομική σταθεροποίηση και την εδραίωση της δημοκρατίας. Παρά τις επιμέρους διαφορές, καμιά από τις υπό εξέταση χώρες δεν εξέφρασε σαφείς αποσχιστικές τάσεις κατά τη διάρκεια της κρίσης (σε αντίθεση με τα παραδείγματα της Ιταλίας, Γερμανίας και Γαλλίας). Όπως εξηγεί η Cavallaro, η ευρωπαϊκότητα διατήρησε θετικό πρόσημο στην Ισπανία, όπου η σκληρότερη πολιτική κριτική ασκήθηκε στην κυβερνητική πολιτική και στους κομματικούς σχηματισμούς (βλ. την κριτική των Indignados στον δικομματισμό PP-PSOE), ενώ στην Πορτογαλία ο ευρωσκεπτικιστικός λαϊκισμός υπήρξε ακόμη πιο αδύναμος και δεν επηρέασε τις κομματικές πολιτικές (κεφ. 7, M. Lisi). Στην Ελλάδα, από την άλλη, ενώ δεν παρατηρήθηκε «σκληρός» ευρωσκεπτικισμός στα χρόνια της κρίσης (βλ. την αποσύνδεση του δημοψηφίσματος του Ιουλίου 2015 από την αλλαγή νομίσματος), το μεταπολιτευτικό φιλοευρωπαϊκό αφήγημα μιας Ευρώπης ταυτόσημης με την οικονομική ευδαιμονία, το θεσμικό και πολιτισμικό ανήκειν στη Δύση αμφισβητήθηκε δομικά (κεφ. 5, I. Μπαλαμπανίδης). Οι κύριοι λόγοι ήταν τα σκληρά μέτρα λιτότητας, η αυξημένη παρεμβατικότητα των Ευρωπαϊκών Θεσμών και η συνακόλουθη αίσθηση απώλειας της εθνικής κυριαρχίας. 

Η τρίτη ενότητα ξαναπιάνει το νήμα της πρώτης, εξετάζοντας την αναθεώρηση του επιτυχημένου μοντέλου της δημοκρατικής αλλαγής, όχι μέσα από τη σχέση με τον εξωτερικό άλλο (Ευρωπαϊκή Ένωση), αλλά μέσα από μια (όχι πάντα αυτό-κριτική) ανασκόπηση του εθνικού παρελθόντος. Η βασική προβληματική είναι εδώ οι επιλεκτικές χρήσεις των δικτατορικών καθεστώτων και των μεταβατικών στιγμών από τα συλλογικά κινήματα του παρόντος. Ενώ δεν γίνεται αναλυτική αναφορά στους Αγανακτισμένους της πλατείας Συντάγματος (2011), δεν φαίνεται να υπάρχει κάποια ουσιώδης σύνδεση μεταξύ της οικονομικής κρίσης και της κληρονομιάς  καταπίεσης και αντίστασης στο σύνθημα «Η Χούντα δεν τελείωσε το ’73». Κι αυτό γιατί το σύνθημα είχε χρησιμοποιηθεί από τις πορείες του Δεκέμβρη του 2008 και παραπέμπει περισσότερο σε ένα μνημονικό ρεπερτόριο που ενεργοποιείται από τον κινηματικό χώρο της γενιάς που δεν βίωσε τα γεγονότα αυτά.[3] Οι Pedro Ramos Pinto και Τiago Carvalho γράφουν πως η συγκρουσιακή συγκυρία της Πορτογαλικής μετάβασης είχε βαρύνουσα σημασία στο φαντασιακό των αντι-μνημονιακών εκπροσώπων (κόμματα, κινήματα) ως αντεπιχείρημα στις μεταρρυθμίσεις που θα έθεταν σε κίνδυνο ‘δημοκρατικά κεκτημένα’ της Επανάστασης του ‘74. Ο Κωστής Kαρπόζηλος εξετάζει το λαϊκό κίνημα συγχρονικά (Ιούλιος-Νοέμβριος 1974). Αναδεικνύοντας την ενδεχομενικότητα της μεταβατικής στιγμής -ειδικά για την Αριστερά που πίστευε με σθένος στη μεταβολή του status quo- φωτίζει τους λόγους που οδήγησαν στην πολιτική της ενσωμάτωση με μια λιγότερο ριζοσπαστική πολιτική ατζέντα.

 

Συνολικά, η κυριότερη συμβολή του βιβλίου είναι η απόδειξη πως ο μύθος των υποδειγματικών δημοκρατικών μεταβάσεων μπορεί να μην έχει παρέλθει, έχει όμως καταστεί ένα αμφισβητούμενο, επίμαχο παρελθόν που ενεργοποιείται επιλεκτικά στη δημόσια σφαίρα. Στο καίριο ερώτημα αν αυτή η μερική ανατροπή είναι απότοκο της οικονομικής κρίσης και άρα, αν η τελευταία αποτελεί τομή στην Μεταπολιτευτική συνθήκη—μια συζήτηση που έχει απασχολήσει πολύ τους Έλληνες ακαδημαϊκούς—η απάντηση που υποδηλώνεται είναι αρνητική.[4] Όπως αποδεικνύεται μέσα από τις μελέτες των Carmina Gustran και Alejandro Quiroga, του Κορνέτη, της Cavallaro και άλλων, ο αναθεωρητικός διάλογος για τη δημοκρατική αλλαγή ξεκίνησε πριν την οικονομική κρίση. Εντούτοις, η τελευταία, ειδικά στην περίπτωση της Ισπανίας και της Ελλάδας, αύξησε την ένταση της αμφισβήτησης και συχνά συσπείρωσε την κριτική γύρω από την «κουλτούρα της Μεταπολίτευσης» (ή της Transición αντίστοιχα) αρθρώνοντας έναν κατηγορητικό λόγο προς την προηγούμενη γενιά. Παρότι η διαχρονική προοπτική που υιοθετούν οι περισσότερες μελέτες συμβάλλει στην πληρέστερη κατανόηση της επαναδιαπραγμάτευσης του αφηγήματος της δημοκρατικής μετάβασης, το βιβλίο ως ένα βαθμό εμμένει στη μελέτη των πολιτικών της μνήμης μέσα από ηγεμονικούς (πολιτικούς, μιντιακούς) λόγους –βλ. κεφάλαια 3, 5, 6, 7, και μερικώς 10, 11. Ενώ είναι σαφής η μετατόπιση από την «από τα πάνω» μελέτη της δημοκρατικοποίησης (πχ. υπό το πρίσμα των ελίτ), έλειψε μια συστηματικότερη εξέταση πολιτισμικών κειμένων.[5] Το ίδιο ισχύει και για τα εργαλεία της προφορικής ιστορίας—μια επείγουσα ανάγκη για τη γενιά/πληροφορητές, η οποία σταδιακά αφανίζεται.

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Υποσημειώσεις   [ + ]

Σχετικά με τον συντάκτη

Βασιλική Καϊσίδου

Βασιλική Καϊσίδου

Η Βασιλική Καϊσίδου σπούδασε ελληνική φιλολογία στο Καποδιστριακό Πανεπιστημίο και ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές Νεοελληνικών στο πανεπιστήμιο της Οξφόρδης. Είναι υποψήφια διδάκτορας Νεοελληνικών Σπουδών στο πανεπιστήμιο του Birmingham. Ερευνά τη διαγενενεακή μνήμη του Ελληνικού εμφυλίου μέσα από την μεταπολιτευτική δημοσία ιστορία. Άρθρα της έχουν δημοσιευθεί σε επιστημονικά περιοδικά και κριτικές λογοτεχνίας σε διαφορους ιστοτοπους (bookpress, artic, diastixo).

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε