Κριτική Τεύχος #11

Από την εύκολη κριτική στην κριτική της ευκολίας

Ένα βιβλίο για τον Φουκό, την πολεμική, και την κριτική (θεωρία). Tα βιαστικά συμπεράσματα, η υποτιθέμενη κατανόηση των κειμένων μέσω εύκολων και επιφανειακών (παρ)αναγνώσεων, βρίσκονται στον πυρήνα του κριτικού εγχειρήματος του Λάγιου, το οποίο θα μπορούσε, εναλλακτικά, να έχει τίτλο «Ανάγνωση, κατανόηση, κριτική· ένα καθόλα αναγκαίο, αλλά καθόλου αυτονόητο τρίπτυχο», ή, ακόμη, «Η ιστορικοποίηση ως απάντηση στις εκτός τόπου και χρόνου θεωρίες συνωμοσίας».

Περί Φουκωφοβίας. Ή σχόλια γύρω από τις (αυτ)απάτες μιας «πολεμικής»
Θανάσης Λάγιος
futura, Αθήνα 2020 | 184 σελίδες

 

Ο συγγραφέας του βιβλίου, ο Θανάσης Λάγιος, είναι ένας από τους σημαντικότερους ελληνόγλωσσους γνώστες και μεταφραστές του Μισέλ Φουκό. Με βάση αυτήν την πληροφορία, διαβάζοντας κανείς τον τίτλο και το όνομα του συγγραφέα θα συμπέραινε ίσως ότι το «Περί Φουκωφοβίας» είναι ένα βιβλίο υπεράσπισης του Φουκό. Ένα τέτοιο συμπέρασμα θα ήταν, ωστόσο, βιαστικό. Και τα βιαστικά συμπεράσματα, η υποτιθέμενη κατανόηση των κειμένων μέσω εύκολων και επιφανειακών (παρ)αναγνώσεων, βρίσκεται στον πυρήνα του κριτικού εγχειρήματος του Λάγιου, το οποίο θα μπορούσε, εναλλακτικά, να έχει τίτλο «Ανάγνωση, κατανόηση, κριτική· ένα καθόλα αναγκαίο, αλλά καθόλου αυτονόητο τρίπτυχο», ή, ακόμη, «Η ιστορικοποίηση ως απάντησης στις εκτός τόπου και χρόνου θεωρίες συνωμοσίας».

Το κείμενο αποτελεί μια επεξεργασμένη και σαφώς εκτενέστερη μορφή της εισήγησης του Λάγιου σε μια εκδήλωση του Θερινού Βιβλιοστασίου 2019, η οποία έχει ήδη φιλοξενηθεί στο Marginalia. Οι 7 βασικές προτάσεις/θέσεις του συγγραφέα έχουν διατηρηθεί αυτούσιες αλλά έχουν εμπλουτιστεί με εκτενή σχόλια.

Ο Λάγιος δεν υπερασπίζεται τον Φουκό. Ή, μάλλον, το κάνει, χωρίς όμως αυτή η υπεράσπιση να αποτελεί αυτοσκοπό αλλά απλώς ένα μέσο υπεράσπισης μιας μεθόδου ανάγνωσης και παραγωγής τόσο λόγου όσο και πρακτικών. Για τον σκοπό αυτό επιστρέφει τόσο στο υποκείμενο της κριτικής του Φουκό, τον Μαντοζιό, και δευτερευόντως τον Μάλλιαρη, όσο και στο αντικείμενο της κριτικής των τελευταίων, τον Φουκό, και την φιλοσοφία (του). Ο Λάγιος επιχειρεί να ιστορικοποιήσει τα κείμενα, με τρόπο πυκνό, φιλοσοφικό, και άρα όχι εύκολο. Το βιβλίο αυτό έχει ενδιαφέρον και βάθος και γι’ αυτό δεν είναι ένα  ανάλαφρο ανάγνωσμα. Η εμφανής πειθαρχία που έχει επιδείξει ο συγγραφέας του κατά την παραγωγή του, απαιτεί αντιστοίχως πειθαρχία από τον αναγνώστη για την ουσιαστική ανάγνωσή του ή για την αποφυγή της παρανάγνωσής του. Άλλωστε, ο Λάγιος, όπως και πολλοί πριν από αυτόν, τονίζει την ανάγκη της ουσιαστικής και σε βάθος ανάγνωσης. Η ανάγνωση δεν είναι απλά μια τέχνη ή τεχνική, η ανάγνωση είναι και πολιτική θέση. Η ανάγνωση προϋποθέτει το θάρρος να εγκύψει κανείς με τρόπο ουσιαστικό στο κείμενο προκειμένου να αποκομίσει ό,τι είναι να αποκομίσει, και να διατυπώσει τις κρίσεις του για τα γραφόμενα, μακριά από επιφανειακές και πρόχειρες αναγνώσεις οι οποίες εύκολα οδηγούν σε παρερμηνείες.

Ο συγγραφέας τονίζει ότι η άχρονη/ετεροχρονισμένη/αναχρονιστική ανάγνωση των κειμένων, η α-ιστορική και άρα ανιστόρητη δηλαδή προσέγγιση των πραγμάτων, αποτελεί αφετηριακό σφάλμα που εμποδίζει την ουσιαστική κριτική, ως προς την ουσία του κρινόμενου κειμένου/στοχαστή, και άρα εμποδίζει και την πολεμική. Τονίζει εξίσου πως το να αποδίδεις την «μετάφραση» στο υποκείμενο της κριτικής σου, δηλαδή να αντικαθιστάς το πρωτότυπο κείμενο με το μεταφρασμένο, αποτελεί στην καλύτερη των περιπτώσεων λαθροχειρία. Η θέση αυτή του Λάγιου μπορεί να γίνει σαφής με ένα παράδειγμα. Αν κάνεις κριτική στον Έγελο με βάση τα έργα του που μεταφράστηκαν και εκδόθηκαν κατά τη δεκαετία του 1960 από τις Εκδόσεις Γεράσιμου Αναγνωστίδη, δεν εξυπηρετείς την κριτική, την γελοιοποιείς. Γιατί εάν αυτά τα κείμενα είναι εγελιανά, τότε σίγουρα ο Έγελος δεν ήταν εγελιανός. Ταυτόχρονα, εάν δεν ιστορικοποιήσει κανείς τις μεταφράσεις, δεν δει δηλαδή το πλαίσιο παραγωγής τους, το μετεμφυλιακό κράτος, τα (αντικειμενικά ελλιπέστατα) εφόδια των μεταφραστών, θα εξάγει εύκολα και λανθασμένα συμπεράσματα για την ελληνική εκδοτική παραγωγή και τις μεταφράσεις. Μπορεί ακόμη να κατηγορήσει τους μεταφραστές για έλλειψη αγάπης ή ενδιαφέροντος για το αντικείμενο της δουλειάς τους. Εάν ιστορικοποιήσει κανείς την μεταπολεμική μετάφραση δοκιμίων θα διαπιστώσει ότι ισχύει μάλλον το αντίθετο. Απλά, η αγάπη του μεταφραστή δεν μπορούσε να υπερβεί τις αντικειμενικές του αδυναμίες.

Το να κρίνεται ο Φουκό με βάση τις αμερικανικές του (κατα)χρήσεις και όχι με βάση το έργο του δεν αποτελεί κριτική στον Φουκό και τη σκέψη του. Κατ’ ακρίβεια αποτελεί μοναχά νομιμοποίηση αυτών των «αναγνώσεών» του. Διότι εάν ο Φουκό είναι αυτός που διδάσκεται στα πανεπιστήμια, τότε νομιμοποιούνται οι διδάσκοντες. Εδώ θα υποχρεωθώ σε μια παρέκβαση. Στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών ΑΠΘ, σε κάποια λίγα μαθήματα, διδασκόταν και ίσως να διδάσκεται ακόμη ο Μαρξ. Τι ακριβώς ήταν αυτή η διδασκαλία όμως; Συγκεκριμένα, μάθαινες πως για το ζήτημα Χ ο Μαρξ, η Λούξεμπουργκ, ο Ρικάρντο, ο Άνταμ Σμιθ είπαν αυτό ή εκείνο. Εάν κάποιος ανάγει σε μαρξική θεωρία το αποσπασματικό ή παραναγνωσμένο μέσα από τον φακό του διδάσκοντα «ο Μαρξ είπε…», σίγουρα δεν φταίει ο Μαρξ. Ή, αν θέλουμε ένα πιο επίκαιρο παράδειγμα, εάν κάποιος διανοούμενος χρησιμοποιεί κάθε τρεις και λίγο την έννοια της θανατοπολιτικής του Αγκάμπεν στα κείμενά του και συνάμα στήριζε την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, η οποία διατηρούσε τη Μόρια, δεν φταίει η έννοια «θανατοπολιτική» και ο Αγκάμπεν, φταίει ο οπορτουνισμός του διανοούμενου. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν πρέπει να διερευνηθεί κατά πόσο ένα θεωρητικό εργαλείο έχει κενά, αμφισημίες, επιτρέπει με μεγαλύτερη ή μικρότερη ευκολία λαθροχειρίες. Σημαίνει, όμως, πως δεν μπορούν να ταυτίζονται συλλήβδην δημιουργός, εργαλείο, χρήσεις και καταχρήσεις. Για να κλείσω αυτό το ζήτημα, είναι γνωστό πως ένας παγοκόφτης είναι ένα εργαλείο το οποίο με την ίδια ευκολία με την οποία μπορεί να σπάσει πάγο μπορεί και να αποτελέσει φονικό όπλο. Η αυτονόμηση του εργαλείου μετά την απομάκρυνση από τον δημιουργό του σημαίνει πως δεν πρέπει αναγκαστικά να ταυτίζουμε τις χρήσεις του εργαλείου από τρίτους με τα αρχικά κίνητρα του εφευρέτη. Όπως λέει ο Λάγιος, για τον ίδιο το Φουκό, «ο συγγραφέας είναι μία λειτουργία» (σελ. 79) και όχι ένα υποκείμενο. Τα κείμενα του συγγραφέα θα έχουν πολλαπλές αναγνώσεις, και αυτές σχετίζονται με τους αναγνώστες, τις δυνατότητες και τις αδυναμίες τους αλλά και τις στοχεύσεις τους (σελ. 79). Αυτό στο οποίο επιμένει ο Λάγιος, όπως άλλωστε και ο Φουκό, είναι η ιστορικοποίηση του κειμένου και συγκειμένου ούτως ώστε να μην συγχέονται οι ερμηνείες με τις παρερμηνείες.

Ο Λάγιος δεν ασχολείται με τον Φουκό και τη λεγόμενη «Γαλλική Θεωρία» μόνο σε σχέση με το τι είναι αυτή και πώς την αντιμετωπίζει ο Μαντοζιό. Προχωράει στην παρουσίαση των τρεχουσών αλλά και παλαιότερων συζητήσεων γύρω από αυτά τα ζητήματα, προσφέροντας και τη δική του ερμηνεία ή ανάγνωση των γεγονότων και τών απόψεων. Επιπλέον, δεν μπαίνει στον πειρασμό να κριτικάρει απλά χυδαία σχήματα όπως λ.χ. την ανάδειξη της σεξουαλικότητας του Φουκό ως το υποτίθεται απόλυτο όριο της πολιτικοποίησής του αποδίδοντας την τελευταία ως μια καθαρά ατομική και ατομικιστική επιλογή. Κι αυτό παρότι ο ίδιος ο Φουκό αποσυνέδεε την πολιτική από την ταυτότητα/σεξουαλικότητα. Μπαίνει στον κόπο να μας παρουσιάσει αναλυτικότερα τις ίδιες τις θέσεις του Φουκό για τα ζητήματα, με τα οποία καταπιάνονται οι ηθικολόγοι κριτές του, ενώ θα μπορούσε με λίγα στοιχεία να δείξει πως είναι απλά αδιάβαστοι. Στα θετικά του βιβλίου είναι η αντιμετώπιση αντιδιαλεκτικών «συνεπαγωγών» με αρκετά ειρωνική διάθεση.

Το βιβλίο έχει φυσικά και αδυναμίες. Δύο δευτερεύουσες αφορούν, πρώτον, την επιλογή λατινικής γραφής όρων και συγγραφέων αντί της μετάφρασης/απόδοσής τους στα ελληνικά. Δεύτερον, σχοινοτενείς υποσημειώσεις οι οποίες παρότι καθόλα χρήσιμες, πληροφοριακές και ουσιαστικές, διαρρήγνυαν τον ειρμό της ανάγνωσης ενός ήδη απαιτητικού κειμένου, δυσκολεύοντας ακόμη περισσότερο τον αναγνώστη. Μια κύρια αφορά στον πυρήνα της κριτικής προς τον Μαντοζιό.

Ο Μαντοζιό παρουσιάζει το φουκοϊκό έργο κυρίως όπως αυτό εμφανίστηκε, παρουσιάστηκε, μεταφράστηκε ή «μεταφράστηκε», στα πανεπιστημιακά ιδρύματα της άλλης πλευράς του Ατλαντικού. Και κάνει κριτική σε αυτό το έργο σε σχέση με την χρησιμότητά του ή μη στην «χειραφετητική πολιτική». Το βασικό ερώτημα που μου γεννήθηκε είναι γιατί αντί να συζητάμε για το τι είπε ή δεν είπε ο Φουκό, για το πώς ερμηνεύτηκε ή όχι το έργο του, επιλέγεται να μην συζητηθεί η ουσία. Και η ουσία είναι ότι το πανεπιστήμιο ή ο ευρύτερος ακαδημαϊκός χώρος δεν έχουν (θετική) σχέση με την «χειραφετητική πολιτική». Ο Μαντοζιό ως πανεπιστημιακός θα έπρεπε να το γνωρίζει. Ο Λάγιος ξέρω πολύ καλά πως το γνωρίζει και διάσπαρτα σε αρκετά σημεία στο κείμενο, θέτει το ζήτημα και εκφράζει την άποψή του για αυτό. Παρόλα αυτά, αυτό δεν γίνεται με συγκροτημένο τρόπο. Η κριτική του Μαντοζιό μπάζει όχι μόνο διότι επιλέγει να δει τον Φουκό έξω από το ιστορικό πλαίσιο των κειμένων, αλλά κυρίως επειδή επιλέγει να δει το έργο του τελευταίου μέσα από το ιστορικό πλαίσιο αποδόμησης του. Δηλαδή, αντιμετωπίζει το έργο του Φουκό όχι ως τμήμα της ταξικής χειραφετητικής εργαλειοθήκης, αλλά μέσω της ανασύστασής του ως τμήμα της εργαλειοθήκης αναπαραγωγής της κυρίαρχης ιδεολογίας. Ούτε μπάζει μόνο διότι -ηθελημένα ή μη, δεν έχει σημασία- το κάνει συγχέοντας το πρώτο με το δεύτερο, αναδεικνύοντας τη δεύτερη χρήση ωσάν να αποτελεί την πρώτη, πράγμα το οποίο αναδεικνύει πάρα πολύ καλά, και σωστά, ο Λάγιος. Αυτό που όφειλε να αναδείξει πιο ξεκάθαρα είναι πως ο δρόμος για την χειραφέτηση δεν θα περάσει από τις έδρες των αστικών ακαδημαϊκών ιδρυμάτων, χωρίς να παραγνωρίζουμε ούτε το χρήσιμο έργο σκόρπιων ριζοσπαστών πανεπιστημιακών ούτε το χρήσιμο υλικό που δίνει η αστική γνώση στα κοινωνικά και πολιτικά κινήματα. Για να μην αδικήσουμε τον Λάγιο, δια μέσου της σχέσης του Φουκό με το γαλλικό πανεπιστήμιο (ιδίως από την σελίδα 113 κι έπειτα), γίνεται πιο σαφής ως προς τον ρόλο του Πανεπιστημίου για τη γνώση και την ένδεια της φιλοσοφίας· ίσως  αυτό θα έπρεπε να γίνει πολύ πιο νωρίς στο κείμενο του Λάγιου.

Το έργο του Φουκό, και του κάθε Φουκό, είναι πολιτικά χρήσιμο όσο παραμένει εξωπανεπιστημιακό, όσο δεν μεταφράζεται για (κατ)ανάλωση σε παραπομπές και βιβλιογραφικές αναφορές που μετριούνται στο google scholar, για τους διάφορους λεγόμενους δείκτες ακαδημαϊκής ποιότητας (h-index), όσο δεν ξεδοντιάζεται πολιτικά ή χρησιμοποιείται ως ριζοσπαστικό άλλοθι στις διόλου ριζοσπαστικές επιλογές των χρηστών/καταχραστών των διαφόρων στοχαστών. Έχοντας τη γνώμη πως είναι πολύ αναγκαία μια κριτική και στον Φουκό, όπως και σε όλους τους μεγάλους στοχαστές του χθες, προκειμένου να ξεσκαρτάρουμε και να ανανεώσουμε τις εργαλειοθήκες μας, η κριτική του Λάγιου στην «κριτική» του Μαντοζιό στο Φουκό μας δείχνει πως αυτό είναι μια απόπειρα που μένει και πρέπει να γίνει. Τέλος, στην περίοδο της επιδημίας του Κορονοϊού και των βιοπολιτικών μέτρων της Κυβέρνησης της ΝΔ, ας διαβάσουμε την διορατική υποσημείωση 181 (σσ. 109–110) του φουκόφιλου, αλλά όχι φουκολάτρη, Λάγιου, γραμμένη μήνες πριν την επιδημία και τα κυβερνητικά μέτρα.


Το κείμενο επιμελήθηκε ο Στέλιος Χρονόπουλος.

 

Επιτρέπεται η αναπαραγωγή και διανομή του άρθρου σύμφωνα με τους όρους της άδειας Attribution-ShareAlike 4.0 International (CC BY-SA 4.0)

Σχετικά με τον συντάκτη

Χρίστος Μάης

Χρίστος Μάης

Ο Χρίστος Μάης είναι υποψήφιος διδάκτορας πολιτισμικής ιστορίας και σπουδών βιβλίου. Έχει συνεργαστεί με τις εκδόσεις «Προλεταριακή Σημαία» και «Εκτός των Τειχών», κυρίως ως μεταφραστής, και έχει αρθρογραφήσει σε διάφορα έντυπα (Προλεταριακή
Σημαία, Αντίθεση, Πριν, Δρόμος της Αριστεράς, Τετράδια Πολιτικού Διαλόγου και Έρευνας, Σύγχρονα Θέματα, ΥΦΕΝ) και ιστολόγια, μεταξύ άλλων και για θέματα βιβλίου.

Προσθέστε σχόλιο

Πατήστε εδώ για να σχολιάσετε